Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

Ο μύθος του Αλέξη

Σε μια χώρα μακρινή, η κυβέρνηση αντιμετώπιζε προβλήματα. Οι προνομιούχοι ήθελαν περισσότερα προνόμια αλλά δεν είχαν μείνει άλλα που θα μπορούσαν να τους παραχωρηθούν. Πλησίαζαν εκλογές σε λίγο καιρό και έπρεπε όλοι να τοποθετούνται εναντίον τους. Οι πολιτικοί μιλούσαν τη μέρα για τους φτωχούς και το βράδυ ζητούσαν συγγνώμη για όλα όσα έλεγαν σε ακριβά δείπνα με τους πλούσιους. Ένιωθαν κάθε φορά που τους στενοχωρούσαν, διπλά υποχρεωμένοι απέναντί τους.

Μια τέτοια στιγμή, συνέβη κάτι που αναστάτωσε το πολιτικό τοπίο. Κάποιος νέος, ο Αλέξης, ένας δευτεροετής φοιτητής Νομικής του τελευταίου Πανεπιστημίου που λειτουργούσε στην Ελλάδα, σε μια εκπομπή της κρατικής τηλεόρασης δεν απάντησε στην ερώτηση του δημοσιογράφου που αφορούσε στη γραβάτα του πρωθυπουργού. Εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και μίλησε για δημοκρατία, ελευθερία, δικαιοσύνη, παιδεία. Επικράτησε πανικός. Ο δημοσιογράφος προσπάθησε να τον επαναφέρει στην τάξη. Τον ξαναρώτησε για τη νέα μαγείρισσα της Ελένης Μενεγάκη. Εκείνος τον αγνόησε επιδεικτικά και συνέχισε να λέει τα δικά του. Η αναφορά του σε τέτοια θέματα, δεν βοηθούσε την οικονομία της συζήτησης. Επιπλέον, είχε ανοίξει παλιές πληγές. Έπεσαν διαφημιστικά.

Οι έννοιες στις οποίες αναφέρθηκε ο νέος θεωρούνταν ελιτίστικες. Η συζήτηση για όλα αυτά τα ζητήματα είχε θεωρηθεί πριν από πολλά χρόνια λήξασα. Τα κόμματα βρέθηκαν ξαφνικά σε δύσκολη θέση. Τα περισσότερα καταδίκασαν το ανθελληνικό παραλήρημα του φοιτητή. Η Βουλή τις επόμενες ώρες θα συνεδρίαζε έκτακτα. Ο πρωθυπουργός από το βήμα της υποσχέθηκε σκληρά μέτρα για την πάταξη της Νέας Γενιάς Τρομοκρατών και καταχειροκροτήθηκε. Ο υπουργός τηλεόρασης και καμερών ωστόσο αναγκάστηκε να υποβάλει την παραίτησή του. Στην κρατική τηλεόραση έπεσαν κεφάλια. Η αντιπολίτευση επωφελήθηκε και κατέθεσε πρόταση δυσπιστίας προς την κυβέρνηση. Οι ώρες ήταν δραματικές. Η Δημοκρατία κινδύνευε. Η αίσθηση ότι όλα μπορούν να τελειώσουν, ήταν έκδηλη. Η κοινή γνώμη ανησυχούσε για την ασφάλειά της και η αξιοπιστία της κυβέρνησης κατέρρεε, παρά τα μέτρα που είχε εξαγγείλει.

Ο Αλέξης συνελήφθη και ανακρίθηκε. Δεν υπήρχαν κατηγορίες εναντίον του. Όλοι ήξεραν ότι αυτό που έκανε ήταν ανεπίτρεπτο αλλά δεν υπήρχε νόμος που να τον καταδικάζει. Η ευθύνη για το νομοθετικό κενό βάρυνε ακέραιη την κυβέρνηση. Ο νέος αφέθηκε τελικά ελεύθερος. Δεν έδωσε στοιχεία και δεν κατονόμασε κανέναν από τους συνεργούς του. Θεωρούσε πως κι άλλοι συμμερίζονταν τις απόψεις του. Πολύ περίεργος νέος.

