Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Τέσσερα λεπτά

Ο πεντοζάλης είναι πάντα πεντοζάλης. Όπως θα έλεγαν και οι Αμερικανοί για την πίτσα ή το σεξ: Ακόμα κι όταν είναι κακός, είναι πολύ καλός. Τα τέσσερα πρώτα λεπτά όμως ήταν ποτήρι με κρύο νερό που έπεσε στη μούρη μου εν μέσω καύσωνα. Ο Ρος άδειασε από τη λύρα τη θάλασσα της Κρήτης-όλη πάνω μου-και ο Βασίλης χάιδεψε τα βουνά της με το ντουέντε του. Κάτι αηδόνια παριζιάνιακα κατάπιαν τη γλώσσα τους μετά την πρώτη μαντινάδα και ζήτησαν να ξεκινήσουν μαθήματα φωνητικής και ορθοφωνίας, οι επαναστάτες επαναπροσδιόρισαν την ελευθερία, οι εξουσιαστές τακτοποίησαν ανήσυχοι τ' αρχίδια τους.

Δεν ξέρω άλλη μουσική που όποιος την ακούει λαχταρά να πετάξει, αφού πρώτα ξεφορτωθεί τα ρούχα του, που τον κάνει να χαμογελά και να χειροκροτεί ταυτόχρονα. Καμία που να παντρεύει τον έρωτα και το θάνατο στην άκρη του γκρεμού. Καμία ιδανικότερη για αυτοπυρπόληση. Καμία καταλληλότερη για να κηδέψεις το φόβο, τη μεμψιμοιρία και τους μικροαστούς. Καμία που να προσφέρει ολοκληρωμένη πρόταση εξόδου από την κρίση. Πώς να μην οπλοφορούν οι Κρητικοί; Εδώ οπλοφορούν οι βουλευτές. Είναι σχεδόν αδύνατο να έχεις στο κεφάλι σου αυτές τις νότες και να παραμείνεις φιλήσυχος πολίτης. Ο ίδιος σκοπός που σου δίνει να δοκιμάσεις ευτυχία, μέχρι την επόμενη αλλαγή στο ρυθμό, μπορεί να σε κάνει εγκληματία. Ορισμένες μελωδίες είναι επικίνδυνες. Καίνε τα αυτιά. Ζαλίζουν την ψυχή.

Οι Έλληνες θεοποίησαν το μέτρο για τέτοια ζόρικα διλήμματα. Καταλάβαιναν ότι η επιλογή ανάμεσα στον πολιτισμό και τη βαρβαρότητα εξαρτάται από το πόσο καλά θα κουρδίζουν οι μουσικοί τα όργανά τους και οι άνθρωποι τα μυαλά τους. Είναι προφανές: κάποιοι από αυτούς, γέννησαν τους Θεούς. Οι υπόλοιποι τους σκοτώνουμε ή τους αφήνουμε να ζήσουν. Με τέρμα τα ηχεία. Στο ριπίτ. Να μην τολμήσει ο φασισμός.

 

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Ο Χίτλερ στα παρασκήνια

Για να περιγράψει κανείς αυτό τον πληθωρισμό με τα απίστευτα σημεία του, θα χρειαζόταν βιβλίο ολόκληρο που στους σημερινούς αναγνώστες θα φαινόταν παραμύθι. Ήρθαν οι μέρες που για μια πρωινή εφημερίδα έπρεπε να πληρώσω πενήντα χιλιάδες μάρκα, ενώ το απόγευμα της ίδιας μέρας έπρεπε να πληρώσω εκατό χιλιάδες μάρκα. Όποιος είχε ξένα νομίσματα, τα εξαργύρωνε τμηματικά, γιατί στις τέσσερις η ώρα μπορούσε να πετύχει καλύτερη τιμή απ’ό,τι στις τρεις και στις πέντε ακόμα καλύτερη απ’ό,τι πριν μια ώρα. Παράδειγμα, έστελνα στον εκδότη μου ένα χειρόγραφο που το δούλευα ένα ολόκληρο χρόνο. Για να εξασφαλιστώ, ζητούσα έναντι των δικαιωμάτων μου μια προκαταβολή πάνω σε δέκα χιλιάδες αντίτυπα. Ώσπου να καταθέσει το τσεκ, το ποσό που εισέπραττα μόλις μου έφτανε να καλύψω τα ταχυδρομικά που είχα πληρώσει για να στείλω πριν μια εβδομάδα το δέμα. Το εισιτήριο στα λεωφορεία κόστιζε εκατομμύρια. Μεταφέρανε με κάρα τα χαρτονομίσματα από τη Ράιχσμπανγκ στις άλλες τράπεζες κι ένα δεκαήμερο αργότερα έβλεπες στα αυλάκια των δρόμων εκατοντάδες χιλιάδες χαρτονομίσματα, που τα είχε πετάξει κάποιος ζητιάνος περιφρονητικά. […]

