Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

26,8%

Άνεργοι
Του εργοστασίου η πόρτα, είναι από σίδερο• έχει
στο μέσο δυο κάγκελα. Και πίσω απ
ʼ τα κάγκελα
δυο μάτια που σφάζουν. Ο επιστάτης κοιτάζει
την ουρά των ανθρώπων που στέκονται απ
ʼ έξω,
χέρια και πρόσωπα που κάνουν μια κίνηση
όλα μαζί, κρατούν την ανάσα, σκύβουν ν
ʼ ακούσουν.
«Μεσημέριασε, φύγετε. Ο κύριος
διευθυντής δε θα
ʼρθει. Αύριο πάλι
πρωί. Πιο πρωί».
Χαμηλώνουν τα πρόσωπα, στέκονται αμήχανα.
Ύστερα, φεύγοντας, κοιτάζουνε γύρω τους
σα να ψάχνουν να βρουν ένα βάραθρο – όχι
να κλάψουνε, όχι να ψάξουν για τίποτα.
Να ρίξουν τα χέρια τους.
Νικηφόρος Βρεττάκος

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Τι εννοείτε;

Οι άνθρωποι όταν λένε «σ’ αγαπώ», αγαπάνε τον εαυτό τους και όχι αυτόν στον οποίον απευθύνουν την κουβέντα.

 
Να φοβάσαι τους ανθρώπους όταν σου δίνουν απλόχερα την αγάπη τους. Ποιος θα σε τάιζε αν δεν ήθελε να σε φάει;

 
Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.

 
Ποιος μίλησε γι' αγάπη. Απλώς, να με ανέχεσαι. Καμιά φορά να με φωνάζεις στο κρεβάτι.  

 
Είναι δυο άνθρωποι. Ο ένας με μαχαίρι, ο άλλος άοπλος.
Αυτός με το μαχαίρι λέει στον άλλο: "Θα σε σκοτώσω".
"Μα γιατί;", ρωτά ο άοπλος "τι σου 'χω κάνει; Πρώτη φορά βλεπόμαστε. Ούτε σε ξέρω ούτε με ξέρεις".
"Γι' αυτό ακριβώς θα σε σκοτώσω. Αν γνωριζόμασταν, μπορεί να σ' αγαπούσα", λέει αυτός με το μαχαίρι.
"Ή και να με μισούσες", λέει ο άοπλος. "Να με μισούσες τόσο, που με χαρά μεγάλη θα με σκότωνες. Γιατί να στερηθείς μια τέτοια απόλαυση; Έλα να γνωριστούμε!"
"Κι αν σ' αγαπήσω", επιμένει ο οπλισμένος, "αν σ' αγαπήσω, τι θα κάνει ετούτο το μαχαίρι;"
"Ω, μη φοβάσαι", λέει ο άοπλος, "σκοτώνει ακόμη κι η αγάπη. Και τότε είναι ακόμη πιο μεγάλη η απόλαυση".
 
 
 

