Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Η Ελλάδα που επιμένει

Φιλοσοφία εστί μελέτη θανάτου. Πλάτων.

«Έληξε η προθεσμία μου» λέει η γιαγιά στον Ταΰγετο. Και δεν τη νοιάζει. Είδες κανένα να γυρίσει πίσω; Αυτά είναι παραμύθια στις εκκλησίες, τα λένε οι παπάδες για να παίρνουνε λεφτά. Στην Κρήτη η μαντινάδα έχει ως εξής:«Φαίνεται να περνά καλά άθρωπος σαν ποθάνει, γιατί κανείς δε γύρισε παράπονα να κάνει». Τα υπόλοιπα είναι «κολοκύθια στην καραβάνα».

Μία από τις σπουδαιότερες μορφές της κρητικής μουσικής παράδοσης, ο Νικηφόρος Αεράκης ακούει τον Σκουλά στα Ανώγεια και τραγουδά μαζί του. Όταν κάποια στιγμή η μουσική σταματάει στο 5.45, δείχνει να πνίγεται, να σκοτεινιάζει, να φοβάται. Η μοναξιά επιστρέφει. «Για φορτσάρετε, άιντε, παίξτε μουσική», διατάζει μόλις δυο δευτερόλεπτα μετά το τέλος του κομματιού. Γυρνάει και λέει σε μία γυναίκα:«Να ζήσεις μόνο μιαν αυγή τόση ζωή σε φτάνει, ρόδο που ανθεί πολύ καιρό τη μυρωδιά ντου χάνει». «Ο κύκλος της ζωής να τονε, εδώ είναι» συνεχίζει δείχνοντας προς την πίστα. «Δεν υπάρχει άλλος. Εγώ αύριο…». Δεν τελειώνει τη φράση του γιατί πρέπει να χτυπήσει παλαμάκια. Το γλέντι στον Ψηλορείτη συνεχίζεται, persona non grata κατά πάσα πιθανότητα ο Χορστ Ράιχενμπαχ.

Οι Πόντιοι συχνά κατηγορούνται για εθνικισμό. Τελευταίος που απηύδησε μαζί τους ο Νίκος Μπίστης ο οποίος διαφωνεί με τον όρο γενοκτονία. Θέλει να το λέμε αλλιώς, δεν τον βολεύει. Ποιοι είναι αυτοί οι Πόντιοι όμως; Είναι άραγε ένα πράγμα συγκεκριμένο και ενιαίο όπως ο πρώην βουλευτής; Οι πολιτικοί, επειδή δε συνηθίζουν να χρησιμοποιούν την ειλικρίνεια, άπειροι καθώς είναι, γίνονται χυδαίοι άθελά τους όταν την επιστρατεύουν στα βιβλία τους. Σε ένα δημώδες ποντιακό ο Αιχμάλωτον προειδοποιεί τον Εμίρ Αλή:« Αν κρούγω και σκοτώνω σε, θα λεγ’νε εν’ φονέας. Κι κρούγω, κι σκοτώνω σε, θα λεγ’νε μ’εφοβέθεν. Καλλίον ‘κι σκοτώνω σε κι ας λεγ’νε μ’εφοβέθεν». Ο ποιητής λαός εκφράζει λόγο απόλυτου σεβασμού της ανθρώπινης ζωής, λόγο μοναδικής επιείκειας. Το κομμάτι αν και άσχετο με το θέμα μας (πρόκειται για έναν ύμνο στον Πόντιο αντάρτη) αποδεικνύει ότι η λύρα δεν είναι «μαρτύριο» μόνο για τον Νίκο Μπίστη αλλά για όλους τους υποψηφίους βουλευτές, ειδικά όταν δε σου βγάζει τις ψήφους που θα περίμενες από τον κόπο σου να συνομιλείς με αμαθείς σε διάφορα τραπεζώματα.

Όταν ρώτησαν τον Διογένη ποιο είναι το ωραιότερο πράγμα στον κόσμο απάντησε:«Η παρρησία». Ιδού ο Κώστας και η Τζένη στο Μεγάλο μας Τσίρκο! Σπάνιο απόσπασμα από τη μεγάλη αντιδικτατορική παράσταση που όσο το ακούω κάτι μου θυμίζει. Κάποιοι θα τολμούσαν να το πουν και επίκαιρο. Α ρε Παναγούλης που μας χρειάζεται.