Ούτε η Ρώμη του Σουετωνίου δεν είχε γνωρίσει τέτοια όργια σαν κι εκείνα των κολασμένων χορών του Βερολίνου, όπου εκατοντάδες άντρες ντυμένοι γυναίκες και άλλες τόσες γυναίκες ντυμένες άντρες χόρευαν κάτω από τα καλοπροαίρετα μάτια της αστυνομίας. Με την πτώση όλων των αξιών, ένα είδος τρέλας κυρίεψε τον κόσμο των αστών, που μέχρι τότε έμενε ακλόνητος στις αρχές του. Νεαρά κορίτσια καυχιόντουσαν για τη διαστροφή τους και σε οποιοδήποτε σχολείο του Βερολίνου λογαριαζόταν σα μεγάλη ντροπή για μια δεκαεξάχρονη η υποψία της παρθενίας. Κάθε κορίτσι ήθελε να είναι σε θέση να διηγείται περιπέτειες όσο γινόταν πιο εξωφρενικές. Αλλά το χειρότερο από όλα σε αυτό τον παθητικό ερωτισμό ήταν η πλαστότητά του. Στο βάθος της αυτή η περίοδος των οργίων, που ξέσπασε στη Γερμανία μαζί με τον πληθωρισμό, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια πυρετική απομίμηση. Εύκολα καταλάβαινε κανείς ότι αυτά τα κορίτσια των καλών αστικών οικογενειών θα ένιωθαν πολύ καλύτερα αν έκαναν στα μαλλιά τους ένα απλό χτένισμα αντί να τα κόβουν αντρικά κι ότι θα έτρωγαν με μεγαλύτερη ευχαρίστηση μια μηλόπιτα με κρέμα σαντιγύ αντί να πίνουν δυνατά ποτά. Ήτανε έκδηλο παντού πόσο βάραινε αυτή η υπερένταση που είχε γίνει ακόμα πιο έντονη από την καθημερινή φρίκη του πληθωρισμού. Ολόκληρο το έθνος κουρασμένο από τον πόλεμο το μόνο που ζητούσε ήταν η τάξη, η ησυχία, λίγη ασφάλεια και μια αστική ζωή. […]

Όποιος έζησε εκείνους τους μήνες της αποκάλυψης στα χρόνια εκείνα, σιχάθηκε, πικράθηκε και αισθάνθηκε τον ερχομό μιας συμφοράς, μιας φοβερής αντίδρασης. Στα παρασκήνια, χαμογελώντας, με το ρολόι στο χέρι περίμεναν οι ίδιοι εκείνοι που είχαν οδηγήσει το γερμανικό έθνος στο χάος: «Όσο χειρότερα πάνε τα πράγματα στη χώρα μας, τόσο το καλύτερο για μας». Τίποτα δεν στάθηκε πιο μοιραίο για τη Γερμανική Δημοκρατία όσο η ιδεαλιστική απόπειρα να δώσει ελευθερία όχι μονάχα στο λαό αλλά και στους εχθρούς της. Ο τόσο πειθαρχικός γερμανικός λαός δεν ήξερε τι να την κάνει την ελευθερία του και κοίταζε ανυπόμονα στην κατεύθυνση εκείνων που θα του την έπαιρναν. Τίποτα δεν πίκρανε τον γερμανικό λαό τόσο πολύ-αυτό είναι σημαντικό και πρέπει να το θυμόμαστε-, τίποτα δεν τους έκανε τόσο μανιακούς από μίσος και τόσο ώριμους για τον Χίτλερ, όσο ο πληθωρισμός.