Αμένσιοτο

  • Να σε απασχολήσω;
  • Αυτό κάνεις όλη τη μέρα. Παρακαλώ.
  • Είχαμε τις προάλλες τη συζήτησή σου. Είσαι άφαντος στο Twitter. Σου συμβαίνει κάτι;
  • Όχι, όλα καλά! Κάνω κι εγώ τις βρωμοδουλειές μου, μη νομίζεις.
  • Εγώ έχω 3.000 followers και ακολουθώ μόνο 300. Είμαι βαθύ!
  • Το βλέπω. Αν δεν είχες μουνί, δε θα ήξερες τι να τουιτάρεις.
  • Δεν είναι έτσι. Σήμερα έβαλα φωτογραφία από τις γόβες μου. Γενικά ό,τι σκέφτομαι το λέω.
  • Δεν είμαι τόσο αυθόρμητος. Ή απλά δεν έχω 12ποντα.
  • Ξενέρωτος είσαι.
  • Όπως κι αν τη φορέσω, η μάσκα μου με στενεύει. Διασκεδάζω διαφορετικά.
  • Εμένα όταν με κόβει η κιλότα μου το λέω! Γιατί δεν ακολουθείς τον Τάδε; Είναι απίστευτος ο τύπος!
  • Ούτε το Θεό δεν ακολουθώ αν δε με ακολουθήσει κι εκείνος.
  • Θα μπορούσες να βάλεις έστω μια φωτογραφία σου!
  • Δε σουφρώνουν τα χείλη μου, έχω δοκιμάσει τα πάντα, δεν γίνεται τίποτα. Ας με περνάνε για άσχημο κι ηλίθιο.
  • Για ηλίθιο σίγουρα σε περνούν. Τι κείμενα είναι αυτά που ανεβάζεις;
  • Συνήθως άλλων μπλόγκερ. Έχουν μέσα τα καλύτερα τουίτς.
  • Κανείς δεν τα διαβάζει. Ενώ τα δικά μου…
  • Άλλο εσύ.
  • Μου χαλάς τη διάθεση. Δε μπορώ να διαβάσω ολόκληρα κείμενα ρε παιδάκι μου.
  • Κι εγώ δεν έχω τι να πω σε ανθρώπους που δεν ακούνε.
  • Δεν πιστεύω να το λες για μένα… Ξέρεις ποιοι μου τη σπάνε πιο πολύ; Όσοι γράφουν τσιτάτα.
  • Αφού είσαι ακομπλεξάριστη, γιατί κομπλάρεις με τα τσιτάτα βρε; Προτιμάς τις κοινοτοπίες; Δεν παρκάρετε, τουιτάρετε! Αφήστε τις νουθεσίες ο ένας προς τον άλλο.
  • Έχω παρατηρήσει πως ούτε πολιτικά τουίτς κάνεις. Προσκυνημένε!
  • Δυο χρόνια η τηλεόραση είναι κλειστή. Προετοιμάζομαι για εξέγερση.
  • Σίγουρα κάτι έχεις, δε μου το βγάζεις από το μυαλό. Όλοι οι άνθρωποι έχουν κάτι μέσα τους και θέλουν να το μοιραστούν με τους άλλους.
  • Είμαι αντιεξουσιαστής. Δε θέλω να ζαλίζω κανένα. Όποιος αντέχει, μπαίνει στο μπλογκ.
  • Παλιά είχες χιούμορ.
  • Το κρατάω γι’ αυτούς που γουστάρω.
  • Μα περνάς απαρατήρητος. Και άλλαξε επιτέλους το pasaenas. Μαλάκας είσαι αλλά δεν είσαι ο πασαένας.
  • Είμαι μάλλον αναρχικός. Τώρα που ήρθα στη μόδα θα αλλάξω; Πασαένας. Σκέτο. Να μη σε ενδιαφέρει τίποτα άλλο.
  • Μήπως σνομπάρεις;
  • Όχι ρε.
  • Ότι και καλά έχεις ζωή;
  • Να τη βρω πού;
  • Μήπως μας υποτιμάς;
  • Κάθε άλλο, είμαι περίεργος, διαβάζω τα πάντα.
  • Α, εγώ κάνω χαβαλέ! Μόνο με τα δικά μου ασχολούμαι.
  • Καλά κάνεις.
  • Και με τους θαυμαστές μου. Τα μωρά μου!
  • Τουλάχιστον να πέθαιναν νέοι. Ή έστω να συναντιόσασταν.
  • Από την αρχή έχω παρατηρήσει ότι μου μιλάς κάπως. Την έχεις ψωνίσει μου φαίνεται.
  • Το ξέρω, μου το ‘χουν πει κι άλλοι.
  • Τι να πω κι εγώ που τα ξέρω όλα αγόρι μου;
  • Είναι ο λόγος που σε βαριέμαι.
  • Εγώ φταίω που ενδιαφέρθηκα, ηλίθιε.
  • Κάνε μου block ή unfollow.
  • Ούτε από αυτά κάνεις;
  • Ποτέ! Ούτε στους φασίστες. Ας κάνουν εκείνοι πρώτα.
  •  Δε σε καταλαβαίνω.
  • Γι’αυτό σου αρέσω.
  • Ορίστε; Πώς το ξέρεις;
  • Μα κι εσύ γι’αυτό μου αρέσεις. Επειδή σε σιχαίνομαι.
  • Δεν το πιστεύω!
  • Κι όμως! Ξεκίνα τα αμένσιοτα καύλα μου.
 Αμένσιοτο: Το τουίτ, συνήθως ερωτικού περιεχομένου, που απευθύνει ένας χρήστης σε κάποιον άλλο, δίχως να γνωρίζουν οι υπόλοιποι ποιος είναι, δίχως mention δηλαδή.

