Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Έτυ Χίλεζουμ



Όποιος δεν αντιλαμβάνεται καμία ομοιότητα ανάμεσα στον εαυτό του και τους άλλους, που βλέπει όλο το κακό στους άλλους και κανένα στον εαυτό του, αυτός είναι τραγικά καταδικασμένος να μιμηθεί αυτό τον εχθρό. Όποιος απεναντίας ανακαλύπτει πως είναι όμοιος με τον εχθρό, γιατί αναγνωρίζει το κακό και μέσα του, αυτός είναι αληθινά διαφορετικός. Όποιος αρνείται να δει την ομοιότητα, φτάνει να την ενισχύσει. Όποιος την παραδέχεται, ήδη τη μειώνει. Έτυ Χίλεζουμ, Θύμα των Ναζί.

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

Οι πλειστηριασμοί είναι φίλοι μας

Με την τοκογλυφία δεν υπάρχει σύνορο καθάριο, κανείς δεν βρίσκει μέρος για να κατοικήσει. Έζρα Πάουντ.

Ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει σε μία επιστολή του προς τη Γαλάτεια λίγο μετά την Μικρασιατική Καταστροφή: «Θαρρώ πως οι αρετές της ράτσας μας αναδείχνονται μόνο έξω από κρατικά καθεστώτα. Ως Κρατικός ο Έλληνας είναι φρικαλέος. Ως Οδυσσέας περιπλανόμενος, εργαζόμενος, εμπορευόμενος, σκεπτόμενος, χωρίς δικό του Κρατικό Σύστημα, σαν τους Εβραίους, είναι μοναδικός στον κόσμο. Μπορεί, όπως οι Εβραίοι, να γίνει δραστικότατο προζύμι για ν'ανεβεί η γης. Η γνώμη μου αυτή φαντάζει εγκληματική. Είναι παραπολύ πρόωρη, πολύ επικίντυνη αν πραγματοποιηθεί τώρα που η εθνική συνείδηση πυρώνει και στενεύει τους λαούς. Αν ήμουν πολιτικός, όχι μόνο δε θα την έλεγα την ιδέα αυτή μα και δεν θα την είχα».

Δύο φορές έχει πάει στην Αμερική ο πρωθυπουργός του τελευταίους μήνες. Και τις δύο φορές συνάντησε τον κύριο Τζέιμι Ντίμον. Ποιος είναι αυτός ο δαίμονας; Είναι ο πρόεδρος της JP Morgan Chase, μία εκ των ισχυρότερων επενδυτικών τραπεζών της Αμερικής. Μιλάμε για έναν κολοσσό του παγκόσμιου καπιταλισμού. Οι Ελληνάρες θα έλεγαν αμέσως Εβραίος. Κι όμως. Έκπληξη. Ο κύριος Ντίμον είναι ελληνικής καταγωγής, ελληνικότατης, εγγονός ενός Σμυρνιού που μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες για να γίνει ένας εξαιρετικά πετυχημένος χρηματιστής. Μάλιστα η τράπεζά του πρωταγωνίστησε στην κρίση με τα στεγαστικά δάνεια και ήταν εκείνη η οποία έβαλε στο παιχνίδι τα περίφημα cds που τίναξαν τα πάντα στον αέρα. Βρήκα μάλιστα σάιτ που καμαρώνει γι'αυτόν και τον αναφέρει ως τον Έλληνα σωτήρα της Wall Street. Ο ξεπεσμός μας δεν έχει τελειωμό. Στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού αποκάλυπτε για το πρόσφατο ταξίδι του στην Καθημερινή: «Δεν είμαστε οι μοναδικοί που ζητάμε επενδύσεις. Όπως ο δικός μας πρωθυπουργός έτσι και οι πρωθυπουργοί της Τουρκίας, της Ινδίας κ.λπ. κάνουν τις ίδιες επαφές, καταλαβαίνετε ότι ο ανταγωνισμός είναι τεράστιος». Αυτό θα πει καλλιστεία. Η JP Morgan στις εκθέσεις της για την Ελλάδα προτείνει, ούτε λίγο ούτε πολύ, να ξεφορτωθούμε τη Δημοκρατία και τα εργασιακά δικαιώματα. Τα τηλεοπτικά κανάλια, μετά το κούρεμα των δανείων τους και τη νέα παράταση που πήρε η επιβολή του ειδικού φόρου ύψους 20% στις διαφημίσεις, κάτι μου λέει πως θα βοηθήσουν προς αυτή την κατεύθυνση.

Πριν μερικές μέρες διαβάσαμε στο Bloomberg: «Στελέχη του ΤΑΙΠΕΔ συνάντησαν τον δισεκατομμυριούχο διαχειριστή hedge funds Τζον Πόλσον στη Νέα Υόρκη. Έχει άλλωστε εκφραστεί εδώ και καιρό το ενδιαφέρον του για τα περιουσιακά στοιχεία του ελληνικού δημοσίου». Ποιος είναι αυτός ο κύριος; Κάπου τον είχα ξανακούσει. Δυσκολεύτηκα να θυμηθώ καθώς εδώ και δύο χρόνια έχω σταματήσει να διαβάζω τα οικονομικά ρεπορτάζ- απόδειξη ότι ξέρω ν' αγαπώ θα έλεγε ο Μπουκόφσκι. Έσπασα το κεφάλι μου αλλά τα κατάφερα. Εκτός από το ότι βρισκόταν κι εκείνος στον 50ο όροφο της JP Morgan όπου ο Σαμαράς συνάντησε τον Ντίμον, εκτός από το ότι έχει τοποθετηθεί σε ελληνικές τράπεζες όπως ακούγεται, ο κύριος Πόλσον ήταν αυτός που τζογάρισε πτωτικά έναντι του ευρώ και πήρε θέσεις εναντίον των ελληνικών ομολόγων στα τέλη του '09-αρχές του '10. Το αποτέλεσμα της κερδοσκοπικής του προσπάθειας μας ανακοινώθηκε στο Καστελλόριζο από τον Γιώργο Παπανδρέου. Δεν είναι τόσο δύσκολα τα πράγματα τελικά, αρκεί να θυμάσαι μερικά ονόματα. Ο Πόλσον ήταν ο άνθρωπος που είχε προβλέψει την κατάρρευση της αγοράς των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ. Οι εξελίξεις τον δικαίωσαν και ο σχετικά άγνωστος άνδρας έγινε «εν μια νυκτί» εκατομμυριούχος. Σε καλή μεριά.

Δεν ξέρω αν το θυμάστε: Κάποτε στο Deal ο τραπεζίτης τηλεφωνούσε για να κάνει προσφορά στον παίκτη. «Σου δίνω τόσα για να σταματήσεις», του έλεγε. Εκείνος συνήθως αρνιόταν. Στις μέρες μας οι τραπεζίτες παίρνουν και ρωτούν: «Πόσα μας δίνετε για να σταματήσουμε»; Τα σημάδια ήταν μπροστά μας. Η τρελή σκέψη του Καζαντζάκη φαίνεται πως πραγματοποιείται. Η ταμπέλα ελληνικό κράτος είναι σαν πινακίδα χωριού της Κρήτης, πεσμένη στο χώμα και γεμάτη μπαλωθιές. Και τα παιδιά παίζουν ακατάπαυστα. Πουλάνε και αγοράζουν σε ένα παγκόσμιο βιντεογκέιμ που τα έχει όλα: εκμετάλλευση, στρατηγική, εκβιασμούς, τζόγο, χρήματα και φτώχεια για τους άλλους. Ο πόλεμος μαίνεται. Οι πρωθυπουργοί χτυπούν το κουδούνι σιγανά και ταπεινά, αφήνουν στο τραπέζι τις πίτσες διακριτικά και παίρνουν δρόμο, ελπίζοντας πως την επόμενη φορά οι επενδυτές δεν θα λησμονήσουν τη χώρα τους. Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα. Ο Κέβιν, πάντως, ήταν «Μόνος στο σπίτι» χριστουγεννιάτικα και κατόρθωσε να διώξει τους ληστές. Είναι ευκαιρία μέσα στις γιορτές να θυμηθούμε πώς υπερασπίζεσαι την πρώτη σου κατοικία. Αν το 2014 τη γλιτώσουμε, το 2015 θα είναι η χρονιά μας.

Αποτύχαμε να μπλέξουμε μαζί τους. Αρκετοί από μας υπήρξαν φρικαλέοι. Καλό είναι να θυμόμαστε όμως πού και πού ποιοι κάνουν κουμάντο για να μη μας τρελάνουν τελείως οι εισηγητές των θεωριών της τεμπελιάς, των δύο άκρων και της ιδιωτικοποίησης των πάντων. Μπορώ να δεχτώ το δίκιο του ισχυρού, είμαι αρκετά μεγάλο παιδί. Τώρα, δημοσιογράφοι που εκτιμάτε, θα σας βάλουν την ιδέα να τους δώσετε και τα σπίτια σας. Σιγά το δύσκολο. Σημασία σ' αυτή τη ζωή έχει να ξέρεις να κρύβεσαι πίσω από τη λογική. Τη λογική της εξουσίας.

Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

Κάτι δικά μου

Δεν είμαι φασίστας. Δεν είμαι μπολσεβίκος. Είμαι μόνος. Μιγκέλ ντε Ουναμούνο.

Και την ιστορία την πουτάνα έτσι τη γράφουνε, και οι αστοί και οι κομμουνιστές: οριζόντια, ισόπεδη. Μιλάνε για λαούς, μιλάνε για μάζες, κανένας απ' αυτούς δεν μπόρεσε ποτέ να νοιώσει την ένταση, το πάθος, την κορύφωση και την πτώση κόσμων ολόκληρων, σ’ ένα μοναχά εικοσιτετράωρο απ’ τη ζωή του επαναστάτη. Ξέρουν γράμματα, διαβάζουν, γράφουν, και δεν καταλαβαίνουν ποτέ πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια ολόκληρη ιστορία. Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξαναποκτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία κάθετα, όχι για λαούς και για μάζες, αλλά για τον Παύλο, για τη Ρηνιώ, για την Ελένη, για το μάστρο-Στέφανο, τότε μοναχά οι άνθρωποι θα ξέρουν τι κοστίζει η ιστορία, τι κοστίζει η συμμετοχή, τι θα πει η φράση «εκατό χιλιάδες νεκροί» ή «βασανίζεται ένας άνθρωπος σε κάποια Ασφάλεια». Τότε οι άνθρωποι θα ξέρουν τι θα πει φυλακή, τι σημαίνουν τα πολιτικά λάθη. Χρόνης Μίσσιος.

Η επανάσταση δεν υπαγορεύεται. Υπάρχει μία και μόνο δυνατή επανάσταση κι είναι εκείνη που κάνουμε μόνοι μας, εκείνη που ωριμάζει στο κάθε άτομο, που αναπτύσσεται μέσα του αργά, με υπομονή, με ανυποταξία. Η επανάσταση είναι υπομονή, είναι ανυποταξία, δεν είναι βιασύνη, δεν είναι χάος, δεν είναι αυτό που σας διηγούνται οι δημαγωγοί με τη μαγική ράβδο. Μη δίνετε προσοχή σε όποιον σας υπόσχεται θαύματα, μη δίνετε προσοχή σε όποιον αναλαμβάνει να αλλάζει τα πράγματα ώσπου να πεις τρία σαν μάγος. Οι μάγοι δεν υπάρχουν. Τα θαύματα δεν υπάρχουν. Οι αρχηγοί σάς κοροϊδεύουν, ηλίθιοι, που είστε συνηθισμένοι να σας σέρνουν όλοι από τη μύτη, να υποκύπτετε. Αυτή η επίφαση της δημοκρατίας μπορεί να σβήσει με ένα φύσημα αν ακολουθήσετε τις φλυαρίες των ψευτοεπαναστατών. Ας την κρατήσουμε σφιχτά τη λίγη αυτή ελευθερία που μας χαρίστηκε. Χαρισμένη, ναι, και η χαρισμένη ελευθερία δίνει πάντοτε πικρούς καρπούς. Αλέξανδρος Παναγούλης.

Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το έχω ξαναπεί, Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχω περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νοιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νοιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων. Άρης Αλεξάνδρου.

Όμως δεν θα έχουμε υπεύθυνο, αρχηγό ή αντιπρόσωπο. Τόσα χρόνια μπουχτήσαμε από θαλαμάρχες, παρεάρχες, ακτινάρχες, όλων των ειδών τους άρχες, όρχεις που μας επέβαλλαν να κατουράμε στη βούτα κατά ομοιόμορφο τρόπο. ( Έπρεπε το κάτουρο να χτυπάει στον τενεκέ αριστερά και πάνω, έτσι και σου ξέφευγε, γινόσουν ύποπτος). Ού να χαθούνε. Εμ κι εμείς τα ανθρωπάκια που δεχτήκαμε χρόνια να τρώμε στην μάπα τη ραγιά; Και να σκέφτομαι πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που αποδέχονται τους κανόνες μιας τέτοιας ζωής. Τι τους συμβαίνει και χώνονται μέσα στη μάντρα; Πάντως εγώ, απ΄ όσο ξέρω κι οι φίλοι μου, σε μάντρα δεν ξαναμπαίνω, οποιαδήποτε μάντρα. Αν πρόκειται για λογοτεχνικό σωματείο, γραμματείς, πρόεδρο και ιερατείο, δεν κάνουμε τίποτα. Δεν έχουμε χρόνο πιά για μια δοκιμή, κι άλλωστε γιατί να επιχειρήσουμε από δρόμους που ξέρουμε πως δεν οδηγούν πουθενά; Μήπως φταίγαν τα πρόσωπα κι οι αρχές παραμένουν αλώβητες; Να τελειώνει αυτό το μπέρδεμα, αρχές και πρόσωπα, μορφή και περιεχόμενο, ιδέες και πράξη, όλα είναι ένα, όταν τα ξεχωρίζετε πάτε να περισώσετε κάτι. Φταίει λοιπόν στο σύνολο αυτή η υπόθεση, οι αρχηγοί και τα μέλη, ιεράρχηση και επιτροπάτα, οικουμενικές και μη σύνοδοι με αποφάσεις, πιστεύω. Τίποτα πια δεν πιστεύω, όλα σαβούρα για πέταμα. Μάριος Χάκκας.

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

Ώριμη σκέψη

-Για να μου πείτε ότι είμαι ωραία έπρεπε να περιμένετε τρεις εβδομάδες;

-Ο Κέπλερ πριν πει ότι το τετράγωνο του χρόνου της πλανητικής περιφοράς είναι ανάλογο με τον κύβο του μεγάλου άξονα της τροχιάς, το σκεφτόταν δεκαεφτά χρόνια.
Pitigrilli.

Ο Θεός λαΐκιζε υπέροχα

Το χαράτσι, τα παιδιά, μοναχός να κρίνεις, άλλο να σ’ τα παίρνουνε κι άλλο ναν τα δίνεις. Κ. Βάρναλης.