Στέφαν Τσβάιχ, Ο χθεσινός κόσμος, Απόδοση Τάκη Μενδράκου, εκδ. Α.Χ Ρούγκα, 1962.

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Βιβλία και έρωτας

Η Έκθεση βιβλίου συνιστά ίσως την πιο ευθεία υπονόμευση του βιβλίου. Ικανοποιεί τους περίεργους, εντυπωσιάζει τους αδιάφορους, καθησυχάζει τους σχετικούς. Δίνει το μήνυμα: δεν τρέχει τίποτα, δεν πρόκειται για κάτι επικίνδυνο, δεν γίνεται εδώ κάτι ανατρεπτικό. Το βιβλίο, φυσικά, υπακούοντας στους νόμους της αγοράς, είναι αναγκασμένο να κάνει πιάτσα για να βγάλει το μεροκάματο. Ελάχιστοι είναι αυτοί που το αναζητούν τακτικά στα βιβλιοπωλεία και οι κάθε λογής Εκθέσεις ελαφραίνουν τις τύψεις, χαρίζοντας μια αίσθηση επισημότητας σε μία φαινομενικά αντικοινωνική πράξη όπως η συγγραφή. Οι εκτεθειμένοι απέναντί του παραμένουμε ωστόσο εμείς οι ίδιοι, το μυστικό είναι κοινό.

Επιπλέον, για να συνεχίσω τον παράτολμο συλλογισμό μου, η βιβλιοπαρουσίαση πρόκειται για μια άκρως αποπροσανατολιστική διαδικασία, οι συναθροίσεις πολλές φορές παραείναι βαρετές και αυτάρεσκες, η ζωντάνια κρίνεται πνευματικώς ύποπτη από την κυρίαρχη σοβαροφάνεια. Με δυο λόγια, το βιβλίο δεν είναι τάπερ. Δεν επιδεικνύεται, ούτε παρουσιάζεται αν σκοπός μας δεν είναι να το αδρανοποιήσουμε πριν ζωντανέψει στα χέρια κάποιου. Είτε το διαβάζουμε και αναμετριόμαστε μαζί του είτε όχι. Όποιος τολμήσει να γίνει συγγραφέας, συνεπές θα ήταν να πάρει από το χέρι τον άνθρωπό του και να μην πατήσει στην παρουσίαση του βιβλίου του-ο Πίντσον για παράδειγμα παραμένει άφαντος. Αν έχει καταφέρει να γράψει όντως λογοτεχνία, η οποία υπάρχει από τη στιγμή που το πρώτο ενικό γίνεται τρίτο όπως ορθά έγραψε κάποιος, η ναρκισσιστική πλευρά του θα έχει εξαφανιστεί. Μπορεί μάλιστα να αναθέσει σε πέντε-έξι ανθρώπους που εκτιμά να κριτικάρουν το πόνημά του. Ο φιλόδοξος συγγραφέας, που ελάχιστη σχέση έχει με τον ματαιόδοξο, ψάχνει τρόπους να απουσιάζει ουσιαστικά από το γραπτό του. Οι ήρωες μιλούν για λογαριασμό του.

Το γιατί κάποιος γράφει έχει απασχολήσει υπερβολικά τους απανταχού γραφιάδες. Βρίσκει κανείς άπειρες θεωρίες και απαντήσεις, άλλοτε ειλικρινείς και ενδιαφέρουσες, όπως ότι είναι ο μόνος τρόπος να μιλάς χωρίς να σε διακόπτουν, και άλλοτε όχι. Το γιατί δεν διαβάζουμε, παραμένει ωστόσο το μέγα ερώτημα. Τι απαιτείται για να γίνει κάποιος αναγνώστης; Γιατί να με νοιάζει τι είπε ο ένας κι ο άλλος; Πώς ανοίγεις ένα ογκώδες βιβλίο δίχως να βγάλεις μια κραυγή απόγνωσης; Πώς περνάς για πρώτη φορά το κατώφλι του βιβλιοπωλείου χωρίς να πανικοβληθείς; Δεν έχω την απάντηση. Ξέρω όμως ότι είναι από τα λίγα πράγματα που αξίζει να τολμήσει κανείς στη ζωή του. Για να ταξιδέψει αρκεί να ρίξει μια ματιά στα second hand ή να κοιτάξει στις προσφορές, για να μη μείνει άνεργος αρκεί να έχει ακόμα βιβλία αδιάβαστα στη βιβλιοθήκη. «Αν η εμπειρία του βιβλίου σας τρομάζει, αρχίστε να διαβάζετε στην τουαλέτα. Θα ανακαλύψετε πώς κι εσείς έχετε ψυχή» προτρέπει ο Έκο.

