Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

Ο μύθος του Αλέξη

Σε μια χώρα μακρινή, η κυβέρνηση αντιμετώπιζε προβλήματα. Οι προνομιούχοι ήθελαν περισσότερα προνόμια αλλά δεν είχαν μείνει άλλα που θα μπορούσαν να τους παραχωρηθούν. Πλησίαζαν εκλογές σε λίγο καιρό και έπρεπε όλοι να τοποθετούνται εναντίον τους. Οι πολιτικοί μιλούσαν τη μέρα για τους φτωχούς και το βράδυ ζητούσαν συγγνώμη για όλα όσα έλεγαν σε ακριβά δείπνα με τους πλούσιους. Ένιωθαν κάθε φορά που τους στενοχωρούσαν, διπλά υποχρεωμένοι απέναντί τους.

Μια τέτοια στιγμή, συνέβη κάτι που αναστάτωσε το πολιτικό τοπίο. Κάποιος νέος, ο Αλέξης, ένας δευτεροετής φοιτητής Νομικής του τελευταίου Πανεπιστημίου που λειτουργούσε στην Ελλάδα, σε μια εκπομπή της κρατικής τηλεόρασης δεν απάντησε στην ερώτηση του δημοσιογράφου που αφορούσε στη γραβάτα του πρωθυπουργού. Εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και μίλησε για δημοκρατία, ελευθερία, δικαιοσύνη, παιδεία. Επικράτησε πανικός. Ο δημοσιογράφος προσπάθησε να τον επαναφέρει στην τάξη. Τον ξαναρώτησε για τη νέα μαγείρισσα της Ελένης Μενεγάκη. Εκείνος τον αγνόησε επιδεικτικά και συνέχισε να λέει τα δικά του. Η αναφορά του σε τέτοια θέματα, δεν βοηθούσε την οικονομία της συζήτησης. Επιπλέον, είχε ανοίξει παλιές πληγές. Έπεσαν διαφημιστικά.

Οι έννοιες στις οποίες αναφέρθηκε ο νέος θεωρούνταν ελιτίστικες. Η συζήτηση για όλα αυτά τα ζητήματα είχε θεωρηθεί πριν από πολλά χρόνια λήξασα. Τα κόμματα βρέθηκαν ξαφνικά σε δύσκολη θέση. Τα περισσότερα καταδίκασαν το ανθελληνικό παραλήρημα του φοιτητή. Η Βουλή τις επόμενες ώρες θα συνεδρίαζε έκτακτα. Ο πρωθυπουργός από το βήμα της υποσχέθηκε σκληρά μέτρα για την πάταξη της Νέας Γενιάς Τρομοκρατών και καταχειροκροτήθηκε. Ο υπουργός τηλεόρασης και καμερών ωστόσο αναγκάστηκε να υποβάλει την παραίτησή του. Στην κρατική τηλεόραση έπεσαν κεφάλια. Η αντιπολίτευση επωφελήθηκε και κατέθεσε πρόταση δυσπιστίας προς την κυβέρνηση. Οι ώρες ήταν δραματικές. Η Δημοκρατία κινδύνευε. Η αίσθηση ότι όλα μπορούν να τελειώσουν, ήταν έκδηλη. Η κοινή γνώμη ανησυχούσε για την ασφάλειά της και η αξιοπιστία της κυβέρνησης κατέρρεε, παρά τα μέτρα που είχε εξαγγείλει.

Ο Αλέξης συνελήφθη και ανακρίθηκε. Δεν υπήρχαν κατηγορίες εναντίον του. Όλοι ήξεραν ότι αυτό που έκανε ήταν ανεπίτρεπτο αλλά δεν υπήρχε νόμος που να τον καταδικάζει. Η ευθύνη για το νομοθετικό κενό βάρυνε ακέραιη την κυβέρνηση. Ο νέος αφέθηκε τελικά ελεύθερος. Δεν έδωσε στοιχεία και δεν κατονόμασε κανέναν από τους συνεργούς του. Θεωρούσε πως κι άλλοι συμμερίζονταν τις απόψεις του. Πολύ περίεργος νέος.

Μέχρι να νομοθετήσει η Βουλή, η κυβέρνηση φοβόταν τις αντιδράσεις που είχε προκαλέσει το περιστατικό. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που παραξενεύτηκαν από τη συμπεριφορά του παιδιού. Οι λιγοστοί πολίτες, που δεν έβλεπαν εκείνη τη στιγμή τηλεόραση, ρωτούσαν να μάθουν τι ακριβώς είχε πει ο νεαρός. Κανείς δεν θυμόταν. Οι εφημερίδες είχαν θάψει το γεγονός. Για να σταματήσει η συζήτηση, εκπονήθηκε σχέδιο από ειδικούς επιστήμονες. Το επικοινωνιακό επιτελείο της κυβέρνησης διέδωσε μέσα από τις εφημερίδες ότι το παιδί ήταν αθάνατο. Ο κόσμος το πίστεψε. Η όψη του παιδιού ήταν τρομακτική, τα μάτια του έλαμπαν και η ζωντάνια του ήταν πρωτόγνωρη. Η κυβέρνηση δεν είχε λόγο να λέει ψέματα.

Η φήμη του Αλέξη εκτοξεύτηκε, εκπομπές τον ζητούσαν για να τον βγάλουν στην τηλεόραση κι εκείνος δέχτηκε γιατί είχε άμεση ανάγκη από λεφτά. Ήξερε ότι αποκλείεται να βρει δουλειά μετά από όσα είχαν προηγηθεί. Δεν αρνήθηκε ποτέ επισήμως ότι ήταν αθάνατος. Ούτως ή άλλως δεν του επιτρεπόταν να μιλήσει. Η εικόνα του όμως μεταδόθηκε παντού. Μετά από λίγους μήνες, το παιδί είχε μείνει μόνο του. Οι φίλοι του απομακρύνθηκαν σιγά σιγά από κοντά του. Η κυβέρνηση έτριβε τα χέρια της. Είχε καταφέρει να καταστρέψει την αξιοπιστία του.

Ο θάνατος δίνει αξία στην ύπαρξη μας. Κανείς δε θα ήταν πιο ασήμαντος ή αδιάφορος από έναν αθάνατο. Κανείς δε νοιαζόταν πλέον για αυτόν. Κανέναν δεν ενδιέφεραν τα όνειρά του. Οι άνθρωποι σταμάτησαν να τον ζηλεύουν. Οι περισσότεροι είχαν μόνο άμεσες επιθυμίες. Είχαν μάθει να είναι πρακτικοί και να μη σκέπτονται ιδιαίτερα. Στους δικούς του έφερνε απέχθεια και αποτροπιασμό η αντιδραστική συνήθειά του να λέει ασυναρτησίες. Υπέθεταν ότι κάτι άσχημο συνέβαινε στο παιδί τους. Σύντομα η κυβέρνηση κατέθεσε νομοσχέδιο εναντίον της σκέψης, με την πλήρη στήριξη της αντιπολίτευσης. Το μέτρο θεωρήθηκε θετικό. Πράγματι, η σκέψη δεν ήταν βασική προτεραιότητα. Μπέρδευε τον κόσμο, τον άγχωνε και του στερούσε χρόνο από το να καταναλώνει και να παρακολουθεί θεάματα. Οι ειδήσεις καταργήθηκαν κι αυτές. Αντικαταστάθηκαν από εικόνες, χωρίς σχόλια.

Το παιδί τότε άρχισε να γράφει στα κρυφά. Ό ,τι έγραφε, το έβλεπε μόνο εκείνο. Κάθε βράδυ έπιανε ένα μικρό τετράδιο και σχημάτιζε σκέψεις. Δεν του ήταν εύκολο, είχε κι αυτό επηρεαστεί από την απαγόρευση. Περίμενε πρώτα να νυχτώσει. Ούτε ο ίδιος ήξερε γιατί συνέχιζε. Δεν υπήρχε κάποιος προφανής στόχος. Τα χρήματα που είχε βγάλει από τις εμφανίσεις του, του έφταναν και του περίσσευαν. Πολλές φορές σταματούσε και αναρωτιόταν: μήπως οι εχθροί του είχαν δίκιο; Ήταν πράγματι αθάνατος; Γιατί αγαπούσε τόσο πολύ την ομορφιά; Φοβόταν ότι θα τον πιάσουν, όμως συνέχιζε. Δεν είχε μάθει να κάνει κάτι άλλο. Εξαρτιόταν μόνο από αυτά που αγαπούσε.

