Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

Μια ολόκληρη ζωή

Να ‘μαστε στην καρδιά μιας προεκλογικής περιόδου κι η μεγάλη σύγχρονη κωμωδία ξαναρχίζει για μια ακόμη φορά. Αν ζούσε ο Μολιέρος σήμερα, σε μια προεκλογική εκστρατεία θα μελετούσε τις ορέξεις και την ανοησία των ανθρώπων. Είναι ένας καθολικός οργασμός, ένα ξεδίπλωμα όλων των μετριοτήτων, είναι το ανθρώπινο κτήνος ξαμολημένο μ’ όλες τις κενοδοξίες και τις ποταπότητές του. Στον εικοστό αιώνα, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι υπέροχο. Τούτη την ώρα όμως η εκλογική κουζίνα είναι από τις λιγότερο ορεκτικές. Γέλασα, στη γωνία μου, με τον ξεσηκωμό των πολιτικών και του Τύπου, όταν τους γνωστοποιήθηκε ότι θα διέθεταν τρεις, όλες κι όλες, βδομαδούλες προεκλογικής αναταραχής. Έβαλαν τις φωνές περί εμπαιγμού, κακοπιστίας, κι η λέξη υφαρπαγή πλανήθηκε στον αέρα. Ναι, αυτή η άτιμη κυβέρνηση τους υπεξαιρούσε την απόλαυσή τους, τους έπαιρνε από το στόμα το ψωμί της αταξίας. Για σκεφτείτε! Μοναχά τρεις εβδομάδες για να γράψουν ανόητες και ανακριβείς προγραμματικές διακηρύξεις, να κατηχήσουν κάτι αξιολύπητα ανθρωπάκια που πουλιούνται για ένα ποτήρι κρασί, να γεμίσουν τον Τύπο με φρικτά κείμενα που δεν κάνουν ούτε για κοπριά, να βυθίσουν τη χώρα σε μια ανυπόφορη ένταση απ’ την οποία το έθνος εξέρχεται με τα μάτια πρησμένα και το κεφάλι άδειο, όπως ύστερα από μια νύχτα μέθης. Ναι, είν’ ένα μέτρο άδικο, απαράδεκτο-έπρεπε να ‘χαμε τουλάχιστον τρεις μήνες για να γευτούμε αυτή τη νοστιμιά, έπρεπε να ‘χαμε μια ολόκληρη ζωή.

Εμίλ Ζολά, Μισώ, Εκδόσεις Ροές, Μετάφραση Αλέξανδρου Βέλιου.

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Μόνο και μόνο

Ένα βράδυ που δειπνούσε ο Ντην στο σπίτι-δούλευε ήδη σ’ένα πάρκινγκ στη Νέα Υόρκη-έσκυψε από πάνω μου, ενώ χτυπούσα γρήγορα στη γραφομηχανή μου και είπε: «Εμπρός, φίλε μου, δεν πρέπει να κάνουμε τα κορίτσια να περιμένουν, βιάσου!». «Μια στιγμή», του λέω, «μόλις τελειώσω αυτό το κεφάλαιο είμαι δικός σου» -κι ήταν ένα απ’ τα καλύτερα κεφάλαια του βιβλίου. Μετά ντύθηκα και τραβήξαμε για τη Νέα Υόρκη να βρούμε τα κορίτσια. Στο λεωφορείο, όπως τρέχαμε μέσα στο αβυσσαλέο υπερφυσικό και φωσφορίζον Λίνκολν Τάνελ στηριγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, κουνούσαμε τα χέρια, ξεφωνίζοντας και κουβεντιάζοντας ξέφρενα, άρχιζα να την ψωνίζω όπως ο Ντην.  Ήταν ένα παιδί παράφορα κυριευμένο απ’ τη ζωή, κι αν ήταν απατεώνας, κι αν δούλευε τον κόσμο, ήταν μόνο και μόνο επειδή ήθελε να ζήσει μ’ όλες του τις δυνάμεις και ν’ανακατευτεί με τους άλλους που διαφορετικά δεν θα του ‘διναν καμία σημασία. Με δούλευε και το ‘ξερα (για στέγη και τροφή, για την «τέχνη της γραφής» κλπ.) και ήξερε πως το γνώριζα (αυτή ήταν η βάση της σχέσης μας), αλλά καρφί δεν μου καιγόταν και τα πηγαίναμε περίφημα, χωρίς ιστορίες και χωρίς να τη σπάμε ο ένας στον άλλο. Χοροπηδούσαμε ο ένας γύρω απ’ τον άλλο σαν ερωτοχτυπημένοι καινούριοι φίλοι. Πήγε να με δασκαλέψει για τόσα πράγματα που προφανώς θα μπορούσα να του μάθω. Για ό,τι αφορούσε τη δουλειά μου, έλεγε: «Απάνω τους, αυτό που κάνεις είναι μεγάλο». Κρυφοκοίταζε πάνω απ’ τον ώμο μου, καθώς έγραφα και ξεφώνιζε: «Μα, ναι! Υπέροχα! Ιδιοφυές φίλε μου!» ή ακόμα: «Αλίμονο!», και σκούπιζε το πρόσωπό του με το μαντήλι του. «Μα την πίστη μου, φίλε μου, υπάρχουν τόσο πράματα να κάνει κανείς, τόσα πράγματα να γράψει! Και πώς μάλιστα ν’αρχίσει να τα περνάει όλα στο χαρτί, χωρίς αυτά τα λεπτά εμπόδια κι όλους αυτούς τους κανόνες, τα ταμπού της λογοτεχνίας και τους μπαμπούλες της γραμματικής».