Ο λογοτεχνικός δάσκαλος του Μπουκόφσκι ήταν ο πατέρας του. Όταν τον σάπιζε στο ξύλο και του μάθαινε τον πόνο. Τον πόνο δίχως λόγο. Έτσι, έλεγε, μπόρεσα να πω αυτό που με απασχολούσε. Η χώρα, τέσσερα χρόνια τώρα, ψάχνει τα λόγια της. Τα ουγκ είναι το τραύλισμα. Το ξύλο έρχεται σε δόσεις. Τα επόμενα τέσσερα ενδέχεται να βγει και από την Ευρωζώνη, αφού η τελευταία δεν θα υπάρχει, για να ολοκληρωθεί με επιτυχία το πείραμα δημοσιονομικής προσαρμογής σε συνθήκες ασφυξίας. Εν ολίγοις, θα γίνει ό,τι οι περισσότεροι προβλέψαμε: θα πεθάνουμε γιατρεμένοι, διχασμένοι, αποκαμωμένοι. 120 χρόνια μετά, δυστυχώς επτωχεύσαμεν ξανά.

Επειδή δεν έχουμε λόγια, έχουμε νούμερα. Αν δεν είχε φύγει τόσος κόσμος, η ανεργία θα είχε αυτοδυναμία. Θυμάμαι που ανέβαινε μισή μονάδα και η κοινή γνώμη σοκαριζόταν. 9,2% από 8,7%. Συμφορά. Οι νέοι, που είχαν πάντα δίκιο, τώρα ενοχλούν. They don't need no education. Όταν τα μυαλά φεύγουν, είναι επόμενο ο φασισμός να συγκινεί. Αυτοί που μένουν, δεν φτάνει που θα είναι τυχεροί αν βρουν να δουλέψουν για 500 ευρώ, είναι υποχρεωμένοι να ακούνε στις 8 τα νέα του Κασιδιάρη. Μερικοί είναι τόσο άτυχοι που τον έκαναν και ίνδαλμα. Το «Ζήτω ο Θάνατος», η κραυγή που σκότωσε τον Ουναμούνο, είναι η επόμενη πίστα για τα πειραματόζωα. Δίνουμε μάλιστα τα σπίτια μας στις τράπεζες για να επιβεβαιώσουμε το μύθο της ελληνικής φιλοξενίας. Διπλάσιος ο τουρισμός του χρόνου, σπάει κάθε ρεκόρ, μπράβο στην Όλγα την Κεφαλογιάννη.

Οι άνεργοι, πιο σιωπηλοί, ζουν με λόγια δανεικά. Σηκώνονται κάθε πρωί, ντύνονται και κάθονται στον υπολογιστή, παριστάνοντας τους εργαζόμενους. Αντιγράφουν τις ατάκες τους, μπαίνουν στην ψυχολογία τους και κάνουν πρόβα για τη μεγάλη στιγμή. Τα κείμενα που περιγράφουν όσα βιώνουν είναι συνήθως πιο καταθλιπτικά από την ίδια την κρίση, λες και τα γράφουν ασφαλίτες προκειμένου να φρενάρουν τις κοινωνικές αντιδράσεις. Η διαστρέβλωση είναι η εξής: Στα ρεπορτάζ, δεν ακούμε τις κατάρες των απολυμένων, δεν στεκόμαστε παρέα στις ουρές του ΟΑΕΔ, στο αεροδρόμιο δεν αποχαιρετάμε μετανάστες, στη Λευκάδα και στη Χίο δεν τους περισυλλέγουμε νεκρούς. Μαζί τα φάγαμε, αλλά δεν ψάχνουμε μαζί δουλειά, χώρια αναστενάζουμε τα βράδια, στο Σκάιπ μόνο συναντιόμαστε με τους αγαπημένους. Όχι μοναχικοί, μοναξιασμένοι. Η κρίση παραμορφώνει, επιτίθεται, διαβρώνει. Μιλάμε βεβαίως. Και ζούμε και χαιρόμαστε και χιούμορ διαθέτει το μαγαζί. Τα λόγια όμως, λίγο αν τα μετακινήσεις, σηκώνουν πολλή σιωπή. Πού κουράγιο να ταξιδέψουμε στις ψυχές των άλλων, να γιατρέψουμε την πληγή τους, να μοιραστούμε τις δυσκολίες τους.

Εθελοτυφλώντας εξάλλου και με λίγη θετική ενέργεια, κοιτώντας προς την Κεντροαριστερά, μπορούμε να λέμε πως δεν είναι δα και τόσο άσχημα τα πράγματα, πως εμείς θα τη βγάλουμε λάδι, πως είναι αποκλειστικά και μόνο στο χέρι μας η επιβίωση. Η επιβίωση του τόπου σε τίνος τα χέρια βρίσκεται άραγε; Είναι λύση να σηκωθούμε να φύγουμε όλοι; Ποιο είναι το όραμα της δουλοπρέπειας; Το να μιλάς, πάντως, σπάνια απαιτούσε μεγαλύτερο ρίσκο. Διότι τώρα κανείς δεν ακούει. Υπάρχει εξάλλου, έχω την αίσθηση, αναξιοπρέπεια τόσο στον κυνισμό όσο και στους συναισθηματισμούς. Κι η τραγωδία μοιάζει αναπότρεπτη καθώς δεν κάνει μόνο το ΔΝΤ κακά μαθηματικά. Κάνουμε κι εμείς. Tο βάρος του παράλογου σε συνδυασμό με την πίεση που προκαλεί η συγκυρία, δεν ευνοούν την κριτική του απέναντι. Είναι διαφορετικές οι αφετηρίες μας, το σώμα που κουβαλάμε, η μόρφωσή μας, το περιβάλλον που μεγαλώσαμε, ο δρόμος που επιλέξαμε, η ματιά που βλέπουμε τα πράγματα, η ιδιοσυγκρασία μας. Είναι πολλές οι ξένες δυνάμεις. Και τώρα κάνουν κουμάντο αυτές.

Περπατώ συνήθως γρήγορα. Τίποτα δεν μπορεί να με αναστατώσει περισσότερο από ένα άσχημο βλέμμα όταν δεν το έχω ανάγκη. Δεν πειράζω κανένα, έτσι λέω, και τα ψιλά μου τα σκορπάω. Εκείνη όμως καθόταν στην είσοδο της πολυκατοικίας. Τα μάτια μας διασταυρώθηκαν. Κουρασμένη, μόνη, γεμάτη τύψεις για τα δυο παιδιά της που περίμεναν να φάνε και συνεννοούνταν κάτι χαμηλόφωνα. Διέκρινα την ευγένεια της μητέρας στη στάση του σώματός τους. Ντράπηκα να γυρίσω πίσω ή να μιλήσω, προσπέρασα και έσφιξα τα πέντε ευρώ που είχα στην τσέπη, θυμωμένος για την αίσθηση ότι δεν είχα δικαίωμα να τους τα δώσω, με ταπεινωμένο τον υποτιθέμενο ανθρωπισμό μου μπροστά στην αξιοπρέπεια που θα αρνούνταν οποιαδήποτε φιλανθρωπία γιατί θέλει να τα βγάλει πέρα μόνη της. Για την αξιοπρέπεια που πεθαίνει δίχως πάταγο, την περηφάνια που δεν έχει πάρει την άδεια της πολιτείας, τις καρδιές που χτυπούν παρά το όχι των οικονομικών δεικτών.

Επέστρεψα σπίτι και άκουσα ύστερα από καιρό το Μεγάλο μας Τσίρκο. Αφού καταλάγιασε η συγκίνηση από το «Λαέ μη σφίξεις κι άλλο το ζωνάρι», σκέφτηκα την ανεύθυνη ματιά του Καμπανέλλη που καθαγιάζει τον κοσμάκη, όπως θα έλεγε ο πρωθυπουργός, και συνειδητοποίησα τη διαστροφή που έχει φέρει η νέα γλώσσα. Είναι τόσο μεγάλη όση ήταν τα χρόνια του στάιλινγκ όπου πλησιάζοντας μία κοπέλα σκεφτόμασταν αν η μπλούζα της ταίριαζε με το παντελόνι της. Ο ελληνικός λαός δεν είναι ακριβώς αθώος, δεν είναι όμως ακριβώς και ένοχος. Δεν πρόκειται εξάλλου για τιμωρία για να υπολογίσουμε αν ήρθε η ώρα της αποφυλάκισης. Φαίνεται, πάντως, σαν ψέμα πως πριν 65 χρόνια, το Δεκέμβρη του '48, πάνω στα συντρίμμια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ψήφιζε την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Θα είχε ενδιαφέρον να διαβαστούν ξανά τα 30 άρθρα εκείνου του κουρελόχαρτου.

Όταν ο Κέινς συνάντησε στο Cambridge τον Λούντβιχ Βιτγκενστάϊν, έγραψε στη γυναίκα του: «Ο Θεός ήρθε. Τον γνώρισα στο τρένο των 5.15».Το 1944, ο Αυστριακός φιλόσοφος, αρνούμενος τη στατιστικοποίηση της φρίκης και την αριθμητική αποτίμηση του θανάτου, σημείωνε ποιητικά: «Καμία κραυγή οδύνης δεν μπορεί να είναι πιο δυνατή από την κραυγή ενός μόνο ανθρώπου. Ή, πάλι, κανένας πόνος δεν μπορεί να ξεπεράσει τον πόνο ενός μόνο ανθρώπου. Ολόκληρος ο πλανήτης δεν μπορεί να υποφέρει περισσότερο από μία και μόνο ψυχή». 

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

Ο Αντίχριστος

Η ιδιωτικότητα θα μπορούσε να οριστεί ως ο ζωτικός εκείνος χώρος όπου ακόμα και οι βασιλείς πηγαίνουν μόνοι τους. Αν έχεις σχέση, δεν παίρνεις το κινητό του συντρόφου σου επειδή τον υποπτεύεσαι, αν είσαι μάνα δεν ανοίγεις το ημερολόγιο του παιδιού σου επειδή ανησυχείς, αν είσαι ρεπόρτερ της Εσπρέσσο αρνείσαι να ψάξεις το θέμα σου στα σκουπίδια των διασήμων. Ιδιωτικότητα είναι να σκέφτεσαι ότι καρυδώνεις τον συνάδελφό σου ενώ του χαμογελάς, οι φαντασιώσεις που θες να μοιράζεσαι μόνο με τον/την σύντροφό σου, η ίδια η ελευθερία της σκέψης σου που συνθέτει τη μοναδικότητα κάθε ύπαρξης. Η αξία που αποδίδεται σε αυτή ισούται με την αξία που έχει η μετοχή της ζωής σου στο Χρηματιστήριο του σφαγείου μας.

Ο Νίκος Δήμου συνομιλεί με έναν νέο που δεν προλαβαίνει να αρθρώσει κουβέντα. Είναι ένας νέος γερασμένος, αφού δεν είναι ακόμα έτοιμος να αμφισβητήσει κάποιον σοφότερό του. Κυρίως ακούει και βάζει σε λίγη τάξη το μυαλό του. Όταν  πάντως δειλά κάνει λόγο για τον Μεγάλο Αδερφό του Διαδικτύου, ο συγγραφέας τον μαλώνει: «Μου θυμίζεις τις θεούσες που βλέπουν το Θηρίο του 666 στις διαγραμμίσεις του Bar Code». Ο Δήμου δικαιολογεί την απάντησή του λέγοντας πως ένα κράτος που σέβεται την ελευθερία του πολίτη, θα είναι ηθικό με ή χωρίς τεχνολογία. Μα ασφαλώς. Έτσι μας έχουν μάθει οι διαφημίσεις βουτύρου. Σπάνια όμως γίνονται θαύματα. Δεν υπάρχουν ηθικά κράτη από την εποχή της Αντιγόνης του Σοφοκλή.

Ο Ουμπέρτο Έκο παρατηρεί ήδη από τον Σεπτέμβρη του 2000: «Οι χιλιάδες άνθρωποι που ακούμε στο δρόμο, στο εστιατόριο ή στο τρένο να μιλούν στο κινητό για τις πιο ιδιωτικές υποθέσεις τους, ή να σκηνοθετούν ερωτικές τραγωδίες μέσω δορυφόρου, δεν παρακινούνται από την ανάγκη να ειδοποιήσουν για κάτι σημαντικό, αλλιώς θα μιλούσαν χαμηλόφωνα, φυλάγοντας ζηλότυπα το μυστικό τους. Αγωνιούν να πληροφορήσουν όλον τον κόσμο ότι παίρνουν αποφάσεις σε μια βιομηχανία ψυγείων, ότι αγοράζουν και πουλούν στο Χρηματιστήριο, ότι οργανώνουν συνέδρια, ότι τους εγκατέλειψε ο σύντροφός τους. Πλήρωσαν για να αγοράσουν κινητό και να εξοφλούν αλμυρότατους λογαριασμούς που τους επιτρέπουν να επιδεικνύουν μπροστά σε όλους την προσωπική τους ζωή». Είναι παράδοξο επομένως, υπογραμμίζει, να υπερασπίζεσαι την ιδιωτικότητα σε μία κοινωνία επιδειξιομανών. Η κατάσταση, δεκατρία χρόνια μετά, φαίνεται μη αναστρέψιμη. Ο Ιταλός φιλόσοφος ξεκαθαρίζει ότι καθήκον των αρχών δεν είναι μόνο να σέβονται όσους το επιθυμούν, αλλά να προστατεύουν και εκείνους που δεν μπορούν πια να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Αυτό μάλιστα, θα ήταν ένα ηθικό κράτος διαφήμισης βουτύρου.

Ο Έντουαρντ Σνόουντεν πριν λίγο καιρό μας επιβεβαίωσε αυτό που ήδη γνωρίζαμε και δεν θέλαμε να πιστέψουμε. «Είχα το δικαίωμα να υποκλέπτω τον καθένα: εσένα - λέει απευθυνόμενος στον δημοσιογράφο της Γκάρντιαν-, έναν ομοσπονδιακό δικαστή, ακόμη και τον Πρόεδρο». Ήταν η πιο συνταρακτική αποκάλυψη του 21ου αιώνα. Η αρχική περιγραφή του ήταν βγαλμένη κατευθείαν από τη διαφήμιση βουτύρου που λέγαμε: «Γεια σας. Ονομάζομαι Ed Snowden. Λίγο περισσότερο από ένα μήνα πριν, είχα οικογένεια, ένα σπίτι στον παράδεισο και ζούσα με μεγάλη άνεση. Είχα επίσης τη δυνατότητα, χωρίς κανένα ένταλμα, να έχω πρόσβαση και να διαβάζω τις επικοινωνίες σας. Την επικοινωνία του καθενός ανά πάσα στιγμή. Μια εξουσία που μπορεί να αλλάζει τη μοίρα των ανθρώπων». Οι ρυθμίσεις ασφαλείας στο Facebook ήταν εδώ και καιρό ανέκδοτο στο Onion. Φανταστείτε λοιπόν ότι κανένας σας λογαριασμός δεν σας ανήκει.