Καθόταν κάθε βράδυ, στην ίδια πλευρά μιας μικρής σοφίτας και σημείωνε ισότιμα, χωρίς δόλο και προκατάληψη τις σκέψεις του. Τις κατέγραφε με μια γνήσια ανιδιοτέλεια. Ακόμα και αν έκανε λάθος, δεν ήταν ηθελημένο. Σε καμία του φράση ή σκέψη δεν παραχωρούσε μεγαλύτερο χώρο απ’ ό,τι έπιαναν τα γράμματά της. Η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση έβρισκαν διεφθαρμένη αυτήν την πρακτική. Κάποιος που δεν υποστήριζε κανέναν παρά μόνο τη σκέψη του, δεν ήταν για κανέναν χρήσιμος, πόσο μάλλον αρεστός. Στην δημοσιογραφία ήταν ο πιο ασφαλής τρόπος για να κάνεις εχθρούς και να διαπομπευτείς. Εκείνος όμως δεν ήταν δημοσιογράφος. Πίστευε ότι κρίνοντας δίκαια τους ανθρώπους στην πραγματικότητα δεν κρίνει κανέναν, παρά μόνο ίσως τον δημιουργό τους. Τον οδηγούσε η αγάπη και για να συνεχίζει να τον εμπνέει θεωρούσε απαραίτητη προϋπόθεση να μη μιλάει άμεσα για αυτήν.

Μια μέρα βρήκαν τα τετράδιά του. Κάποιος δικός του τον είχε καρφώσει στην αστυνομία. Η πόλη αναστατώθηκε. Γρήγορα τον συνέλαβαν ξανά. Αυτή τη φορά όλοι ζήτησαν να καταδικαστεί το «τέρας της σοφίτας». Ήταν πεισμένοι για την επικινδυνότητά του. Στη δίκη όμως που ακολούθησε απαλλάχθηκε λόγω αμφιβολιών. Οι δικαστές δεν θεώρησαν ότι όσα κατέγραφε ο μοναχικός νέος είχαν καμία σχέση με τη σκέψη. Έχοντας απαγορέψει την πρακτική της, είχαν ξεχαστεί οι συνέπειές της. Ένας μόνο από τους δικαστές είχε καταλάβει ότι ο νέος όχι απλά σκεφτόταν, αλλά έγραφε στα τετράδιά του για όνειρα. Δεν μίλησε σε κανέναν για αυτό. Βγήκε βιαστικά έξω από το κτίριο και ξέρασε μπροστά από έναν κάδο απορριμμάτων.

Ο κύριος Σ., ένας καλοβαλμένος εξηντάρης και βαθιά συντηρητικός στις πεποιθήσεις του άνθρωπος, ήταν ένας έμπειρος δικαστικός λειτουργός. Σκέφτηκε ότι η απαξίωση του νέου θα λειτουργούσε προς όφελος της κοινωνίας και δεν θα έβαζε σε κίνδυνο την τάξη όσο η καταδίκη του. Η σκέψη του ήταν σωστή. Αν καταδικαζόταν και τα τετράδια του έπεφταν πάνω σε άλλους, η περιέργεια θα τους έκανε να τα διαβάσουν. Ίσως κάποιος να ακολουθούσε το παράδειγμά του. Ο Αλέξης θα αποκτούσε μιμητές και φίλους. Ένα σενάριο εφιαλτικό. Τα τετράδια κάηκαν και η περιέργεια έχει σήμερα απαγορευτεί.

Το παιδί απομονώθηκε. Η μοναξιά το έλιωνε. Μετά από λίγους μήνες αρρώστησε ξαφνικά. Όταν έμαθαν ότι ο Αλέξης πέθανε, οι άνθρωποι σοκαρίστηκαν. Άλλοι έλεγαν ότι τον τιμώρησε ο Θεός για αυτά που είχε κάνει και του πήρε πίσω την αθανασία του. Στην κηδεία του εμφανίστηκε και ο δικαστής. Ένιωθε τύψεις. Ήξερε ότι αν τον είχε καταδικάσει θα του έσωζε τη ζωή. Η αθώωση τον είχε οδηγήσει στον θάνατο. Πλησίασε δειλά το φέρετρο. «Δεν ήταν αθάνατος» φώναξε. «Ήταν ένας νέος που έκανε όνειρα». Κανείς δεν κατάλαβε τι ήθελε να πει. Ήταν αργά.

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2009

Θάρρος και αλήθεια.

Οι πολιτικοί εκπορνεύουν τη ματαιοδοξία τους για το κοινό καλό. Θέλει όμως θάρρος για να μπλεχτείς στις σκοτεινές σπηλιές. Και γερό στομάχι. Τις τελευταίες μέρες αναζητούν με αγωνία με ποιο ψέμα θα πάμε στις εκλογές. Κυνηγούν το μεγάλο επιχείρημα, παίζουν βρόμικα.

Τι νόημα όμως έχει να κάνουν επίδειξη δύναμης στην τηλεόραση και να παραμένουν δουλικοί στα παρασκήνια; Ποιον απειλούν όταν ο ένας υπόσχεται να ξεκοιλιάσει τη διαπλοκή και ο άλλος να διαμελίσει τη φοροδιαφυγή;

Πιστεύουμε ότι οι πολιτικοί είναι αδιάφοροι. Φοβάμαι ότι θα μπορούσαν να μας επιστρέψουν άνετα τον χαρακτηρισμό. Κανένας σταυρός δεν έχει νόημα όταν καλούμε τον βουλευτή να τον κουβαλήσει στην πλάτη του.

Δεν βλέπω φως αλλά συνηθίζουν τα μάτια στο σκοτάδι. Εκεί πρέπει να κινηθούν οι πολιτικοί και να βρούνε τους διακόπτες. Έχασα την πίστη μου στους πολιτικούς σημαίνει ότι έχασα και την πίστη μου σε εμένα. Καμία ψήφος δεν πρέπει να χαριστεί. Ώρα να ψηφίσουμε τους ανθρώπους που κουβαλούν τις ιδέες(Καζαντζάκης). Θέλουμε άτομα με προσωπικότητα που θα αναλάβουν την ευθύνη των οραμάτων τους και θα αφοσιωθούν στην πραγματοποίησή τους.

Ζητήσαμε από τους πολιτικούς να υπηρετούν τον άνθρωπο, όχι να τον εξυπηρετούν. Και να έχουν μια ιδιοτροπία. Να είναι καλοί με την καλή έννοια της λέξης. Να είναι δηλαδή ή πραγματικά αφελείς, ή συνειδητοποιημένοι τρελοί ή αθεράπευτα ρομαντικοί. Εκεί που αυξάνεται ο κίνδυνος αυξάνεται και η δυνατότητα σωτηρίας έγραψε ο Χέλντερλιν. Βοήθεια!

Τι άσχημοι που μοιάζουν.

Κι είδα τριγύρω μερικούς να πάσχουν για το κράτος
Την νόσον της ρητορικής νοσούντως ανιάτως
Κι είδα να πάσχουν μερικοί στη δράση της νεότητας
Την νόσον την ανίατον της υποψηφιότητας
. (Σουρής)

Έχει όμως ακόμα αυτό το ΠΑΣΟΚ, κάτι υποψηφίους, θαρρείς πως άνοιξες τα χρονοντούλαπα της διαπλοκής. Στη νέα διακυβέρνηση δεν υπάρχουν περιθώρια οικονομικών σκανδάλων. Φαντάζομαι το γνωρίζουν αυτό οι ενδιαφερόμενοι.