Ασφαλώς δεν αποτελεί καινούρια συνήθεια για τις φυλές των ευφυών, που τώρα αναπαύονται στο σοσιαλμιντιακό τους θρόνο, η χαριτωμένη απαξίωση των σπουδαίων έργων. Δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν αν αυτοσαρκαστούν για την αναπηρία τους. Στην αντίπερα όχθη υπάρχει ένα κοινό που επειδή θαυμάζει υπερβολικά το έργο ορισμένων ανθρώπων, εξακολουθεί να το κοιτά από απόσταση ασφαλείας, χωρίς να εισχωρεί πιο βαθιά. Η ανάγνωση, μία κατεξοχήν ενεργητική εμπειρία, απορρίπτεται συχνά σαν παθητική. Αυτό που ανακάλυψε ο Πεσσόα, πως στην ψυχή είμαστε όλοι όμοιοι, αντί να δώσει το έναυσμα ώστε να υπολογίσουμε τον καθένα, γίνεται αγώνας μέχρι τελικής επικράτησης, αγώνας ανάξιος τελικά. Το σφρίγος δεν αντέχει την απομόνωση. Η χαιρεκακία της υστέρησής μας περιμένει στη γωνία το ατόπημα της διάσημης ποιήτριας. Εξάλλου ιερές αγελάδες και αυθεντίες ορθώς δεν υπάρχουν. Δεν γίναμε όμως καλύτεροι.

Η μεγάλη λογοτεχνία αποτελεί φάρμακο κατά του εγωτισμού, αντίδοτο για το φασισμό, αντίβαρο στην εξουσία, παράγοντας αποσταθεροποίησης, τρομοκρατική ενέργεια, χαστούκι για τα ανθρωπάκια. Σε περιβάλλοντα σχετικής ελευθερίας προσπάθησε σιωπηλά να αποτελέσει μοχλό απελευθέρωσης και εστία αντίστασης απέναντι σε αυτό που οριζόταν ως εθνικώς συμφέρον ή ηθικό από τις εκάστοτε κοινωνίες. Όταν δεν υποβιβαζόταν σε ευτελή προπαγάνδα, απέμενε η μοναδική ένδειξη ζωής στον πλανήτη που τον κυβερνούσε ο θάνατος και οι λοιποί σφαγείς. Σε καμία περίπτωση τα βιβλία δεν κρύβουν μέσα βεβαιότητες, όπως βλακωδώς δήλωσε σε συνέντευξή του συγγραφέας-ραδιοφωνικός παραγωγός που πρόσφατα αποθεώθηκε στο Tedx Thessaloniki. Αν κάτι κάνουν σε εκείνον που τα διαβάζει, αν υπάρχει κάποιος λόγος για τον οποίο τραβάνε πιστόλι οι νεοναζί όταν ακούνε κουλτούρα, είναι γιατί τον ανιδιοτελή αναγνώστη τον διασπούν ιδεολογικά. Το χάος θριαμβεύει, η αμφιβολία διασπείρεται-χωρίς να γίνεται αυτοσκοπός ούτε και υπεκφυγή-, η φαντασία και η πολυπλοκότητα της αλήθειας αρχίζει να κυβερνά τα μυαλά. Συνήθως, δυστυχώς, δεν υπάρχει η ικανή και αναγκαία συνθήκη για μια ολοκληρωτική μεταμόρφωση. Αν κάτι δεν μπορεί ο άνθρωπος να αποχωριστεί είναι η πνευματική οκνηρία του. Η επανάσταση συνεχίζει να είναι εκείνη η σφαγή για την οποία όλοι ανυπομονούν με πρώτα και καλύτερα τα ΜΜΕ. Η δειλία του αίματος και της πίστης καλά κρατούν.