Η ανθρωπότητα δεν βρήκε χρόνο να ακούσει. Η κρίση επιβάλλει κουλτούρα συνεργασιών σε όλα τα επίπεδα. Το θέμα, όσο περνάει ο καιρός, μοιάζει να προβάλλεται μόνο και μόνο για να μπορεί να αλλάζει το περιεχόμενό του. Χάριν της αντικειμενικότητας, το ουσιώδες σκανδαλωδώς διαφεύγει. Το πρόβλημα δεν είναι οι παρακολουθήσεις μεταξύ των ηγετών. Είναι το άτομο. Ο ένας για τον οποίο κάποτε ο Βολταίρος ξεσήκωνε την Ευρώπη. Κάποιος Γιόζεφ Κ. που μια ωραία πρωία συλλαμβάνεται ή διαπομπεύεται από τις τηλεοράσεις προτού προλάβουμε να μάθουμε γιατί. Είναι η Μαρία η οποία εκτός από μία δουλειά, θέλει να ερωτεύεται, να συνωμοτεί, να ονειρεύεται, να ρεύεται, να απατάει και να καταστρώνει σχέδια ανάκτησης της οικονομικής εξουσίας των πολιτών από τις τράπεζες. Είναι τα συστήματα παρακολούθησης σε χέρια λιγότερο «ευγενικών» καθεστώτων.

Ο Σνόουντεν δεν λήστεψε κάποια τράπεζα. Δεν σκότωσε μπάτσους για να αποδείξει τα επαναστατικά του αισθήματα. Κομμάτι μέχρι πρότινος του συστήματος, ούτε καν αριστερός, φαίνεται στα μάτια μας σαν ένας ακόμα ιδιότροπος που έπρεπε να σωπάσει. Το γεγονός ότι όλοι μπορούμε να πέσουμε θύματα εκβιασμού από κάθε είδους καθεστώς ή εξουσία, δεν φαίνεται να μας απασχολεί. Η προειδοποίησή του μας αφορά υπερβολικά για να τη λάβουμε υπόψη μας σοβαρά. Δεν έχουμε τίποτα να κρύψουμε εμείς. Ο πολιτισμός που γεννιέται από την ελευθερία και παράγει περισσότερη ελευθερία (Σάμπατο), δεν ευδοκιμεί παρά στις διαφημίσεις βουτύρου. Ο Μεγάλος Αδερφός απειλείται μόνο από τα ίδια του τα αδέρφια.

«Καταφέρατε να προκαλέσετε συζήτηση. Δεν χρειάζεται να συνεχίσετε να γράφετε», προειδοποίησε κυβερνητικός αξιωματούχος της βρετανικής κυβέρνησης την Γκάρντιαν-τώρα το ηθικό βρετανικό κράτος ρωτά τον διευθυντή της αν αγαπάει την πατρίδα. Εξάλλου, η ελευθερία και η δημοκρατία θα κινδύνευαν, όπως επιμένει ο Σνόουντεν, αν κάποιος τις θεωρούσε ακόμα σημαντικές, όχι όταν οι πολίτες περιμένουν από τους μπράβους να ξεβρωμίσουν τον τόπο οριστικά απ' αυτές. Ήρωας ή προδότης, αναρωτιούνται τα αφιερώματα. Δεν μας λένε ότι η προδοσία απαιτεί ηρωισμό. Μπορεί να έπρεπε να καταδώσουν τη χώρα τους, τον εαυτό τους ή το αφεντικό τους. Τώρα έχουν μείνει μόνο οι τρελοί να μιλούν κι ο Εντ Σνόουντεν, ο βουτυρομπεμπές. Τα ελληνοχριστιανικά σάιτ συνωμοσιολογίας, πάντως, μιλούν πλέον ανοιχτά για την έλευση του Αντίχριστου.

Ας το ξεκαθαρίσουμε: Χωρίς μάσκες, δεν υπάρχει ελευθερία. Η πρώτη συναίνεση έχει αποσπαστεί κυνικά. Η ζωή σου δεν έχει αξία μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Δεν είναι γκρίνια. Είναι το νέο ήθος που δημιουργεί ψεκασμένους, υπόσχεται Wi-fi στους ανέργους και μισεί τους άστεγους.

                                                                                                                   (Για την Parallaxi)

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

Μάντεψε ποιος

Κάποιος περαστικός είδε ένα παιδί να κλαίει και το ρώτησε τι το βασάνιζε. Να, είχα δυο γρόσια για να πάω στον κινηματογράφο μα ήρθε ένα αγόρι και άρπαξε το ένα από το χέρι μου, αποκρίθηκε το παιδί και έδειξε ένα άλλο αγόρι που στεκόταν λίγο πιο πέρα. Καλά, και δε φώναξες βοήθεια, ρώτησε ο άνθρωπος. Πώς, φώναξα είπε το παιδί και άρχισε τώρα να κλαίει λίγο πιο δυνατά. Και δε σ’άκουσε κανένας, ξαναρώτησε τώρα ο άνθρωπος και χάιδεψε στοργικά το παιδί. Όχι, αποκρίθηκε εκείνο κλαίγοντας μ’ αναφιλητά. Δεν μπορείς να φωνάξεις πιο δυνατά, ρώτησε ο άνθρωπος. Όχι, αποκρίθηκε το παιδί που βλέποντας τον άνθρωπο να χαμογελάει είχε αρχίσει πάλι να ελπίζει. Τότε δώσε μου και τ’άλλο, είπε ο άνθρωπος. Πήρε και το τελευταίο γρόσι απ’το χέρι του παιδιού και συνέχισε ξένοιαστος το δρόμο του. Μπέρτολτ Μπρεχτ.
 
 

Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

#TEDxAth





Μία καλή, καθαρή χώρα.
 

Υ.Γ. Δεν υπονοώ ότι το TedxAth είναι γιάφκα νεοναζί. Είμαι βέβαιος πως μίλησαν άνθρωποι ενδιαφέροντες και αυτοδημιούργητοι. Η ένστασή μου για το παρεάκι βρίσκεται στο συγκλονιστικό φινάλε του Χικς. Μία καλή, καθαρή χώρα που αγκαλιάζει σαν Ρουβίτσα τέτοια ιβέντς μου φαίνεται πως θέλει ακόμα να ρουφήξει το καυλί του Σατανά. Τα Tedxόπουλα απ' το να γίνουν Παπαδοπουλάκια, ένα χαμένο αμερικανικό όνειρο δρόμος. Μια καλή, καθαρή χώρα από ναρκωτικά, συνειδήσεις, καλλιτέχνες με ψυχή, οτιδήποτε δεν παράγει κέρδος, ποίηση, ομορφιά και ανυπότακτους. Ένας καλός, καθαρός κόσμος επιτυχημένων που δεν μπορούν να ανακαλύψουν τον κόσμο μόνοι τους και δεν γνωρίζουν ότι ο χαμένος τα παίρνει όλα. Ένας καλός, καθαρός κόσμος ψεκασμένων που αδυνατούν να σκεφτούν. Ένας καλός, καθαρός κόσμος, δεξιός. Ένας καλός, καθαρός κόσμος, αριστερός. Ένας καλός, καθαρός κόσμος από μετανάστες και φτωχούς. Ένας καλός, καθαρός κόσμος χωρίς ομοφυλόφιλους. Ένας καλός, καθαρός κόσμος όπου τα ποσοστά της ανεργίας, οι πλειστηριασμοί πρώτης κατοικίας και η Χρυσή Αυγή δεν σοκάρουν και πολύ. Ένας καλός, καθαρός κόσμος όπως τον ονειρεύτηκε ο Χίτλερ. Μια καλή, καθαρή χώρα του Σταν, της Τατιάνας, του Κασιδιάρη και του Χατζηνικολάου. Μία καλή, καθαρή χώρα για πούλημα ή για πέταμα.

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Το θαύμα

Όταν κοιτάζω τη γαμημένη σχισμή αυτής της τσούλας αισθάνομαι όλο τον κόσμο να σκιρτάει κάτωθέ μου, έναν κόσμο που παραπαίει, που κλονίζεται, που καταρρέει, έναν κόσμο φθαρμένο και γυαλισμένο σαν το κρανίο ενός λεπρού. Αν υπήρχε ένας άνθρωπος που θα τολμούσε να πει όλα όσα σκέφτεται γι’αυτόν εδώ τον κόσμο, δεν θα του άφηναν μήτε μισό τετραγωνικό μέτρο να σταθεί. Όταν εμφανίζεται ένας τολμητίας άντρας, ο κόσμος πέφτει πάνω του και του τσακίζει τη ραχοκοκαλιά. Υπάρχουν πάντα υπερβολικά πολλοί σαπισμένοι στύλοι που έχουν απομείνει όρθιοι, υπερβολικά πυώδης ανθρωπότητα για να μπορέσει στο έδαφός της ο άνθρωπος ν’ανθίσει. Το εποικοδόμημα είναι ένα ψέμα και τα θεμέλια ένας πελώριος τρεμάμενος φόβος. Αν στα διάκενα των αιώνων εμφανιστεί πράγματι ένας άνθρωπος που θα γυρίσει τον κόσμο ανάποδα προκειμένου μια νέα ράτσα να δημιουργήσει, η αγάπη που αυτός φέρνει στον κόσμο μετατρέπεται σε χολή και ο ίδιος γίνεται μάστιγα και φραγγέλιο. Εάν μία στις τόσες πετυχαίνουμε σελίδες που εκρήγνυνται, σελίδες που λαβώνουν και τσουρουφλίζουν, που προκαλούνε στεναγμούς, και δάκρυα, και κατάρες, ξέρουμε αμέσως ότι προέρχονται από έναν άντρα εξοργισμένο, έναν άντρα που άλλες δεν έχει άμυνες εξόν από τις λέξεις, και οι λέξεις του είναι πιο ισχυρές από όλα τα στρεβλωτήρια, και τους τροχούς, και τα άλλα όργανα βασανισμού που οι δειλοί επινοούν για να τσακίσουν το θαύμα της προσωπικότητας. Αν ποτέ τολμήσει ένας άντρας να μεταφράσει όλα όσα μες στην καρδιά του πάλλονται, να καταγράψει αυτά που όντως έχει βιώσει, αυτά που είναι αληθώς η αλήθεια του, τότε θαρρώ ότι ο κόσμος αυτός θα γίνει κομμάτια, θα εκραγεί και θα σμπαραλιαστεί, και κανένας Θεός, καμία σύμπτωση, καμία βούληση δεν θα μπορέσουν ποτέ να συνάξουν τα κομμάτια, τα άτομα, τα ακατάλυτα στοιχεία που είχαν συνενωθεί για να σχηματίσουνε τον κόσμο.

Χένρι Μίλερ, Ο Τροπικός του Καρκίνου, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Μετάφραση Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη.

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Πάντα λάδι

Ο Φερμίν περπατούσε αφηρημένος: «Για δες πώς είναι τα πράγματα. Καμία από τις κοπέλες της ηλικίας μου δεν αξίζει πια. Σχεδόν όλες παντρεύτηκαν, έχουν παιδιά κι έχουν αρχίσει να μοιάζουν στις μανάδες τους. Και οι μικρές που μου αρέσουν με βρίσκουν βαρετό και προτιμούν να φλερτάρουν με τους εικοσάρηδες που καπνίζουν ξανθό και ξέρουν να χορεύουν μάντισον». 
«Έχει περάσει η μπογιά μας», είπε ο Αντόνιο.      
«Ναι, και ακόμη χειρότερα, τα πράγματα γίνονται από μόνα τους, λες και ούτε εσύ ούτε εγώ υπάρχουμε. Όταν ήσουν στη στενή το σκεφτόμουν πολλές φορές: όταν βγει ο Αντόνιο, θα τα βρει όλα αλλαγμένα. Η χώρα άλλαξε χωρίς τη βοήθειά μας, το διανοείσαι;»
«Στη φυλακή είχα χρόνο να σκεφτώ», απάντησε.
«Οι καλύτεροι πάνε στη Γερμανία κι αυτοί που μένουμε, τσιμουδιά. Άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο, τα κουτσοβολεύουμε για να τη βγάλουμε. Ο κόσμος θαρρεί πως αναπνέει, αλλά στην πραγματικότητα αυτοί συνεχίζουν να κάνουν ό,τι τους καπνίσει».
Για να τον παρηγορήσει, του μίλησε για κείνους που έχοντας κάνει την επανάσταση κι έχοντας χάσει τον πόλεμο ζούσαν από τότε καταδικασμένοι στη στείρα ανάμνηση της νιότης τους, αλλά ο Φερμίν δεν τσίμπησε:
«Η περίπτωσή μας είναι χειρότερη από τη δική τους. Τουλάχιστον εκείνοι είχαν μια νιότη όπως είπες. Εμείς ούτε αυτό. Προετοιμαστήκαμε για κάτι και δεν έγινε τίποτα. Γερνάμε χωρίς να γνωρίζουμε ευθύνες, καταλαβαίνεις;»
Είχαν φτάσει στην παραλία και ο Φερμίν σταμάτησε κι έδειξε τις παρέες των αργόσχολων που κουβέντιαζαν μπροστά στη βεράντα του μπαρ.
«Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν δημοκρατικοί κι άλλαξαν φορεσιά μετά τον πόλεμο. Ύστερα έγιναν οπαδοί  της φάλαγγας, κι όταν σκουρύνανε τα πράγματα γι’αυτούς, έσκισαν τις ταυτότητές τους. Τώρα πουλάνε παραλίες στους Γερμανούς. Ό,τι και να συμβαίνει, αυτοί βγαίνουν πάντα λάδι».

Χουάν Γκοϊτισόλο, Στοιχεία ταυτότητας, Εκδόσεις Κέδρος, Μετάφραση Κατερίνα Ρούφου.