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Της πόλης

Εισιτήρια έχετε; Όχι, απαντά η περιπτερού. Κοφτά. Όχι απόγνωσης. Θαρρείς πως της τα έκλεψαν. Άλλα όμως σκέφτεται. Ότι δεν βγαίνει, σκέφτεται. Ότι δε θέλει να βγει ούτε από το κουβούκλιο να εξυπηρετήσει το παιδάκι που ψάχνει το Sporty. Οχυρώνεται. Παλιά, πριν την κρίση, θεωρούσα πως οι περιπτερούχοι βρίσκονταν σε αποστολή. Ό,τι κι αν μας ζητήσεις, με την αγένειά μας, σου  χαλάμε τη διάθεση. Τώρα δεν διαβάζεις εφημερίδες. Ρίχνεις μια ματιά στο βλέμμα τους κι ενημερώνεσαι.  

Ζευγάρι στο δρόμο μαλώνει. Το αγόρι έχει πιάσει το κορίτσι, το τραντάζει. «Σε πρόδωσα ποτέ; Πες μου». Τέλος του έρωτα, αρχή του μίσους. Τα μάτια του έχουν ήδη εγκληματήσει. «Σ’αγαπώ. Σ’αγαπώ. Σ’αγαπώ. Το καταλαβαίνεις; Δεν μπορώ χωρίς εσένα. Κι αν δε με θες, θα σε σκοτώσω και θα σε αγαπώ. Πάντα θα σε αγαπώ.  Νεκρή ειδικά, ακόμα περισσότερο». «Μας βλέπει κόσμος, μωρό μου, ησύχασε. Ίσως αργότερα».

Φίλη είχε χάσει τη μαμά της ξαφνικά. Δεν πρόλαβε να της πει πόσο την αγαπούσε. Πριν λίγους μήνες έφυγε κι η γιαγιά της. Τέλη Νοέμβρη την έψαχνα αλλά δεν την έβρισκα. Τροχαίο ο πατέρας της. Σε κώμα. Δύο εβδομάδες μετά, τον αποχαιρέτησε. Νεκρή κι αυτή, τα Χριστούγεννα κάνει απόπειρα αυτοκτονίας. Της μιλάω έκτοτε, γελάει πότε πότε, είμαι καλός στα λόγια, όχι στα θαύματα. Ο ψυχολόγος της ανακοίνωσε ότι πάσχει από κατάθλιψη. Επιστήμονας, όχι αστεία.

Μία συνάδελφός του παραβιάζει το στοπ και την προτεραιότητα, πατάω βίαια φρένο, τη βρίσκω στην πόρτα. «Έτρεχες αγόρι μου» μου λέει. Θα με πέρασε για ασθενή. Δεν έχω όρεξη να της μιλήσω. Να τη βρίσω θέλω αλλά τη συμπονώ. Και άσχετη και φοβισμένη. Δεν έχω ζημιά, μόνο εκείνη. Στη δήλωσή της γράφει ότι τη χτύπησα εν στάσει. Περνούσε κάθετα το δρόμο, εν στάσει. Καμία ένσταση για την αψυχολόγητη. Τα αμάξια μας συναντήθηκαν, εμείς άλλη φορά.