Για τον Δημήτρη Λιαντίνη ξέρουμε ότι τον έψαχνε η Νικολούλη. Ότι σαν άλλος Εμπεδοκλής που από έπαρση είχε ορμήσει στον κρατήρα της Αίτνας για να γίνει Θεός, ανέβηκε στον Ταΰγετο επειδή ήταν τρελός. Μα όπως είπε πρόσφατα μία μαθήτριά του, η φιλόλογος Χαρά Παρασκευοπούλου, «τρελός που να έζησε και να διέγραψε μία τόσο συγκροτημένη πορεία δεν υπήρξε». Η διάλεξή του για τη φιλοσοφική θεώρηση του θανάτου είναι από τα πιο λαμπερά πράγματα που μπορείς να δεις στο Διαδίκτυο και βοηθάει καθοριστικά στην απεξάρτηση από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ειδήσεων των ζωών μας.

Ένα μήνα προσπαθούσα να θυμηθώ το στίχο. Τον θυμήθηκα, έγραψα το κείμενο Παρασκευή και το Σάββατο η Σώτια Τσώτου έφυγε μετά από διετή μάχη με τον καρκίνο. Μέσα από τις λέξεις τις είχε απαντήσει στις αγορές και το νεοφασισμό της Ευρώπης πολύ νωρίς:«Άσε με στο μεθοκόπι, έτσι ειν’ οι ανθρώποι, τόσο αμαρτωλοί κι ωραίοι, τόσο άνθρωποι». Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα πιο αντιεξουσιαστικό. Πριν φάμε κι εμείς ο ένας τον άλλο βιαστικά εφαρμόζοντας την ουτοπία, ας περάσουμε το Σάββατο μία βόλτα από το λιμάνι να χωνέψουμε λίγη αλληλεγγύη.

Στο τέλος άφησα την Ελλάδα του διεθνούς κύρους, την Ελλάδα του Yale, την Ελλάδα που φλυαρεί 15 λεπτά και δε λέει τίποτα, την Ελλάδα που οι Νεοέλληνες έχουν ακόμα ως πρότυπο. Υπάρχει και η άλλη φυσικά, του Άδωνι και του Βορίδη, κατοικίδιο με λουρί στα χέρια της Ακροδεξιάς. Αυτή που βρίσκεται ελεύθερη πιο πάνω δυσκολεύεται, ακόμη και νεκρή, να πεθάνει.

Κείμενο γραμμένο για την Parallaxi

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Τόσο αμαρτωλοί κι ωραίοι

Το δόγμα της μη επιβολής περιορισμών εκ των προτέρων στην ελευθερία της έκφρασης ήταν πάντοτε μία γενναιόδωρη παραχώρηση της εκάστοτε εξουσίας. Τώρα έχουμε την ελευθερία να μιλάμε μόνο Σαββατοκύριακα που είναι κλειστές οι αγορές. Κείμενο που δημοσιεύεται καθημερινή, έχουμε ξαναπεί, όλο και κάποια σπρεντ ανεβάζει. Η μόνη ευθύνη ωστόσο που είχε ανέκαθεν όποιος γράφει βρίσκεται πριν δημοσιεύσει τις σκέψεις του. Εφόσον κάνει ό,τι είχε να κάνει μέσα του, γύρω του και δίπλα του, η μπάλα περνάει στο γήπεδο του αναγνώστη. Εσύ τελείωσες αν έδωσες ό,τι καλύτερο μπορούσες τη δεδομένη στιγμή. Δε θα έπρεπε να αφορά το νόμο ούτε όταν κάποιος υβρίζει ή συκοφαντεί. Καθήκον του αναγνώστη είναι να κρίνει. Θα μου πείτε μπορεί κάποιος να μου πει ότι γαμιέται η μάνα μου. Ε και; Η μήνυσή μου θα είναι το γέλιο μου.

Ας μην κοροϊδευόμαστε. Υπάρχουν ρόλοι. Παρατηρήστε προσεκτικά. Είμαστε οι ηθοποιοί του εαυτού μας. Εκτός από τις αυταπάτες μας, είμαστε τα ερεθίσματα και οι πληροφορίες που δεχόμαστε. Λέμε συνήθως την ατάκα που περισσεύει. Εκφράζουμε το οξυγόνο που μένει ελεύθερο. Ψάχνουμε τρύπες όπως τα διάφορα σέντερ φορ. Γινόμαστε το κενό που άφησαν οι άλλοι. Στα πάντα κυριαρχεί η ανάγκη διαφοροποίησης. Όταν αντιληφθούμε τούτο το τραγικό για την αυταρέσκειά μας γεγονός, θα σωπάσουμε για κάποιες μέρες και ίσως σεβαστούμε περισσότερο τους άλλους αφού πλέον είναι βέβαιο: τους χρωστάμε τη γνώμη μας αν όχι τη γνώση μας. Η αντίθετη άποψη είναι λοιπόν απαραίτητη ώστε να βρούμε τη φωνή μας. Χάρη στους άλλους είμαστε ό,τι είμαστε. Στο κάτω κάτω της γραφής λέει ο Νίτσε «ίσως ο πιο άχρηστος, ο πιο βλαβερός άνθρωπος να είναι ο πιο χρήσιμος για τη συντήρηση τους είδους. Γιατί ο άνθρωπος αυτός, ο βλαβερός, συντηρεί στον εαυτό του ή στους άλλους διάφορα ένστικτα που χωρίς αυτά η ανθρωπότητα θα είχε εδώ και πολύ καιρό αποχαυνωθεί και διαφθαρεί». Και εμένα πια με πείθει μόνο εκείνος που δε θέλει.