Παρόλο που τα περισσότερα βιβλία αρνούνται ότι δίνουν απαντήσεις, σε αλλάζουν δίχως να το επιδιώκουν, τα βάζουν με φόβους και προκαταλήψεις, προσθέτουν στη ζωή. Όποιος προσβλέπει σε παρηγοριά, μπορεί να επιλέξει τις εκκλησίες, δεν υπάρχει καμία διαφορά. Γίνομαι αναγνώστης όμως σημαίνει πως αναγνωρίζω καθοριστικά την αξία κάθε ανθρώπινης ζωής, συμφιλιώνομαι με το θάνατο, βυθίζομαι στην ουσία της ύπαρξης, κατορθώνω ούτε να λατρεύω αλλά ούτε και να σιχαίνομαι τον εαυτό μου. Τα βιβλία προτείνουν ένα διαφορετικό τρόπο να βλέπεις τον άλλο, να σκέφτεσαι με το μυαλό σου, να ζεις ελεύθερα, να προσπαθείς για την αγάπη. Στα ξεχασμένα ναρκοπέδια όπου κείτεται το άταφο σώμα της ανθρωπότητας, τις βιβλιοθήκες του κόσμου, η λογοτεχνία μοιράζει το δίκιο ενώ η ποίηση νομοθετεί από την αρχή πάνω στη γλώσσα και την ψυχή. Να γιατί μας είναι ανυπόφορες.

Εκτός των άλλων, η διδασκαλία της λογοτεχνίας, με τον τρόπο που γίνεται στα σχολεία, έχει προλάβει να καταστρέψει αναγνώστες. Ολόκληρος Τοντόροφ ανακαλύπτει μάλλον καθυστερημένα ότι πρέπει να επιστρέψουμε στην ουσία των λογοτεχνικών κειμένων, αφήνοντας στους επαΐοντες την πολυτέλεια να θεωρητικολογούν. Ο κόσμος που ανατέλλει στη χώρα μας, ένας βρομερός καινούριος κόσμος που εξορίζει την αμφισβήτηση, τη φιλοσοφία, τη συμπόνια, τη σύνεση, την ανησυχία, τον ίδιο τον άνθρωπο, είναι ο κόσμος των φασιστοειδών που καίνε βιβλία για να καυλώσουν από το μέγεθος της βλακείας τους. Μερικοί δημιουργικοί καβγάδες με τις σελίδες είναι ίσως η μόνη ευκαιρία να ξαναγεννηθούν κι αυτοί κι εμείς. Υστέρα μπορούμε να βγούμε από το δωμάτιο και να δοκιμάσουμε να ζήσουμε. Πολλά πράγματα θα μας φανούν καινούρια.

Προσωπικά, στα βιβλία αναζητώ τον έρωτα. Μπορεί να είναι ένα απόσπασμα, μία φράση, μία περιγραφή, μία λεπτομέρεια ή μία γνώση που μου διέφευγε και πάντα θα μου διαφεύγει. Αν δεν περίμενα να ερωτευτώ, δεν θα διάβαζα.

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Γενοκτονία

Οι θεματικές εκδηλώσεις σεβασμού προς τα θύματα των προγόνων μας συχνά υποκρύπτουν μιαν επιθυμία να δικαιωθούμε εις βάρος τους. Ρενέ Ζιράρ.
Οι οπαδοί της Ακισάρ τραγουδούν ότι δεν είναι ο Δίας, ο Περσέας ή ο Μπουράκ Γιλμάζ ο Θεός, αλλά ο Φάνης Γκέκας που έσωσε με τα γκολ του την ομάδα τους από τον υποβιβασμό.

Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

Συσσίτια μίσους

Ένα κομμάτι ψωμί από αντιπαθητικό άνθρωπο: Ευτυχές περιστατικό. Τίποτε περισσότερο. Μόνο η παιδική τυφλότητα που κοιτάζει στο χέρι ισχυρίζεται:« Αυτός μου έδωσε ζάχαρη, είναι καλός». Η ζάχαρη είναι καλή, ναι. Αλλά το να εκτιμάς την ουσία του ανθρώπου σύμφωνα μόνο με τις ζάχαρες και τα φιλοδωρήματα που πήρες από αυτόν, συγχωρείται μόνο στα ζώα, στα παιδιά και τις υπηρέτριες: στο ένστικτο. Το να ταυτίζεις την πηγή του καλού με το καλό καθεαυτό (τη μαγείρισσα με το κρέας) σημάδι είναι απόλυτης καθυστέρησης ψυχής και σκέψης. Πλάσμα που δεν ξεπέρασε τις πέντε αισθήσεις.