Ο αποκάτω είναι φοιτητής. Μάλλον. Το μόνο που ξέρω σίγουρα είναι ότι έχει ηχοσύστημα. Ακούει Εισβολέα κι ένα τραγούδι με το στίχο: «Ο κώλος σου από πίσω έχει γίνει κουμπαράς». Πολλές φορές τον έχουμε παρακαλέσει να σκεφτεί ότι δεν ζει μόνος του. Δεν νιώθει. Πριν κανένα χρόνο, σε περίοδο εξεταστικής, είχε έρθει μαζί με τη μαμά του να διαμαρτυρηθεί επειδή περπατούσαμε. Μαζί κάνουν τους μπάφους. Χθες γύρω στις 12, ένιωσε υπερήφανος για μια ανοησία που ανακάλυψε και θέλησε να τη μοιραστεί με την πολυκατοικία. Δεν εκτίμησα τον αλτρουισμό. Οπλίστηκα με υπομονή και φώναξα: «Δε θα περάσει ο φασισμός».

«50 λεπτά έχεις»; Όχι, λέει στο ζητιάνο ένας νεαρός και τον προσπερνάει. Ο ζητιάνος τον παίρνει από πίσω. «Να προσέχεις. Να δίνεις όταν σου ζητούν. Θα με βρεις μπροστά σου. Έχεις διαβάσει την Καινή Διαθήκη»; Ο νεαρός εκνευρίζεται. «Με απειλείς; Δεν έχω ρε. Ορίστε. 30 λεπτά έχω πάνω μου. Τα θέλεις; Άνεργος είμαι». Δυο άνθρωποι, δυο μοναξιές, δυο δίκια.

Δυο κι οι άστεγοι κάτω από τη γέφυρα στο Μακεδονία Παλλάς. Ένας άντρας και μία γυναίκα. Πίσω από το τοιχάκι, να κόβει κάπως το κρύο. Κάτι συζητούν. Δεν καταφέρνω να ακούσω. Έχει αέρα. Το κουρασμένο τους χαμόγελο μου ‘βαλε δύσκολα.

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Κάτι μου θυμίζει

«Είναι χωριό καλών και τίμιων ανθρώπων». Δεν μπορούσα ακόμη να εκφράσω τις εντυπώσεις μου ούτε να μάθω όλα τα μυστικά και τα πάθη που κυριαρχούσαν στο χωριό, αλλά με είχαν εντυπωσιάσει η υπεροψία και η συμπεριφορά των προυχόντων, των αρχόντων στην πλατεία και, ακόμη περισσότερο, η γενική αίσθηση έχθρας, περιφρόνησης και δυσπιστίας στην κουβέντα που μόλις πριν λίγο είχα παρακολουθήσει και με την οποία εκδήλωναν τα μίση και τα πάθη τους χωρίς την παραμικρή επιφύλαξη που θα έπρεπε να νιώθουν μπροστά σε έναν νεόφερτο ξένο. Έτσι κατάφεραν να με ενημερώσουν για τα βίτσια και τις αδυναμίες τους. Χωρίς ακόμα να μπορώ να προσδιορίσω με ακρίβεια, ήταν φανερό ότι κι εδώ, όπως και στο Γκρασσάνο, το μίσος που ένιωθαν μεταξύ τους εκφραζόταν με δύο τρόπους. Εδώ, όπως και σε όλα τα χωριά της Λουκανίας, όπου οι φτωχοί και τίμιοι άνθρωποι δεν κατάφεραν από ανικανότητα, φτώχεια, επειδή παντρεύτηκαν πολύ νέοι, γιατί είχαν συμφέροντα να υπερασπιστούν ή εξαιτίας κάποιου άλλου λόγου να μεταναστεύσουν στους παραδείσους της Νάπολης και της Ρώμης, μετατρέπουν την απογοήτευσή τους σε θυμό, σε ένα άσβεστο μίσος, σε μία αιώνια αναβίωση παλιών συναισθημάτων, σε μια συνεχή προσπάθεια να επιβάλουν ενάντια σε όλους τη δύναμή τους σ'εκείνη τη μικρή γωνιά της γης όπους είναι αναγκασμένοι να ζήσουν. Carlo Levi. Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι.