Από τις αρχές του 20ου αιώνα, ο Τζακ Λόντον έγραφε ότι οι καπιταλιστές έχασαν την ευκαιρία που τους δόθηκε, ότι απέτυχαν. Καθώς ωστόσο παρακολουθούσα Βουλή προχθές, σκέφτηκα ότι οι άντρες απέτυχαν νωρίτερα. Είναι στιγμές που διακρίνω στην οθόνη πεντακάθαρα κατουρημένα 5χρονα, να τα ‘χουν ντύσει 50άρηδες που παριστάνουν τους μεγάλους και τους τρανούς. Είναι όλοι αυτοί οι τύποι που μιλούν ολημερίς και ολονυχτίς για τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας μας. Βρε κουτά, εσείς είστε αυτά. Κι αν πετύχετε τους στόχους σας, εμείς θα είμαστε αυτοί. Κι όλα φυσικά, το ντύσιμο, το ύφος, τα ψέματα, τα κοστούμια και οι γραβάτες μπας και κρύψουν κάπως την ασχήμια τους, μπας και γαμήσουν, σόρυ μάνα, κανένα μουνί. Γρήγορα; Ναι. Πρόχειρα; Ναι. Δεν είναι τυχαίο που λένε ναι σε όλα. Μα να ‘ταν μόνο αυτοί. Πόσα ληγμένα διαγγέλματα τρώμε στη μάπα στο Twitter; Να καεί ο κόσμος και το πελεκούδι, πύρινες κολάσεις παντού, μπάτσοι γουρούνια, μία μαγκιά, μία σωματική ρώμη, άλλο πράγμα. Σα να έβλεπα προχθές στην επέτειο της εκτέλεσης Γρηγορόπουλου σφίχτες που κοιτιούνται στον καθρέφτη. Ο καθένας σχεδόν ένας μικρός στρατηγός που δίνει εντολές, μία Goldman Sachs από την ανάποδη την οποία κατά τα άλλα σιχαίνεται κι όμως κάνει την ίδια δουλειά με αυτή: το έργο του Θεού, δηλαδή του εαυτού του. Όσο για επικοινωνία, μηδέν. Αν τους παραδέχομαι για κάτι όλους αυτούς είναι που δεν τους καίγεται καρφί για το διπλανό τους, που δεν θα άνοιγαν ποτέ λινκ που δε θα τους οδηγήσει στην επιβεβαίωση των απόψεών τους, που δήθεν κόπτονται αλλά παραμένουν βαθιά αδιάφοροι, που υπάρχουν φορές που γίνονται πιο χυδαίοι από όσους, πολύ ορθώς, κρίνουν ανελέητα. Συμφωνούν όλοι όμως. Πρέπει να αλλάξετε αν δε θέλετε να βουλιάξω. Αν χρησιμοποιούσαν όλη αυτή τη διαύγεια για να καλλιεργήσουν ένα κομμάτι γης και όχι ένα ξαναζεσταμένο κομμάτι μίσους, δεν θα είχε νόημα η ζωή τους. Κάθε δευτερόλεπτο πεθαίνει ένας άνθρωπος από πείνα στον κόσμο επειδή κάθε μέρα πεθαίνουν χιλιάδες από την πείνα τους για εξουσία. Κι ενώ καλά πιάνουν τον εμπαιγμό, τη χειραγώγηση, το θέατρο, δεν απελευθερώνονται, δεν ησυχάζουν, δεν ηρεμούν. Μισούν την αδικία μόνο από φόβο μήπως τη βιώσουν. Ο Μπρυκνέρ θα τους έλεγε:«Επινοήστε άλλες χαρές, δημιουργήστε νέους πειρασμούς. Αλλά για όνομα του Θεού, πάψτε να γκρινιάζετε!». Τις προάλλες με το θάνατο του συνδικαλιστή του ΠΑΜΕ κάποιος κατάφερε να συνοψίσει τον νεκρό διαδηλωτή στα γεγονότα της ημέρας για να μας πει ότι συνεχίζεται ο αγώνας. Αναρωτιέμαι ποιος του έδωσε το δικαίωμα να συνοψίζει νεκρούς έτσι αυθαίρετα λες και τυλίγει γύρο.

