Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

Η εξομολόγηση ενός ευνούχου

Μ’ αν τώρα πρέπει να πεθάνουμε, το ξέρεις, πρέπει γιατί αύριο δε θα ‘μαστε πια νέοι. Μανόλης Αναγνωστάκης.

Είμαι ο ευνούχος του Βαξεβάνη. Τα έκοψα γιατί καθυστερούσαν με το βάρος τους την επαγγελματική ανέλιξή μου. Οι άνδρες που ξεζουμίζουν οι κάμερες συνήθως δεν έχουν ούτε αρχές, ούτε όρχεις. Αν υπήρξα ελάχιστα δραστήριος πριν την κρίση, ομολογώ πως τώρα δεν είμαι καθόλου. Μου φαίνεται χυδαίο να κουνιέμαι σαν βραζιλιάνικος κώλος στο καρναβάλι του Ρίο για να με προσέξουν, να γράφω συχνά και να απασχολώ τον Τύπο στην κατάστασή του. Έψαξα το δίκιο στη σιωπή. Αν περιμένετε όμως να έχω αύρα ανέργου και τα χνώτα μου να μυρίζουν μοναξιά, θα σας απογοητεύσω. Χαμογελάω διάπλατα με την αναίδεια της έλλειψής μου.

Ο Γκαίτε το είπε εξαρχής. Όποιος είναι πάνω από τριάντα, καλύτερα να μας αδειάζει τη γωνιά κι εμένα ο χρόνος μου τελειώνει. Το ότι θα ζούσα στον κόσμο σας, το φοβόμουν. Το ότι θα ζήσω στον κόσμο σας που διαλύεται, δεν το είχα φανταστεί. Η τελευταία μου επιθυμία είναι να πάθω ασφυξία στις εθνικές σας οδούς, να μάθω να ξεχωρίζω τους καλούς κάδους, να απλώνω το χέρι μου έξω από το σουπερμάρκετ παρακαλώντας τους πρώην γονείς μου που θα με αγνοούν. Τους ξεκαθάρισα πρόσφατα ότι θέλω να πεινάω μόνος και να αυτοκτονώ όποτε μου καπνίσει. Δεν την βρίσκω που έχω ακόμα καθαρά και ωραία ρούχα. Ζω και χωρίς την ντροπή τους. Δε με ενδιαφέρει να κάνω καριέρα ούτε πάσχω από καμία μεταπολιτευτική φιλοδοξία. Αυτές είναι για τους ηλίθιους και τους ματαιόδοξους που ακόμα κοιτούν στα μάτια τις βιτρίνες. Φιλοδοξίες είχε η Θάτσερ, κόρη μπακάλη. Φιλοδοξία την σήμερον ημέραν έχει ο γιος του σανοπώλη και η ευελφαλής Υπουργός που γεννήθηκε στο ορυχείο ακριβώς επειδή νιώθουν ότι ξεκίνησαν από τα χαμηλά. Αν μάθαιναν από μικροί να τους αρέσει η λέξη αετοπετάω, θα μας είχαν απαλλάξει από τη θυσία τους.

Μη με κοιτάς σα χάνος ρε ξερόλα. Δεν είμαι το ζώο που ονειρευόσουν, πάρτο χαμπάρι. Δε θέλω να βολευτώ όπως εσύ, να πολεμήσω θέλω. Γι’αυτό προσέχω τις λέξεις σαν τα μάτια μου. Με ρωτάς αν βρήκα δουλειά μα δε ρωτάς αν έψαξα. Η τεμπελιά που διακρίνεις είναι η αλληλεγγύη μου προς όσους τη χρειάζονται περισσότερο. Μην ξεχνάς πως είμαι ευνούχος και ζω ακόμη από τα έτοιμα. Ούτε στο Ίντερνετ με βρίσκεις πια γιατί πλήττω με το χιούμορ απελπισίας των φοβισμένων συνομηλίκων μου. Θρασύδειλη συνήθεια να μιλάμε πίσω από υπολογιστές νέα παιδιά. Πώς να τολμήσουμε να γεννήσουμε το φως όταν δεν ρισκάρουμε ούτε ένα τηλεφώνημα, ένα χαλασμένο δόντι, μία κακή διάθεση, μια ανάσα που μυρίζει τσιγάρο, το νέο μας σπυράκι, μία επαναστατική ιδέα; Δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα, προσμένουμε ίσως κάποια ατάκα.