Δύο άντρες

«Αλίμονο στους λαούς που έχουν ανάγκη από ήρωες». Ο Μπρεχτ προτείνει να χειραφετηθούμε. Ευκαιρία σήμερα η εργατική Πρωτομαγιά και τα γεγονότα του Σικάγο. Τι γίνεται όμως με όσους δεν κάθονται στα αβγά τους υπό οποιεσδήποτε συνθήκες; Με αυτούς που δεν μπαίνουν σε καλούπια; Με εκείνους που διαφέρουν; Το μόνο που σκέφτηκαν οι ιδανικές κοινωνίες που οραματίστηκαν οι άνθρωποι ήταν να ανεχθούν τους ακαταχώρητους σιωπηλά. Να τους ελέγξουν. Να τους παρακολουθούν με μισό μάτι. Όσοι ξεχώριζαν, θα βίωναν πιο έντονα τη μοναξιά. Θα συγκέντρωναν το ενδιαφέρον. Θα πλήρωναν το τίμημα.

Πρωτομαγιά δολοφόνησαν τον Αλέκο Παναγούλη. Σαν σήμερα πριν 37 χρόνια. Τo Φίατ Μιραφιόρι που οδηγούσε ξέφυγε από την πορεία του και καρφώθηκε σε κατάστημα επί της Λεωφόρου Βουλιαγμένης. Η Δημοκρατία για την οποία πολέμησε λυσσαλέα, το έκανε να φανεί σαν ατύχημα. Το πλήθος κόσμου στην κηδεία του, εκείνο το χταπόδι όπως το περιέγραψε η Φαλάτσι, μούγκρισε: «Αβέρωφ φασίστα παραιτήσου». Θρήνησε. Και ξέχασε. Έμεινε η ποίηση που βρέθηκε στο αίμα του. Ο αγώνας του ενάντια στην τυραννία. Το κόλπο που εφάρμοζε για να μη λυγίζει: Προσβάλλοντας τους βασανιστές του για να τον χτυπούν πιο δυνατά, λιποθυμούσε τη στιγμή που φοβόταν πως χάνει το κουράγιο του, «πεθαίνοντας μόνο για λίγο». Έμεινε η προδοσία από τον ξάδερφό του για 500 χιλιάρικα και μια θέση στο Δημόσιο-αυτή είναι ακόμα η σύντομη ιστορία της μικρής αλλά περήφανης πατρίδας μας.  Έμειναν τέλος τα μάτια του που μας κοιτούν μελαγχολικά τώρα που νοσταλγήσαμε τους Συνταγματάρχες. Σε εκείνον θα ήταν επιτρεπτή μια τέτοια στάση. Ζήτημα ζωής ή θανάτου. Στη Χούντα είχε καταφέρει να επιβιώσει. Κάτι όμως μου λέει ότι θα ντρεπόταν πολύ για το λαό της Metron Analysis.

Πρωτομαγιά σκοτώθηκε κι ο Άιρτον Σέννα. Σαν σήμερα πριν 19 χρόνια. Το τιμόνι της Williams Renault δεν έστριψε ποτέ στην Ταμπουρέλο μάλλον γιατί η κολώνα του έσπασε. Ο γρηγορότερος οδηγός στον κόσμο πέθαινε σε ζωντανή σύνδεση γράφοντας την μεγαλύτερη τραγωδία στην ιστορία της Φόρμουλα 1, μία μέρα μετά το θάνατο του Ρόλαντ Ρατσενμπέργκερ που τον είχε συγκλονίσει. Ο Σέννα δεν ήταν απλά τρεις φορές παγκόσμιος πρωταθλητής. Ήταν ο ευφυέστερος. Ο πιο εγκάρδιος. Ο πρώτος που έτρεχε κοντά σε όποιον τύχαινε να εμπλακεί σε ατύχημα. Πάντα με τη φλογά μικρού παιδιού. Με το δικαίωμα που του έδινε ο Βραζιλιάνος Θεός του να κερδίζει, αφού το δικαίωμα να ξεκινάει από την pole position το κατακτούσε μόνος του. Ο Σέννα που είχε ανάγκη τον Προστ όπως ο καπιταλισμός τον κομμουνισμό για να γίνεται καλύτερος, που πρόλαβε να χορέψει στη βροχή του Μονακό το ’84 με την Toleman, να περάσει τέσσερα αυτοκίνητα σε ένα γύρο στο Ντόνιγκτον το ‘93, να θριαμβεύσει δυο χρόνια νωρίτερα μπροστά στους συμπατριώτες του έχοντας μείνει μόνο με μία ταχύτητα, την έκτη, αυτή δηλαδή που του άρεσε πιο πολύ. Για το λαό του, πέρα από τη χαρά που του έδωσε, δεν πρόλαβε να κάνει πολλά. Είναι ωστόσο βέβαιο πως, αν ζούσε, θα γινόταν η προτεραιότητά του.

