Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Έτυ Χίλεζουμ



Όποιος δεν αντιλαμβάνεται καμία ομοιότητα ανάμεσα στον εαυτό του και τους άλλους, που βλέπει όλο το κακό στους άλλους και κανένα στον εαυτό του, αυτός είναι τραγικά καταδικασμένος να μιμηθεί αυτό τον εχθρό. Όποιος απεναντίας ανακαλύπτει πως είναι όμοιος με τον εχθρό, γιατί αναγνωρίζει το κακό και μέσα του, αυτός είναι αληθινά διαφορετικός. Όποιος αρνείται να δει την ομοιότητα, φτάνει να την ενισχύσει. Όποιος την παραδέχεται, ήδη τη μειώνει. Έτυ Χίλεζουμ, Θύμα των Ναζί.

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

Οι πλειστηριασμοί είναι φίλοι μας

Με την τοκογλυφία δεν υπάρχει σύνορο καθάριο, κανείς δεν βρίσκει μέρος για να κατοικήσει. Έζρα Πάουντ.

Ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει σε μία επιστολή του προς τη Γαλάτεια λίγο μετά την Μικρασιατική Καταστροφή: «Θαρρώ πως οι αρετές της ράτσας μας αναδείχνονται μόνο έξω από κρατικά καθεστώτα. Ως Κρατικός ο Έλληνας είναι φρικαλέος. Ως Οδυσσέας περιπλανόμενος, εργαζόμενος, εμπορευόμενος, σκεπτόμενος, χωρίς δικό του Κρατικό Σύστημα, σαν τους Εβραίους, είναι μοναδικός στον κόσμο. Μπορεί, όπως οι Εβραίοι, να γίνει δραστικότατο προζύμι για ν'ανεβεί η γης. Η γνώμη μου αυτή φαντάζει εγκληματική. Είναι παραπολύ πρόωρη, πολύ επικίντυνη αν πραγματοποιηθεί τώρα που η εθνική συνείδηση πυρώνει και στενεύει τους λαούς. Αν ήμουν πολιτικός, όχι μόνο δε θα την έλεγα την ιδέα αυτή μα και δεν θα την είχα».

Δύο φορές έχει πάει στην Αμερική ο πρωθυπουργός του τελευταίους μήνες. Και τις δύο φορές συνάντησε τον κύριο Τζέιμι Ντίμον. Ποιος είναι αυτός ο δαίμονας; Είναι ο πρόεδρος της JP Morgan Chase, μία εκ των ισχυρότερων επενδυτικών τραπεζών της Αμερικής. Μιλάμε για έναν κολοσσό του παγκόσμιου καπιταλισμού. Οι Ελληνάρες θα έλεγαν αμέσως Εβραίος. Κι όμως. Έκπληξη. Ο κύριος Ντίμον είναι ελληνικής καταγωγής, ελληνικότατης, εγγονός ενός Σμυρνιού που μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες για να γίνει ένας εξαιρετικά πετυχημένος χρηματιστής. Μάλιστα η τράπεζά του πρωταγωνίστησε στην κρίση με τα στεγαστικά δάνεια και ήταν εκείνη η οποία έβαλε στο παιχνίδι τα περίφημα cds που τίναξαν τα πάντα στον αέρα. Βρήκα μάλιστα σάιτ που καμαρώνει γι'αυτόν και τον αναφέρει ως τον Έλληνα σωτήρα της Wall Street. Ο ξεπεσμός μας δεν έχει τελειωμό. Στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού αποκάλυπτε για το πρόσφατο ταξίδι του στην Καθημερινή: «Δεν είμαστε οι μοναδικοί που ζητάμε επενδύσεις. Όπως ο δικός μας πρωθυπουργός έτσι και οι πρωθυπουργοί της Τουρκίας, της Ινδίας κ.λπ. κάνουν τις ίδιες επαφές, καταλαβαίνετε ότι ο ανταγωνισμός είναι τεράστιος». Αυτό θα πει καλλιστεία. Η JP Morgan στις εκθέσεις της για την Ελλάδα προτείνει, ούτε λίγο ούτε πολύ, να ξεφορτωθούμε τη Δημοκρατία και τα εργασιακά δικαιώματα. Τα τηλεοπτικά κανάλια, μετά το κούρεμα των δανείων τους και τη νέα παράταση που πήρε η επιβολή του ειδικού φόρου ύψους 20% στις διαφημίσεις, κάτι μου λέει πως θα βοηθήσουν προς αυτή την κατεύθυνση.