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Τι να περιμένουμε

Υποψιάζομαι κύριοι ότι με κοιτάζετε με οίκτο. Μου επαναλαμβάνετε ότι ένας άνθρωπος μορφωμένος και εξελιγμένος, δηλαδή ένας άνθρωπος όπως πρέπει να είναι ο άνθρωπος του μέλλοντος, δεν είναι δυνατό να επιθυμεί κάτι που μπορεί να τον βλάψει , γιατί έτσι του κάπνισε. Συμφωνώ απόλυτα μαζί σας πως αυτό είναι αξίωμα, είναι πραγματικά αξίωμα. Μα σας το ξαναλέω για εκατοστή φορά, υπάρχει μία περίπτωση, μία μόνο, που ο άνθρωπος μπορεί σκόπιμα, συνειδητά, να επιθυμεί κάτι βλαβερό, παράλογο, ακόμη και εξωφρενικό. Είναι όταν θέλει να έχει το δικαίωμα να επιθυμεί και το εξωφρενικό ακόμη, και να μην είναι υποχρεωμένος να επιθυμεί μόνο εκείνο που είναι λογικό. Η πιο παράλογη ιδιοτροπία μπορεί, κύριοι, να είναι για τον άνθρωπο το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο σε μερικές περιπτώσεις, και μπορεί να είναι πιο ενδιαφέρουσα απ’όλα τα οφέλη, ακόμη και στην περίπτωση που πραγματικά μας βλάπτει και είναι αντίθετη με τα σωστά συμπεράσματα της λογικής μας, γιατί, όπως κι αν έχει, κρύβει μέσα της ό,τι μας είναι πιο αγαπητό και πιο σπουδαίο: την προσωπικότητα και την ατομικότητά μας […]

Παρουσιάζονται στον κόσμο άνθρωποι πολύ ηθικοί, φρόνιμοι, σοφοί και φιλάνθρωποι που θέτουν σαν σκοπό της ζωής τους να γίνουν, αν μπορούν, φρόνιμοι και ηθικοί. Θα ‘λεγες πως θέλουν να χρησιμέψουν σαν υπόδειγμα στο γείτονά τους για να του αποδείξουν ότι μπορεί πραγματικά να ζήσουμε σαν άνθρωποι ηθικοί και φρόνιμοι. Μα τι γίνεται κατόπιν; Είναι γεγονός αποδεδειγμένο ότι, αργά ή γρήγορα, πολλοί από τους φιλάνθρωπους αυτούς στο τέλος της ζωής τους διαψεύδουν τους εαυτούς τους κι αφήνουν πίσω τους υλικό για ανέκδοτα, πολύ επιλήψιμα καμιά φορά. Σας ρωτώ τώρα: Τι μπορεί να περιμένουμε από τον άνθρωπο, από το ον αυτό το προικισμένο με τόσες παράξενες ιδιότητες; Δώστε του πλούτη, πνίξτε τον στην ευτυχία, ενισχύστε τον όσο θέλετε χρηματικά για να μην κάνει τίποτε άλλο παρά να κοιμάται, να τρώει γλυκίσματα και να προλέγει το σταματημό της παγκόσμιας ιστορίας, και τότε ακόμη ο άνθρωπος από αχαριστία και μοχθηρία θα κάνει ατιμίες. Θα ριψοκινδυνέψει να χάσει τα γλυκίσματά του και θα επιθυμήσει σκόπιμα ουτοπίες που θα μπορούσαν να τον καταστρέψουν, πράγματα παράλογα κι ανώφελα, μόνο και μόνο για να νοθέψει το θετικό ορθολογισμό με κάποιο στοιχείο της φαντασίας του, καταστροφικό.

Φιοντόρ Ντοστογιέφκσι, Το Υπόγειο, Ελευθεροτυπία 2006, Μετάφραση Γιώργη Σημηριώτη.

Υ.Γ. Πονάνε τα ματάκια μου με αναρτήσεις αξιόλογων, κατά τα άλλα, ιστολογίων. Γελάει ο Φιοντόρ στο Υπόγειο. 0,99 ευρώ κάνει. Αγοράστε το πριν το εξαφανίσουν.

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

Η εξουσία γυμνή

Ελευθερώστε τους προφήτες. Σκεπάστε τον ουρανό με ποιήματα. Τρομοκρατήστε τον κόσμο! Ν. Κάλας.

Ο Βύρων Λεοντάρης, σε ένα παλιό τεύχος του περιοδικού Σημειώσεις, 17 χρόνια πριν, οργιζόταν με μία καμπάνια μάρκετινγκ που έθετε ως στόχο την επιστροφή της ποίησης στα εκδοτικά πράγματα, προτάσσοντας στιχάκια που την αντιπροσωπεύουν όσο αντιπροσωπεύουν π.χ οι στίχοι: «Τα μονοκοτυλήδονα και τα δικοτυλήδονα ανθίζανε στον κάμπο» την ποίηση του Σεφέρη. «Έτσι παραπλανητικά διαφημισμένοι», έγραφε, «παραμορφωμένοι και διασυρμένοι επιστρέφουν στο εκδοτικό προσκήνιο οι «σιωπηλοί», «αντισυμβατικοί» δημιουργοί για να πάρουν τη θέση των «μαϊντανών που θα μείνουν έξω από το παιχνίδι». Έτσι και η ποίησή τους. Με ελαφρολαϊκές κειμενικές και εξωκειμενικές συνδηλώσεις και παραδηλώσεις, στη μανουσοφασσική εκδοχή της. Και με συνοδευτικά γελάκια, χαριεντισμούς και με κλείσιμο ματιού των εκδοτών προς το κοινό με νόημα. Ότι, τέλος πάντων, δεν είναι και τόσο δυσπρόσιτη και σοβαρή υπόθεση η ποίηση, έχει κι αυτή την πλάκα της».

Ήταν τότε που στο εσωτερικό των λεωφορείων είχαν αναρτηθεί στίχοι των σημαντικότερων ποιητών μας. 12 μήνες, 12 ποιητές. Ο Λεοντάρης κατέληγε ότι μία ποίηση που πουλάει, μία ποίηση που γίνεται για το κοινό, είναι μία ποίηση ενάντια στο κοινό. Η παρατήρηση δεν ήταν πρωτότυπη. Το γεγονός αποτελούσε το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, όπως διάβαζα πρόσφατα. Σημείωνε η Ζακλίν Ντε Ρομιγί πως, από ένα διάστημα και μετά, έπαψε να υπάρχει ουσιαστική ελευθερία του λόγου αφού ο λαός ήθελε να ακούει μόνο όσους κολακεύουν τις επιθυμίες του. Ας είμαστε επομένως ειλικρινείς. Ποιος περίμενε τίποτα περισσότερο από αυτούς που κλείνουν βιβλιοθήκες, νοσοκομεία, την ΕΡΤ; Είναι τόσο άσχετοι που ούτε μία σοβαρή προπαγανδιστική αποστολή δεν μπορούν να φέρουν εις πέρας. Καβάφη απήγγειλαν μόνο όταν έλεγαν το μεγάλο όχι της παραίτησης, αφού νωρίτερα είχαν μεθύσει στο πάρτυ της διαπλοκής. Για εκείνους, τώρα, το μνημόνιο είναι το σημαντικότερο κείμενο στη χώρα. Ούτε το Σύνταγμα, ούτε καν ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν. Και πιθανόν, όταν το επιβατικό κοινό βαρεθεί τους στίχους του Καβάφη, να του δώσουν την ευκαιρία να απαγγείλει στίχους από τα νέα μέτρα. Γιατί όχι, να διαβάσουμε μια μέρα πως: «Είναι επικίνδυνον πράγμα η βία» πάνω στις ασπίδες των Ματ. Αυτό κι αν θα ήταν ποπ νότα.

Η βία όμως είναι η βιασύνη. Το ξεκαθαρίσαμε. Όσοι τοποθέτησαν το στίχο πάνω στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, θα ισχυριστούν ότι το γνώριζαν. Κι αν όλη η υπόλοιπη φασαρία γίνεται πάλι για το δίκιο μας, είναι απολύτως περιττή. Αν γίνεται για να γελάσουμε, το χαμόγελο παραμένει πικρό. Τι κάνουμε αν στους περισσότερους αρκεί η ψευδαίσθηση μίας κάποιας παιδείας; Αν η διακωμώδηση είναι κάτι που οι περισσότεροι πιστεύουν ότι αξίζει στην ποίηση; Τι συμπεραίνουμε όταν οι περισσότεροι κάνουν το ίδιο με αυτό που κατηγορούν, δηλαδή τη διαβάζουν αποσπασματικά και μόνο με τρόπο που τους βολεύει; Η πολιτική φρόντιζε επανειλημμένα να απογοητεύει τους ποιητές εκείνους που πίστεψαν στη δύναμή της. Ό,τι, καμία φορά, ωστόσο, δεν κατάφερναν τα ποιήματα να προσφέρουν σε γνώση ή απόλαυση, το επέστρεφαν σε διδάγματα οι αστοχίες και τα όνειρα των ποιητών. Οι ιδεολόγοι, από την άλλη, επιφορτισμένοι με το θεάρεστο έργο της τύφλωσης των μαζών, φρόντιζαν να τιμωρούν τους «προφήτες» που αμφισβητούσαν τη μία και μοναδική αλήθεια. Επέπλητταν κι ενίοτε συνέτριβαν την εντιμότητα και την τόλμη που υπήρξαν πάντοτε τα πιο ριζοσπαστικά ποιητικά μέσα.

Τα μεγάφωνα του Λάσκαρη, για παράδειγμα, χάσκουν ακόμα πάνω από όποιον νομίζει ότι η ποίηση είναι απλά ένα όπλο που παίρνεις στον πόλεμο. Η Αριστερά, από την οποία οι απαιτήσεις είναι αυξημένες, με εξαίρεση το πιο ζωντανό πνευματικά κομμάτι της, απασχολημένη με τον εχθρό, φαίνεται να ξεχνάει έναν μεγαλύτερο: τον ίδιο τον εαυτό της. Συνοδεύει με στίχους τα προτάγματά της επειδή μπορεί, συχνά, να χρησιμοποιεί την ποίηση κι εκείνη αλά καρτ, αντλώντας αξία από τον ανήθικο αντίπαλο. Επειδή η Σώτη κι ο Φαήλος είναι αυτοί που είναι, αγνοεί ή και χαϊδεύει όλους όσοι μέσα από τις τάξεις της ετοιμάζονται πάλι να τορπιλίσουν την προσπάθεια. Θέλω να πω πως, αν κοιτάξει κανείς γύρω του προσεκτικά, χάνει τον ύπνο του. Διότι το απόθεμα σε ανθρώπους ενδέχεται ξανά να αποδειχτεί μικρό. Και ο αγώνας πιο δυσάρεστος και αντίξοος απ'όσο θέλει να υπολογίζει. «Μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο», έγραψε εξάλλου κάποτε ο Νίκος Καρούζος. Όχι για να μας αποτρέψει φαντάζομαι από το να διεκδικήσουμε το δίκιο αυτό, αλλά για να μας προειδοποιήσει. Δίκιο που δεν μπορεί να καταναλωθεί από ψεκασμένους, γερασμένους και κακομαθημένους, γυρίζει μπούμερανγκ.

Η ποίηση ως προπαγάνδα δεν θα ήταν εξάλλου αρνητική εξέλιξη. Υπό την έννοια ότι, ακόμα και πάνω σε Μ.Μ.Μ, άτεχνα πετσοκομμένη λες και είναι σλόγκαν ή σύνθημα, διατηρεί το ασυμβίβαστο φως της. Η εξουσία ομολογεί την αδυναμία της όταν επιστρατεύει εκείνο που μέχρι χθες υποτιμούσε. Παρουσιάζεται επιτέλους γυμνή μπροστά στην αυθεντία, την αθανασία και την αλήθεια των ποιητών. Εκτίθεται αλλά και ενθαρρύνει τους πολίτες να πάρουν τη ζωή και το μέλλον στα χέρια τους. Παραδέχεται με τυμπανοκρουσίες πως δεν είναι η καταλληλότερη για να κυβερνάει κι ότι, τέλος πάντων, ένας άλλος κόσμος ενδεχομένως και να είναι εφικτός. Εκείνη σίγουρα γνωρίζει πως δεν υπηρετεί παρά μόνο το τομάρι της. Και νιώθει σαν το ατρόμητο παιδί που φωνάζει πρώτη φορά στη ζωή του τη μάνα του για να το σώσει.

«Η ποίηση στις μέρες μας, τα τελευταία τριάντα χρόνια ας πούμε, σύμφωνα και με τον Ευγένιο Αρανίτση, αφού περιέγραψε τις ήττες του κόσμου, υμνεί άμεσα ή έμμεσα και τη δική της ήττα. Όταν λέμε πως υμνεί, ίσως υπερβάλουμε: είναι ακριβώς η αδυναμία να υμνήσει την ήττα της, που αποτελεί την προσωπική της ήττα» έγραφε πρόσφατα στο Bibliotheque ο Σωτήρης Παστάκας. Να λοιπόν που απρόσμενα η ποίηση βρήκε έναν τρομοκρατημένο σύμμαχο, ο οποίος δεν αναγνωρίζει την ήττα. Ζητεί συγγνώμη και αποκαλύπτει ότι έκλεβε. Το πλεόνασμα το έχουν πάλι οι ποιητές. Εσείς είστε εξουσία, λένε τώρα σύσσωμα τα Υπουργεία.  Ο λόγος σας κι όχι οι πράξεις μας. Εσείς είστε «οι μη αναγνωρισμένοι νομοθέτες της ανθρωπότητας». Κι ενώ υποκρίνονται, καθώς ποτέ δεν έμαθαν να κάνουν τίποτα άλλο, δεν υπάρχει λόγος να μην τους πιστέψουμε. Τώρα που ζορίζουν τα πράγματα, ρίχνουν αλλαγή τον Αλεξανδρινό να καθαρίσει. Ζήτω η ποίηση!

Ο Καβάφης δεν έχει να φοβηθεί τίποτα επομένως. Και χαρτί υγείας να γίνει για να μοιράζεται δωρεάν σε πρώην Υπουργούς που το έχουν ανάγκη όπως ο Θεόδωρος Πάγκαλος, πάλι δεν κινδυνεύει. Ίσα-ίσα. Η ποίηση, περισσότερο, απειλείται από τους κακούς ποιητές και από όσους δεν την διαβάζουν με πάθος. Από όσους νομίζουν ότι είναι δειλία, τεμπελιά και ρομαντισμός να γράφεις στιχάκια. Η ποίηση στα καλύτερά της, η ποίηση ως καθημερινή πνευματική εμπειρία, όχι μόνο ως τέχνη αλλά κι ως επιστήμη, εκτός από τη λύτρωση που προσφέρει, μας βάζει ξανά στο λαβύρινθο του Καστοριάδη, εκεί που κάθε ιδεολογία δεν θέλει να πλησιάζουμε. Εκεί που είμαστε υποχρεωμένοι πάλι να σκεφτούμε, να συζητήσουμε και να αποκτήσουμε συνείδηση. Εκεί που δεν μπορείς να ξεμπερδέψεις με τον τυφλοσούρτη που απαιτούν οι τηλεοπτικές ακροδεξιές γιάφκες του σκοταδισμού ή όλων όσοι εθελοτυφλούν επειδή έχουν καλές προθέσεις.

Ο Αντώνης Αντωνάκος υπενθυμίζει πως:«Η ποίηση ήταν το μέγα σκάνδαλο γιατί δεν είχε ποτέ κερδοσκοπία». Η ποίηση, με λίγα λόγια, συνιστά πράξη αντίστασης, ούτως ή άλλως. Ο Κάβαφης γίνεται το πρώτο, παρ’ ολίγον, success story μίας κυβέρνησης που ζήλεψε την προηγούμενη του Καστελόριζου κι αρχίζει να απαρτίζεται κι αυτή με τη σειρά της από αντιεξουσιαστές στην εξουσία. Για δες. Μπορεί και να ανατρέπονται τα καθεστώτα. Κυρίως τα καθεστώτα που βρίσκονται στα στομάχια, όπως είπε πάλι κάποιος ποιητής. Ο χαμένος τα παίρνει όλα. Οι ποιητές το ήξεραν κι επέλεξαν να πληρώσουν το τίμημα. Ας το μάθουν κι οι αναγνώστες.