Όσο για σένα κούκλα, ανάμεσα στο τουίτ σου και το κορμί σου, θα έπρεπε να ξέρεις ποιο από τα δύο με καυλώνει. Αν μπορούσα κάθε βράδυ θα το κάναμε δίχως τους εκβιασμούς των τροικανών που φοβάμαι πως αυνανίζονται κρυφά με ανήλικα αγοράκια, την ανηθικότητα των υπερπατριωτών και τους τραπεζίτες πρωθυπουργούς. Δεν αγοράζω τις προσωπικές τους χρεοκοπίες σε προσφορά, δεν μοιράζομαι το τέλος ενός κόσμου που δεν αναγνωρίζω, δεν μπερδεύω τον αλτρουισμό τους με το θάνατό μου. Εκτιμώ μόνο το ειλικρινές μίσος που περιφρονεί και κρατάει την τηλεόραση κλειστή. Δεν καταδέχομαι καν να προσβάλλω τα ανδρείκελα που μας σκοτώνουν και μετά κηρύσσουν τριήμερο πένθος. «Μας σκοτώνουν με μικρές δόσεις πολύ ταχτικά, πολύ σιωπηλά, πολύ σοφά» είχε προβλέψει κι ο ποιητής.

Και η δημοσιονομική πειθαρχία, με ρωτούν; Λένε ακόμα Disziplin στη Γερμανία οι φίλοι μας που τα χουν 400 τα όργανα τους και δεν ανατριχιάζουν! Κανείς δε θυμάται τίποτα, πρέπει να είναι γρουσουζιά και εις την αλλοδαπήν. Ποιος θα το έλεγε ότι θα σιωπούσαν οι διανοούμενοι στη χώρα που παρερμήνευσε τον Νίτσε για να αιματοκυλίσει την Ευρώπη;! Ο ομορφάντρας ωστόσο προϋποθέτει έναν άντρα κι ο υπεράνθρωπος έναν έστω άνθρωπο. Έτσι ήταν και έτσι θα είναι πάντα. Ο εαυτός μου, αυτός ο μικροαστός, κάποτε θα πει ότι:«Δεν μπορείς να είσαι ουδέτερος σ' ένα τρένο που κινείται». Θα πει στους γονείς των γονιών μου που μας κρατούν αλυσοδεμένους οικογενειακώς ότι αποφάσισα να ζήσω σαν Έλληνας, έρημος και ισχυρός. Επιθυμώ εδώ και τώρα να πληρώσω το χαράτσι της ύβρης που διέπραξαν όταν παρέδιδαν τη δύναμή μου, όταν ξεχνούσαν πως αυτός ο κόσμος ήταν δανεικός από τα παιδιά τους, ουχί από τους δανειστές τους.

Δε βλέπω την ώρα να αυτοκαταστραφώ Ευρωπαίε φίλε. Δεν μπορώ να ζω για να μη ζω if you know what I mean. Χρειάζομαι μια πρόκληση που εγώ θα θέσω στον εαυτό μου. Το μνημόνιο θα ήταν καλή λύση για την τρίτη ηλικία. Σκέφτομαι σοβαρά την επιστροφή στη δραχμούλα όχι επειδή εκεί νιώθω άνετα, αλλά για να διδάξω πολιτισμό καθώς πεθαίνω. Τολμώ να ηττηθώ τούτη την ώρα σημαίνει επανακτώ την αξιοπρέπειά μου. Μα προς Θεού: δεν πρόκειται να γίνω δήμιος. Δεν είμαι ικανός να πάρω το κεφάλι κανενός που προτιμά την ασφάλεια του σκλάβου. Απλώς υπενθυμίζω σε όσους λιποθύμησαν μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους πως οι αρχαίοι Έλληνες είχαν κάτι που ονόμαζαν Δημοκρατία. Αυτοί ήξεραν. Κάποτε τη γνώριζες κι εσύ που κάθε βράδυ την ξορκίζεις με Καψή. Αν και δεν το παραδέχεσαι, είσαι ένας από μας. Σταμάτα πια να παριστάνεις τον γαμιά.

Η άλλη ποίηση

Το ξες πως είναι κερδισμένος τελικά όποιος χαμογελάει μπροστά στην καρμανιόλα. Γιάννης Αγγελάκας.

«Το ειπωμένο εξακολουθεί να μην είναι αρκετό» έλεγε ο Ντελακρουά δίνοντας το έναυσμα στους καλλιτέχνες του κόσμου. Δημιουργήστε! Οι δύο ποιητές που μας απασχόλησαν την περασμένη εβδομάδα για διαφορετικούς λόγους, έψαξαν να βρουν τη δική τους φωνή, κυνήγησαν το ανείπωτο, είπαν σαν τον Νίτσε ακούστε γιατί είμαι αυτός που είμαι. Έλεγε κάποτε ο Ρίλκε:«Όσο ζω μου φαίνεται ολοένα και πιο απαραίτητο να αντέξω να καταγράψω μέχρι τέλους όλα όσα υπαγορεύει το γεγονός της ύπαρξης μου. Διότι μπορεί η μικρή εκείνη, η δυσδιάκριτη ίσως λέξη, μέσω της οποίας όλα όσα με κόπο μάθαμε και δεν κατανοήσαμε, μεταστρέφονται εντέλει προς ένα εξαίσιο νόημα, να μην περιλαμβάνεται παρά στην τελευταία πρόταση». Την τελευταία τούτη πρόταση λογόκρινε η μοίρα πάνω σε μία στροφή της. Ο μεγάλος απών είχε δηλώσει σε μία συνέντευξή του: «Δεν έχω πει ακόμα αυτό που θα 'θελα να πω» και μια άλλη φράση του Χένρι Μίλλερ μου καρφώθηκε στο νου:«Το αληθινό, το ίδιο το πραγματικό, ελάχιστα μ'ενδιαφέρει. Το μόνο που με απασχολεί είναι εκείνο που φαντάζομαι πως είμαι, εκείνο που κατέπνιγα καθημερινά, για να ζήσω. Αν πεθάνω σήμερα ή αύριο, δεν έχει για μένα την παραμικρή σημασία, κι ούτε είχε ποτέ. Ότι όμως και σήμερα ακόμα- ύστερα από τόσα χρόνια προσπάθειας- δεν μπορώ να πω ό,τι θέλω και αισθάνομαι- αυτό μ' ενοχλεί, και με πικραίνει κατάβαθα».