Δεν το παίζω έξυπνος. Δεν είμαι. Ίσως να μην έχω βρει ακόμα τον μπάτσο της καρδιάς μου και γι’αυτό να τα λέω αυτά. Απλώς για μία ακόμη φορά με θλίψη διαπιστώνω ότι στους ναούς του καθενός, δε χωράνε άπιστοι. Ότι πολλές φορές όταν μου ζητάς την άποψή μου, είναι σα να μου ζητάς να περιγράψω τη γυναίκα που μ’αρέσει-δεν μπορώ να το κάνω αν δεν τη δω. Ότι όσο περισσότερο χτυπιούνται ορισμένοι ότι δεν ξέχασαν, τόσο πιο σίγουρος γίνομαι ότι είχαν βάλει υπενθύμιση για την έκτη του Δεκέμβρη. Ότι ίσως ήρθε καιρός να σκεφτούμε πως προδοσία στο αθώο σφαγείο μας είναι να θυμάσαι τον Αλέξη. Ότι ναι μεν είναι χρήσιμο το TedxAthens-όσο χρήσιμο είναι το δελτίο ειδήσεων του Σταρ αν το παρακολουθήσεις κριτικά- αλλά φοβάμαι ότι οι διάφοροι επιτυχημένοι εμετοί μπορούν να δημιουργήσουν νέες στρατιές βλακών. Κι ότι ίσως είναι ώρα να μιλήσουν οι αποτυχημένοι.

«Είναι χυδαιότητα να σαλπίζεις δόγματα σε εξασθενημένες εποχές, όπου κάθε όνειρο για το μέλλον φαίνεται παραλήρημα ή απάτη» έγραφε ο Emil Cioran. Μικρές νίκες όμως είναι εφικτές. Αν επιτευχθούν, θα υπονομεύσουν τον εχθρό. Η θέση ετοιμότητας προϋποθέτει εξάλλου στάση εντιμότητας. Ναι, ζω έξω από τον κόσμο αλλά όχι τόσο ώστε να πιστεύω ότι θα τον αλλάξω. Εξάλλου προέχει να αλλάξω ο ίδιος. Οι αναγνώστες των κειμένων μου είναι θύματά μου. Ικανοποιούν τη δική μου δίψα για εξουσία. Κι αν χρησιμοποιώ τώρα τελευταία την υπερβολή, την επιθετικότητα, την αυθάδεια είναι για να παραμένω σοκαρισμένος από την πραγματικότητα κι όχι επειδή δεν είναι αρκετά σοκαριστική από μόνη της. Απλώς ψάχνω φάρμακο για την πονόψυχη αποκτήνωσή μου, για το οριστικό τέλος μου που θα με βρει να υποκρίνομαι την ειλικρίνειά μου.

«Όλες οι λέξεις μας είναι νεκρές. Η μαγεία είναι νεκρή. Ο Θεός είναι νεκρός. Οι νεκροί σωρεύονται ολόγυρά μας. Σε λίγο θα πνίγουν τα ποτάμια, θα κατακλύζουν τις θάλασσες, θα πλημμυρίζουν τις κοιλάδες και τις πεδιάδες. Ίσως μονάχα στην έρημο θα μπορεί ο άνθρωπος ν’ανασαίνει δίχως να ασφυκτιά από την μπόχα του θανάτου» λέει ο Χ.Μίλερ. Χρωστάμε επομένως ο ένας στον άλλο ένα χαμόγελο. Μία συγγνώμη. Διότι μία κουβέντα θέλουν οι άνθρωποι. Έναν κόσμο σχεδόν ανθρώπινο να ζήσουν. Την Ευρώπη του δημοσιονομικού φασισμού πρέπει να είχε στο νου της η Σώτια Τσώτου όταν έγραφε:«Άσε με στο μεθοκόπι, έτσι ειν’οι ανθρώποι, τόσο αμαρτωλοί κι ωραίοι, τόσο άνθρωποι». Η S&P δεν έβγαλε ακόμα ανακοίνωση, αλλά μείνετε ήσυχοι. Θα υποβαθμίσει τους στίχους της μόλις δυο Έλληνες χορέψουν στο Δημόσιο ένα χασάπικο που θα εκτροχιάσει εκ νέου το έλλειμμα και όλες τις υπόλοιπες ανοησίες που καθημερινώς συζητούν στα κανάλια χωρίς αιδώ.