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

Ανησυχία

Πάει πολύς καιρός που δεν γράφω. Έχουν περάσει μήνες που δεν ζω, απλά διαρκώ μεταξύ γραφείου και βιολογίας, με τις αισθήσεις και τις σκέψεις μου ενδόμυχα τελματωμένες. Δυστυχώς, ούτε έτσι βρίσκω ανάπαυση: ακόμη και μέσα στη σήψη γίνεται ζύμωση.

Πάει πολύς καιρός που όχι μόνο δεν γράφω μα ούτε καν υπάρχω. Μου φαίνεται πως σχεδόν δεν ονειρεύομαι πια. Οι δρόμοι είναι πια για μένα σκέτοι δρόμοι. Κάνω τη δουλειά του γραφείου συνειδητά και με προσοχή, δεν μπορώ όμως να πω και χωρίς να αφαιρούμαι: από πίσω, αντί να σκέφτομαι, κοιμάμαι - πάντα όμως πίσω απ' τη δουλειά είμαι κάποιος άλλος.

Πάει πολύς καιρός που δεν υπάρχω. Είμαι απολύτως ήσυχος. Κανείς δεν με ξεχωρίζει από αυτόν που είμαι. Με νιώθω τώρα να αναπνέω σαν να είναι κάτι που επιχειρώ για πρώτη φορά ή με μεγάλη καθυστέρηση. Αρχίζω να έχω συνείδηση πως έχω συνείδηση. Ίσως αύριο να ξυπνήσω μέσα μου και να ξαναπιάσω την πορεία της ύπαρξής μου από εκεί που την έχω αφήσει. Δεν ξέρω, αν έτσι, θα είμαι περισσότερο ή λιγότερο ευτυχισμένος. Δεν ξέρω τίποτα. Σηκώνω το κεφάλι μου του περιπατητή που είμαι, και βλέπω πως πάνω στο λόφο του Φρουρίου, το ηλιοβασίλεμα, από τα νώτα μου, φλέγεται σε δεκάδες παράθυρα, λαμπάδες ψηλές κρύας πυράς. Γύρω από αυτά τασκληρά φλόγινα μάτια, ο λόφος γλυκαίνει από το τέλος της ημέρας. Μπορώ τουλάχιστον να αισθάνομαι θλιμμένος και να έχω συνείδηση πως μ' αυτή τη δική μου θλίψη, διασταυρώνεται τώρα -όπως το βλέπω με την ακοή- ο ξαφνικός θόρυβος του τραμ που περνάει, οι φωνές των νεαρών που κουβεντιάζουν, το λησμονημένο βουητό της ζωντανής πόλης.

Πάει πολύς καιρός που δεν είμαι εγώ.
 
Φερνάντο Πεσσόα (μτφρ. Άννυ Σπυράκου).

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

Do not disturb

Σβήσε τα μάτια μου

Σβήσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω,
τ' αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ' ακούω μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να 'ρθω σ' εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.
Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ
με το κεφάλι.

Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σ' έχω πάλι.

Ράινερ Μαρία Ρίλκε (μτφρ. Κωστής Παλαμάς).