Ο Αλέκος κι ο Άιρτον ήταν ξεροκέφαλοι, απροσάρμοστοι, παρορμητικοί, αγνοί. Ανίκητοι όπως δύο τύραννοι: ο ένας στο κόκπιτ, ο άλλος στο κρατητήριο. Νεκροί: ο πρώτος στα 36, ο δεύτερος στα 34. Από τα αρσενικά εκείνα που κοιτούν τα θηλυκά και τα γλυκαίνουν για τον επόμενο αιώνα, από αυτά που κλαίνε στην αγκαλιά τους χωρίς να ντρέπονται, που αρκούνται σε μία λέξη, τη σωστή, που ξυπνούν μες στη νύχτα από τα αυτοκαταστροφικά τους οράματα. Κι άλλοι μεγάλοι έφυγαν μέσα σε ένα αμάξι. Ο Ντράζεν Πέτροβιτς, ο Κένεντι, ο Καμύ. Και πόσοι άσημοι. Η χώρα μας ποτέ δεν μπορούσε να στρίψει.

Τι σχέση έχει ένας ταπεινός αγωνιστής που τον έκλεισαν σε τάφο με έναν οδηγό που έζησε τη σύντομη ζωή του μες στα πλούτη και τη φήμη, εκτός από το ότι έφυγαν οδηγώντας την Πρωτομαγιά χωρίς ποτέ να μάθουμε το πώς και το γιατί; Δυσκολεύτηκα να το εξηγήσω. Το φύλο τους εντέλει θα απαντούσα. Το αντριλίκι τους που έχει εκλείψει. Την πίστη ότι έκαναν το καθήκον τους που ήταν μεγαλύτερο από το να εκτελέσουν μια εντολή. Το ότι έπαιξαν κρυφτό με το φασίστα που τους έτρωγε τα σπλάχνα, βγάζοντας το φως από μέσα του. Το ότι αγνόησαν τους κανόνες και πορεύτηκαν χωρίς αφέντη.

«Όχι ,δεν σε ακούω. Με τη λογική απογοητεύομαι. Κι αν απογοητευτώ, δεν θα νικήσω». Η φράση του Παναγούλη θα περιέγραφε τέλεια τον Σέννα την ώρα που έπαιρνε στο όριο τις στροφές με τα λάστιχα να μουγκρίζουν όπως τα πλήθη της δικής του κηδείας. Η ηρωοποίηση των δύο ανδρών, πόσο μάλλον η αγιοποίηση, θα επρόκειτο για ασυγχώρητη ανοησία, ένα δεύτερο “ατύχημα”, μια υποτίμηση της ανθρωπινότητας και των αντιφάσεών τους. Εξάλλου και οι δυο έζησαν με το θάνατο στην πλάτη. Έγιναν πιο πολλά από όσα ήταν. Αυτό υπήρξε το μεγάλο αμάρτημά τους. Εμπνέουν ακόμα δίχως να το θέλουν. Να τι δεν τους συγχωρούν όσοι ποτέ δεν χώνεψαν τους “ήρωες”. Γιατί ακόμα και νεκροί παραμένουν πιο ζωντανοί, πιο έτοιμοι να πέσουν στη φωτιά και να καούν απ’την αρχή.