Τζακ Κέρουακ, Στο Δρόμο, Εκδόσεις Βήμα Βιβλιοθήκη, Μετάφραση Δήμητρας Νικολοπούλου.

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Κρήτη- The voice

Τώρα πια δεν κατασκηνώνουμε για να περάσουμε τη νύχτα, αλλά ριζώσαμε στη γη και ξεχάσαμε τα ουράνια. Χένρι Ντέιβιντ Θορώ.

Πέρασε κιόλας ένας μήνας που ο Πάκο εκοιμήθη κι όσοι δεν άκουσαν το Entre Dos Aguas δύσκολα θα μάθουν τι θα πει «να κλαις για αμαρτίες που δεν έχεις διαπράξει και να θρηνείς για τραγωδίες που δεν είναι δικές σου». Οι μελωδίες είναι ολόκληρες φιλοσοφίες. Αν ψάξουμε στις ζωντανές ηχογραφήσεις, τις φωτογραφίες της μουσικής, θα βρούμε τις ερωτήσεις. Οι μουσικές εξηγούν τον κόσμο. Σημασία έχει να καταλάβουμε τι λένε.

Η κυριαρχία μιας μουσικής που δεν ανακάτευε τις ψυχές, βασάνιζε τον Βακαλόπουλο. Οι πόλεις συνθηκολόγησαν, έγραφε στη Γραμμή του Ορίζοντος. Η λύπη και η στεναχώρια αντικατέστησαν τον πόνο, πήραν κάτι και από την ένταση της χαράς, εξόρισαν τη σιωπή. Οι μουσικές που γκρέμιζαν μέγαρα ή που δραπέτευαν από ωδεία-καθόλου δεν τα εκτιμούσε ο Χατζιδάκις-, δεν είχαν πολλή τύχη. Η ένταση παρέμενε ψηλά μόνο για τα ανώδυνα ακούσματα. Σκοποί που σου έπαιρναν το μυαλό δεν στήριζαν την κοινωνική συνοχή, έθεταν σε κίνδυνο την παραγωγικότητα των εργαζομένων, απειλούσαν το κυρίαρχο τσιμέντο. Η Κρήτη δεν μπορούσε παρά να ευθυγραμμιστεί. Δεν πονούσε ούτε εκείνη. Παρίστανε ότι πονούσε. Ξερνούσε ψέμα, κακογουστιά, εγκλήματα, άγχος να αποδείξει ότι δεν ξόφλησε. Όσοι θυμόντουσαν ότι κάποτε ήταν ικανή για όλα τα συναισθήματα, βρέθηκαν εκτός μόδας. Το τηλεοπτικό ήθος ανεχόταν, πάντως, για μερικά λεπτά στα πλατό του τη χαζοχαρούμενη λεβεντογέννα. Καλεσμένοι ήταν οι διασκεδαστές του νησιού-καλλιτέχνες δεν τους έλεγες. Ήταν τέτοια όμως η δύναμη της μουσικής που όλοι χτυπούσαν παλαμάκια, ένα χορευτής θα δοκίμαζε μερικές παράτολμες φιγούρες, κάποιες αυτοσχέδιες μαντινάδες για την εκπομπή και αυτό ήταν όλο. Η χώρα όλη είχε πατήσει σκατά αλλά από διακριτικότητα κανείς δεν έλεγε τίποτα.