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Champions League

«Το τελικό αποτέλεσμα βγαίνει πάντα από τις συγκρούσεις πολλών ατομικών θελήσεων. Υπάρχουν λοιπόν εδώ αναρίθμητες δυνάμεις που διασταυρώνονται, μία ατελείωτη ομάδα από παραλληλόγραμμα δυνάμεων, από τα οποία βγαίνει μια συνισταμένη- δηλαδή το ιστορικό αποτέλεσμα. Το ιστορικό αυτό αποτέλεσμα μπορεί πάλι να θεωρηθεί σαν το προϊόν μιας δύναμης που δρα σαν ένα σύνολο, ασυνείδητα και άβουλα. Γιατί αυτό που θέλει το κάθε άτομο εμποδίζεται από κάθε άλλο άτομο κι αυτό που προκύπτει είναι κάτι που κανένας δεν το θέλησε, αλλά δεν έχει κανένας το δικαίωμα να συμπεράνει ότι οι θελήσεις αυτές είναι ίσες με μηδέν. Απεναντίας, η καθεμιά συμβάλλει στη συνισταμένη και περιέχεται ανάλογα μέσα της». Δεν πρόκειται για ανάλυση ποδοσφαιρικού παιχνιδιού. Είναι το γράμμα του Φρίντριχ Ένγκελς προς τον Μπλοχ, σχετικά με το απρόοπτο της ιστορικής εξέλιξης.

Νίκος Μπογιόπουλος-Δημήτρης Μηλάκας, Μία θρησκεία χωρίς απίστους, Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα 2005.

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Ασκήσεις αντιφασισμού

Όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό δεν πρέπει να μιλάει και για τον φασισμό. Μαξ Χορκχάιμερ.

Σκεφτόμουν τον πιο αντιεξουσιαστικό ίσως στίχο σε ελληνικό λαϊκό τραγούδι. Τον έχει γράψει η Σώτια Τσώτου: «Άσε με στο μεθοκόπι, έτσι ‘ναι οι ανθρώποι, τόσο αμαρτωλοί κι ωραίοι, τόσο άνθρωποι». Αν οι άνθρωποι καταφέρνουν να είναι ταυτόχρονα και αμαρτωλοί και ωραίοι, αυτό που συμβαίνει στη χώρα είναι σε μεγάλο βαθμό ανήθικο. Μιλώ για το μνημόνιο και την ταυτόχρονη εφαρμογή της Χρυσής Αυγής. Κάθε μέρα, Μίντια και κράτος, διεφθαρμένα και υποταγμένα σε οικονομικά συμφέροντα, με εξουσία ανάλογη της απαξίωσης που απολαμβάνουν, κηρύττουν τον πόλεμο στο μεμονωμένο άτομο το οποίο αναζητεί λόγους, ενίοτε δε και τρόπους όπως π.χ το κλείσιμο της τηλεόρασης, ώστε να μη καταντήσει φασίστας.

«Η αθωότητα του ανθρωπίνου όντος δεν έγκειται στις αρετές του: φανταστικές κατασκευές ανθρώπων που ποθούν να οδηγήσουν, να διορθώσουν, να εξουσιάσουν σε τελευταία ανάλυση τους ανθρώπους, αλλά στο πολύ απλό γεγονός πως δεν θέλει να πεθάνει πριν της ώρας του μέσα στον πόνο και την αθλιότητα» γράφει ο Γιώργος Μπλάνας σε ένα υποδειγματικό δοκίμιό του. Ο λαϊκός ποιητής δίνει μία δεύτερη πτυχή αυτής της αθωότητας:« Ήρθα σαν ξένος στη ζωή και ξαναφεύγω ξένος». Όλοι είμαστε ξένοι. Γι'αυτό κι όταν κάποιος κυνηγάει μετανάστες λέμε ότι κηρύσσει τον εμφύλιο. Τα όπλα μας, ωστόσο, δεν είναι ό,τι καλύτερο κουβαλάμε μέσα μας, όπως διάβασα κάπου. Μια χριστιανική προσέγγιση δεν καλύπτει τις ανάγκες της εποχής. Ο άνθρωπος ανέκαθεν επεξεργαζόταν τα καταστροφικά συναισθήματά του, έκρυβε τις μύχιες σκέψεις του, πάλευε με τα κατώτερα ένστικτά του και το κακό που τον κυνηγά. Κανείς δεν γεννιέται μόνο άγγελος ή μόνο δολοφόνος. Μέσω της εσωτερικής σύγκρουσης που μαίνεται μέσα του ανά πάσα στιγμή αποφασίζει να εξυψωθεί. Τίποτα, όσο σκοτεινό κι αν φαίνεται, δεν είναι για πέταμα.

Οι Νεοναζί, ενώ βάλλονται από το σύστημα που έχει βαλθεί να τους ενισχύσει αφού πρώτα τους έκανε εξουσία, το γύρισαν στον Νίτσε. Δεν κατάλαβαν τι διάβασαν οι παλιοί "αγωνιστές" του θανάτου, δεν καταβαίνουν ούτε οι τωρινοί τι σημαίνει: «Βλέπω πολλούς στρατιώτες: θέλω να δω πολλούς πολεμιστές». Αυτό που ταράζει ακόμα στη νεοναζιστική οργάνωση είναι ακριβώς αυτή η υπογράμμιση του άδικου κόπου της ύπαρξης, της μάνας τους και του μαιευτήρα. Ντυμένοι στα μαύρα, οπλισμένοι με μαχαίρια εναντίον όλων, μας πετούν στα μούτρα ό,τι ντροπιάζει τον καθένα, ό,τι τον ταπεινώνει, ό,τι τον τρομάζει. Εντέλει, ό,τι τον κάνει να αρχίσει τα ψέματα. Ο φασισμός καμώνεται πως δεν λέει ψέματα-εκεί έγκειται η όποια γοητεία του. Είμαι άνθρωπος όμως επειδή λέω ψέματα, γράφει ο Ντοστογιέφσκι, επειδή καταφέρνω να δημιουργώ, να ανακαλύπτω, να φαντάζομαι και να γεννώ καινούριους κόσμους. Δεν τα βάλαμε με τους Νεοναζί επειδή δεν τους καταλαβαίνουμε αλλά ακριβώς επειδή τους καταλαβαίνουμε αρκετά. Δεν υπάρχουν αθώες περιστερές ανάμεσά μας, μεταξύ κατεργαρέων, μικρότερων ή μεγαλύτερων, γινόταν πάντα η συνεννόηση.

Επιπλέον οι Τέχνες, παρόλο που οι Ναζί τις μισούν διαισθανόμενοι πως μειονεκτούν, δεν πηγάζουν από κάτι ανώτερο. Τα απόβλητα είναι η πρώτη ύλη για τον Χριστιανόπουλο, η Τέχνη είναι ο διάβολος για τον Μπέικον, το πνεύμα πηγάζει από το αίμα σύμφωνα με τον Τσβάιχ.  Γι’ αυτό η αριστοκρατία του πνεύματος μπορεί να γίνει περισσότερο ανόητη από εκείνη του αίματος όταν εμφανίζεται πάνω στο θρόνο των λάικ της. Ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε ούτε για να μισεί αλλά, κατά πάσα πιθανότητα, ούτε και για να αγαπά. Δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά, γι'αυτό και είναι ανεύθυνο να τα αφήνουμε στην τύχη. Το αίτημα για παγκόσμια ευτυχία αποτυγχάνει πάντοτε γιατί κανένας νόμος και κανένας ηγέτης δεν θα γινόταν να εγκαθιδρύσει την αγάπη και τη δικαιοσύνη. Από την άλλη, παίρνοντας βιαστικά το μέρος του καλού, παραδόξως δεν γινόμαστε καλοί. Φαίνεται πως η μάχη με το πραγματικό χάος, αυτό που καταχωνιάζει ο καθένας μέσα του, κοστίζει σε επαναστατικότητα. Κακώς το φοβόμαστε. Οι Ναζί πάντως το τρέμουν καθώς η αντίφαση παραμένει κωμικoτραγική: Ή θα είναι Έλληνες ή Χρυσαυγίτες. Έλληνας Χρυσαυγίτης, δεν γίνεται. Φάρσα θα σκαρώνουν στον Καστοριάδη.

Τι εννοούσε ο Μάνος όμως όταν έλεγε ότι νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι; Αν ο Χίτλερ διεμήνυε πως η τιμή του είναι η πίστη, φαίνεται πως δεν θα ήταν τόσο κακή ιδέα η επιστροφή στην αυτογνωσία ως άμυνα απέναντι στην καθαρότητα, την πειθαρχία και την τάξη που πάντα «ανθρώπινο κρέας μυρίζει». «Το ον που είμαι υπάρχει ως απροσδιόριστο και μη προβλέψιμο», υποστήριζε στα μέσα του περασμένου αιώνα ο Σαρτρ, ορίζοντας την ελευθερία του. Ο Νεοέλληνας περνώντας από τα μπουζούκια στο Ναζισμό ορίζει αποκλειστικά τη σκλαβιά του. Η αμφιβολία και η αναζήτηση, το μοναδικό γνήσιο πάθος για ζωή, θα μας εξασφάλιζε ευκολότερη πρόσβαση στο περίφημο δίκιο. Η συνέπεια δεν θα θεωρούνταν αρετή. Ένας άνθρωπος που αλλάζει είναι πιθανότερο να μη συμμορφωθεί στις υποδείξεις του κακού την κρίσιμη στιγμή, παρά εκείνος που είναι βέβαιος ότι πράττει το σωστό επειδή ανήκει στο κατάλληλο στρατόπεδο. Η υπεράσπιση του αδύναμου δεν θα γινόταν για λόγους ηθικής ανωτερότητας. Εξάλλου, αν κάτι μας κάνει να ανήκουμε στο ανθρώπινο γένος είναι επειδή τα βάζουμε με τους ισχυρούς και όχι με τους ανέστιους. Οι άνθρωποι επιτέλους θα αναγνώριζαν ξεκάθαρα τον εαυτό τους στο πρόσωπο κάθε ξένου. Θα ήξεραν ότι στη γωνία του δρόμου θα βρίσκονταν αύριο αυτοί, στο στρατόπεδο μεταναστών μεθαύριο πάλι αυτοί, στο δρόμο απολυμένοι αντιμεθαύριο ξανά αυτοί, γιατί έτσι θα αποφάσιζε κάποια εξουσία, ο ακριβής εντοπισμός της οποίας θα αποτελεί πάντοτε το μεγαλύτερο εμπόδιο-ποιον πρέπει να σκοτώσω, αναρωτιέται ο ήρωας στα Σταφύλια της Οργής. Ο έλεγχός της θα ήταν πιο στενός τις ένδοξες μέρες. Θα καταλάβαιναν ότι διαλέγοντας αντιπροσώπους επιλέγουν απλώς το βαθμό που θα υποφέρουν. Δεν θα γινόντουσαν καθίκια. Απλώς θα είχαν βάλει τέλος στις βεβαιότητες. Θα πίστευαν μεν στα θαύματα, όχι όμως και σε αυτούς που τους υποσχέθηκαν ότι θα τα πραγματοποιήσουν.

Όχι, δεν κρύβουμε όλοι έναν ναζί στον κόρφο μας. Ας μην ξεχνάμε όμως πως το Ολοκαύτωμα ήταν, εν πολλοίς, ένας γραφειοκρατικός εκτραχηλισμός. Το μεγαλύτερο κακό σε αυτόν τον κόσμο, έλεγε η Άρεντ, δεν προέρχεται από ανθρώπους που επιλέγουν να είναι κακοί. Προέρχεται από ανθρώπους που απλώς δε σκέφτονται καθαρά. Με δυο λόγια, από καλά παιδιά. Ο νεοναζισμός, εκείνος ο μπάτσος για τον οποίο μιλούσε ο Κοροβέσης, δεν κινδυνεύει να εκλείψει όσο κατοικεί σιωπηλά τα κέντρα εξουσίας. Και νεοναζισμός είναι, αν μη τι άλλο, να κόπτονται οι Ευρωπαίοι επειδή κάποιοι κυνηγούν μετανάστες στους δρόμους, αλλά να αδιαφορούν αν πνίγονται σε κάποια θάλασσα. Νεοναζισμός να καμαρώνει ο πρωθυπουργός για τη συντριβή των Νεοναζί και από κάτω να πανηγυρίζουν οι Άριοι της γραβάτας, οι κροίσοι που θα αποφασίσουν σε τι τιμή θα αγοράσουν το οικόπεδο που διαφημίζει. Νεοναζισμός οι πολιτικές ελίτ να πιστεύουν πως οι νέοι υπάρχουν για να είναι άνεργοι ενώ ο Χίτλερ τους προτιμούσε νεκρούς. Γι'αυτό είναι οι νέοι, έλεγε ο Φύρερ, για να πεθαίνουν. Όσο τεχνοκράτες, χρηματιστές, τραπεζίτες κι αγορές, υπό το βλέμμα πρωθυπουργών, αποφασίζουν για αριθμούς, δηλαδή για ανθρώπους, κανείς δεν μπορεί να μιλάει για νίκη απέναντι στον νεοναζισμό. Είναι αδύνατον να κερδίσεις τον εαυτό σου χειροκροτώντας τον.

Αντιφασισμός, από την άλλη, δεν είναι μόνο διακηρύξεις και πορείες. Είναι και οι άλλες εκστρατείες προς τα βάθη της ψυχής, που δεν ξέρεις αν θα φτάσεις και πότε θα χαθείς, που δεν γνωρίζεις εκ των προτέρων αν θα βρεις όσα δεν φαντάζεσαι πως ψάχνεις. Αντιφασισμός είναι να κοροϊδευόμαστε λιγότερο. Αντιφασισμός να ξέρεις πως μετά το Άουσβιτς απαιτείται περισσότερη κι όχι λιγότερη ποίηση. Αντιφασισμός να ρίχνεσαι στα βιβλία μέχρι να κομματιαστείς και να φωνάξεις βοήθεια. Δεν υπάρχει νεοναζισμός όταν ο Κατσαρός τολμάει να γράψει: «Αντισταθείτε σε μένα ακόμα που σας ιστορώ». Όταν ο Αλεξάνδρου λέει: «Η μόνη ξιφολόγχη μου είταν το κρυφοκοίταγμα του φεγγαριού απ’ τα σύννεφα. Ίσως γι’ αυτό δεν έγραψα ποτέ στίχους τελεσίδικους σαν άντερα χυμένα». Όταν ο Κέρουακ επιβεβαιώνει τον Ρεμπώ: «Δεν υπάρχει εγώ άνθρωπέ μου, να 'σαι σίγουρος». Σκάψε λιγάκι το λάκκο σου, σου λένε οι ποιητές, υπονόμευσε τον εαυτό σου ρε άμεμπτε κερατά. Μείνε σε τελική ανάλυση όπως προστάζει πάλι ο ποιητής "αυτός που είχε δυνατότητες". Καλύτερα άνεργος παρά δολοφόνος, λέγε το αυτό κάθε μέρα. Η παρρησία σου θα πηγάζει από το γεγονός ότι θα θυμάσαι ανά πάσα στιγμή πως δεν έχεις άλλο εχθρό παρά εσένα τον ίδιο. Πως δεν χρειάζεσαι κανέναν να σε περιλάβει γιατί μπορείς να κατηγορήσεις με μεγαλύτερο πάθος ο ίδιος τον εαυτό σου και να το διασκεδάσεις-στο μεθοκόπι χρειάζεσαι παρέα. Ότι γράφεις κυρίως για να αμφισβητηθείς αλλά και για να αμφισβητήσεις αυτά που σου λένε ότι έτσι είναι και δεν αλλάζουν.