Η Ν.Δ δεν κάθεται με τη σειρά της με σταυρωμένα τα χέρια. Δεν προσέχουν που τα δίνουν τα φυλλάδια τους οι υποψήφιοι βουλευτές. Νέοι άνθρωποι με ειλικρινή άγνοια και κανένα ίχνος αυτογνωσίας ζητούν την ψήφο μου. Χθες ενημερώθηκα για την υποψηφιότητα μιας κόρης τζακιού. Η σταδιοδρομία της είναι τόσο ασήμαντη που κάνει εντύπωση (Δεσποινίς Διευθυντής). Στο βιογραφικό της το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι η φωτογραφία της. Απασχολείται στο γραφείο του μπαμπά, της δίνουν πλαστελίνη τώρα, κάτι άλλο κάνει, δεν κατάλαβα.

Οι πολιτικοί γλιτώνουν την κοινωνία από τις τύψεις της. Τι λυτρωτικό να καθυβρίζουμε αυτούς που τους σφίγγουμε το χέρι, τι ιδανικό άλλοθι η δική τους αποτυχία μπροστά στη δική μας προγραμματισμένη ιδιώτευση. Στα Γκάλοπ του δρόμου θα νόμιζε κανείς πως ο δικομματισμός δε συγκεντρώνει πάνω από 2%, ενώ στην πραγματικότητα όλοι έχουμε έναν αγαπημένο πολιτικό που οι λαμογιές είναι το βασικό του εισόδημα. Η σχέση μας με την πολιτική, 35 χρόνια από την μεταπολίτευση, έχει εξελιχθεί σε μια σχέση εξάρτησης του θύματος από το θύτη.

Από την άλλη προκαλούν όλοι αυτοί οι ασήμαντοι γόνοι ημιασήμαντων οικογενειών που απειλούν να μας κυβερνήσουν. Υποτιμώ τη νοημοσύνη μου αν σταθώ δίπλα τους. Αν κάνω πως δεν τους βλέπω θα υποτιμήσω την πραγματικότητα, οπότε πάλι θα με υποτιμήσω. Επιλέγω και πάλι να μείνω μακριά. Μια προκλητική υποτίμηση, όσο κακός ψηφοφόρος κι αν είμαι, δεν θα μου άξιζε.

Η Βουλή μετατρέπεται σε μια τράπεζα διασημότητας όπου ο καθένας έρχεται να καταθέσει τη φήμη του. Συντηρούμε μια κοινωνία ενεργών καταναλωτών και τηλεθεατών χωρίς πολίτες ενώ η TV παίζει το ρόλο της CIA και επιβάλλει κυβερνήσεις στη δική μας μπανανία.

Κανένας όμως δεν μπορεί να πληγώσει την Δημοκρατία αν του κόψουμε τη φόρα. Η αυτοπεποίθηση των υποψηφίων, ένα μικρόβιο και αυτή, τους ασχημαίνει το πρόσωπο. Δε με πείθει. Απεναντίας, με φοβίζει το θράσος όσων ξαφνικά ανακάλυψαν την κλίση τους στην πολιτική.

Εντωμεταξύ η προεκλογική εκστρατεία για την κατάληψη της Βουλής συνεχίζεται: Ακούω τον πρωθυπουργό άθελα του να επιχειρηματολογεί εναντίον του. Ο Παπανδρέου ζητάει ψήφο εμπιστοσύνης. Προφανώς στο μυαλό του είναι ήδη πρωθυπουργός και η Ν.Δ έχει καταθέσει πρόταση μομφής. Το ήθος και η τιμιότητα των αυτοδημιούργητων δεν αμφισβητείται από κανέναν τους: Και σκέφτομαι: Εμείς οι γιοι των δικηγόρων, εξ’ ορισμού ανέντιμοι, τι θα κάνουμε αν δεν μπούμε σε ένα ψηφοδέλτιο; Ποιος θα εκπροσωπήσει την πολύπαθη τάξη των πλουσίων αν όχι εμείς, οι γόνοι των μεγάλων οικογενειών;

Ο λαός στο καλύτερο σενάριο, είναι ένας γίγαντας που κοιμάται. Πριν πάει στην κάλπη πρέπει να έχει πιει καλού κακού έναν δυνατό καφέ. Ας μην υποτιμούμε τον κόσμο. Έτσι δεν λένε οι πολιτικοί μας; Οι ψηφοφόροι είναι ώριμοι και βγάζουν τα συμπεράσματά τους. Σε πλήρη σύγχυση, που μπορεί ο καθένας να εκμεταλλευτεί.

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Να ζήσετε!


Οι θρησκείες έλεγε ο Κίρκεγκωρ είναι ταξιδιωτικά πρακτορεία που μας υπόσχονται ένα εξασφαλισμένο ταξίδι στον ουρανό, αλλά κανείς δεν επέστρεψε ποτέ από εκεί να μας πει αν έμεινε ικανοποιημένος από τη διαμονή.

Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε για τα πολιτικά κόμματα: Συνήθως μας τάζουν ευχάριστα ταξίδια σε τόπους μακρινούς και ονειρεμένους, σε ξενοδοχεία πολλών αστέρων. Η παγκόσμια πρωτοτυπία στην περίπτωση της Ν.Δ είναι ότι μας υπόσχεται διά στόματος του πρωθυπουργού ότι θα περάσουμε χάλια αν επιλέξουμε τη δικιά τους εκδρομή. Προορισμός είναι μια χώρα του Τρίτου κόσμου. Όλα θα είναι απαίσια, το ταξίδι θα είναι κόλαση, το τοπίο δε βλέπεται, νυχτερινή ζωή μηδέν, θέρμανση δε θα υπάρχει, βραδινό δε συμπεριλαμβάνεται στην τιμή. Κάτι σαν το Blair witch project, μια περιπλάνηση στο δάσος της ελεύθερης αγοράς του Αλ Χαλίλι, που ο καθένας μας θα έχει ίσες πιθανότητες με το διπλανό του να μείνει άνεργος ή να χαθεί. Ο δε ξεναγός βαριέται αφόρητα, ονειρεύεται έναν (θηλυκό) Γεωργούλη σαν την Νία τη Βαρντάλος στην τελευταία της ταινία.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ όμως είναι εδώ. Δίπλα στον πολίτη, μαζί με τον πολίτη. 5άστερα ξενοδοχεία μας περιμένουν, άνετη διαμονή, κλιματισμός, τζακούζι, ασύρματη σύνδεση Ίντερνετ σε όλο το ξενοδοχείο, αξιοθέατα, ξενύχτια, σκυλάδικα, Σινικά Τείχη, Παρθενώνες, Πυραμίδες, άψογη εξυπηρέτηση, αιθέριες υπάρξεις. Και δέντρα, πολλά δέντρα. Να πάμε, εσείς τι λέτε; Μα το ρωτάτε;

Μην είστε αρνητικοί. Το ξέρω, σας φαίνεται λίγο σαν ταξίδι επιστημονικής φαντασίας. Φοβάστε και την επιστροφή, λογικό, με τόσα που γίνονται. Είναι και οι εκλογές και θέλετε να ψηφίσετε. Δεν μπορούμε να τις καθυστερήσουμε λίγο; Να δώσουμε μια μικρή παράταση στην ελπίδα να αποφασίσει;

Η ψήφος στο ΠΑΣΟΚ είναι λίγο σαν το φόβο πριν το γάμο. Θέλεις μεν να παντρευτείς, πεντέμιση χρόνια τραβιέσαι με τον Γιώργο(είχες και μια περιπέτεια στο μεταξύ με έναν στριφνό και ευέξαπτο συνταγματολόγο), όλη η γειτονιά ρωτάει τι θα γίνει τελικά, θα το πάρεις το παιδί αλλά φοβάσαι τη δέσμευση. Νιώθεις καλά μαζί του, εσύ δεν είσαι και στα καλύτερα σου, δεν είναι ο παιδαράς των ονείρων σου αλλά είναι γλυκούλης, στην Ευρώπη είναι γνωστός, είναι τίμιος, εργατικός. Αναρωτιέσαι όμως, δεν μπορείς να το αποφύγεις: Τον αγαπάω, αλλά κάνω καλά που τον παντρεύομαι;

Στην περίπτωσή μας όμως, δεν υπάρχει τρίτος δρόμος. Και μόνο για τον μήνα του μέλιτος, την προεκλογική εκστρατεία, αξίζει τον κόπο. Θα παντρευτείς για το ταξίδι. Τον γάμο απλά θα τον υποστείς. Η ελπίδα πρέπει να δεχτείς ότι είναι σαν τον οργασμό. Κρατάει λίγο.

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Η εξασφάλιση μιας προαναγγελθείσας εξαφάνισης!

Δεν μάθαμε πολλά. Ίσως ότι η ενιαία κλίμακα που θα φορολογηθούν τα εισοδήματα με την κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ θα είναι η κλίμακα Ρίχτερ και ότι ο Αλέξης Γρηγορόπουλος πέθανε από τη γρίπη των χοίρων. Ακόμα ότι τα προγράμματα stage αφού είναι νόμιμα είναι και ηθικό να τα ξεχειλώνουμε. Κανείς δεν βγήκε σοφότερος, συμφώνησαμε.

Χορτάσαμε άποψη μετά από τα δύο debates γι’ αυτό η δική μας περισσεύει. Σε αυτό που θα σταθούμε και φαντάζει ανησυχητικό, είναι η αντίληψη των δημοσιογράφων για το ρόλο τους. Ενώ διαμαρτυρήθηκαν πριν το debate για την υποβαθμισμένη συμμετοχή τους, συμφώνησαν μετά την διαδικασία ότι το πιο ενδιαφέρον σημείο ήταν οι ερωτήσεις μεταξύ των αρχηγών και ότι το τηλεοπτικό θέαμα που δημιούργησε αυτή η νέα κατάσταση, καθιστά σχεδόν περιττή την παρουσία τους. Με δυο λόγια, αυτοαναιρούνται. Αυτοκαταργούνται με τόλμη. Αποσύρονται εθελοντικά για το καλό της πατρίδος. «Ας τους αφήσουμε μόνους» λένε και αποχωρούν διακριτικά.

Βρήκαμε στο Debate τον αποδιοπομπαίο τράγο. Ιδού ο ένοχος! Μια διαδικασία παράλληλων μονολόγων, που αφήνει περιθώριο στους πολίτες να συγκρίνουν χωρίς «θορύβους», αποκλείει επικοινωνιακούς σχεδιασμούς και είναι μια δοκιμασία για τους αρχηγούς, κρίνεται ανεπιθύμητη από αυτούς που θα όφειλαν να την επιζητούν. Κανείς φυσικά δεν κατηγορεί τις δημοσιογραφικές πολιτικές εκπομπές κραυγών, κανείς δε βροντοφωνάζει όχι σε αυτές.

Είναι αστείο αυτό που λέγεται, ότι οι αρχηγοί δεν απαντούν στις ερωτήσεις, ενώ στην πραγματικότητα εξαντλούν όλο το χρόνο τους. Ο δημοσιογράφος πρέπει ακριβώς αυτό να τονίζει σε κάθε ευκαιρία: την ανεπάρκεια της απάντησης. Ο πολιτικός θα ένιωθε ότι εκτίθεται όταν δεν απαντάει, αν βρισκόταν κάποιος να το προβάλλει. Ίσως θα θεωρούσε πως είναι υποχρεωμένος να απαντήσει. Έλα μου όμως που οι γενικολογίες των δημοσιογράφων είναι ίδιες με εκείνες των αρχηγών. Όπως και οι ιδιοτέλειες ενδεχομένως. Η συζήτηση δε θα χωρούσε την πολυτέλεια του σχολιασμού του μπλαζέ ύφους του Γιώργου, της πυγμής του Κώστα, της υπέρβασης του χρόνου από τον Χρυσόγελο και του ερωτικού βλέμματος του Αλέξη. Θέλουμε έναν πολίτη αρκετά ώριμο για να καταλάβει την υπεκφυγή και να τη βαθμολογήσει.

Στους τηλεοπτικούς αστέρες δεν αρέσει που πρέπει να κάνουν σύντομη ερώτηση. Τι εφιάλτης. Φυσικά και δεν τους αρέσει αφού έχουν συνηθίσει να βγάζουν λόγους, να μιλούν περισσότερο από τους καλεσμένους τους και να προπαγανδίζουν τις θέσεις τους. Η ερώτηση δεν θα θεωρούνταν πάσα αν διέθετε κύρος, αν της αποδιδόταν κάποια στοιχειώδης αξία, αν δεν αποτελούσε απλά αφορμή για φλυαρία και κούφιες ρητορείες. Είναι αλήθεια ότι το σύγχρονο πολιτικό τοπίο αφαίρεσε από την ερώτηση την παλαιότερη κυριαρχία της. Αντί να δούμε λοιπόν πώς θα αποκαταστήσουμε την θεμελιώδη αυτή «αδικία», κοιτάμε να πούμε ποιος κέρδισε παρά να μπούμε στη διαδικασία να δούμε τι έγινε. Οι δημοσιογράφοι δεν έχουν δικαίωμα ούτε να διακόψουν; Μα τι εξευτελισμός.

Σε μια κορυφαία διαδικασία για τη δημοκρατία, η αντίληψή τους είναι: Αν ενοχλούμε να φύγουμε. Ο διακοσμητικός ρόλος που τους επιφυλάσσει η νέα πραγματικότητα δεν τους ενοχλεί. Ίδια αντίληψη και εδώ με την πολιτική ηγεσία. Κυριαρχεί η πνευματική τύφλωση και η ελάχιστη σοβαρότητα. Μπροστά στον ενθουσιασμό τους για το καινούριο τηλεοπτικό happening των ερωτήσεων των αρχηγών, απεκδύονται τις ευθύνες τους με ευχαρίστηση, ελαφρότητα και γενναιοδωρία. Θα επιτρέψουμε τελικά στην τηλεόραση να σκηνοθετεί και να αποφασίζει για το δημόσιο διάλογο; Δεν μπορούν να μπουν στην ουσία οι τηλεοπτικοί αστέρες και δε θέλουν να «παίζουν» λίγο; Ποιος θα κάνει τις δυσάρεστες ερωτήσεις;

Η τηλεόραση καθορίζει το ρόλο του δημοσιογράφου πλέον, τον προσδιορίζει, τον υπαγορεύει. Αυτοί είναι υποχρεωμένοι να υπακούσουν. Πώς οι ίδιοι αντιλαμβάνονται τον ρόλο τους είναι δευτερεύον. Την ώρα που η δύναμη της επικοινωνίας αμφισβητείται, οι προσπάθειες χειραγώγησης αποτυγχάνουν και ο κόσμος ψηφίζει κρίνοντας από την καθημερινότητα του, οι δημοσιογράφοι παίζουν το παιχνίδι των πολιτικών. Δεν καλύπτουν «πάγιες και διαρκείς ανάγκες», γίνονται όμηροι των νόμων της τηλεόρασης. Όχι απλά βρίσκονται στα σπλάχνα του συστήματος, αλλά σκέφτονται με τους όρους του. Είναι έτοιμοι για το καλό του Debate, για μια πιο κατινίστικη πολιτική αντιπαράθεση, να βγουν από τη μέση και να πουν: « Αφού τα παιδιά περνούν καλά, δε μας πέφτει λόγος συμπεθέρα».

Οι δημοσιογράφοι εκπροσωπούν όλους εκείνους που θα ήθελαν να ρωτήσουν κάτι τους αρχηγούς. Όταν μεμψιμοιρούν για τα πιεστικά δευτερόλεπτα και αμέσως μετά εκστασιάζονται με το καινούριο θέαμα του δημοσιογράφου-γιου του σανοπώλη, επιδεικνύουν την άγνοια τους για το κοινό αίσθημα και την απόσταση που τους χωρίζει από την κοινωνία. Θα τους περιμέναμε να υπερασπιστούν το debate που εκπέμπει πολιτικό πολιτισμό και απαγορεύει τις απευθείας συγκρούσεις, από τις οποίες έχουμε χορτάσει στη Βουλή και στις εκπομπές τους.

Η πολιτική αντιπαράθεση ακολουθεί τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς. Η καινούρια αντίληψη φαίνεται να λέει ότι όλα θα τα διορθώσει η αόρατη χειρ της τηλεόρασης, αρκεί να της έχουμε εμπιστοσύνη. Δεν είναι της μόδας να ανησυχείς για το μέλλον της δημοσιογραφίας που δίνει πάσες ενώ θα έπρεπε να παίζει άμυνα. Τηλεοπτικοί δημοσιογράφοι και πολιτικοί αρχηγοί βρίσκονται αντιμέτωποι στο debate ενώ στην πραγματικότητα είναι στην ίδια όχθη.

Μήπως είναι η ώρα των δημοσιογράφων του Τύπου; Είναι κρίσιμο να αντιληφθούμε πως δε χρειαζόμαστε λιγότερους δημοσιογράφους. Χρειαζόμαστε λιγότερους αστέρες της τηλεόρασης που καταθέτουν τα όπλα τους και δε συνειδητοποιούν το χρέος τους. Διαφορετικά καληνύχτα και καλή τύχη.

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

Καποδίστριας 2 στο Σιουφοχωριό.

Δε θα αναφέρω κανέναν ονομαστικά γιατί δε θα ήθελα να αδικήσω κάποιους άλλους. Οι υποψήφιοι βουλευτές διαγκωνίζονται για μια θέση στον ήλιο. Και εμείς ονειρευόμαστε την πιθανή σύνθεση της επόμενης Βουλής προσωπικοτήτων. Έχουμε και λέμε:

Βατοπεδινοί Φαναριώτες, η Λίζα Μπανάνα, σκανδαλοπνίχτες, γριπωμένοι αετονύχηδες, διαπρύσιοι κήρυκες, δεινοί ρήτορες, άσημοι νομπελίστες, διάσημοι θαυματοποιοί, Facebookίτες και Facebοοκίτισσες, νοσταλγοί της χούντας, ανθέλληνες και υπερέλληνες, επαγγελματίες της τηλεόρασης, ερασιτέχνες της πολιτικής, σταρλετίτσες της διπλανής πόρτας, μάνες ρέιβερ, πράκτορες της Κα-Γκε-Μπε, απόφοιτοι του ΙΕΚ Ρουσόπουλου, ο γιος του σανοπώλη, η κόρη του περιπτερά, ο άντρας της Μανωλίδου, τα παιδιά του Ζεβεδαίου, μοντέλα με μεταπτυχιακό στην πυρηνική φυσική, ανατολικογερμανίδες σπρίντερ, ο άνθρωπος που γύρισε απ’ το Χάρβαρντ, η υπολοχαγός Νατάσα, ο μάγκας με το τρίκυκλο, η κόρη μου η σοσιαλίστρια, ο τρελοπενηντάρης, η Μπάρμπι του Μεσολογγίου, η σέξι οδοντίατρος, pin-up girls, η Πολυάννα μαμά, τα Ζουζούνια, ο διαχειριστής της απέναντι ελπίδας, ένας μαύρος για δείγμα, η Ντόρα η μικρή εξερευνήτρια, ο Μαραντόνα των Βαλκανίων, γλάστρες και μαϊντανοί, οι κουμπάροι, ο Παλαιοκώστας, ο Μισούνοφ, ο Ζίκο, οι μετρ του κουκουλώματος και οι εκλεκτοί της διαπλοκής συνθέτουν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ υποψηφιοτήτων.

Αίσθηση προκαλεί ο αποκλεισμός διακεκριμένων μόδιστρων και εγχειρισμένων transexual, όπως επίσης και του Καραγκιόζη φούρναρη, του χασάπη της Σρεμπρένιτσα, του Εθνικού σταρ και της Χάνα Μοντάνα. Πάμε λοιπόν όλοι μαζί! Να πάει κάθε ψήφος χαμένη! Να πάει και να μη ξαναγυρίσει! Η Βουλή θα είναι φτωχότερη χωρίς τη Σαρρή και το Σημίτη. Δύο εθνικά κεφάλαια!

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Καμύ συναντάει τον Κένεντι.

Στην "Πτώση" του Καμύ, ο πρωταγωνιστής είναι ένας επιτυχημένος δικηγόρος, ένας αστός. Το βιβλίο που εκδόθηκε το 1956, τέσσερα χρόνια πριν τον αιφνίδιο θάνατο του Γαλλοαλγερινού συγγραφέα σε τροχαίο, είναι βαθιά υπαρξιακό, εξομολογητικό και ξεγυμνώνει την ανθρώπινη φύση βήμα προς βήμα, από παράγραφο σε παράγραφο, από όλα τα ψέματα της.

Ο ήρωας, ο Ζαν Μπατίστ, αγάπησε τη ζωή και τον εαυτό του, πάνω από όλα. Τις ελλείψεις του τις αποδοκίμαζε αλλά τις ξεχνούσε με μια «αρκούντως αξιέπαινη επιμονή». Τα ελαττώματά του απέβαιναν προς όφελός του. Αναζητούσε το πάθος και κατάφερνε να ζει αρμονικά με την διπλοπροσωπία του, χωρίς να το μετανιώνει. Συγχωρούσε τον εαυτό του, επειδή έτρεφε ελάχιστη εκτίμηση για τους άλλους. Μέσα στα λάθη του, αισθανόταν αθώος. Η Πτώση είναι το βιβλίο που ανάγκασε τον Σαρτρ να «παραδεχτεί» τον Καμύ, αυτό που του χάρισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Δεν είναι ένα βιβλίο απαισιόδοξο όπως γράφει η Wikipedia, ή τουλάχιστον έχει τόση απαισιοδοξία όση μπορεί να κρύβει η ειλικρίνεια.

Ο πρωταγωνιστής ένα βράδυ δεν θα βοηθούσε μια γυναίκα που πέφτει στα νερά ενός ποταμού. Όταν ακούει τις φωνές της πίσω του, παγώνει και μετά από λίγο απομακρύνεται. Δεν ειδοποιεί κανέναν. Άλλη μία απόδειξη της αγάπης του για τον εαυτό του. Δε θα διακινδύνευε τη ζωή του για χάρη μίας άγνωστης.

Ο Τεντ Κένεντι είναι ένας από αυτούς τους ανθρώπους που μαθαίνουμε εδώ στην Ελλάδα(ή που ξαναθυμόμαστε) με την ευκαιρία του θανάτου του. Στα τέλη του Αυγούστου έχασε την μάχη με τον καρκίνο. Η πολιτική καριέρα του γερουσιαστού, αδερφού του Τζον και του Ρόμπερτ, αποχαιρέτισε κάθε φιλοδοξία της τον Ιούλιο του 1969, στο ατύχημα που έχασε τη ζωή της η βοηθός του, Μαίρη Τζο Κόπεσν, στο νησί Τσαπακουίντικ. Ο 37χρονος τότε Τεντ, χάνει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του που πέφτει σε ένα κανάλι. Ο ίδιος καταφέρνει να απεγκλωβιστεί, όχι όμως και η 28χρονη συνοδός του. Όταν ειδοποιεί μετά από ώρες την αστυνομία, έχει ήδη βρεθεί το άψυχο κορμί της.

Την υπόλοιπη του ζωή ο Κένεντι την αφιέρωσε στο Δημοκρατικό κόμμα και στους αγώνες του πλάι «στους φτωχούς και στους αδυνάτους», όπως είπε ο Ομπάμα. Έτσι ένιωθε αθώος, όπως και ο ήρωας του Καμύ όταν υπερασπιζόταν τους πελάτες του. Δεν ξέρω αν ο Τεντ είχε διαβάσει την Πτώση, αν γνώριζε τον Ζαν Μπατίστ. Εκείνος φαίνεται να μας ξέρει όλους καλά. Ωστόσο, όλο το νερό της θάλασσας δεν θα έφτανε να ξεπλύνει μία κηλίδα αίματος(Λοτρεαμών). Και αυτό το διδάχτηκε σε όλη του την καριέρα ο εκλιπών γερουσιαστής. Ακόμα κι αν ξεχνούσε τις ενοχές του, θα του τις υπενθύμιζαν οι άλλοι.

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2009

Επαναστατικό μανιφέστο!

Για τους λιγότερο μυημένους, η κριτική στην εξουσία μπορεί να σημαίνει από αυθάδεια μέχρι ηρωισμό. Από πολλούς μορφωμένους αντιμετωπίζεται σαν περιττή και υπερβολική. Θεωρούν ότι πηγάζει από μια ιδιοτροπία και έναν ανεξήγητο ρομαντισμό που προσπαθεί να καλύψει ενδεχομένως κάποια έλλειψη. Για τους πλούσιους είναι αδιάφορη ή ενοχλητική. Για τους φτωχούς αναποτελεσματική και ατελέσφορη.

«Δεν τα βάζουμε με το κεφάλαιο επειδή ζηλέψαμε τα αστραφτερά υπάρχοντά του. Δεν έχουμε εμμονές. Αρνούμαστε να δούμε την εκμετάλλευση σαν κάτι απλά μη αισθητικά ωραίο. Πιστεύουμε ότι λιγότερα κέρδη σημαίνει περισσότεροι άνθρωποι.

Όταν δεν πολεμάς, δε σε σέβονται. Αγαπάμε τους ανθρώπους που μιλάνε επειδή μάθαμε από την ιστορία ότι πολλοί κρίθηκαν ένοχοι επειδή μίλησαν και ελάχιστοι επειδή σιώπησαν. Παρόλο που είμαστε αρκετά φοβισμένοι για να νιώσουμε ελεύθεροι και απολύτως ελεύθεροι για να νιώσουμε φόβο, λέμε:

Δε μας νοιάζει πόσα έχουν οι πλούσιοι , αλλά πόσα έχουν οι φτωχοί.
Δεν μας ενδιαφέρει τι τρώνε οι πλούσιοι, αλλά τι τρώνε οι φτωχοί.
Δεν αναρωτιόμαστε που ζουν οι πλούσιοι, αλλά αν θα ζήσουν οι φτωχοί…»

Αν μπορούσαν να μιλήσουν και να σκεφτούν, αυτά θα έλεγαν οι αιχμάλωτοι της ασφάλειας του πολίτη και της ανασφάλειας της απασχόλησης, το κοινό του Λούλη, εμείς, οι πρώην εραστές της ανθρώπινης αλήθειας, που κατάντησε επικοινωνιακό τέχνασμα.

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Πετάει ο Μπολτ;

«Ο Μπολτ θα πάει στον αγιασμό. Γιατί θέλουμε να είναι πρότυπο για τα νέα παιδιά». Αυτό ακούσαμε επανειλημμένα τις τελευταίες μέρες από επίσημα χείλη. Λίγα πράγματα αξίζουν να μας εμπνέουν στην κοινωνία που ζούμε και ο Γιουσέιν είναι ένα από αυτά. Τα παιδιά μας βρήκαν στο πρόσωπο του ένα αψεγάδιαστο πρότυπο. Ποιος είναι ο Μπολτ; Αυτός, καλέ, που δείχνει η τηλεόραση, που έκανε ρεκόρ.

Τα πράγματα που κάνει ο παγκόσμιος ρέκορντμαν στα 100 και στα 200 τα έχουμε δει μόνο από μια τύπισσα με μακριά μαλλιά και μεγάλα νύχια. Ο κυρία Φλόρενς Γκρίφιθ Τζόινερ άφησε πολύ νέα τη ζωή μετά από τα εξωπραγματικά ρεκόρ της. Γίνε λοιπόν παιδί μου υπεράνθρωπος. Ξεπέρασε τα όρια, οι δυνάμεις σου είναι απεριόριστες. Αφού μπόρεσε εκείνος, γιατί όχι και εσύ; Τι σου λείπει;

Μακάρι το μήνυμα να ήταν αυτό. Δυστυχώς το αναγνωρίζουμε γιατί είναι χιλιοπαιγμένο: Απαγορεύεται να αποτύχεις, κέρδισε με όλα τα μέσα, ξεπέρασε τους αντιπάλους, γίνε εσύ ο σταρ του εαυτού σου, μπες και εσύ στην τηλεόραση, μην είσαι άνθρωπος, να είσαι celebrity.

Ο Μοχάμεντ Αλί κάποτε αρνήθηκε να πάει στο Βιετνάμ. Ο Ρούουντ Γκούλιτ αφιέρωσε τη Χρυσή Μπάλα στο φυλακισμένο Νέλσον Μαντέλα. Ένα παιδί που διδάσκει τόσα χρόνια με το ήθος του, τους αγώνες του, τον λόγο του, την αγάπη του για αυτό που κάνει, ο φιλοσοφημένος Περικλής Ιακωβάκης, ο μεγαλύτερος Έλληνας αθλητής των τελευταίων ετών, δε συμπλήρωνε τα τυπικά προσόντα για να μιλήσει στα παιδιά. Επειδή δεν έχει πάρει πολλά μετάλλια. Ο εγωπαθής γιος του ανέμου, δεν ξέρει να μιλήσει στα παιδιά…Υποσχέθηκε όμως και άλλα ρεκόρ.

Είναι διασκεδαστικό να έρχεται ο Μπολτ στο σχολείο σου, το ομολογώ. Να σου δίνει αυτόγραφο, να τρέχει στην αυλή σου. Άλλο όμως ατραξιόν και άλλο πρότυπο. Ποιος θα πει στα παιδιά ότι δεν χρειάζεται να γίνουν σαν αυτόν; Ότι αξίζουν χωρίς τα μετάλλια; Ότι η ευτυχία δεν έρχεται με τη δόξα, ότι δεν πρέπει να φοβούνται να είναι θνητοί; Ότι το ντόπινγκ ζει και βασιλεύει; Αν ήταν υπεράνθρωπος ήρωας κόμικ, η παρουσία του θα ήταν ευπρόσδεκτη!

Μια φίλη μου κυνήγησε το όνειρο της να γίνει δασκάλα μέχρι την ακριτική Γαύδο. Σήμερα στον αγιασμό το μόνο που της έλειπε ήταν ένα πρότυπο. Σωστά; Κρίμα που αυτός ο Μπολτ δεν μπορεί να πετάξει.

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

Εκλογοπληξία!

Παρακολουθώντας τα τέρατα στα παράθυρα να δίνουν τη μάχη για να υπερασπιστούν το δίκιο τους και να τυφλωθούν μπροστά στο άδικό τους, σκέφτηκα ότι η ρήση του Λα Ροσφουκό για τους γέρους θα ήταν καλύτερη έτσι: Στους πολιτικούς αρέσει να δίνουν ο ένας στον άλλον καλές συμβουλές γιατί δεν μπορούν να γίνουν καλά παραδείγματα.

Γνώμη του Κανένα.

"Μην τις σκέφτεσαι τις διαρροές προς το ΛΑ.Ο.Σ, Κώστα μου. Πλημμύρες προς την Αττική να μην έχουμε".

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2009

Αποβισσοποίηση!

«Η αδιαφορία μου για τη συμμετοχή του Μουσικού Συνόλου Μάνος Χατζιδάκις γρήγορα μετατράπηκε σε απογοήτευση και θλίψη όταν είδα να συνδέεται η συναυλία μου και να παρουσιάζεται από κοινού με τη συναυλία του (Υπό)Συνόλου (!), που, αν μη τι άλλο, δείχνει άγνοια, αλλά και έλλειψη ευαισθησίας σχετικά με το έργο του Νίκου Καρβέλα και τη θέση του στον ελληνικό πολιτισμό. Τα κουλτουριάρικα και άγνωστα μουσικά σύνολα προσβάλλουν την απόλυτη Ελληνίδα σταρ, δηλαδή εμένα, και δεν μπορούν να σταθούν δίπλα μου ισάξια. Δεν θα τραγουδήσω για να δούμε ποιος θα ‘ρθει να ακούσει αυτές τις αηδίες που μου προκαλούν νύστα και απέχθεια. Άλλωστε η Πατρίτσια Φιλντ αρνήθηκε να με ντύσει για τις γιορτές της πολύ παλιάς σας πόλης. Δεν έβρισκε νούμερο. Λίγος σεβασμός δεν βλάπτει».

Η παραπάνω δήλωση δεν έγινε. Είναι παράφραση της δήλωσης της αντίθετης πλευράς. Η ιστορία είναι γνωστή. Το Μουσικό Σύνολο «Μάνος Χατζιδάκις» ματαίωσε την συναυλία του στις γιορτές παλιάς πόλης της Ξάνθης επειδή αφενός συγχύστηκε με την παρουσία στις ίδιες εκδηλώσεις της Άννας Βίσση και αφετέρου ενοχλήθηκε με την κοινή του παρουσίαση σε διαφημιστικό σποτ. Ο Γιώργος Χατζιδάκις, γιος του αείμνηστου μουσικοσυνθέτη, μίλησε για ένα είδος μουσικής «εκ διαμέτρου ξένο, αισθητικά και ιδεολογικά αντίθετο και ασύμβατο» με το έργο και την όλη καλλιτεχνική υπόσταση του πατέρα του. Οι διοργανωτές έκαναν λόγο για υπεροπτική στάση ενώ η Βίσση δήλωσε ότι η πολλή αποστείρωση καταντάει δήθεν: « Ο Γιώργος Χατζιδάκις δεν ξέρω αν κάνει καλά έτσι όπως εκπροσωπεί τον πατέρα του».
Ο Χατζιδάκις περιφρονούσε την κάθε λογής χυδαιότητα. Ενδεχομένως ο γιος τίμησε τον πατέρα με την αποχώρηση του. Η κίνηση είχε καλές προθέσεις και κατανοητό σκεπτικό. Ενόχλησε ωστόσο με την μυγιάγγιχτη λογική της. Και οι γιορτές είχαν τελικά μόνο Βίσση.

Η Βίσση δεν είναι κολλητική. Ούτε προκαλεί αλλεργικά σοκ. Τα παίρνει χοντρά και κάνει την πλάκα της. Αντί οι άνθρωποι της τέχνης, παρόλα αυτά, να διδάξουν πολιτισμό, γίνονται κήρυκες ενός αγνού, αμόλυντου πολιτιστικού ρατσισμού που δεν αφυπνίζει, αλλά διαχωρίζει και ενοχλεί με την αφ' υψηλού αντιμετώπιση των "βαρβάρων". Η Βίσση μολύνει, «ρυπαίνει» ενδεχομένως. Καμία αντίρρηση. Είναι τόσο μεγάλη όμως η καλλιτεχνική της αξία που μπορεί να μειώσει την προσωπικότητα του Χατζιδάκι; Η απαξίωση της την κάνει να δείχνει παντοδύναμη. Αφού έτρεψε το Χατζιδάκι σε φυγή, είναι υπολογίσιμη αντίπαλος. Υποτιμούν και προσβάλλουν τον κόσμο αυτοί που θεωρούν ότι θα του προκαλούσε σύγχυση η συνύπαρξη των δύο συναυλιών σε ένα πρόγραμμα πολλών και διαφορετικών εκδηλώσεων (άλλος κόσμος θα έκοβε εισιτήριο για το Χατζιδάκι και άλλος για την Αννούλα).

Πράγματι, αφού δεν εκφράζουν το ίδιο μουσικό ήθος με την Βίσση, γιατί προσπαθούν να της μοιάσουν; Γιατί δεν της κάνουν την τιμή να βρίσκονται στο ίδιο πρόγραμμα εκδηλώσεων με το μουσικό τους σύνολο; Το να αρνείσαι να μεταφέρεις μια παράσταση σε ένα κοινό της περιφέρειας που δεν έχει πολλές δυνατότητες να την παρακολουθήσει σύντομα ξανά, είναι αυτό που ενοχλεί στην απόφαση των «στασιαστών». Αυτό ακριβώς σε ένα προοδευτικό μυαλό θα έγερνε την πλάστιγγα υπέρ της πραγματοποίησής της.

«Πρέπει να παραιτηθούμε από την ιδέα ότι η κουλτούρα μπορεί να μας σώσει. Είναι το λίκνο του πνεύματος και η φυλακή του», λέει ο Μπρυκνέρ. Όσο η υψηλή κουλτούρα μας κάνει χάρη, η κάθε Βίσση θα ξεσηκώνει το αποχαυνωμένο κοινό της που έχει ένα παραπάνω λόγο τώρα να τη χειροκροτάει. Ότι έδιωξε εσάς, τους «ξενέρωτους». Ένας κόσμος που είχε και πριν ακόμα ανακοινωθεί η συμμετοχή σας, την υποψία ότι δεν τον καταδέχεστε.

Το κοινό που έχει μάθει να σέβεται και την ιδιοφυία των μεγάλων και την ευκολία των μικρών, νιώθει τελικά ότι η Βίσση θα περάσει το δικό της. Ότι η ευτέλεια θα επικρατήσει είτε λόγω της επιμονής της, με το σπαθί της, είτε λόγω της πλύσης εγκεφάλου. Και η κουλτούρα θα απομείνει μαγεμένη μπροστά στον καθρέφτη του ναρκισσισμού της. Αφού σε τελική ανάλυση είναι τόσο ακριβοθώρητη η παρουσία της, ας εξασφάλιζε καλύτερα την ασφάλεια της. Μπορεί και εκείνη να εφαρμόσει τα καπρίτσια της Μαντόνα και να έχει μαζί της ένα κατάλογο παράλογων απαιτήσεων, όπως τον αποκλεισμό της Βίσση ή της Βανδή.

Το στοίχημα για τους ανθρώπους του πολιτισμού ήταν πάντοτε η φυλακή της αυταρέσκειάς τους. Με την αποχώρηση τους, φαίνεται να σνομπάρουν το κοινό και όχι τη Βίσση. Γίνονται ριψάσπιδες της τέχνης και μάλιστα μιαν εποχή όπου ο νέος βομβαρδίζεται με κακογουστιά, ηλιθιότητα και ασημαντότητα. Χτυπώντας το σύστημα μέσω της φυγομαχίας σου, συμμαχείς μαζί του. Με τέτοιες ανταρσίες θα εξακολουθεί η νεολαία να γνωρίζει τον Καρβέλα και να αγνοεί τον Κολοκοτρώνη όπως αποκάλυπτε μια έρευνα παλαιότερα, ο ράπερ της δεκάρας θα καλύπτει τον Χατζιδάκι.

Αντιλαμβανόμενος τον εαυτό σου ως ιερή αγελάδα, ως ιερό κειμήλιο, θα απευθύνεσαι σε άδεια καθίσματα και σε άδειες ψυχές, που μεγάλωσαν με την φτήνια να τους βάζει για ύπνο. Η αληθινή μουσική θα χαμηλώνει στα αφτιά μας μέσα από την άρνηση της να συνυπάρξει με την ευτέλεια στον βωμό της μουσικής παρθενίας. Με τα σκονισμένα αντανακλαστικά της κερδίζει μάλιστα την ολόψυχη αντιπάθεια, επιβεβαιώνοντας πως η υψηλή κουλτούρα δεν διαθέτει απαραίτητα κάποιο τεκμήριο ηθικής ανωτερότητας ή στοιχειώδους ευγένειας.

Αν ηττηθεί η κουλτούρα θα είναι γιατί δεν έχει μάθει να πολεμάει αθόρυβα τους εχθρούς της, επειδή νιώθει τελικά ότι μειονεκτεί σε μαζικότητα, επειδή δείχνει ανοιχτά ότι δε σέβεται τον κόσμο, ότι δεν τον έχει σε υπόληψη. Πρώτη φορά μάλιστα μου φαίνεται συμπαθής η Βίσση. Με φέρατε στη δυσάρεστη θέση να την υπερασπιστώ. Αυτό είναι το κατόρθωμα σας. Φταίμε αν συνεχίσουμε να προδίδουμε τον αγαπημένο μας Μάνο; Αν πάμε με «όλες τις τσούλες της γης»; Αν πούμε ευτυχώς που υπάρχουν πουτάνες;

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2009

Μια κρυφή ευαισθησία!

Σήμερα το πρωί ήθελα να διαβάσω Καβάφη αλλά βρήκα την απόφαση του Βουλγαράκη να μην είναι υποψήφιος και δεν μπήκα στην φασαρία να ψάχνω τις συλλογές του. Το ποίημα του Καβάφη "Το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι" είναι το must των δραματικών αποχωρήσεων. Το απαραίτητο χαλί της εξόδου.

Το όραμα της διανόησης από την εποχή του Πλάτωνα για φιλοσόφους-πολιτικούς, ήταν ανέκαθεν μια μεθυσμένη ουτοπία. Βλέπουμε ωστόσο πολιτικούς όπως ο Ρουσόπουλος και ο Βουλγαράκης, να θυμούνται τους ποιητές όταν αποφασίζουν ότι η πολιτική δεν έχει άλλα σπίτια να τους χαρίσει, όταν ο λαός τους λέει το μεγάλο όχι.

Στον Σεφέρη δεν άρεσε αυτό το ποίημα του Καβάφη: "Από τα ποιήματα του που μ’ ενοχλούν πραγματικά· πρώτα, γιατί δε μου μεταδίνει κανένα αίσθημα· έπειτα, γιατί άκουσα τόσους και τόσους να το απαγγέλνουν με το στόμφο εκείνων που δεν ξέρουνε τι λένε· θαρρείς πως ο καθένας μπορεί να το γεμίσει με όλα τα ναι και όλα τα όχι που του έλαχαν στο μεροκάματο του…". Ο ίδιος ο ποιητής δεν το αποκήρυξε, μα και δεν το ενέταξε στις συλλογές που εξέδιδε ως τα τέλη της ζωής του.

Ο Πεσσόα έλεγε ότι η πολιτική είναι η λιπαρή αποβλάκωση της οργάνωσης της αναρμοδιότητας. Τι να καταλάβουν οι ποιητές από το δράμα της σταυροφορίας του σταυρού; Προτείνω στους πολιτικούς να σταματήσουν να υποβάλλουν παραιτήσεις με συμπληρωματικά κείμενα που τους εκθέτουν, ας υποβάλλουν απλά το ποίημα του Καβάφη και να μείνουν σίγουροι πως αν τους χρειαστούμε, θα τους τηλεφωνήσουμε.

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

5/9!

«Κάθε φορά που ακούω έναν πολιτικό λόγο ή διαβάζω για τους ιθύνοντες με κυριεύει εδώ και χρόνια φρίκη γιατί δεν ακούω τίποτα που να βγάζει ανθρώπινο ήχο. Οι ίδιες πάντα λέξεις που λένε τα ίδια ψέματα. Και το ότι ο κόσμος προσαρμόζεται , το ότι η οργή του λαού δεν έριξε ακόμα τα ανδρείκελα, αποδεικνύει , κατά τη γνώμη μου ότι οι άνθρωποι δεν αποδίδουν καμιά σημασία στην κυβέρνηση τους και ότι παίζουν με ένα ολάκερο κομμάτι της ζωής τους και των λεγόμενων ζωτικών συμφερόντων τους».
Αλμπέρ Καμύ.

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2009

Γεννημένη για να φύγει την 4η Οκτωβρίου!

Έπειτα από την εξέγερση των εργατών το 1953 στην Ανατολική Γερμανία εναντίον της κομμουνιστικής ηγεσίας, ο Μπρεχτ είχε πει: «Μετά τα γεγονότα διαβάζαμε ότι ο λαός είχε χάσει την εμπιστοσύνη της κυβέρνησης και μπορούσε να την ξανακερδίσει μόνο αν δούλευε με διπλάσιο ζήλο. Δεν θα ήταν απλούστερο για την κυβέρνηση να διαλύσει τον λαό και να εκλέξει άλλον;».

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

Τσόντα beat!

«Δεν μπορεί το ΠΑ.ΣΟ.Κ να μας χρησιμοποιεί σαν τσόντα» δήλωσε ο Αλέξης Τσίπρας, βάζοντας τέλος στα εκλογικά σενάρια που παρουσιάζουν το Συριζα πρόθυμο να συνεργαστεί με την Ιπποκράτους. Ο Αλέκος Αλαβάνος διαφοροποιήθηκε δηλώνοντας ότι ούτε σαν κοινωνικό δράμα ούτε σαν αισθηματική κομεντί, θέλει να τον χρησιμοποιούν.

Πριν κάποιο διάστημα ένας φίλος μου, μου ανακοίνωσε με ενθουσιασμό τον τελευταίο τίτλο πορνογραφικού φιλμ που παρακολούθησε. Είχε πράγματι ιδιαίτερο ενδιαφέρον. «Τι θα γίνει με τον κώλο σου», ήταν το δραματικό ερώτημα που έθεταν οι παραγωγοί της ταινίας που δεν βγήκε τελικά στους κινηματογράφους. Καθώς ξετυλίγεται η πλοκή ο θεατής παίρνει φαντάζομαι την απάντηση του.

Το 1929 ο Σάμουελ Ζαμιουρέι ή αλλιώς «Μπανάνα Σαμ» πρόεδρος της Cuyamel Fruit, ανταγωνίστριας εταιρείας της United Fruit, δήλωσε: «Ένας βουλευτής στην Ονδούρα κοστίζει λιγότερο και από ένα μουλάρι», θέλοντας να καταδείξει πόσο εύκολο είναι να εξαγοράσει κανείς κάποιον πολιτικό της χώρας, όπου πρόσφατα έγινε το πραξικόπημα εναντίον του προέδρου Σελάγια.

Χθες σε μια επανάληψη στον Αντ1, στα «Κρυφά μονοπάτια», ο αγνός Γιάννης Τσιμιτσέλης αφήνει σύξυλη την δασκάλα του Μαίρη Ακριβοπούλου στο κρεβάτι της ηδονής γιατί είχε ξεχάσει μια κατσίκα του έξω στο χιόνι. Τα ερωτήματα που έθεσε ο Μανούσος Μανουσάκης στο επεισόδιο ήταν αμείλικτα: Είναι πιο σημαντική η κατσίκα από την γκόμενα; Μπορεί κάποιος να επιτρέπει στο κοπάδι του να μπαίνει εμπόδιο στη σχέση του; Ο Τσιμιτσέλης απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη και άφησε πίσω του την ξαναμμένη μαθηματικό. Κατάφερε δε να σώσει την κατσίκα, δίχως την βοήθεια σωστικών συνεργείων ή ειδικών σκυλιών της αστυνομίας, που είχε τρυπώσει σε κάποια δύσβατη περιοχή του Ταϋγέτου. Η Μαίρη στη συνέχεια έβαλε στην πραγματική ζωή υποψηφιότητα για βουλευτής Θεσσαλονίκης χωρίς υπόνοιες για το κατά πόσον θα χρηματιζόταν με ένα μουλάρι όπως οι βουλευτές της Ονδούρα. Δεν πείθει ωστόσο ούτε ως υπέρμαχος της πράσινης ανάπτυξης.

Δουλειά της τέχνης είναι να θέτει ερωτήματα. Οι πληροφορίες μέχρι στιγμής για την τύχη του κώλου είναι συγκεχυμένες. Ο Τσιμιτσέλης έκανε τις επιλογές του πληρώνοντας το τίμημα. Είναι η ώρα του Καραμανλή. Μελετώντας το πρόγραμμα του Champions League και του Europa League, δεν μπορούμε να τολμήσουμε μια ασφαλή πρόβλεψη για την ημερομηνία των εκλογών.