Κάποιος που ξόδεψε πολλές λέξεις, ο Βιτγκενστάιν, δεν απέκλειε η φιλοσοφία να εκφραζόταν τελικώς καλύτερα με τη μορφή της ποίησης. Οι κίνδυνοι για εκείνη που ακόμα δεν έχει γεννηθεί είναι σήμερα οι ίδιοι. Να γίνει εξεζητημένη, να θέλει απλά να προκαλέσει τον αστό, να αποκλείει αγύμναστα μάτια και αυτιά με τον ελιτισμό της, να θέλει να είναι τέλεια, δηλαδή ψεύτικη. Για τον Χριστιανόπουλο και τον Αγγελόπουλο τα είπαν άλλοι καλύτερα από μένα εδώ στην Parallaxi. Ανήκω δυστυχώς στους Έλληνες που περίμεναν να πεθάνει ο τελευταίος για να δω κάποια ταινία του-όταν αρρωστήσει βαριά ο Χρυσοχοίδης από υπερβολική φιλοδοξία θα διαβάσουμε όλοι εμείς και το μνημόνιο. Το μόνο που μπορώ να συνεισφέρω είναι το ποίημα που πρόσφατα ανακάλυψα σε ένα mp3. Ανεβάζοντας το στο Utube, συνειδητοποίησα πως η αυθεντική ποίηση δεν έχει τίποτε περιττό, τίποτε ψεύτικο. Δεν είναι δυσνόητη ή πολύπλοκα ειπωμένη όπως πιστεύουν μερικοί. Είναι απλή και ξεκάθαρη όσο ένα ηλιοβασίλεμα. Έχει ήχο παλιάς εποχής, η μελωδία μπερδεύεται με τα φαγητά, τα τζιτζίκια ξυπνούν στις ελιές και κάνουν δεύτερη, δεν πουλάει γιατί διαθέτει συναίσθημα ακόμη και για τις κότες, ο αέρας της σε πηγαίνει σε μέρη και ανθρώπους που νοστάλγησες, σε χαμόγελα που δεν αντάμωσαν, σε φιλιά που δε δόθηκαν, σε ταξίδια που δεν ευοδώθηκαν. Πιο απλά, μοσχομυρίζει αλήθεια. Διότι πρέπει να είναι ποίηση το τραγούδι με το οποίο δακρύζει η μάνα σου, όταν τραγουδάει ένας συγκλονιστικός, αυθεντικός, σεμνός και γι’αυτό ελάχιστα γνωστός Μυλοποταμίτης ξεκινώντας με ένα συρτό του μεγάλου Ξυλούρη. Οι ποιητές ανέκαθεν εξάλλου προτιμούσαν να ευδοκιμούν δίπλα σε χασίσια και μέσα σε συνοικιακά δισκοπωλεία, σε σπάνιες και ακυκλοφόρητες ηχογραφήσεις, εκεί που η λύρα κλαίει τη φωνή της Κρήτης, εκεί όπου για 13.43 δεν αμφιβάλεις ξαφνικά για τίποτα. Η ομορφιά έχει κερδίσει και το πανηγυρίζει. Αξίζει η ζωή την πιο δύσκολη στιγμή. Γιατί τι άλλο μπορεί να κάνει ένας άντρας στην εποχή των τεράτων από το να πει κάτι για τον κόσμο και να κάνει μια γυναίκα ευτυχισμένη; Να μπορεί κάθε μέρα να της λέει μετά το 9.52:« Όπου κι αν πάω με χτυπά ο πόνος του σεβντά σου, μα πλια πολύ όντε περνώ από τη γειτονιά σου. Και το φεγγάρι βιαστικό περνά απ' τη γειτονιά τζι, φοβάται να μη θαμπωθεί από την ομορφιά τζι». Τούτη η άλλη ποίηση, η ανεπανάληπτη, η άγνωστη, η χαμένη κι όχι η ανείπωτη, κάθε φορά με καθηλώνει δίχως να το επιζητεί. Χρειάζομαι τη βοήθεια της. Δανείζομαι 998 αυτιά και πάλι δε μου φτάνουν.