Ο Άκης Πάνου νομίζω έγραψε τον πιο αντιφασιστικό ερωτικό στίχο:« Πήρα απ'το χέρι σου νερό, να το ξεχάσω δεν μπορώ, ακόμα κι αν θα στερηθώ την αγκαλιά σου». Έπειτα πήρε στο χέρι του το όπλο κι έγινε φονιάς. Διότι το ερώτημα για το τι είμαστε τελικά είναι καταδικασμένο διαρκώς να πιάνει φωτιά, απογοητεύοντας όσους δοκιμάζουν να το σβήσουν. Ποιος μπορεί να πει με σιγουριά τι πρέπει να γίνει; Ένας παρανοϊκός ίσως. Η αντίσταση σε κάθε ρατσισμό ή λαϊκισμό γίνεται, πάντως, εκδίκηση από τον Δημιουργό, ο οποίος εκτός από το ότι ξέχασε να μας κάνει τέλειους, λησμόνησε να μας κάνει, έστω, αθάνατους. Έτσι, δεν θα δικαιώναμε κι όσους ξέχασαν, απορροφημένοι από το κυνήγι του κέρδους, πως όλοι οι άνθρωποι είναι ωραίοι και αμαρτωλοί. Αυτοί είναι που πρέπει να λογοδοτήσουν στα τραγούδια, στην Ελλάδα του μέτρου και της Δημοκρατίας, στην αξιοπρέπεια και την ομορφιά, στον Καρλ Μαρξ τον ίδιο αν χρειαστεί.

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Η θεωρία των δύο άκρων

Ανυπομονώ να δω πού βρίσκεται τώρα η Ιταλία, τι πνεματικά ρέματα, τι ανησυχίες, τι προσπάθειες στην τέχνη και στη σκέψη. Ένα κανείς διακρίνει: την κυριαρχία του φασισμού. Και φασισμός είναι ένα μεγάλο κοινωνικό (όχι μονάχα πολιτικό) ρέμα που παρασύρει τη νεολαία όλης της Ιταλίας. Όπως είναι ο μπολσεβικισμός ένα σύνθημα πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, πνευματικό κλπ. όμοια κι ο φασισμός. Νέοι από 15 χρονών γυρίζουν τους δρόμους με τα μαύρα τους πουκάμισα, μαύρους σκούφους, σε διαρκή επιστράτεψη. Περιοδικά τέχνης πλήθος εκδίδονται, με φασιστικό ιδανικό. Ίσως αυτό να μελετήσω: είναι το κλειδί της σύγχρονης πνεματικής Ιταλίας. Μπολσεβικισμός και φασισμός είναι οι δύο σύγχρονοι πόλοι που περιστρέφεται η Ευρώπη. Ο Μουσολίνι είναι, ίσως, πολύ μεγαλύτερος απ’ό,τι ωστόρα συνηθίσαμε να θαρρούμε.

Νίκος Καζαντζάκης, Επιστολές προς Γαλάτεια, Εκδόσεις Δίφρος.


Ο Μουσολίνι όμως ενεργεί σαν να 'ταν όργανο μιας δύναμης ανώτερής του. Δεν αποβλέπει εσώτατα, μήτε στην επιτυχία, μήτε στην αποτυχία. Ενεργεί όχι ως δύναμη διανοητική, μα ως φυσική δύναμη. Κι είτε πετύχει είτε μη, αυτός μονάχα κι η σκοτεινή ίσως δύναμη που τον έχει κυριέψει και που τη λέμε συνήθως «ιστορική ανάγκη», «μοίρα», θα ξέρουν πως έκαμαν το χρέος τους. Ποιο χρέος τους; Να σπρώξουν με όλες τις δυνάμεις τους την Ιστορία. Κάθε πολεμιστής σπρώχνει την Ιστορία προς τα εμπρός, αδιάφορο κατά που πολεμά. Κι αν ακόμα σπρώχνει την Ιστορία προς τα πίσου. Γιατί, έτσι, ανάποδα σπρώχνοντας, αναγκάζει να γίνει ακόμα πιο βίαιη η ορμή της ζωής που πάει αντίθετά του. Το ανώτατο χρέος-κι αυτό το ενσαρκώνει ο Μουσολίνι- είναι η ορμή, η ζωτικότητα, η στρατευόμενη πίστη. Αποσκύβαλα της ζωής είναι μονάχα όσοι είναι ευχαριστημένοι, ήσυχοι, και το παρόν τους φαίνεται καλό, σωστό, έντιμο. Η βαθύτατη άρα ομοιότητα Φασισμού και Μπολσεβικισμού έγκειται σε τούτο: Κι οι δυο εχτελούν το ανώτατο χρέος. Κι οι δυο, χωρίς να το θέλουν, χωρίς να το ξέρουν, είναι πιστοί συνεργάτες. Τρεις είναι σήμερα θαρρώ οι ανώτατοι τύποι που έχουν δικαίωμα να πλάσουν, κατ'εικόνα τους κι ομοίωση, τους ανθρώπους: Ο Λένιν, ο Γκάντι κι ο Μουσολίνι.
Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας, Εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη.

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Μέγας λόγος

Μέγας λόγος διαφεντεύει τα πάντα στη Βεριέρ: ΝΑ ΔΙΝΕΙ ΕΙΣΟΔΗΜΑ. Οι πιο πολλοί από τους κατοίκους της αυτόν και μόνο έχουν για μοναδικό τους στοχασμό. Να δίνει εισόδημα: αυτές οι λέξεις τα πάντα κυβερνούν στη μικρή πολιτεία, που τόσο όμορφη σας φάνηκε στην αρχή. Ο ξένος που φτάνει σ’αυτήν, μαγεμένος από την τόση ομορφιά των δροσερών και σκιερών κοιλάδων που την αγκαλιάζουν, φαντάζεται μεμιάς πως οι κάτοικοί της θα είναι ευαίσθητοι στο ωραίο. Μιλούν άλλωστε τόσο συχνά για την ομορφιά του τόπου τους. Και δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι την έχουν περί πολλού. Και όμως αυτό γίνεται μόνο και μόνο για να τραβήξει τους λιγοστούς ξένους που τα λεφτά τους θα πλουτίσουν όσους έχουν πανδοχεία και, αφού υπάρχει και δημοτικός φόρος, θα αποφέρει εισόδημα στην πόλη.

Σταντάλ, Το κόκκινο και το μαύρο, Το Βήμα, Μετάφραση Γιώργου Σπανού.

Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Παύλος Φύσσας, ετών 34

«Όταν έπεσε ο φασισμός ήμουν 34 ετών: είχα φτάσει στο mezzo del cammin* της ζωής μου» έγραφε ο Ιταλός φιλόσοφος Νορμπέρτο Μπόμπιο ξεκινώντας την αυτοβιογραφία του. 'Οταν αναβίωνε ο φασισμός, ο Παύλος Φύσσας ήταν 34 ετών. Στα μισά του δρόμου της δικής του ζωής.

«Αν αυτή η θεομηνία συνέβαινε κάπου αλλού, σ' άλλη χώρα, και το μαθαίναμε απ' τις εφημερίδες, αν το βλέπαμε αναπαυτικά καθισμένοι στα καναπεδάκια, στην τηλεόραση, θα μπορούσαμε να κουβεντιάσουμε το πρόβλημα ωραία, ωραία και με την ησυχία μας! Να αναλύσουμε το θέμα από κάθε πλευρά και να βγάλουμε ανεπηρέαστα και αντικειμενικά συμπεράσματα. Θα προγραμματίζαμε ακαδημαϊκές συζητήσεις, θα καλούσαμε μελετητές, συγγραφείς, νομομαθείς, γυναίκες, επιστήμονες, μέχρι και καλλιτέχνες. Θα φωνάζαμε ακόμα και απλοϊκούς καθημερινούς ανθρώπους. Θα είχε τρομερό ενδιαφέρον. Θα ήτανε εποικοδομητικό, συναρπαστικό. Αλλά, όταν βρεθείς ο ίδιος παγιδευμένος, όταν βρεθείς, ξαφνικά, αντιμέτωπος με τη σκληρή πραγματικότητα μιας παρόμοιας κατάστασης, δεν γίνεται να παραμείνεις αδιάφορος, να λες ότι δεν σε αφορά, να μένεις ψύχραιμος».

Ο Ιονέσκο περιγράφει στον Ρινόκερο την άνοδο του ναζισμού, θέμα αδιάφορο κάποτε για τη χώρα που, πριν την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος, είχε θέσει ως μείζονα εθνικό της στόχο την κατάκτηση της Γιουροβίζιον. Η συγκυρία όμως τα έφερε έτσι που το απόσπασμα έγινε επίκαιρο μέσα σε μερικά χρόνια. Η εμμονή του γράφοντος στο συγκεκριμένο ζήτημα δεν του έχει κοστίσει ακόμα κάποιο μαχαίρωμα. Κόστισε όμως τη ζωή του Παύλου, λίγες ώρες αφότου εδώ στην συμπρωτεύουσα τελείωνε τη συναυλία του ο Ross Daly, ο άνθρωπος στον οποίο θα ήθελα να μοιάσω- όποιος τον έχει δει να μιλάει ή έχει ακούσει για τον πολιτισμό που δημιουργεί στο μουσικό του εργαστήρι αυτός ο απίθανος Έλληνας, καταλαβαίνει τι εννοώ. Μόλις μια μέρα νωρίτερα, η Πλατεία Θησείου μετονομαζόταν σε πλατεία Ζακλίν Ντε Ρομιγί. Θυμάμαι ακόμα μια συνέντευξη της πιο πιστής ερωμένης του Θουκυδίδη στα Νέα, όπου μιλούσε κατά του φασισμού.

Όχι, επομένως, ή εμείς ή αυτοί. Ή η Ζακλίν και ο Ρος ή αυτοί. Η Ζακλίν και ο Ρος είναι η πατρίδα μου-δεν ξέρω για τη δική σας. Είναι ώρα ευθύνης για τους πολίτες που υπερασπίζονται ακόμα την υπόθεση που ονομάζουμε ζωή. Δεν ξέρω γιατί έχουμε αργήσει τόσο να διαβάσουμε την εποχή. Έχουν αποθρασυνθεί οι λύκοι. Το μνημόνιο, χωρίς παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας, μαζικές ιδιωτικοποιήσεις και τρομακτική ανεργία, μπορεί και να 'ταν ευλογία για τον τόπο. Ομολογουμένως αρμένιζε στραβά, του χρειαζόταν ένα χαστούκι. Διακυβεύεται ωστόσο πια η ίδια η ελπίδα, η ελευθερία του λόγου, το οξυγόνο που θα αναπνέουν οι απολυμένοι για να αντέχουν στα χημικά. Η Ελλάδα που γέννησε τη Δημοκρατία γίνεται κιόλας παγκόσμιο ανέκδοτο, διαστροφική φάρσα της Ιστορίας, ενώ οι Χρυσαυγίτες, όταν θα τους παραχωρήσουμε κι άλλη εξουσία, στην καλύτερη περίπτωση θα κάνουν πολιτιστικές εκδηλώσεις όπου κάποιος ανόητος θα ισχυρίζεται εν μέσω θερμών χειροκροτημάτων πως ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, αν ζούσε, θα υποστήριζε το νεοναζιστικό μόρφωμα (το βίντεο κυκλοφορεί στο Youtube). Τη χειρότερη ας μην τη συζητήσουμε γιατί θα δυσκολευτούμε να τσιμπήσουμε κάτι το μεσημέρι. Εκείνοι που, δικαιολογημένα, έχουν λυγίσει από τη λιτότητα και προσδοκούν ότι: «η κατάσταση δεν μπορεί να πάει άλλο, θα διδαχθούν μια μέρα πως για τον πόνο του μεμονωμένου ατόμου καθώς και των κοινοτήτων ένα μονάχα όριο υπάρχει πέρα απ' το οποίο δεν μπορεί να πάει: ο αφανισμός». Όλοι τότε θα νιώσουν στο πετσί τους τι σημαίνει αυτό που εκμυστηρευόταν στον Αντόρνο ο συγγραφέας του χωρίου, Βάλτερ Μπένγιαμιν, πως η ολοκλήρωση του βιβλίου του ήταν ένας αγώνας δρόμου ενάντια στον πόλεμο, στο απόλυτο κακό, στο τυφλό σκοτάδι. Άνθρωποι θα αυτοκτονούν ή θα δολοφονούνται σαν εκείνον, χωρίς να μάθει ποτέ κανείς τι ακριβώς απέγιναν. Κανείς δεν θα μάθει ποτέ τι συνέβη με τους Έλληνες.

Χθες η μέρα ήταν οριακή. Ευκαιρία να ξεμπερδέψουμε προς το παρόν με δαύτους. Αφορμή για να δράσει το φοβισμένο, αυταρχικό και ανεπαρκές πολιτικό σύστημα που βολεύεται ακόμα με τους μπράβους και να μην επιστρατεύσει ξανά την ανιστόρητη θεωρία των δύο άκρων. Μάταια περιμένω κάποιον να βγει και να πει ότι στη Δημοκρατία, στο «χειρότερο πολίτευμα αν εξαιρέσουμε όλα τα υπόλοιπα», κάθε πολίτης είναι και από ένα άκρο. Κάθε πολίτης μπορεί να την υπερασπίζεται ή να την υπονομεύει με τις πράξεις του. Ωστόσο, ακόμα κι αν βγει εκτός νόμου η νεοναζιστική συμμορία, είμαι βέβαιος πως θα κάνει πανηγυρική επιστροφή. Η ηρωοποίησή της θα μπορούσε να αποβεί μοιραία. Δεν ξέρω τι πρέπει να γίνει. Δεν έχω ιδέα. Περισσότερο χρειάζονται «νέοι ανθρώποι να οδηγήσουν τη βλακεία στην τελευταία της κατοικία» και αυτοί για την ώρα μεταναστεύουν. Ποιος τους αδικεί; Διόλου, επίσης, δεν ωφελεί να επαναλαμβάνουμε πως 500.000 άνθρωποι έχουν στα χέρια τους αίμα. Φοβάμαι πως το μόνο που μένει να κάνουμε, εδώ που φτάσαμε, είναι να τους περιμένουμε να σκεφτούν μέχρι την τελευταία στιγμή. Αν τα καταφέρουν, υπάρχει μία πιθανότητα να μη γίνουμε το θεατρικό του Ιονέσκο ή εκείνο το: «Πηγαίνω στην κόλαση και σε παίρνω μαζί μου». Πάντως, χρόνος δεν υπάρχει για όσους ονειρεύονταν να μην τους θάψει ζωντανούς η ιστορία. Το ότι παραδώσαμε τη χώρα στους δανειστές δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να την παραδώσουμε και στους φασίστες. Μια ομαδική αυτοκτονία θα ήταν πιο παραγωγικό μέτρο.

Την Κυριακή ο Άγγελος Στάγκος υποστήριξε στην Καθημερινή πως «θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κάποιος ότι η χώρα διολισθαίνει σταδιακά, αλλά και σταθερά προς τον φασισμό», αγνοώντας τις δημοσκοπήσεις που δείχνουν σαφή άνοδο των ρινόκερων ανάμεσά μας. Χθες είχαμε Τετάρτη κι έναν ακόμα νεκρό. Στις 11 το πρωί κηδεύτηκε ο Παύλος Φύσσας. Το 15% περίπου των Νεοελλήνων ενδεχομένως και να συμφωνεί.