Ο θάνατος θα 'ρθει

Ο θάνατος θά 'ρθει και θα 'χει τα μάτια σου —
αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει
απ' το πρωί ως το βράδυ, άγρυπνος,
κρυφός, σαν μια παλιά τύψη
ή μια παράλογη συνήθεια. Τα μάτια σου
θα' ναι μια άδεια λέξη,
κραυγή που έσβησε, σιωπή.
'Ετσι τα βλέπεις κάθε πρωινό
όταν μονάχη σκύβεις
στον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,
αυτή τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς
πως είσαι η ζωή κι είσαι το τίποτα.


Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Ο θάνατος θά 'ρθει και θα 'χει τα μάτια σου.
Θα 'ναι σαν ν' αφήνεις μια συνήθεια,
σαν ν' αντικρίζεις μέσα στον καθρέφτη
να αναδύεται ένα πρόσωπο νεκρό,
σαν ν' ακούς ένα κλεισμένο στόμα.
Θα κατεβούμε στην άβυσσο βουβοί.

Τσέζαρε Παβέζε (μτφρ. Σωτήρης Τριβιζάς).

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2013

Ανάσταση

«Έκανα αυτό που μου αρέσει. Να σκοτώνω». Σε έναν 62χρονο δολοφόνο ανήκει η δήλωση της χρονιάς που φεύγει. Μα πόσοι από μας δεν υπακούσαμε στις ίδιες εντολές; Δε μισήσαμε; Δεν κινδυνεύσαμε; Δεν ονειρευτήκαμε άδικες δικαιοσύνες; Ο άλλος και φέτος είτε παρέμεινε ξένος είτε μπήκε σε απαγορευμένη ζώνη. Η αστυνομία μάζεψε υπόπτους κι εκείνος μας υπέδειξε μέσα από το τζάμι. Πιάστε τους. Το πτώμα του διπλανού μύρισε αποξένωση ή υπερβολική οικειότητα, κάτι από τα δύο. Εκείνος δεν μας κατάλαβε πρώτος. Εκείνος δε μας έδωσε ό,τι ζητήσαμε. Περίεργος άνθρωπος, κακός. Βρισκόμαστε σε νόμιμη άμυνα. Επίθεση!

Η χώρα δε θα σου αφήσει περιθώρια επιλογών από τη νέα χρονιά. Η ανάπτυξη δε θα ‘ρθει. Αν δε μονολογείς, δε θα μάθεις τίποτα για σένα. Δε θα μάθεις καν τι σε περιμένει. Οι λογαριασμοί θα παραμείνουν απλήρωτοι. Το να μιλήσεις ή να σωπάσεις, θα σε ντροπιάζουν εξίσου. Η επικαιρότητα θα είναι πάνω από τις δυνάμεις σου. Οι ειδικοί θα έχουν απαντήσεις κι εσύ ακόμα θα κρατάς τις ερωτήσεις σου σφιχτά να μη στις κλέψουν. Οι έντιμες φράσεις βγαίνουν μόνο από όρθια κορμιά και τα δικά μας μοιάζει να έχουν λυγίσει. Οι πόλεις καταπίνουν τους πληθυσμούς τους και το αλκοόλ δεν είναι σίγουρο πως βοηθά. Κι εγώ δεν γράφω πια συχνά, ακούω μουσική, περπατάω, συγχωρώ. Δε θέλω να βοηθήσω τον κόσμο με τα γραπτά μου να αυτοκτονήσει. Γράφω για να ζεσταθώ, όχι για να παρκάρει με ασφάλεια το μυαλό του ο καθένας. Θεωρώ ώρες-ώρες τη σιωπή μου πιο ενδιαφέρουσα από την πολυλογία. Κατανοώ πως είναι οδυνηρό στα γεράματα να γνωρίζεις κάποιον που υπονοεί ότι δεν έχεις μάθει να ακούς. Και τα γεράματα είναι ασθένεια που χτυπάει όλες τις ηλικίες, κυρίως δε τα καλά παιδιά και τις πριγκίπισσες.