Μέχρι να νομοθετήσει η Βουλή, η κυβέρνηση φοβόταν τις αντιδράσεις που είχε προκαλέσει το περιστατικό. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που παραξενεύτηκαν από τη συμπεριφορά του παιδιού. Οι λιγοστοί πολίτες, που δεν έβλεπαν εκείνη τη στιγμή τηλεόραση, ρωτούσαν να μάθουν τι ακριβώς είχε πει ο νεαρός. Κανείς δεν θυμόταν. Οι εφημερίδες είχαν θάψει το γεγονός. Για να σταματήσει η συζήτηση, εκπονήθηκε σχέδιο από ειδικούς επιστήμονες. Το επικοινωνιακό επιτελείο της κυβέρνησης διέδωσε μέσα από τις εφημερίδες ότι το παιδί ήταν αθάνατο. Ο κόσμος το πίστεψε. Η όψη του παιδιού ήταν τρομακτική, τα μάτια του έλαμπαν και η ζωντάνια του ήταν πρωτόγνωρη. Η κυβέρνηση δεν είχε λόγο να λέει ψέματα.

Η φήμη του Αλέξη εκτοξεύτηκε, εκπομπές τον ζητούσαν για να τον βγάλουν στην τηλεόραση κι εκείνος δέχτηκε γιατί είχε άμεση ανάγκη από λεφτά. Ήξερε ότι αποκλείεται να βρει δουλειά μετά από όσα είχαν προηγηθεί. Δεν αρνήθηκε ποτέ επισήμως ότι ήταν αθάνατος. Ούτως ή άλλως δεν του επιτρεπόταν να μιλήσει. Η εικόνα του όμως μεταδόθηκε παντού. Μετά από λίγους μήνες, το παιδί είχε μείνει μόνο του. Οι φίλοι του απομακρύνθηκαν σιγά σιγά από κοντά του. Η κυβέρνηση έτριβε τα χέρια της. Είχε καταφέρει να καταστρέψει την αξιοπιστία του.

Ο θάνατος δίνει αξία στην ύπαρξη μας. Κανείς δε θα ήταν πιο ασήμαντος ή αδιάφορος από έναν αθάνατο. Κανείς δε νοιαζόταν πλέον για αυτόν. Κανέναν δεν ενδιέφεραν τα όνειρά του. Οι άνθρωποι σταμάτησαν να τον ζηλεύουν. Οι περισσότεροι είχαν μόνο άμεσες επιθυμίες. Είχαν μάθει να είναι πρακτικοί και να μη σκέπτονται ιδιαίτερα. Στους δικούς του έφερνε απέχθεια και αποτροπιασμό η αντιδραστική συνήθειά του να λέει ασυναρτησίες. Υπέθεταν ότι κάτι άσχημο συνέβαινε στο παιδί τους. Σύντομα η κυβέρνηση κατέθεσε νομοσχέδιο εναντίον της σκέψης, με την πλήρη στήριξη της αντιπολίτευσης. Το μέτρο θεωρήθηκε θετικό. Πράγματι, η σκέψη δεν ήταν βασική προτεραιότητα. Μπέρδευε τον κόσμο, τον άγχωνε και του στερούσε χρόνο από το να καταναλώνει και να παρακολουθεί θεάματα. Οι ειδήσεις καταργήθηκαν κι αυτές. Αντικαταστάθηκαν από εικόνες, χωρίς σχόλια.

Το παιδί τότε άρχισε να γράφει στα κρυφά. Ό ,τι έγραφε, το έβλεπε μόνο εκείνο. Κάθε βράδυ έπιανε ένα μικρό τετράδιο και σχημάτιζε σκέψεις. Δεν του ήταν εύκολο, είχε κι αυτό επηρεαστεί από την απαγόρευση. Περίμενε πρώτα να νυχτώσει. Ούτε ο ίδιος ήξερε γιατί συνέχιζε. Δεν υπήρχε κάποιος προφανής στόχος. Τα χρήματα που είχε βγάλει από τις εμφανίσεις του, του έφταναν και του περίσσευαν. Πολλές φορές σταματούσε και αναρωτιόταν: μήπως οι εχθροί του είχαν δίκιο; Ήταν πράγματι αθάνατος; Γιατί αγαπούσε τόσο πολύ την ομορφιά; Φοβόταν ότι θα τον πιάσουν, όμως συνέχιζε. Δεν είχε μάθει να κάνει κάτι άλλο. Εξαρτιόταν μόνο από αυτά που αγαπούσε.