*Η έκφραση έχει ληφθεί από τη θεία κωμωδία του Δάντη.
 

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

Κρήτη: Έρωτας-Χωρισμός-Πληγή

Άφηνε τους ανθρώπους να δραπετεύουν από τη μνήμη σου. Η μνήμη είναι το πιο κοντινό της κόλασης στη γη. Βασίλης Λαλιώτης.
 
Έρωτας: «Θα ακούσω τον ύμνο. Έχω τρελαθεί τελείως». Τα λόγια της Πατουλίδου στη μεικτή ζώνη επαναλαμβάνω πριν το Μιλώ-μιλώ. Πάνε δέκα χρόνια που οι παρακάτω μαντινάδες έγιναν άτυπος ύμνος της Κρήτης. Τα αγροτικά ανεβοκατέβαιναν στα χωριά με το διπλό cd από το Σπήλι στη διαπασών, παρέες αγοριών ετοιμάζονταν να πάνε στον Τζουγανάκη κι όχι στον πόλεμο, οι κοπελιές τον έβλεπαν και παραμιλούσαν, μιλούσε και τα έχαναν. Από τότε άλλαξαν πολλά. Ο Τζούγανος έπαψε να είναι μυστικό του νησιού. Η καύλα του να αλλάξει τη μουσική έσβησε. Τον γοήτευσαν οι κύκλοι της διανόησης. Η υπερβολή έγινε κανόνας. Η στιγμή στο Σπήλι θα παρέμενε, ωστόσο, μαγική. Ο έρωτας στη Κρήτη δεν θα ήταν ποτέ ξανά μελαγχολικός. Θα διεκδικούσε αυτά που του ανήκαν. Κι εκείνη η παντέρμη η βραδιά δεν θα περνούσε με τίποτα. «Πειράζει που μετά το τρίτο λεπτό έσπασα μερικά πράγματα;» ρωτάει κάποιος στο Youtube.


Χωρισμός: Φυσικά και δεν πειράζει. Σπας πράγματα για να μη σπάσεις μούτρα. Η Μαλβίνα σε ένα κείμενό της έχει δώσει καταπληκτικά την παράλυση που μπορεί να προκαλέσει ο έρωτας: «Παίρνω το αεροπλάνο και ανεβαίνω Θεσσαλονίκη να τη δω. Τρελαμένος, θέλω να της πω πόσο ερωτευμένος είμαι, θέλω να πεθάνω μαζί της. Κατεβαίνω παράλυτος. Χέρια, πόδια, δεν μπορώ να τα μανουβράρω. Τη βλέπω να με περιμένει στο αεροδρόμιο. Την κοιτάζω. Και ύστερα την πλακώνω στο ξύλο. Ξύλο πολύ, δεν βάζεις με το νου σου. Την τσάκισα. Πήρα το επόμενο αεροπλάνο και γύρισα. Αυτή ποτέ δεν κατάλαβε γιατί. Ακόμα την αγαπάω την πουτάνα». Μακριά σου οι ώρες δεν περνούν και οι μέρες είναι χρόνοι, λέει ο Μιχάλης σε μια παλιά ηχογράφηση στο Κρητικό κέντρο Ομαλός. 49 λεπτά συνολικά. Μα ήταν τόσο καλός εκείνο το βράδυ που τη σκέφτεται. Και προσθέτει ένα ω ναι που σε κάθε άλλη περίπτωση θα μου είχε φανεί γελοίο. Μια ξαδέρφη μου ποτέ δεν κατάλαβε γιατί κολλούσα σε αυτό το ω ναι. Πως ήταν εκείνο που μου αποκάλυπτε το νόημα κι όχι το δεύτερο μισό της μαντινάδας. Δεν μπορεί παρά ο έρωτας να ήταν αυτό.
  


Πληγή: «Δεν θέλω μέσα στην καρδιά να βάλω κι άλλο πόνο, θέλω η πληγή που μ’άνοιξες αυτή να μείνει μόνο». Μαζοχισμός; Όχι απαραίτητα. Η κρητική μουσική διορθώνει τα στιχουργικά ατοπήματα με την ευελιξία της. Πόνος με υπόσχεση ευτυχίας. Πόνος που γιατρεύεται όταν ολοκληρώνεται το πέρασμα από το πρώτο στο δεύτερο συρτό. Πόνος με λεβεντιά, πώς αλλιώς; Οι κοινωνίες μας, λένε, κρίνονται από το πώς αντιμετωπίζουν τους πιο αδύναμους. Έτσι και οι εραστές: Κρίνονται όταν χάνουν την εξουσία που έχει ο ένας πάνω στον άλλο. Τότε τις πληγές τις δημιουργούν όσοι εγκλωβίζονται στον εγωισμό τους. Όσοι απέτυχαν να αγαπήσουν, να καταλάβουν και να συγχωρήσουν. Όσοι δεν κουράστηκαν να έχουν δίκιο. Ωραίο πράγμα να επιρρίπτεις ευθύνες.

 
Μήπως όμως τελικά είναι πιο αθώοι αυτοί που δεν μπορούν να δουν τον κόσμο παρά μόνο μέσα από τα δικά τους μάτια; Κι είναι ένοχοι αυτοί που σκέφτονται τα πράγματα πιο βαθιά; Ποιος θα αναλάβει τα έξοδα για αυτό το δικαστήριο; Άκρη δεν βγαίνει. Όταν δίνεις λάθος πόλεμο, είναι ανακουφιστικό να αποδέχεσαι την ήττα. Έξαλλου όσοι μας πλήγωσαν, άθελά τους, μας χάρισαν μια δεύτερη ζωή.

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

Ιστορίες

Μία γυναίκα προσπαθεί να παρκάρει στην Αγίου Δημητρίου, απόγευμα Παρασκευής. Ίσα που χωράει στο κενό. Αργεί όμως. Οι κόρνες την προπηλακίζουν. Δύο αυτοκίνητα προσπερνούν εξοργισμένα.  Ένας νεαρός που περπατάει στο πεζοδρόμιο βλέπει το περιστατικό, τρώει την τρίτη μούτζα και της χτυπάει το τζάμι:« Να σας βοηθήσω;». Η γυναίκα λυτρώνεται. Ο νέος φαίνεται ευγενικός και ακίνδυνος. Η 40χρονη δικηγόρος παραχωρεί πρόθυμα τη θέση στο νέο της ήρωα. Εκείνος όμως είναι σούπερ ήρωας: βάζει ζώνη, πατάει γκάζι και εξαφανίζεται. Το βράδυ, η γυναίκα που κοντεύει να τρελαθεί, παίρνει μήνυμα στο κινητό της τηλέφωνο:« Βρήκα την κάρτα σας στο αυτοκίνητο. Δεν ήθελα να σας κλέψω το αμάξι. Θέλω απλά να πάω μία κοπέλα στη Χαλκιδική το Σαββατοκύριακο. Είδα ότι είχατε φουλάρει βενζίνη ενώ εγώ δεν έχω δουλειά, δεν είναι άδικο; Με λένε Νίκο και είμαι άνεργος ηθοποιός. Μην αναφέρετε το περιστατικό στην αστυνομία, σας παρακαλώ. Θα σας επιστρέψω το αμάξι τη Δευτέρα το πρωί, στο σημείο από όπου το δανείστηκα». Αληθινός κύριος, θα κρατήσει το λόγο του. Με τη βελόνα της βενζίνης στο μισό, μοναδική απόδειξη του θεατρικού που έγραψε και σκηνοθέτησε ο ίδιος.

Σε ένα χωριό της Κρήτης, από αυτά που η κρίση των γηρατειών αφήνει έρημα, διαδραματίζεται ένα ειδύλλιο αντάξιο του Ρωμαίου και της Ιουλιέττας. Ο Αλεξογιώργης, 94, είναι ερωτευμένος εδώ και μερικά χρόνια με το Λενιώ, μία γεροντοκόρη. Παράνομα φυσικά, αφού είναι παντρεμένος με τη Μαρία που κάνει τα στραβά μάτια. Η τελευταία δεν κινδυνεύει πια από τις κακές γλώσσες αφού οι περισσότερες σωπαίνουν στο νεκροταφείο. Τον πρώτο καιρό ο Αλεξογιώργης, ο οποίος διατηρούσε επί χρόνια ένα από τα ελάχιστα παντοπωλεία του χωριού, τολμούσε να της αφήνει μόνο σοκολάτες και μπισκότα έξω από την πόρτα. Τώρα ο πόθος έχει αντικαταστήσει το ρομαντισμό. Κάθε μεσημέρι, γύρω στη μία, βγαίνει στην ταράτσα του σπιτιού του όπου είναι παγιδευμένος. Από εκεί έχει οπτική επαφή με το μπαλκόνι της Λενιώς. Η μία και μοναδική μάρτυρας καταθέτει ότι τον βλέπει να κατεβάζει τα παντελόνια του και να προσπαθεί να διώξει κάτι από πάνω του. Μετά από λίγο, προφανώς με την υποστήριξη της αγαπημένης του, το πρόβλημα λύνεται με τα επιθυμητά αποτελέσματα και ο άξιος εκπρόσωπος της τρίτης ηλικίας επιστρέφει στην οικογενειακή θαλπωρή. Ως πότε όμως; Τα χρόνια περνούν και για τους 94χρονους. «Μα πώς βλέπει ως εκεί;» απόρησε η πηγή μου. Οι υπόλοιποι αναρωτιόμαστε πώς σκαρφαλώνει σε τέτοια ύψη.

Επιστροφή με Κτελ από Χαλκιδική κι ένα ζευγάρι φιλιέται περιπαθώς στη στάση της Καλλικράτειας. Είναι και οι δύο πολύ εκδηλωτικοί. Ο οδηγός δυσανασχετεί επειδή έχει αρχίσει να βρέχει, τέλη Αυγούστου, συμβαίνουν αυτά. Τα φιλιά όμως συμβαίνουν όλο και πιο έντονα στα αυτιά, στο λαιμό, στο πρόσωπο. Με έχει συνεπάρει ο παράλληλος κόσμος τους. Οι κινήσεις προδίδουν αθωότητα. Ζήτημα αν είναι 18. Κάνουν σαν να μην πρόκειται να τα ξαναπούν, σαν να φιλιούνται για πρώτη φορά, σαν να μην καταλαβαίνουν ότι καθυστερούν το λεωφορείο, όχι από ανευθυνότητα αλλά από γνήσια αδυναμία. Κάποια στιγμή το αγόρι αφήνει το κορίτσι από την αγκαλιά του. Εκείνο ανεβαίνει στα χαμένα και τότε ακούγονται φωνές: «Σ’αγαπώ. Σ’αγαπώ». Το ένα καλύτερο από το άλλο. Εμένα τουλάχιστον με έπεισε. Το διαφορετικό χρώμα του δέρματός τους ήταν μία αδιάφορη λεπτομέρεια που συνειδητοποίησα πολύ αργότερα.

Ο Θωμάς Γκόρπας έγραψε κάποτε πως δεν είμαστε η γυναίκα η όμορφη, αλλά αυτό που η γυναίκα η όμορφη παθαίνει και δεν το λέει και κλαίει μόνη. Αν υπάρχει μία περίπτωση να ξαναγίνουμε η γυναίκα η όμορφη είναι να αυξηθούν τέτοιου είδους περιστατικά. Η εθνική μας λογοτέχνης θα αισθανθεί ατιμασμένη και θα φροντίσει την καλλιέργεια του φασίστα σε μία ξένη χώρα υπό την προστασία της έξυπνης σίτας. Εδώ θα αλλάξουμε πνευματικό μοντέλο: Όμορφα λάθη, αναπόφευκτες αμαρτίες και μόνο απαραίτητες παρανομίες. Οι υπανάπτυκτοι, οι ποιητές, οι τζαμπατζήδες, οι εργάτες και οι ερωτοχτυπημένοι, όλοι μαζί και όλοι λίγο απ’όλα, θα ζήσουμε ευτυχισμένα.  Για κανένα μήνα, τα πράγματα θα πηγαίνουν καλά.

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Προδότες

Οι λογοτέχνες της «διανόησης» παρουσιάζουν ένα συγκεκριμένο εργοστασιακό σφάλμα. Δεν εμφανίζουν ιδιαίτερη ευαισθησία στο θέμα της ελευθερίας της έκφρασης, λες και η ανθρωπότητα δεν πέρασε από συνθήκες άγριου ελέγχου επί φασισμού, σταλινισμού, μακαρθισμού και ανελευθερίας, λες και η καταπίεση έχει σταματήσει. Τι σημασία έχει για εκείνους σήμερα η καλλιτεχνική ή και φυσική εξόντωση των ομότεχνών τους στο παρελθόν; Μικρή ομολογουμένως. Ήταν πάντως η τζαμπατζού που είχε διαολοστείλει τους μπλόγκερς πριν μερικά χρόνια. Δεν αναγνώριζε την ελευθερία του λόγου για εκείνους. Με αφορμή την παράγκα, κάποιοι μου πρότειναν κάτι παρόμοιο. Είσαι πολύ μικρός φίλε, βούλωστο, βγες πρώτα από το αβγό σου, κάνε καμία δουλειά και μη μιλάς. Καλύτερα να σωπαίνεις.

Δεν είμαι επομένως εμπαθής όταν γράφω ότι δεν γνωρίζουν αυτοί οι κύριοι τι υπερασπίζονται. Ότι δεν έχουν συνειδητοποιήσει την ουσία της δουλειάς τους. Ότι δεν υπηρετούν την τέχνη αλλά τους κώλους τους αποκλειστικά. Η άνοδος του φασισμού δεν τους προβληματίζει. Εκείνοι απλά γράφουν βιβλία και ανεβάζουν παραστάσεις. Αν προσέξετε, εκτός από το ότι είστε μάζα, δεν λένε θα μιλάμε όλοι. Δεν λένε αμφισβητήστε μας. Λένε παραμείνετε μικροί και απλά πατήστε μας λάικ, πάρτε κι ένα εισιτήριο να δείτε την παράσταση. Γι’αυτό τρομάζουν όταν κάποιος ασκεί κριτική. Είχαν συνηθίσει στους πληθυντικούς, στις δημόσιες σχέσεις, στη χώρα της κατουρημένης ποδιάς. Μπορεί η Ελλαδίτσα να ήταν μικρή αλλά εκείνοι ήταν μεγάλοι και θα μας ανέβαζαν ψηλά. Το κοινό τους ήταν οι υπήκοοί τους, αλίμονο αν εξεγείρονταν. Την κουλτούρα και τον πολιτισμό τον δημιουργούσαν διότι δεν τον διέθεταν. Στην τέχνη μπήκαν για να προσφέρουν κι όχι για να πολεμήσουν για το ιδανικό που κάποτε αυτή πρέσβευε. Αξιοποιούν απλώς απόβλητα που λέει κι ο Ντίνος και αναλώνονται σε 16ωρους διαδικτυακούς καβγάδες.