Μπήκα στον πειρασμό και τα μέτρησα προχθές. 14 βιβλία μισοτελειωμένα τον τελευταίο μήνα. Όλα παρατημένα αφού ως γνωστόν είμαι τελειομανής. Αν κάτι ακόμα με πνίγει είναι που για να αλλάξεις πρέπει να ενημερώσεις τον περίγυρο. Για να τον βαρεθείς, να πάρεις την άδειά του. Για να σωπάσεις, τις οδηγίες του. Για να κάτσεις σπίτι, εργασία για τις γιορτές. Λες κι έχω καμία όρεξη να κάθομαι σιωπηλός. Οι μόνες σημαίες που κράτησα μες στη χρονιά κι αυτές δίχως να τις κουνάω είναι κάποιες λέξεις. Δεν είναι εποχή να σε ερωτεύονται αναγνώστες, έτσι τουλάχιστον λέω. Εκείνοι με βρήκανε, εγώ με ψάχνω. Ατυχία να μη συναντιόμαστε.

Στους μεγάλους μου έρωτες πίσω δεν κάνω. Δεν τους αφήνω ακάλυπτους στα πανηγύρια του θανάτου. Στον πόλεμό τους μπορώ να χάνω συνέχεια αφού οι ίδιοι μου έχουν δώσει τις ζωές που ξοδεύω. Πέρα από λίγο νερό και ένα κομμάτι ψωμί, απαιτείται φαντασία για να επιβιώσεις. Κι αυτό εκείνοι μου το έμαθαν. Φέτος το δοκίμασα ζητώντας πολλές φορές συγγνώμη για τη συμπεριφορά μου και σας πληροφορώ πως ανακουφίστηκα. Σας το προτείνω ανεπιφύλακτα. Κάθε φορά που έχω δίκιο, αυτό κάνω. Τι μου φταίει ο ξένος άνθρωπος; Έχει κι αυτός τα προβλήματά του. Η ηλιθιότητα που ονομάζεται εγωισμός ήταν ανέκαθεν η πιο σταθερή επιλογή των ανθρώπων και δε θα ‘θελα να αλλάξει κανένας συνήθειες για μένα, όσα γέλια κι αν μοιράστηκα μαζί του.

Στο δωμάτιό μου πρέπει να έχουν μεταφέρει την αποθήκη. Ίσως πρέπει να πάω να κοιμάμαι σ’ αυτή. Θα ήταν πιο σωστό. Η δυστυχία μου θα γινόταν πιο συγκεκριμένη. Η μοναξιά μου είναι ακόμα η αξιοπρέπειά μου. Δε τη μοιράζομαι. Αγαπώ τις απουσίες μου. Θα ήθελα ωστόσο να βρω έναν τρόπο να είμαι παρών, να κρυφοκοιτάζω χωρίς να πονάω. Είμαι περαστικός, αυτό το κατάλαβα μέσα στο 2012. Θα ζήσω λοιπόν ως τέτοιος. Θα χαμογελάω πιο συχνά αφού μου πάει. Θα βρω ένα λόγο που θα αξίζει να υποφέρω. Θα κάνω λάθη αξιέπαινα. Οι φασίστες θα γίνουν ανέκδοτο. Γιατί ‘χω δυνατά φτερά. Τους εμπιστεύομαι τους νεκρούς από τότε που πέθαναν.

Ποτέ μου δεν κατάλαβα ακριβώς, πώς ενώ ο καθένας μας ξεχωριστά είναι παράφωνος, στις συναυλίες μετατρεπόμαστε σε χορωδίες θεϊκές. Φαντάζομαι ωστόσο το γιατί. Γι’αυτό, απόψε, να πεις συλλυπητήρια αντί για χρόνια πολλά στην αλλαγή του χρόνου. Θα επισπεύσεις την ανάσταση.