Πώς να ανεχτεί ο πολιτισμός μας μια μουσική που βρίσκεται τόσο κοντά σε όσα ψιθυρίζει η φύση; Τι σχέση είχε με την Ελλάδα μια μουσική τόσο αδιαπραγμάτευτα ελληνική; Κι όλα εκείνα τα πανηγύρια, πόσο ντρόπιαζαν την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Η πατρίδα, η μεγαλύτερη συμφορά που μας βρήκε, αλίμονο. Αν καταφέρναμε πιο έγκαιρα να δούμε το ιερό σε αυτό που θεωρούμε άσχημο, όπως το κατάλαβε νωρίς ένας Ιρλανδός, θα παίρναμε ένα μάθημα πλούτου και ευτυχίας. Τα σχολεία όμως δεν διδάσκουν Ross Daly, ούτε ότι η Joanne Milne άκουσε μουσική για πρώτη φορά στα 40 της χρόνια αυτή την εβδομάδα. Από το νησί, εξάλλου, όσοι θα μπορούσαν να προτείνουν άμεσα κάτι στην Joanne σε λίγο που θα ψάχνει ομορφιά στις μουσικές του κόσμου, γνωρίζουν πως δεν έλειψαν οι μεγάλοι ερμηνευτές μετά τον Ξυλούρη: Ο Σκουλάς, ο Μανωλιούδης, ο Πυθαρούλης. Στη φωνή που επέλεξα όμως αισθάνεσαι τον μόχθο των ανθρώπων της υπαίθρου, ακούς τα κύματα που σκάνε στη λύρα καθώς το δοξάρι κωπηλατεί στη χορδή, νιώθεις την καύλα της για να το πω πιο απλά. Την καύλα που σμίγει με την ποιότητα, την ευγένεια, τις ρίζες του τόπου κι ένα συναίσθημα πέρα για πέρα αυθεντικό.

Τώρα λοιπόν που ο Αντέννα θα επιλέξει την επόμενη μεγάλη Voice που δεν θα κάνει καριέρα, ζητώ από τον Βασίλη Σταυρακάκη να έρθει στην ομάδα μου. Ο άνθρωπος είναι εκτός συναγωνισμού. Μια κατηγορία μόνος του. «Το ντουέντε δεν βρίσκεται στο λαρύγγι. Το ντουέντε ανεβαίνει από τις γυμνές πατούσες των ποδιών» σημείωνε ο Λόρκα. Ίσως γι'αυτό ο Βασίλης όταν λέει μαντινάδες, σηκώνει το χέρι του ψηλά, μερακλίδικα κι όχι φασιστικά. Ενδεχομένως οφείλεται σε αυτή τη μυστηριώδη δύναμη που, όταν τον έχω στα αυτιά μου, νομίζω ότι θα απογειωθώ, καθώς όλο και πιο σπάνια φωνές σε ανατινάζουν όπως η δική του, μυρίζουν τόσο έντονα κρασί, εκφράζουν αυτό που θα μπορούσε να σημαίνει ο τόπος μας, με έναν λαό πιο ευτυχισμένο, λιγότερο υποκριτή και φοβισμένο.

Ο Μπάρμπα Μανώλης κάθε απόγευμα βάζει το καλό του παντελόνι και πηγαίνει στο καφενείο του χωριού. Εκεί όπου κάποτε, αν αργούσε, δεν έβρισκε να κάτσει. Τώρα είναι μόνος. Ο Βασίλης παίρνει αυτές τις άδειες θέσεις και τις κάνει καρέκλες μουσικές.