Ιδιοφυείς, ταλεντάρες, χαρισματικοί, μπορεί να είναι, δεν κρίνεται αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Διακυβεύεται κάτι πολύ περισσότερο. Κι εκείνοι ανακαλύπτουν τώρα, στα καλά καθούμενα, ότι είναι φασίστες. Φασίστες, αλλά πολιτισμένοι. Όταν έρθει η ώρα των διώξεων, όταν αρχίσουν τα βιβλία να καίγονται, όταν τα θέατρα κλείσουν, θα καμαρώσουν το έργο τους ολοκληρωμένο. Εμείς κάναμε ό,τι μπορούσαμε, θα πούνε. Και θα ‘χουν δίκιο.
 

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Η παράγκα της διανόησης

Δε ζωγραφίζουμε όλοι μας, ούτε είμαστε όλοι μουσικοί, όλοι μας όμως μιλάμε. Αυτό γεννά στο λογοτέχνη μια ειδική ευθύνη απέναντι σε όσους μιλάνε την ίδια γλώσσα. T.T Eliot.

Αν οι άνθρωποι μπορούσαν να πετάξουν, δεν θα ονειρεύονταν ιδανικές κοινωνίες. Απλά θα απογειώνονταν κι η κόλαση θα βρισκόταν από κάτω τους. Δεν θα χρειάζονταν τον έρωτα, την τέχνη μα ούτε και τα εισιτήρια για να μετακινούνται ελεύθερα.

Ο 19χρονος Θανάσης ήταν ένα ακόμα παιδί από αυτά που δεν πετούσαν. Κι αν και είχαμε Δεκαπενταύγουστο, δεν βούτηξε καν στη θάλασσα. Βούτηξε από το τρόλεϊ, το πιθανότερο με έναν ελεγκτή να κρέμεται πάνω του. Μια καθηγήτρια πανεπιστημίου έκανε από τη Γενεύη sign in για να διαγκωνιστεί πάνω από το σώμα. Δεν περίμενε να μάθει τι έγινε. Η γνώμη της κατουριόταν: «Οι ελεγκτές δεν πρέπει να κάνουν τη δουλειά τους γιατί κάποιος τζαμπατζής μπορεί να πηδήξει έξω από το όχημα. Λογικό». Ασφαλώς και δεν είναι. Η κυρία Διβάνη έσπευσε λίγες ώρες μετά το θάνατο του νεαρού αγοριού να το επισημάνει στο 99,9% των χρηστών του Τουίτερ. Μόνο αυτό. Δεν το συμπλήρωσε. Δεν το μάζεψε. Δεν χρησιμοποίησε τις δυνατότητες του Μέσου για να μας εξηγήσει την επιλογή του σχολίου της μπαίνοντας στον κόπο να κάνει μερικά ακόμα τιτιβίσματα. Μπορεί κάποιοι να περιμέναμε μία στάλα κοινού νου για να την δικαιολογήσουμε. Τουναντίον, επέμεινε σε έναν εγωισμό αμφιβόλου ποιότητας και σε μία κακομοίρικη υπεροψία.

Τόσο κυνικά, έγινε το θέμα. Ήταν σειρά της να υπερασπιστεί τη νομιμότητα. Να αντιδράσει σθεναρά στην υπερβολή της Αριστεράς που χωρίς λόγο, έτσι λένε, έχει στοχοποιήσει συγγραφείς και καλλιτέχνες. Στην πραγματικότητα, ήταν προγραμματισμένη εδώ και χρόνια για αυτή τη στιγμή. Η ψυχή έδωσε την εντολή. Το τουίτ ήταν η αλήθεια της. Ίσως να σόκαρε ακόμα και την ίδια. Το πνευματικό της ρολόι είχε επιτέλους συγχρονιστεί με την βαρβαρότητα. Λίγες μέρες αργότερα, θα επινοήσει δικαιολογίες που δεν είναι του γούστου μου. Προσωπικά, προτιμώ το τροχαίο του Κεντέρη και της Θάνου. Στοιχειώδης ευαισθησία θα την έκαναν να γράψει κάτι που θα αφορούσε στην αδικοχαμένη ζωή ή να σωπάσει. Γιατί το τουίτ της, εκτός των άλλων, την ακυρώνει ως συγγραφέα. Από έναν άνθρωπο των γραμμάτων, κι όχι απλώς των πιο γαμάτων, περιμένεις να κατανοεί πως οι λέξεις είναι στρατός. Και γι’αυτό πρέπει να είναι πρόκες. Δουλειά της είναι υποτίθεται η ανθρώπινη ψυχή, οι όψεις της πραγματικότητας, η πολυπλοκότητα της αλήθειας. Το ατόπημα δεν αφορούσε την πυρηνική φυσική αλλά το λόγο. Δεν νοείται λάθος. Αρκούσε να φανταστεί τον Θανάση σαν ήρωα κάποιου μελλοντικού της διηγήματος. Τι είδους τζαμπατζής είναι αυτός που πηδάει από ένα όχημα; Πώς εξηγείται το περιστατικό λογοτεχνικά, όπως τουλάχιστον παρουσιάστηκε αρχικά; Αυτό ρωτάει ένας συγγραφέας τον εαυτό του. Η αποτυχία της δεν καταδεικνύει απλώς την προστυχιά και το ρόλο του “δειλού δυναμιτιστή” που συνεχίζουν να παίζουν τα παιδιά του συστήματος-είναι προφανές ότι δεν έχουν πονέσει ούτε τις λέξεις τους-αλλά προδίδει το ακριβές μέγεθος της φτηνής πνευματικότητάς τους.

Η παρέα δεν την άφησε αβοήθητη. Μετά τον Πέτρο Τατσόπουλο, ο Χρήστος Χωμενίδης έσπευσε να βρεθεί στο πλευρό της κατακρεουργημένης. Φωνάζει ο κλέφτης όχλος, να φοβηθεί ο νοικοκύρης πνευματικός κόσμος. Φωνάζει ο τζαμπατζής να φοβηθεί ο ελεγκτής, σα να λέμε. Με ένα κείμενο χαρακτηριστικό της αφελούς αυταρέσκειας με την οποία πορεύεται, απογοητευμένος πολλάκις από τη μάζα που τον έχει αυτοκτονήσει στο τσακίρ κέφι, ο Χωμενίδης δήλωσε ξανά τον αποτροπιασμό του για το λιντσάρισμα της Διβάνη σαν αναστατωμένη φάσιον μπλόγκερ από το Πανόραμα που επισκέφτηκε βράδυ τον Εύοσμο. «Κρίνομαι από τους αναγνώστες βάσει του έργου μου, το οποίο -ευτυχώς- δεν συνοψίζεται σε κανένα σύνθημα, δεν χωράει στα 140 ψηφία του τουίτερ». Αργά το θυμήθηκε ο κύριος- θα βγούμε από την κρίση σε δύο χρόνια -που είχε φροντίσει να μαλώσει με κάθε καρυδιάς καρύδι και να μιλήσει χυδαία στη Μυρσίνη Λοΐζου πριν κλείσει αηδιασμένος το λογαριασμό του. Τώρα γράφει μανιφέστα και κάνει αγγαρεία όταν δίνει εξηγήσεις. Κάνει αγγαρεία όταν μας συνετίζει. Κάνει αγγαρεία όταν δεν υπογράφει βιβλία. Και αντιδρά σαν αδικημένη υποψήφια καλλιστείων επειδή κάποιος επαναστάτησε στις πεποιθήσεις και στις δοξασίες του.

Αυτό που φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται κανένας τους είναι πως η κόλαση είναι κοινή για όλους. Γι’αυτό ακριβώς ο συγγραφέας τρέμει όταν βρεθεί αντιμέτωπος με την άγνοια. Γι’αυτό στύβει το μυαλό του να βρει έναν τρόπο να απευθυνθεί στον κόσμο. Να τον διδάξει με τη στάση του. Να τον ζορίσει με το λόγο του. Να τον κεντρίσει να ανοίξει τα βιβλία. Να του βάλει το μικρόβιο. Δεν συγκαταλέγει στον όχλο όποιον έχει διαφορετική άποψη. Δεν βολοδέρνει στα Social Media για να στηρίξει πόνους μνημονίων και γέννες νέων φασιστών δημιουργώντας θόρυβο. Δεν συντάσσεται με εξουσίες επειδή κι ο ίδιος αισθάνεται σωτήρας. Δεν λέει φταίει η μάζα, δηλαδή οι ξένοι. Κι ο κύριος Χωμενίδης το έχει γράψει επανειλημμένως πως πιστεύει στην Ευρώπη-αν είναι η Ευρώπη των τοκογλύφων δεν φαίνεται να τον απασχολεί. Μάλιστα ανακηρύσσει την παρέα του σε πνευματικούς ταγούς γιατί εκείνοι είναι ό,τι δηλώσουν. Αρνούνται να αξιολογηθούν. Είναι αδύνατο να εκπέσουν του αξιώματός τους ή να αμφισβητηθούν. Είναι σπουδαίοι γιατί έγραψαν κάποια βιβλία και εμείς δεν έχουμε παρά να συναινέσουμε πως ήτανε κι αυτά σπουδαία. Είναι διανοούμενοι και δε θα το συζητήσουμε. Είναι οι δανειστές μας. Είναι ο περιούσιος λαός. Είναι οι Άριοι του πνεύματος. Και επειδή κάθε εξουσία έχει ανάγκη από έναν εχθρό, ο όχλος, δηλαδή οι άλλοι, θα μπει σε θαλάμους αερίων και θα εξοντωθεί.

Ασφαλώς, ο φόβος μπροστά στη γνώση συμβαδίζει με το φόβο μπροστά στην ελευθερία. Αυτό το ξέρει ο Χωμενίδης, συχνά το επισημαίνει και κάπως διασώζεται. Το μέτρο ωστόσο έχει χαθεί. Αν υπήρχε κάτι με το οποίο συμφώνησα με την Δημουλά μετά το πρόσφατο ατόπημά της με τα παγκάκια, ήταν ότι δεν πρέπει να ανεβάζουμε τους πνευματικούς ανθρώπους σε βαθμό εξουσίας, ωσάν όλοι οι άλλοι άνθρωποι να είναι ηλίθιοι. Κανείς δεν είναι ηλίθιος. Τις μετριότητες που ευνόησε το σύστημα, το κοινό αρέσκεται να τους αποκαλεί πνευματικούς ανθρώπους για να βγάλει από πάνω την ευθύνη που έχει να τους ανακαλύπτει. Ο κύριος Χωμενίδης δεν λέει αυτό. Δεν λέει ότι υπάρχει πνευματικός κόσμος αλλά δεν είμαστε εμείς. Λέει ότι ο όχλος επιτρέπεται να παραμείνει όχλος με τον όρο να διαβάζει τα βιβλία του για να μπορεί να βιοπορίζεται. Το μόνο που έχει να προσφέρει η διανόησή του σε έναν τόπο που δεν είναι αντάξιός του, είναι να τον διχάζει σαν κακομαθημένη σταρ που δεν βρήκε στο καμαρίνι της όσα ζήτησε. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν έχουν αποφασίσει ακόμα αν θέλουν να κάνουν πολιτική καριέρα ή λογοτεχνία, είναι τόσο ντοπαρισμένοι από την παιδεία τους που αποκλείουν το ενδεχόμενο να έσφαλαν τραγικά, δεν καταδέχονται να κρίνονται αυστηρά, πόσο μάλλον να ζητούν συγγνώμη. Δεν φλερτάρουν με το μεγαλείο ούτε σε στιγμή αδυναμίας. Το ηθικό τους ανάστημα δεν τους το επιτρέπει. Εκείνοι είχαν μάθει να επικυρώνουν, να νομιμοποιούν και να αποθεώνονται. Η τρόικα(Διβάνη-Τατσόπουλος-Χωμενίδης) ζητάει απλώς την απομάκρυνση των κακομαθημένων και των αντιδραστικών, αν θέλει το αναγνωστικό κοινό να λάβει την επόμενη δόση και να μην χρεοκοπήσει πνευματικά.

Αντιθέτως, η διανόηση, όταν είναι διανόηση, δεν είναι πλαδαρή. Αυτοκαταστρέφεται ησύχως και γνησίως. Όταν κάνει λάθος είναι επειδή παθιάζεται κι όχι επειδή συναλλάσσεται. Οι αληθινά πνευματικοί άνθρωποι δεν δικαιολογούνται, δεν στέκονται στη γωνία του δρόμου για να κάνουν τουίτς, η έγνοια τους δεν μυξοκλαίγεται. Δεν επιδιώκουν τίτλους από αξιοπρέπεια και αυτοσεβασμό, μιλάνε τελευταίοι από χρέος κι όχι για να έχουν τον τελευταίο λόγο, δε συμμετέχουν σε ριάλιτι για εγωκεντρικούς συγγραφείς. Δεν βλέπουν όχλους αλλά ανθρώπους, δεν κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν, δεν κάνουν κώλο για να χέσουν τον κόσμο όλο. Δεν χρησιμοποιούν την αγάπη του κοινού για να ξεφύγουν όπως η κυρία Διβάνη. Οργίζονται, δεν γκρινιάζουν. Σκέφτονται, δεν προπαγανδίζουν. Εργάζονται γιατί απελπίζονται. Εξαρτώνται μόνο από τη συνείδησή τους και όταν συμβαίνει το θαύμα να εμφανίζονται, διαπιστώνουμε πως είναι καθαροί σαν τον βυθό του Αιγαίου στο φως της μέρας. Ειδάλλως τρέφουν τον όχλο. Συναρμολογούν την ηλεκτρική σκούπα του φασισμού. Και τα αγοράκια που δεν έπαιρναν τα γράμματα, φουσκώνουν από μίσος, την πιάνουν και αρχίζουν να μαρσάρουν. Αρκετά, σου λέει, με τον πολιτισμό σου κύριε Ρέμο, κύριε Σμαραγδή, κύριε Σαββόπουλε, κύριε Χωμενίδη. Είστε βρώμικοι. Τα κουβαδάκια σας και σ’ άλλη παραλία. Τώρα έχει μόνο καταστροφή, διώξεις, ανώτερες φυλές, άγνοια, αμορφωσιά, ένστικτα και σκατά. Γι’αυτό ακριβώς δεν είναι για όλους η δουλειά.

«Ο Ολυμπιακός και το Αιγάλεω να κερδάνε και όλοι οι άλλοι να πα να γαμηθούνε». Έτσι θεμελιώθηκε η παράγκα του ποδοσφαίρου αλλά και αυτή της «διανόησης». Ο κύριος Χωμενίδης και η κυρία Διβάνη ίσως θα έπρεπε να ενταχθούν στο μέτρο της κινητικότητας για τους πνευματικούς ανθρώπους. Κι αν κανείς, κάποτε, δεν τους θυμάται, ένας ποιητής μπορεί να πει πως αποδόθηκε δικαιοσύνη.

Υ.Γ. Πλησιάζει η ώρα του πιο αξιοκαταφρόνητου ανθρώπου, εκείνου που δεν θα μπορεί πλέον να περιφρονεί τον ίδιο τον εαυτό του. Φρειδερίκος Νίτσε.