Καθόταν κάθε βράδυ, στην ίδια πλευρά μιας μικρής σοφίτας και σημείωνε ισότιμα, χωρίς δόλο και προκατάληψη τις σκέψεις του. Τις κατέγραφε με μια γνήσια ανιδιοτέλεια. Ακόμα και αν έκανε λάθος, δεν ήταν ηθελημένο. Σε καμία του φράση ή σκέψη δεν παραχωρούσε μεγαλύτερο χώρο απ’ ό,τι έπιαναν τα γράμματά της. Η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση έβρισκαν διεφθαρμένη αυτήν την πρακτική. Κάποιος που δεν υποστήριζε κανέναν παρά μόνο τη σκέψη του, δεν ήταν για κανέναν χρήσιμος, πόσο μάλλον αρεστός. Στην δημοσιογραφία ήταν ο πιο ασφαλής τρόπος για να κάνεις εχθρούς και να διαπομπευτείς. Εκείνος όμως δεν ήταν δημοσιογράφος. Πίστευε ότι κρίνοντας δίκαια τους ανθρώπους στην πραγματικότητα δεν κρίνει κανέναν, παρά μόνο ίσως τον δημιουργό τους. Τον οδηγούσε η αγάπη και για να συνεχίζει να τον εμπνέει θεωρούσε απαραίτητη προϋπόθεση να μη μιλάει άμεσα για αυτήν.

Μια μέρα βρήκαν τα τετράδιά του. Κάποιος δικός του τον είχε καρφώσει στην αστυνομία. Η πόλη αναστατώθηκε. Γρήγορα τον συνέλαβαν ξανά. Αυτή τη φορά όλοι ζήτησαν να καταδικαστεί το «τέρας της σοφίτας». Ήταν πεισμένοι για την επικινδυνότητά του. Στη δίκη όμως που ακολούθησε απαλλάχθηκε λόγω αμφιβολιών. Οι δικαστές δεν θεώρησαν ότι όσα κατέγραφε ο μοναχικός νέος είχαν καμία σχέση με τη σκέψη. Έχοντας απαγορέψει την πρακτική της, είχαν ξεχαστεί οι συνέπειές της. Ένας μόνο από τους δικαστές είχε καταλάβει ότι ο νέος όχι απλά σκεφτόταν, αλλά έγραφε στα τετράδιά του για όνειρα. Δεν μίλησε σε κανέναν για αυτό. Βγήκε βιαστικά έξω από το κτίριο και ξέρασε μπροστά από έναν κάδο απορριμμάτων.

Ο κύριος Σ., ένας καλοβαλμένος εξηντάρης και βαθιά συντηρητικός στις πεποιθήσεις του άνθρωπος, ήταν ένας έμπειρος δικαστικός λειτουργός. Σκέφτηκε ότι η απαξίωση του νέου θα λειτουργούσε προς όφελος της κοινωνίας και δεν θα έβαζε σε κίνδυνο την τάξη όσο η καταδίκη του. Η σκέψη του ήταν σωστή. Αν καταδικαζόταν και τα τετράδια του έπεφταν πάνω σε άλλους, η περιέργεια θα τους έκανε να τα διαβάσουν. Ίσως κάποιος να ακολουθούσε το παράδειγμά του. Ο Αλέξης θα αποκτούσε μιμητές και φίλους. Ένα σενάριο εφιαλτικό. Τα τετράδια κάηκαν και η περιέργεια έχει σήμερα απαγορευτεί.

Το παιδί απομονώθηκε. Η μοναξιά το έλιωνε. Μετά από λίγους μήνες αρρώστησε ξαφνικά. Όταν έμαθαν ότι ο Αλέξης πέθανε, οι άνθρωποι σοκαρίστηκαν. Άλλοι έλεγαν ότι τον τιμώρησε ο Θεός για αυτά που είχε κάνει και του πήρε πίσω την αθανασία του. Στην κηδεία του εμφανίστηκε και ο δικαστής. Ένιωθε τύψεις. Ήξερε ότι αν τον είχε καταδικάσει θα του έσωζε τη ζωή. Η αθώωση τον είχε οδηγήσει στον θάνατο. Πλησίασε δειλά το φέρετρο. «Δεν ήταν αθάνατος» φώναξε. «Ήταν ένας νέος που έκανε όνειρα». Κανείς δεν κατάλαβε τι ήθελε να πει. Ήταν αργά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: