Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

Αναλήθειες της αλήθειας

Το Yahoo αντικρίζοντας τις προάλλες τις νέες διαρροές από το Wikileaks, έβαλε τη λέξη αλήθεια, την αλήθεια που υποστηρίζει ότι αποκάλυψε ο οργανισμός για τον πόλεμο του Ιράκ, σε εισαγωγικά. Σε αυτή του την ενδιαφέρουσα επιλογή το ακολούθησαν η Καθημερινή και ο Σκάι-φαντάζομαι ακολούθησαν κι άλλοι γενναίοι. Τα χείλη του Τζούλιαν Ασάνζ, ιδρυτή της ιστοσελίδας, προκαλούν σε μερικά Μ.Μ.Ε αυτά τα συμπτώματα υπερευαισθησίας, εμπνέοντάς τους τον αντικειμενικότερο τους εαυτό. Τα βασανιστήρια, οι θάνατοι αμάχων που δεν ήταν γνωστοί, τα εγκλήματα πολέμου και οι υπόλοιπες αποκαλύψεις δεν είναι σίγουρα αρκετές για να μας πουν το πιο ωραίο παραμύθι που ανακάλυψε ο ανθρώπινος νους, μία έννοια την οποία οι άνθρωποι πολέμησαν και απαγόρεψαν συστηματικά σύμφωνα με τον Νίτσε. Τα χιλιάδες έγγραφα που ήρθαν στην επιφάνεια ωστόσο συμβάλουν αναμφισβήτητα στην υπόθεσή της, ακόμα κι αν πρόκειται για τη δυσάρεστη υπενθύμισή της. Τι σημαίνουν λοιπόν αυτά τα εισαγωγικά;

Η κραυγή αγωνίας του ανθρώπου τον 20ο αιώνα είχε το άκουσμα μίας βόμβας ή μίας σφαίρας. Αυτή η σκέψη υπονομεύει τα τελευταία χρόνια την επιθυμία μου να γίνω δημοσιογράφος και συνδέεται κατά κάποιο τρόπο με την υπόθεση του Wikileaks. Συνειδητοποίησα καθυστερημένα πως δεν υπάρχει και δεν υπήρξε ποτέ καμία είδηση που να λέει ουσιαστικά κάτι καινούριο. Αυτό θα γινόταν μόνο σε περίπτωση που καταστρέφαμε όλα τα αρχεία των εφημερίδων, όλες τις βιβλιοθήκες, όλα τα ιστορικά ντοκουμέντα και, τέλος, την πιο εύκολη αντίπαλο, την ανθρώπινη μνήμη. Στην επικαιρότητα δεσπόζουν μονάχα ολοκαίνουρια θύματα. Μια φράση του Ουάιλντ ή του Μπρεχτ σου αποκαλύπτει πολλά περισσότερα απ’όσα θα μπορούσαν όλα τα ρεπορτάζ του κόσμου-αφού φυσικά έχεις μπει στον κόπο να διαβάσεις σημαντικό αριθμό από αυτά. Η αποστολή του δημοσιογράφου στις μέρες μας γίνεται πολύ πιο σύνθετη και απαιτητική. Οφείλει να πάρει μια βαθιά ανάσα από τις πληροφορίες που τον κατακλύζουν, να βουτήξει στα βιβλία και να απογαλακτιστεί από τη μανία του ρεπορτάζ.

Ο λόρδος Durham στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, επιστρέφοντας από τον Καναδά, έγραψε μια εξαιρετικά επικριτική αναφορά για την βρετανική αποικία. Η κυβέρνηση, θορυβημένη, πρότεινε να δημοσιοποιήσει την αναφορά αλλά με κάποιες διορθώσεις. Οι Times εκείνης της εποχής την αγνόησαν, εξασφάλισαν το πλήρες κείμενο και το δημοσίευσαν. Όλα αυτά στο μακρινό 1839. Δύο αιώνες σχεδόν μετά, το Πεντάγωνο, η κυρία Κλίντον και οι Βρετανοί καταδικάζουν τις διαρροές και επαναλαμβάνουν σαν να κατάπιαν την ίδια καραμέλα ότι η δημοσιοποίηση απόρρητων εγγράφων θέτει σε κίνδυνο τα συμμαχικά στρατεύματα και τις «εκπαιδευτικές εκδρομές» τους. Η αλήθεια είναι ότι το Wikileaks κινδυνεύει περισσότερο. Πριν από δύο μήνες ο Ασάνζ είχε κατηγορηθεί για το βιασμό μίας γυναίκας και καταζητείτο. Για μερικές ώρες-τόσο κράτησε η ενοχή του- ίσχυε αυτό που είπε κάποτε ο Ουίλιαμ Χάζλιτ: «Αν δεν μπορούν να βρουν ψεγάδια στα επιχειρήματά σου, θα βρουν σίγουρα στην υπόληψή σου». Η κατηγορία ως διά μαγείας αποσύρθηκε ξαφνικά.

Στην περίπτωση της Σακινέχ Μοχαμαντί Αστιανί, της 43χρονης γυναίκας που κατηγορήθηκε για μοιχεία που ποτέ δεν διέπραξε, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η ιστορία της, που συγκεντρώνει όλη τη βαρβαρότητα που κυριαρχεί ακόμα στον Ισλαμικό κόσμο, ταιριάζει με τα συμφέροντα της Δύσης. Δε χρειάζεται αυτή την περίοδο να είσαι σέλεμπ ή είδος υπό εξαφάνιση για να κινήσεις το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας. Αρκεί να κινδυνεύεις από τον Αχμαντινετζάντ. Μια απορία μου γεννήθηκε αυθόρμητα όταν είδα να επιστρατεύονται για τη σωτηρία της ηχηρά ονόματα όπως ο Μάικλ Ντάγκλας, ο Χιου Τζάκμαν, η Γκουίνεθ Πάλτροου, η Κάθριν Ζέτα Τζόουνς, ο Πίτερ Γκάμπριελ, η Ανι Λένοξ, ο Στινγκ, η Γιόκο Όνο, η Κάρλα Μπρούνι, η Σεγκολέν Ρουαγιάλ, η Ιζαμπέλ Ατζανί. Γιατί όλη αυτή η παγκόσμια κινητοποίηση για τη δύστυχη γυναίκα; Ποιο δράμα χωράει τόση γκλαμουριά; Γιατί να σώσουμε εκείνη(;) συγκεκριμένα, ήταν το προκλητικό μου ερώτημα. Γιατί όχι κάποια άλλη;

Όταν το 1762 ρωτούσαν τον Βολταίρο γιατί είχε βαλθεί να ξεσηκώσει ολόκληρη την Ευρώπη υπέρ ενός και μόνο ανθρώπου είχε απαντήσει: «Επειδή είμαι άνθρωπος». Ο Μπερνάρ Ανρί Λεβί, τη ρηχότητα και τον ναρκισισμό του οποίου είχε εντοπίσει πρώτος ο Καστοριάδης, δεν λέει ακριβώς αυτό. Ο Γάλλος σουπερστάρ νεοφιλόσοφος είναι αυτός που πρωτοστατεί στην υπόθεση της Σακινέχ. Στον ιστότοπο που έχει δημιουργηθεί καλούμαστε να υπογράψουμε, όχι επειδή είμαστε άνθρωποι, αλλά επειδή πληροφορούμαστε ότι ο λιθοβολισμός είναι βάρβαρος. Είναι όμως λιγότερο βάρβαρη η ένεση που σκότωσε πριν ένα μήνα την Τερέζα Λιούις στην Βιρτζίνια των Η.Π.Α; Και ποιος άκουσε οτιδήποτε για αυτή τη γυναίκα;

Ανοίγω εδώ μια παρένθεση: Αλίμονό μας αν εντοπίζουμε κάποια ουσιώδη διαφορά μεταξύ της ένεσης και του λιθοβολισμού. Θα ήταν σα να δεχόμαστε ότι μπορούμε να σκοτώνουμε τον συνάνθρωπό μας αν πρώτα δεν τον βασανίζουμε. Θα ήταν σαν να βάζουμε τιμές σε μια βαρβαρότητα που μόνο πάνω από κάποιο όριο θα ήταν επικίνδυνη. Κάποιος θα πει ότι η Σακινέχ δεν έχει διαπράξει κανένα έγκλημα. Πράγματι. Σε περίπτωση δηλαδή που είχε διαπράξει, θα είχαμε δικαίωμα να τη λιθοβολήσουμε;

Η 41χρονη Τερέζα Λιούις, με δείκτη νοημοσύνης 72, πιθανότατα έπασχε από νοητική υστέρηση. Πόσο ικανή ήταν να οργανώσει τη δολοφονία του γιου και του συζύγου της; Και τι IQ έχουν τα δικά μας συστήματα απόδοσης δικαιοσύνης που επιτρέπουν ακόμα τη θανατική ποινή; Προφανώς στα διεστραμμένα μυαλά ορισμένων, όλα κρίνονται από το πώς τελικά θα προκύψει ο θάνατός του κατηγορούμενου, από το πώς θα φτάσουμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Οι πολιτισμένοι δυτικοί βρήκαν τη λύση, τιμωρώντας το στυγνό έγκλημα με ένα έγκλημα γεμάτο ανθρωπιά.

Φυσικά δεν προτείνω να μείνουμε με σταυρωμένα τα χέρια. Όσο προκλητικό κι αν είναι το ερώτημα, γιατί να σώσουμε συγκεκριμένα τη Σακινέχ, παραμένει απείρως προκλητικότερη η βαναυσότητα και η παράνοια με την οποία αντιμετωπίζονται οι γυναίκες στο Ισλάμ. Η Ιρανή κινδυνεύει ακόμα. Η κινητοποίηση βοήθησε. Η επιτυχία της όμως δεν μπορεί παρά να είναι βραχυπρόθεσμη. Ο τρόπος δράσης μας θα καταδείξει πόσο ειλικρινές και έντιμο τελικώς είναι το ενδιαφέρον μας.

Η βαρβαρότητα βρίσκεται δίπλα μας. Υπεκφεύγουμε εάν θεωρούμε ότι πρέπει να ταξιδέψουμε για να τη συναντήσουμε. Θα επιλέξουμε να δράσουμε αυταρχικά, κουνώντας το δάχτυλο σε ένα Ιράν που γίνεται περισσότερο βίαιο όταν αντιλαμβάνεται τις προσπάθειες παρέμβασης της δίκαιης Δύσης ή με όχημα τον πολιτισμό και την αγάπη μας, σαν κοινωνίες που έχουν διδαχτεί από τα λάθη τους; Η αγορά επένδυσε έγκαιρα στη γοητεία που ασκεί στους ανθρώπους, νομιμοποιώντας ιδιοφυώς το ρόλο της. Η Δύση αν θέλει πράγματι την ειρήνη και τη δικαιοσύνη, πρέπει να ξελογιάσει το Ιράν δίχως βιασύνες, παραμένοντας ταυτόχρονα πρόθυμη να αποδεικνύει ανά πάσα στιγμή ότι η γυναίκα του Καίσαρα είναι τίμια. Είναι όμως; Ο Μόροου έλεγε ότι δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε την ελευθερία στο εξωτερικό έχοντας την εγκαταλελειμμένη στη πατρίδα μας. Για την ώρα όλοι γνωρίζουν ότι αυτό που την καίει, δεν είναι η Σακινέχ, αλλά το πυρηνικό πρόγραμμα του νέου απαραίτητου εχθρού.

«Μέχρι και ο Χίτλερ ήταν άνθρωπος και όχι τέρας, οφείλουμε να μη του στερήσουμε την ανθρωπινότητά του, την πολυπλοκότητά του», έλεγε ο Μορέν. Ο Τριαρίδης, παίρνοντας τη σκυτάλη, θέτει βασανιστικά ερωτήματα. Πόσο είναι σε θέση η ανθρωπιά μας να μας κρατήσει μακριά από εγκλήματα που έκαναν άνθρωποι; Δυστυχώς δεν είμαι αισιόδοξος. Ο Έρικ Έρικσον, ένας υπερσυντηρητικός συγγραφέας, με την ευκαιρία της εκτέλεσης της 41χρονης γυναίκας, ζήτησε από τη συχνότητα του CNN και άλλες θανατικές ποινές σα να έλεγε το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου. Γνωρίζει πολύ καλά ότι σε μια Αμερική που συντηρητικοποιείται σφοδρότερα μετά την έκλαμψη Ομπάμα, αυτό που θα πει θα έχει απήχηση. Αθεράπευτα ρομαντικός και δίκαιος, δεν εξαιρεί τον εαυτό του από την έκκλησή του. Κάποια δικαστική πλάνη, από αυτές που στέλνει συνήθως αθώους στην ηλεκτρική καρέκλα, μπορεί να αφορά κάποτε και τον ίδιο. Για να δει όμως συνανθρώπους του νεκρούς, είναι διατεθειμένος, ως γνήσιος φασίστας, να το ρισκάρει.

Οι κυβερνήσεις που συνεχίζουν να ψεύδονται για όσα συμβαίνουν σήμερα, εμμένοντας στο δόγμα «αληθές το εθνικόν», δεν έρχονται σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση όταν είναι να απολογηθούν μετά από χρόνια για τις ματωμένες Κυριακές και τα πειράματα της Γουατεμάλα. Ζητούν συγγνώμη ετεροχρονισμένα, τώρα που ακόμα και οι νεκροί έχουν ξεχάσει. Ανίκανες και απρόθυμες να αναλάβουν τις ευθύνες τους καθολικά απέναντι στους ανθρώπους, υπηρετώντας τα αιώνια οικονομικά συμφέροντα των εντάσεων και των διενέξεων, το μόνο που καταφέρνουν είναι να επιβαρύνουν το μέλλον με ανάλογες πράξεις ανειλικρινούς μεταμέλειας.

Θα αποδεχτούμε άραγε την πρόκληση που μας απευθύνει η ζωή; Ζω, εκτός των άλλων, σημαίνει συνεχίζω από εκεί όπου σταμάτησαν οι άλλοι. Όταν διαδεχτήκαμε τους προγόνους μας στη βασιλεία του κόσμου, μας κληροδότησαν την πρόοδο, τα επιτεύγματα, τις τραγωδίες και τις αμαρτίες τους. Εμείς, χαμένοι στις αναλήθειες της αλήθειας μας, αρχίσαμε βιαστικά. Οι λέξεις που επινοήσαμε δεν στάθηκαν αρκετές για να αγαπήσουμε τους ανθρώπους. Θα μπορούσαμε εναλλακτικά, αν αποφασίζαμε κάποια στιγμή ότι μας ενδιαφέρει, να αρχίσουμε και να τις εφαρμόζουμε, βγάζοντας την αλήθεια από τη φυλακή των εισαγωγικών, πληρώνοντας την εγγύηση.

Ο Φόκνερ το 1948 παραλαμβάνοντας το Νόμπελ είπε:«Αρνούμαι να δεχτώ το τέλος του ανθρώπου». Αν ο άνθρωπος επιθυμεί να επιζήσει, θα χρειαστεί να επανεφεύρει τον εαυτό του. Να μη σιωπά για όσα ξέρει. Να θέλει να αλλάξει τον κόσμο και όχι τη θέση του μέσα σ’αυτόν. Ο Ουγκό μας καλεί να βιαστούμε. «Ας σπαταλήσουμε φως» λέει. Ας ποντάρουμε όλα τα λεφτά μας στον άνθρωπο. Υπάρχει εξάλλου άλλη επένδυση;

Για την ώρα, με την κρίση να θερίζει, μια τέτοια σπατάλη φαίνεται αρκετά παρακινδυνευμένη. Η επόμενη συγγνώμη, εφόσον η ύφεση του πνεύματος συνεχίσει να βαθαίνει κανονικά, θα ακουστεί από τα επίσημα χείλη με την καθιερωμένη καθυστέρηση.

Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

Προσεχώς

Η διακαναλική τιμωρία που μας επέβαλαν τα ανεξάρτητα κανάλια απόψε το βράδυ είχε τελικώς το νόημά της. Έβγαλε είδηση. Και δεν εννοώ τα σημεία όπου ο πρωθυπουργός της τρόικα είπε ότι θα χτυπήσει τη διαφάνεια και θα δημιουργήσει 600.000 θέσεις ανεργίας. Αυτά προστέθηκαν στα συνήθη και απολύτως ανθρώπινα εκφραστικά του λαθάκια δίνοντας μια απρόσμενη χιουμοριστική νότα σε ένα μάλλον άνοστο τηλεοπτικό γεγονός.

Το πρωτοσέλιδο είναι άλλο: Αν δεν κάνουν υγιεινό περίπατο οι πράσινοι υποψήφιοι στα ακάνθινα μονοπάτια των αυτοδιοικητικών εκλογών, μπορεί και να βρεθούμε σε αδιέξοδο. Γιατί; Η απάντηση βγήκε με δυσκολία από τα πικραμένα χείλη του πρωθυπουργού: «Οι αγορές είναι ευαίσθητες», εξήγησε λακωνικά, προσπαθώντας να μη δραματοποιήσει περισσότερο την ήδη επιβαρυμένη κατάσταση. Η πραγματικότητα είναι φυσικά τελείως διαφορετική. Οι αγορές δεν είναι απλώς ευαίσθητες αλλά υπερευαίσθητες, ευερέθιστες, μας έχουν θυμώσει και δε θέλουν να μας βλέπουν μπροστά τους. Δεν πληγώνονται πλέον μόνο από τις αντιδράσεις, τις δηλώσεις και τις διαδηλώσεις αλλά από την ίδια τη Δημοκρατία και το δικαίωμά μας να ψηφίζουμε όποιον θέλουμε και για όποιον λόγο θέλουμε στον ίδιο μας το Δήμο. Ο πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ υπονόησε δηλαδή ότι έχουμε ακόμα το δικαίωμα να ψηφίσουμε Κικίλια επειδή μας αρέσει η Άννα Καραμανλή και Γκιουλέκα επειδή εκστασιαζόμαστε με Διονύση Μακρή-Συντριβάνη, αλλά ας έχουμε υπόψη μας ότι τα σπρεντ θα κάνουν πάρτυ με τα τελευταία τραγούδια του τελευταίου.

Δε σας φαίνεται λογικό; Πράγματι δεν είναι. Ναι μεν οι αγορές κυβερνούν, αλλά ας μη μας διαφεύγει το γεγονός ότι οι πολιτικοί τις χρησιμοποιούν με τη σειρά τους ως άλλοθι για τις παραλείψεις και την αδυναμία τους να τις ελέγξουν. Τα πράγματα είναι δυστυχώς πιο απλά. Ο Γιώργος λοξοκοιτάζει προς την έξοδο κινδύνου για να μην πάρει κι άλλα μέτρα και βρεθεί αντιμέτωπος με τα συναισθήματα όχι των αδιάλλακτων αγορών αυτή τη φορά, αλλά των εξαγριωμένων πολιτών. Μπορεί να είναι δημοκράτης, μπορεί να «αναγκάστηκε να διαχειριστεί την κρίση» σε μια ώρα ανάγκης, μπορεί να μη θυμάται πια μετά από 12 μήνες ταξιδιών, συνομιλιών, παρασκηνίων και ψυχρολουσίας ότι ο ελληνικός λαός τον είχε ψηφίσει με 10 μονάδες διαφορά από τον φυγά Καραμανλή, μπορεί να του κάνουν οι Γερμανοί και ο Λάκης το βίο αβίωτο, όμως υπάρχουν και κόκκινες γραμμές. Γι’αυτό ένα επικοινωνιακό, αθώο, εκβιαστικό διλληματάκι σε εθνικό δίκτυο είναι ό,τι πρέπει για να μας προϊδεάσει για τη συνέχεια.

Ποια θα είναι αυτή; Ούτε η Όλγα Τρέμη γνωρίζει. Μείνετε λοιπόν μαζί μας φίλες και φίλοι. Οι 100 πρώτες μέρες της κυβέρνησης ήταν ένας παράδεισος επιτυχιών, ο πρώτος χρόνος της αθωότητας κύλισε αναίμακτα, τα ψέματα τελείωσαν ξανά. Ο πρωθυπουργός στο σημερινό επεισόδιο άφησε να εννοηθεί ότι επαναστάτησε απέναντι στο ίδιο του το ψέμα. Δεν μπορεί άλλα να πιστεύει, άλλα να του λέει ο Στίγκλιτς και άλλα να κάνει. Δεν τον ενδιαφέρει άλλο να μην κυβερνά, προς το παρόν τουλάχιστον. Όσο μας έσωσε μας έσωσε. Ο μικρός Κωστάκης, που ακόμα βγάζει δόντια και αδυνατεί να μιλήσει, όταν κουράστηκε, απέδρασε. «Ε λοιπόν, ξέρετε κάτι;», μας είπε σήμερα ο πρωθυπουργός. «Δεν είναι άσχημη ιδέα. Μπορώ κι εγώ». Ίσως ήρθε η ώρα που όλοι περιμέναμε, η ευκαιρία του Χάρι Πότερ να πιάσει την καυτή πατάτα, να δαμάσει τις αγορές, να επιμηκύνει το ... χρέος και να «εκμηδενίσει» το έλλειμμα. Επόμενη στάση πληρωμών και αδιεξόδου, τι άλλο, Αντώνης Σαμαράς. Καληνύχτα κύριε Παπανδρέου.

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Φορολογική ναι, συνείδηση όχι

  • Μπαμπά γιατί αυτός ο άνθρωπος κάθεται στο πεζοδρόμιο;
  • Γιατί κάποιος τον έσπρωξε, παιδί μου.
  • Φαίνεται αδύναμος. Γιατί δεν τον βοηθάει κανένας να σηκωθεί;
  • Οι περισσότεροι θεωρούν ότι εκεί είναι η θέση του, παιδί μου.
  • Ο Θεός τι κάνει γι’αυτούς τους ανθρώπους πατέρα;
  • Ο Θεός θα έπρεπε να έχει παραιτηθεί εδώ και καιρό για λόγους ευθιξίας, παιδί μου.
  • Εσύ μπαμπά τι πιστεύεις για εκείνον;
  • Πιστεύω ότι είναι τεμπέλης, παιδί μου.
  • Και διεφθαρμένος;
  • Και διεφθαρμένος, παιδί μου.
  • Τότε γιατί του έδωσες 50 λεπτά;
  • Γιατί δεν είχα μικρότερο κέρμα, παιδί μου.
  • Δεν έχεις τύψεις δηλαδή;
  • Τι τύψεις να έχω, παιδί μου; Σαν ευσυνείδητος πολίτης πετάω κάθε μέρα τα σκουπίδια μου. Στο χέρι του είναι να τα ψάξει. Όταν σου λέω ότι είναι τεμπέλης
  • Χθες άκουσα έναν από το ΛΑΟΣ μπαμπάκα, που έλεγε ότι όλοι είμαστε καρατζαφερικοί και ότι απλά υπάρχουν διαβαθμίσεις.
  • Είπε μια πολύ μεγάλη αλήθεια και δεν το κατάλαβε, παιδί μου. Αυτός το είπε για καλό. Να μου θυμίσεις να τον ψηφίσω.
  • Ρε μπαμπά, απόδειξη σου έκοψε ο τεμπέλαρος;
  • Τώρα που το λες, όχι, δεν μου έκοψε, αγόρι μου.
  • Να πάμε πίσω να του ζητήσουμε.
  • Έχεις δίκιο. Πρέπει να αποκτήσουμε επιτέλους φορολογική συνείδηση σε αυτή τη χώρα.
  • Μα είναι δυνατόν να μη κόβει απόδειξη ο αλήτης; Πώς δικαιολογεί τα εισοδήματά του;
  • Μπορεί να ξεχάστηκε ο κακομοίρης. Εγώ φταίω που δεν του ζήτησα, παιδί μου.
  • Πατέρα, σε θαυμάζω γιατί κάνεις πάντοτε την αυτοκριτική σου.
  • Είναι κάτι που έμαθα στην πολιτική, παιδί μου.
  • Είσαι ψυχούλα, ρε πατέρα.
  • Είμαι, παιδί μου.

Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

Ποιος διασύρει αυτή τη χώρα;

Ο Πύρρος, γράφει ο Πλούταρχος, έκανε μια μέρα κατακτητικά σχέδια. «Κατ’αρχήν θα υποτάξουμε την Ελλάδα», είπε. «Και μετά;» λέει ο Κινεάς. «Θα προωθηθούμε στην Αφρική». -«Μετά την Αφρική;»- «Θα περάσουμε στην Ασία, θα κατακτήσουμε τη Μικρά Ασία, την Αραβία».- «Και μετά;»- «Θα πάμε μέχρι τις Ινδίες». «Μετά τις Ινδίες;»-«Α, λέει ο Πύρρος, τότε θα αναπαυτώ».- «Και γιατί, του λέει ο Κινέας, να μην αναπαυτείς από τώρα;».


Σ.Κ. Εγώ θα ήθελα να επανέλθω στον ρόλο που παίζει το σπίτι. Γνωρίζω ένα παιδί που δουλεύει 18 ώρες την ημέρα σερβιτόρος κι όταν τον ρωτάω τι θα ψηφίσει, μου απαντάει: «Θα ψηφίσω Νέα Δημοκρατία, γιατί αυτό ψηφίζει πάντα η οικογένειά μου». Δεν είναι τρελό αυτό;

Μ.Γ. Δεν είναι τρελό, γιατί, για να φύγει απ΄ αυτό που ψηφίζει η οικογένειά του, πρέπει να διαπιστώσει στους άλλους κάτι καλύτερο. Αν δεν βλέπει αυτό το καλύτερο, γιατί να φύγει;

Η Μαριέττα Γιαννάκου συζητάει με τον Σταμάτη Κραουνάκη και γνωρίζει από μακριά έναν τυπικό ψηφοφόρο της Ν.Δ. Δεν είναι τρελό να θέλει ένας νέος που εργάζεται 18 ώρες να ψηφίσει τον Αντώνη Σαμαρά. Δουλεύει εξάλλου 18 ολόκληρες ώρες. Τις υπόλοιπες έξι που του μένουν για να ζήσει θα έκανε οτιδήποτε. Το τρελό είναι ότι ο Κραουνάκης το καταπίνει, το αφήνει εκεί, δεν επανέρχεται με δεύτερο ερώτημα όπως θα είχε δικαίωμα να κάνει ακόμα και ένας δημοσιογράφος στο debate των πολιτικών αρχηγών. Η πολιτικός, αναμενόμενα ως πρώην Υπουργός Παιδείας, αδιαφορεί πλήρως για τις συνθήκες εργασίας του νέου που αφαιρούν κάτι από την ουσία του δικαιώματος του εκλέγειν και αναλογίζεται το πτυχίο που πιθανόν τον καθυστέρησε και του στέρησε κάποια πολύτιμα χρόνια προϋπηρεσίας στο σερβιτοριλίκι. Ο πολίτης, που για να ανεξαρτητοποιηθεί όπως του αρέσει να λέει, δουλεύει σαν σκυλί είναι αυτό που θα ονομάζαμε σήμερα χρήσιμος άνθρωπος στην κοινωνία, βούτυρο στο ψωμί κάθε ληστή και λαϊκιστή, ένα λουκούλειο γεύμα για τα κομματικά επιτελεία στο νέο πολιτικό σκηνικό που διαμορφώνεται. Οι πολιτικοί, με αίσθηση ευθύνης απέναντι στην ανάγκη μας για λίγη στοργή, μας συμπονούν και μας απενοχοποιούν. Ο εργαζόμενος είναι απολύτως αναγκαίο να κουράζεται δίχως να νοιάζεται, γιατί απλούστατα μας ψηφίζει καλύτερα όποιος μας ψηφίζει κουρασμένος.

Ο Παπανούτσος το 1976, τη χρονιά του προφητικού Network, έγραφε στο Δίκαιο της πυγμής με ασυγχώρητη αφέλεια:«Η δυσκολία θα είναι να προετοιμαστούν ψυχολογικά οι άνθρωποι να δεχτούν να ζουν παρασιτικά και να μην πληγωθούν, όταν θα λάβουν από τη διοίκηση των επιχειρήσεων την ειδοποίηση: Από τον ερχόμενο μήνα θα εργάζεστε μόνο τρεις μέρες την εβδομάδα (ή καθόλου). Θα περνάτε όμως κάθε Παρασκευή απόγευμα από το κατάστημα. Στην είσοδο το αυτόματο ταμείο μας. Σ' αυτό θα χτυπάτε τον κωδικό αριθμό σας και θα εισπράττετε αμέσως την αμοιβή σας για ολόκληρη την εβδομάδα ή τη σύνταξή σας για το ίδιο χρονικό διάστημα. Μη συγκινείστε γι' αυτό. Μήτε να ντρέπεστε. Αύριο θα κάνουν το ίδιο με σας πολλοί από τους συναδέλφους σας, και μεθαύριο ακόμα περισσότεροι. Στη διάθεσή σας θα έχετε τώρα όχι μόνο μία Κυριακή, αλλά τέσσερις (οι συνταξιούχοι εφτά). Καλή διασκέδαση λοιπόν». Η αποτυχημένη προφητεία του θα έκανε τον Όργουελ να ξεσπάσει σε γέλια. Κάτι που φαινόταν λογικό το 1976, είναι ό,τι πιο εξωφρενικό μπορείς να ονειρευτείς αν δεν είσαι Γάλλος, ό,τι πιο αστείο και παράλογο μπορείς να πεις στους ανθρώπους σήμερα, ό,τι πιο έξυπνο αν ψάχνεις να δεις γουρλωμένα τα μάτια τους.

Ο Ρούσσος Βρανάς γράφει για τις περικοπές των πιστώσεων προς τα δηµόσια πανεπιστήμια στις Η.Π.Α:«Η ιστορία, η λογοτεχνία, η ανθρωπολογία, η κοινωνιολογία, οτιδήποτε δεν έχει σχέση µε την οικονοµία και την αποδοτικότητα, οτιδήποτε είναι κριτικό και στοχαστικό, θα γίνεται στο εξής ανεκτό µόνον εφόσον θα συντηρείται µε δικά του έξοδα». Επιμένεις δηλαδή να γίνεις επικίνδυνος; Πλήρωνε! Τι να τις κάνει τις ανθρωπιστικές επιστήμες ο ιδιωτικός τομέας; Σε ποιο χρονοντούλαπο να τις κλειδώσει, σε ποιον κάδο να τις ξεφορτωθεί; Ποια εξουσία θέλει 6,5 δισεκατομμύρια σκεπτόμενους πολίτες απέναντί της; Και σκεφτείτε το καλά. Σκεφτείτε το καλά πριν σκεφτείτε. Η σκέψη είναι μια υπερωρία που δεν την πληρώνεστε. Μη είστε κορόιδα.

Ο Πλάτωνας πίστευε πως η φύση δεν έπλασε κανέναν τσαγκάρη ούτε σιδερά. «Κάτι τέτοια επαγγέλματα εξευτελίζουν τους ανθρώπους που τα ασκούν» λέει. «Κανείς δεν τολμά πια να δείξει το πρόσωπό του, αλλά μεταμφιέζεται σε μορφωμένο άνθρωπο, σε λόγιο, σε ποιητή, σε πολιτικό. Αν κάποιος παίρνει τέτοιες μάσκες επειδή πιστεύει ότι υπάρχει σπουδαιότητα σ’αυτές κι όχι απλά για να κάνει μια φάρσα τότε ξαφνικά έχει στα χέρια του μόνο κουρέλια και πολύχρωμα μπαλώματα» γράφει προσπαθώντας να μας συνεφέρει ο Νίτσε. Ο Τσοράν μας ξεγυμνώνει:«Σας συγχωρούν τα πάντα αρκεί να έχετε ένα επάγγελμα, έναν υπότιτλο στο όνομα σας, μια σφραγίδα πάνω στο μηδέν σας. Είμαστε πιο επιεικής απέναντι σε έναν φονιά παρά με ένα πνεύμα που απαρνήθηκε την πράξη». Έχει άδικο; Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο εκατομμυριούχος Κάρλος Τέβεζ γίνεται ο δράκος του ποδοσφαιρικού παραμυθιού. Μας σοκάρει: «Δεν διασκεδάζω πια αυτή τη ζωή. Δεν έχω κάνει ούτε μία φορά Χριστούγεννα με την οικογένειά μου. Κουράστηκα». Τι συμβαίνει; Γιατί λακίζουν; Γιατί δε σκάβουν πρόθυμα το λάκκο που κάποιοι άλλοι τους ετοίμασαν; Τι είναι αυτό τέλος πάντων αυτό που δεν τους αρέσει; Μήπως εκείνο που δεν έχουμε σκοπό να διορθώσουμε; Μήπως θέλουν να αντικαταστήσουν τους μεταλλωρύχους και να παίρνουν 640 ευρώ το μήνα; Μήπως θέλουν να δουλεύουν για τη Φόξκον;

Όταν οι άνθρωποι τρέχουν, νιώθουν ευχάριστα. Όταν ξαφνικά κοντοστέκονται, δεν μπορούν να αποφύγουν τη ζαλάδα. Γι’αυτό προτιμούν τελικά την εργασία από την τεμπελιά. Η συνείδησή τους σε γενικές γραμμές δεν είναι ευπρόσδεκτη ούτε στις ελεύθερες ώρες τους, δεν είναι τελικά παρά μια εφηβική ασθένεια από την οποία θα ήθελαν να απαλλαγούν με μια απλή εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας, είτε παρακολουθώντας τηλεόραση είτε παραδιδόμενοι στην αγκαλιά του Μορφέα. Η χρήση της και η κατάρα της είναι σημαντικά πιο διαδεδομένη ανάμεσα στους αποτυχημένους και τους άυπνους. Γι’αυτό ακριβώς είναι απαραίτητο, αν δε φοβόμαστε το είδωλο μας στον καθρέφτη, να ενταχθούμε από νωρίς στις ομάδες τους και να την προμηθευτούμε.

Προχθές στην Ακρόπολη κάποιοι δέχτηκαν δακρυγόνα επειδή θέλουν να συνεχίσουν να δουλεύουν εκεί που δούλευαν, αμαυρώνοντας την εικόνα της χώρας διεθνώς. Κι άλλο; Κι όμως. Κάποιοι τουρίστες δεν μπόρεσαν να δουν τον Παρθενώνα. Γνώρισαν όμως την Ελλάδα που θέλαμε να κρύψουμε κάτω από τον ιερό βράχο. Τα σπρεντ δεν έχασαν την ευκαιρία και σκαρφάλωσαν επάνω του, αρπάζοντας από την πλάτη τους συμβασιούχους. Αυτός, αποκρούοντας την ύβρι, έπεσε και τους καταπλάκωσε με την βοήθεια δημοσιογράφων που κινδυνολογούσαν για το διασυρμό της χώρας, τον οποίο μόνο μία φευγαλέα εικόνα κατάληψης μπορεί να προκαλέσει. Καμία πραγματικότητα και καμία κατάσταση δεν ξεπερνά τα βάθη στα οποία εκείνη φτάνει. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι σοβαροί, δεν θα αντιμετωπίσουν ποτέ τα προβλήματά τους(;), αναρωτήθηκε σαν ξένος παρατηρητής σχολιαστής βραδινού δελτίου ειδήσεων. Ο μηχανισμός των παγκόσμιων Μ.Μ.Ε είναι φυσικά τόσο επιφανειακός που οποιαδήποτε είδηση την επόμενη κιόλας μέρα χάνεται στην υποψία και μόνο της νέας επικαιρότητας. Αν υποθέσουμε, καλή τη πίστει, ότι είναι ειλικρινής ο φόβος των παπαγάλων, η αδυναμία τους να καταλάβουν τη λειτουργία του ίδιου τους του επαγγέλματος εξηγεί εν μέρει το λόγο που οι εφημερίδες και η ενημέρωση πηγαίνουν κατά διαόλου. Τελευταία είχαν συνηθίσει να μας ενημερώνουν αποκλειστικά για τα μετάλλια ανδρείας που μας καρφίτσωνε η παγκόσμια εξουσία. Βλέποντας τις προάλλες τους απλήρωτους για 22 μήνες και αξιοθρήνητους εργαζόμενους, θρήνησαν πάλι τον ξεπεσμό της πουτάνας Ελλάδας, που το όνειρό της είναι να γίνει όπως παλιά, συνοδός πολυτελείας ξένων αγορών.

Γι’ αυτόν τον ιερό σκοπό, 150.000 τουλάχιστον νέοι άνεργοι από του χρόνου θα προσπαθήσουν να μπαζώσουν την τρύπα του ελλείμματος. Στην πραγματικότητα θα έπρεπε να θεωρούνται και αυτοί εργαζόμενοι αφού μένοντας δίχως δουλειά ή εγκαταλείποντας την πατρίδα, συμμετέχουν ουσιαστικότερα από αυτούς που έχουν εργασία στην ανάκαμψη της χώρας, έτσι τουλάχιστον όπως την εννοεί ο Γιώργος και όσοι τον κυβερνούν. Ας ελπίσουμε ότι θα στραφούν κάποτε και πάνω τους τα ανόητα φώτα της δημοσιότητας την ώρα που σωστικά συνεργεία θα τους ανασύρουν καταθλιπτικούς αλλά ξεκούραστους από τον Άδη με τιμές μεταλλωρύχου της Χιλής. Αν, εξάλλου, η Ελένη στοχεύσει έγκαιρα σε αυτούς με κάποιες νέες στήλες που θα τους αφορούν, θα αυξήσει θεαματικά τα ποσοστά της, θα ξεπεράσει τον σκόπελο Σκορδά-Λιάγκα χωρίς επικοινωνιακά παιχνίδια στο στόμα του Ματέο και θα τους κρατήσει κοντά μας.

Η κυβέρνηση και το ΔΝΤ προκειμένου να μας σώσουν, έχουν επενδύσει προσωρινά στη φτώχεια μας. Είναι ό,τι πιο συγκινητικό έχουν κάνει ποτέ για το καλό μας και το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε για να τους ευχαριστήσουμε είναι να φάμε τα δακρυγόνα που μας ταΐζουν εν είδει συσσιτίου. Η κατάσταση έχει γίνει ένα ατελείωτο κακόγουστο αστείο. Tα επαγγέλματα απελευθερώνονται, οι πολίτες υποδουλώνονται. Μικροί αριθμοί ζητούν θυσίες, μεγάλες αριθμητικά οι ανθρώπινες απώλειες. Οι διαμορφωτές των σπρεντ είναι οι αδιαφιλονίκητοι θριαμβευτές των εκλογών, οι αποκλειστικοί ιδιοκτήτες της ανθρωπότητας, που φέρουν ταυτόχρονα εις πέρας το απαιτητικό έργο του Θεού. Δρας, αντιδρούν. Μιλάς, σου κάνουν παρατήρηση. Τραβάς το μαλλί του μπάτσου, ανεβαίνουν. Αλήθεια, αν πέσουν συμβασιούχοι από την Ακρόπολη, τι κάνουν τα σπρεντ; Μπορεί κάποιος να μας ενημερώσει;

Ένας αδερφικός μου φίλος είναι πιο άνεργος από ποτέ. Ε και; Δε βλέπεις τι παθαίνουν αυτοί που παρακαλούν για ένα κομμάτι ψωμί; Να είσαι περήφανος για τον εαυτό σου. Να ακούσεις τον Παπανούτσο. Διασκέδασέ το! Απλώς καλού κακού φρόντισε να αποφεύγεις τη μαμά και τον μπαμπά τις ώρες αιχμής. Πες τους να βάλουν γρήγορα τα λεφτά σε μια τσάντα, κανόνισε η συνεργός σου να σε περιμένει και κάντε την προς άγνωστη κατεύθυνση.

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

Οι τροχονόμοι της οργής

Η σύγχυση που επικρατεί ανάμεσα στους νέους υπουργούς και υφυπουργούς όσον αφορά στις αρμοδιότητές τους δεν συμπαρέσυρε ορισμένους δημοσιογράφους. Με την πρώτη απεργία αυτοανακηρύχθηκαν Υφυπουργοί Προστασίας του Πολίτη. Ο συμπαθής Μανώλης Όθωνας δεν πρόλαβε να κάτσει στην καρέκλα του και απέκτησε άμεσα αθέμιτο ανταγωνισμό.

Η κρίση βρήκε τα Μίντια και τα χτυπάει αλλά εκείνα δεν πρωτοτυπούν. Ελέγχουν με επιείκεια την εξουσία και με το μαστίγιο την πηγή της. Ο λαός που έμαθε να είναι διεφθαρμένος πρέπει τώρα να δώσει το καλό παράδειγμα και να εμπνεύσει τους ισχυρούς με την αυτοθυσία του. Το παιχνίδι προϋποθέτει την ενεργό συμμετοχή του. Η επιβίωσή του εξαρτάται από το πόσο καλή διάθεση θα δείξει απέναντι στις μεταρρυθμίσεις, πόση επιμονή στην αδιαφορία, πόσο φανατισμό στην «κρίσιμη» εκλογική αναμέτρηση του Νοεμβρίου.

Οι κυβερνήσεις σε όλες τις πολιτισμένες χώρες του κόσμου παίζουν διπλή ζώνη άμυνας. Η πρώτη γραμμή είναι οι δημοσιογράφοι της. Δε θα έριχναν κατευθείαν δακρυγόνα καθώς καταλαβαίνουν την αδυναμία των χημικών μπροστά στη δύναμη της προπαγάνδας-οι λέξεις είναι η πρώτη διμοιρία. Όταν επιχειρηματολογούν, δεν μπαίνουν στον άδικο κόπο να πείσουν για τα πλεονεκτήματα του ανοίγματος των κλειστών επαγγελμάτων. Πρέπει προφανώς όλα να ελευθερωθούν ούτως ώστε η ζούγκλα να τελειοποιηθεί για να μπορέσει η χώρα να βγει από την αγωνία των κρίσεων της τρόικας-ας καταδικαστούμε μια ώρα αρχύτερα. Ας ακολουθήσουμε καθυστερημένα όλες τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και τις συνταγές της ύφεσης-μπορεί και να έχει μείνει λίγη και για μας.

Ο μεγαλοδημοσιογράφος δεν έχει σκοπό να αποτελειώσει. Είναι η πρώτη φορά που παίρνει το μέρος του κόσμου κι γι’αυτό δεν ξέρει να το κάνει κομψά. 'Ολες τις υπόλοιπες φορές ταυτίζεται με τον Πάγκαλο που είναι και φίλος του. Η ωμότητα συμβαδίζει με την ωριμότητα και το ανόητο με το αυτονόητο και την πολυδιαφημισμένη επανάστασή του. Η τέχνη της υπογράμμισης των επιμέρους ζητημάτων καλύπτει πια συντριπτικό κομμάτι της επικαιρότητας-περιλαμβάνει σε αποκλειστικότητα για τους τηλεθεατές και το μουνί που χτενίζεται. Το Βατοπαίδι, εξάλλου, όλοι ξέραμε και δεν τολμούσαμε να παραδεχτούμε ότι δεν ήταν σκάνδαλο αλλά ένα κοινό εξώγαμο- όλες οι συμμορίες μπορούν να μιλούν για σκευωρίες. Αν σε λίγο, στις συνθήκες έκτακτης εικονικής πραγματικότητας που ζούμε, μας πουν ότι ούτε ο Καραμανλής διατέλεσε πρωθυπουργός, επιβεβαιώνοντας τους φόβους μας ότι δεν το είχε εγκαίρως αντιληφθεί, είμαι βέβαιος ότι θα σπεύσει να το επιβεβαιώσει κι εκείνο με μια λιτή και απέρριτη επιστολή.

Στη σύγκρουση με τους τελευταίους ανυπάκουους, για τους οποίους μπορεί εύκολα να πει κανείς πολλά, το σθένος των παρουσιαστών των κεντρικών δελτίων ήταν παροιμιώδες. Τους ξεπέρασαν στις φωνές δίνοντας σάρκα και οστά στο σύνθημα «Είμαστε όλοι φορτηγατζήδες»-ο πρόεδρας μπροστά τους έμοιαζε με ξεφωνημένη αδερφή. Μετά την αποτυχία της ιστορικής αναζήτησης της αλήθειας, οι δημοσιογράφοι των μεγάλων τηλεοπτικών σταθμών δοκίμασαν την υστερική της αναζήτηση στην οποία πάντοτε έδιναν περισσότερες πιθανότητες τηλεθέασης. Υπεράνω πάσης υποψίας μερικοί από αυτούς, αριστεροί στα μικρά και δεξιοί στα μεγάλα, σκανδαλίστηκαν από το ανεύθυνο γέλιο των «επαναστατών» στα μπλόκα. Ως οπαδοί του σούσι, απέρριψαν το σουβλάκι ως αντεπαναστατικό και το καταδίκασαν σαν εχθρό του λαού. Δεν έχει που δεν έχει να φάει ο πολίτης, ας μη ταλαιπωρείται να γυρίσει και σπίτι του. Δεν κινείται που δεν κινείται η αγορά, ας υπάρχουν τουλάχιστον προϊόντα να γεμίζουν τα θλιμμένα ράφια. Αυτά τα τέρατα, που μπλοκάρουν τους δρόμους και τα λιμάνια, γελούν εις βάρος σας και είναι εξοργιστικό να προσπαθούν να μας συναγωνιστούν σε κάτι που κάνουν πανθομολογούμενα με μεγαλύτερη επιδεξιότητα οι δικοί μας κώλοι.

Παρόλο που οι ελιές δεν ήταν άγνωστες ούτε στην Λίζα Παπασταύρου, κι ακόμα κι αν δεχτούμε πως η κουτοπόνηρη ειρωνική προσέγγιση αποδίδεται σε δημοσιογραφική διαστροφή ή εφιστά την προσοχή στις διατροφικές συνήθειες των εξεγερμένων, η παρουσίαση του θέματος εξακολουθεί να έχει έναν και μόνο στόχο: μετά το τέλος του άρθρου να έχεις κολλήσει την άποψη που χρειάζεται αυτήν την ώρα η πατρίδα. Το ζητούμενο απλό: Καμία απεργία, καμία αντίδραση. Τίποτα δε θα μείνει αμόλυντο αφού πρόκειται για τη σωτηρία της χώρας. Ό,τι δεν ισοπέδωσε η κρίση, θα το ισοπεδώσει η πέννα. Διαίρει και βασίλευε και όποιον πάρει ο Χάρος και η τρόικα.

Υπάρχουν ακόμα ανθρώπινα είδη που χρήζουν υπεράσπισης; Άγνωστο. Υπάρχουν αυτοαπασχολούμενοι μικρομεσαίοι ιδιοκτήτες φορτηγών που έχουν μισή ή μία άδεια; Ποτέ δε θα μάθουμε. Υπάρχει ή δεν υπάρχει αδικία με το νέο νομοσχέδιο; Ποιος μπορεί να πει με σιγουριά; Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι η νέα κατάσταση θα είναι ωφέλιμη και οι πιο ενθουσιώδεις ότι θα αναστήσει την νεκρή μας οικονομία. Στην πραγματικότητα φαίνεται να τους καλύπτει η αντικατάσταση της αδικίας από μία νέα αδικία. Αν κάποιοι εντελώς συμπτωματικά και απρόσμενα θίγονται, δεν μπορούν να απαιτούν να γίνουν πρώτο θέμα-πόσο μάλλον να είναι στους δρόμους. Πρέπει να γίνει ιδεολόγημα ότι είναι ενοχλητικό ακόμα και να μοιράζεσαι τους ίδιους δρόμους με ασυνείδητους νταλικέρηδες ενώ θα μπορούσες κάλλιστα να έχεις τους δικούς σου.

Ο άπιστος υπηρέτης του Τύπου δεν πολεμάει για κάτι που θα εξασφαλίσει δικαιοσύνη αλλά για οτιδήποτε νομιμοποιεί την αυταρχικότητα της εξουσίας και τη μηδενική της ανοχή απέναντι σε όλους όσοι δεν την υποστηρίζουν. Ενώ η ίδια η κυβέρνηση αναπαράγει την ανησυχία και την ανασφάλεια μέσω των νομοθετημάτων της, δίχως να αποκλείει το ενδεχόμενο να αποτύχουν, οι «λογικοί» δημοσιογράφοι επιμένουν να θεωρούν παράλογη οποιαδήποτε αντίδραση και συνιστούν σύνεση και σοβαρότητα σε χαπάκια της AGB. Ο στόχος της ημέρας είναι η οργή που συσσωρεύεται να κατευθύνεται προς τα κάτω, σε αυτούς που κλείνουν τους δρόμους και όχι σε όσους τους υπερκοστολόγησαν. Ο ρόλος τους μοιάζει με εκείνον τον τύπο των ταινιών που υποδεικνύει τον λάθος άνθρωπο στον ήρωα την ώρα που αυτός δέχεται από κάποιον άγνωστο το πρώτο πισώπλατο χτύπημα και καταφέρνει τελικά να αποδράσει από το μαγαζί που μετατρέπεται σε πεδίο μάχης.

«Οι εντυπωσιακές χειρονομίες του εξεγερμένου συγκαλύπτουν συχνά την πιο επαχθή χαμέρπεια, την κοινωνική αναισθησία και τη λιγοψυχία» γράφει ο Γιανκελέβιτς. Όσο όμως ο κλέφτης καλείται να απωλέσει προνόμια που υπό την ανοχή και τις ευχές της εξουσίας διατηρούσε, όσο ο ανέντιμος επιβραβεύεται και ο έντιμος αδικείται, όσο οι πλούσιοι δεν συμμορφώνονται, η μόνη λύση είναι να λαϊκίζουμε, τουλάχιστον προσωρινά. Αυτό που ενοχλεί όσους παρακολουθούν παγωμένα και μοιρολατρικά τη σειρά τους να έρχεται είναι η υποκρισία και η περίεργη αίσθηση ότι τελικά προτιμούν τη ζωώδη αγριότητα των φορτηγατζήδων, τις άκομψες χειρονομίες και τις απειλές τους από την γραβατωμένη, διαλεκτική και προπαγανδιστική αθλιότητα των τηλεαστέρων.

Ο κόσμος που τελικά θα βγει μαζικότερα στους δρόμους, δε θα το κάνει για να θρηνήσει τα προνόμιά του αλλά εξαιτίας της εντεινόμενης αβεβαιότητας, των επικαιροποιήσεων του μνημονίου, της αυξανόμενης ανεργίας και της ακρίβειας, της προδιαγεγραμμένης αποτυχίας των πολιτικών που καθησυχάζουν τους δανειστές μας και ξυπνούν από το λήθαργο τους λαούς της Ευρώπης. Δε φοβάται τόσο τη βελόνα των μέτρων και την αλλαγή όσο αυτό που περιέχει η ένεση της σωτηρίας του.

«Ερευνητική δημοσιογραφία σημαίνει ότι, εκτός από τις απόψεις των πολιτικών και των τεχνοκρατών, αφουγκραζόμαστε και τη γνώμη, τις εμπειρίες του λαού, ενός είδους που δεν έχει ακόμα εκλείψει. Λες κι εμείς οι δημοσιογράφοι ζούμε σε έναν αεροστεγή γυάλινο πύργο, μακριά από τους στεναγμούς, την ανάσα και τον ιδρώτα της καθημερινής ζωής» αναγκάστηκε να γράψει η Μαριάννα Τζιαντζή της συντηρητικής Καθημερινής με αυτά που βλέπει. Η Φαλάτσι, στο συγκλονιστικό βιβλίο της «Ένας άντρας», έλεγε ότι ο Παναγούλης στις απεργίες πείνας του είχε καμία φορά κρυμμένη μια σοκολάτα. Ακόμα και απεργίες πείνας να ξεκινούσαν αυτοί που «ξεβολεύονται», αυτοί που μένουν άνεργοι, αυτοί από τους οποίους στερούν τμήμα της αξιοπρέπειάς τους, οι φιλοκυβερνητικοί δημοσιογράφοι, ανακαλύπτοντας ξανά την ερευνητική δημοσιογραφία, θα αποκάλυπταν ότι κάποιος απεργός εθεάθη να μασουλάει αέρα την 38η μέρα. Αν ζούσαν επί χούντας οι κύριοι αυτοί, η μισοφαγωμένη σοκολάτα του Αλέκου θα γινόταν πρωτοσέλιδο.

Στο τέλος κάθε αποτυχημένης διαμαρτυρίας, η ήττα της εκάστοτε κοινωνικής ομάδας της ανήκει. Οι δημοσιογράφοι, αντιθέτως, συχνά πανηγυρίζουν νίκες που δεν είναι δικές τους. Το ψάρι, που βρωμάει απ’το κεφάλι, κάποιοι συνεχίζουν να το κοιτούν ανάποδα. Αν αγαπούσαν κάτι πέρα από τον εαυτό τους, το στυλό τους θα τρυπούσε επιτέλους το χαρτί και θα μουντζούρωνε το γραφείο με αλήθειες. Τι άδικο που οι συντάκτες δεν απολύονται πια για τόσο σοβαρούς λόγους. Ο Καμύ προειδοποιούσε: «Αν η ελευθερία βρίσκεται σε ύφεση στο μεγαλύτερο τμήμα του κόσμου ευθύνεται το ότι ποτέ δεν υπήρξαν καλύτερα εξοπλισμένες και τόσο κυνικές οι πρωτοβουλίες υποδούλωσης των ανθρώπων». Οι εξοπλισμοί τους, μισό αιώνα περίπου μετά, έχουν γίνει πιο άρτιοι και πιο δολοφονικοί από ποτέ, είτε έχουν στο στόχαστρό τους τη σάρκα είτε το πνεύμα.

Ο Ντεριντά κάποτε μίλησε για το καθήκον της ανευθυνότητας που δικαιούνται να έχουν οι δημοσιογράφοι, όχι της ανεντιμότητας. Δε γουστάρω όσους έχουν 30 άδειες. Δε γουστάρω το κομμάτι της Αριστεράς που τους αγκάλιασε όλους. Όμως όταν σας διαβάζω, όταν σας ακούω, χωρίς δισταγμό αναφωνώ: «Γκαίμπελς και πάλι Γκαίμπελς». Όποιος είπε ότι δεν είναι καλά τα ελληνικά Πανεπιστήμια, δεν ήταν αναγνώστης σας.

Υ.Γ. Ο Καστοριάδης είχε γράψει ότι αρκούσε να διαβάσει κανείς έξι αράδες του Στάλιν για να καταλάβει πως η επανάσταση δεν μπορούσε να είναι αυτό. Λιγότερες αράδες των δημοσιογράφων που περιγράψαμε για να καταλάβει ο pasaenas πως η δημοσιογραφία δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι αυτό.