Πριν μερικές μέρες διαβάσαμε στο Bloomberg: «Στελέχη του ΤΑΙΠΕΔ συνάντησαν τον δισεκατομμυριούχο διαχειριστή hedge funds Τζον Πόλσον στη Νέα Υόρκη. Έχει άλλωστε εκφραστεί εδώ και καιρό το ενδιαφέρον του για τα περιουσιακά στοιχεία του ελληνικού δημοσίου». Ποιος είναι αυτός ο κύριος; Κάπου τον είχα ξανακούσει. Δυσκολεύτηκα να θυμηθώ καθώς εδώ και δύο χρόνια έχω σταματήσει να διαβάζω τα οικονομικά ρεπορτάζ- απόδειξη ότι ξέρω ν' αγαπώ θα έλεγε ο Μπουκόφσκι. Έσπασα το κεφάλι μου αλλά τα κατάφερα. Εκτός από το ότι βρισκόταν κι εκείνος στον 50ο όροφο της JP Morgan όπου ο Σαμαράς συνάντησε τον Ντίμον, εκτός από το ότι έχει τοποθετηθεί σε ελληνικές τράπεζες όπως ακούγεται, ο κύριος Πόλσον ήταν αυτός που τζογάρισε πτωτικά έναντι του ευρώ και πήρε θέσεις εναντίον των ελληνικών ομολόγων στα τέλη του '09-αρχές του '10. Το αποτέλεσμα της κερδοσκοπικής του προσπάθειας μας ανακοινώθηκε στο Καστελλόριζο από τον Γιώργο Παπανδρέου. Δεν είναι τόσο δύσκολα τα πράγματα τελικά, αρκεί να θυμάσαι μερικά ονόματα. Ο Πόλσον ήταν ο άνθρωπος που είχε προβλέψει την κατάρρευση της αγοράς των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ. Οι εξελίξεις τον δικαίωσαν και ο σχετικά άγνωστος άνδρας έγινε «εν μια νυκτί» εκατομμυριούχος. Σε καλή μεριά.

Δεν ξέρω αν το θυμάστε: Κάποτε στο Deal ο τραπεζίτης τηλεφωνούσε για να κάνει προσφορά στον παίκτη. «Σου δίνω τόσα για να σταματήσεις», του έλεγε. Εκείνος συνήθως αρνιόταν. Στις μέρες μας οι τραπεζίτες παίρνουν και ρωτούν: «Πόσα μας δίνετε για να σταματήσουμε»; Τα σημάδια ήταν μπροστά μας. Η τρελή σκέψη του Καζαντζάκη φαίνεται πως πραγματοποιείται. Η ταμπέλα ελληνικό κράτος είναι σαν πινακίδα χωριού της Κρήτης, πεσμένη στο χώμα και γεμάτη μπαλωθιές. Και τα παιδιά παίζουν ακατάπαυστα. Πουλάνε και αγοράζουν σε ένα παγκόσμιο βιντεογκέιμ που τα έχει όλα: εκμετάλλευση, στρατηγική, εκβιασμούς, τζόγο, χρήματα και φτώχεια για τους άλλους. Ο πόλεμος μαίνεται. Οι πρωθυπουργοί χτυπούν το κουδούνι σιγανά και ταπεινά, αφήνουν στο τραπέζι τις πίτσες διακριτικά και παίρνουν δρόμο, ελπίζοντας πως την επόμενη φορά οι επενδυτές δεν θα λησμονήσουν τη χώρα τους. Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα. Ο Κέβιν, πάντως, ήταν «Μόνος στο σπίτι» χριστουγεννιάτικα και κατόρθωσε να διώξει τους ληστές. Είναι ευκαιρία μέσα στις γιορτές να θυμηθούμε πώς υπερασπίζεσαι την πρώτη σου κατοικία. Αν το 2014 τη γλιτώσουμε, το 2015 θα είναι η χρονιά μας.

Αποτύχαμε να μπλέξουμε μαζί τους. Αρκετοί από μας υπήρξαν φρικαλέοι. Καλό είναι να θυμόμαστε όμως πού και πού ποιοι κάνουν κουμάντο για να μη μας τρελάνουν τελείως οι εισηγητές των θεωριών της τεμπελιάς, των δύο άκρων και της ιδιωτικοποίησης των πάντων. Μπορώ να δεχτώ το δίκιο του ισχυρού, είμαι αρκετά μεγάλο παιδί. Τώρα, δημοσιογράφοι που εκτιμάτε, θα σας βάλουν την ιδέα να τους δώσετε και τα σπίτια σας. Σιγά το δύσκολο. Σημασία σ' αυτή τη ζωή έχει να ξέρεις να κρύβεσαι πίσω από τη λογική. Τη λογική της εξουσίας.

Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

Κάτι δικά μου

Δεν είμαι φασίστας. Δεν είμαι μπολσεβίκος. Είμαι μόνος. Μιγκέλ ντε Ουναμούνο.

Και την ιστορία την πουτάνα έτσι τη γράφουνε, και οι αστοί και οι κομμουνιστές: οριζόντια, ισόπεδη. Μιλάνε για λαούς, μιλάνε για μάζες, κανένας απ' αυτούς δεν μπόρεσε ποτέ να νοιώσει την ένταση, το πάθος, την κορύφωση και την πτώση κόσμων ολόκληρων, σ’ ένα μοναχά εικοσιτετράωρο απ’ τη ζωή του επαναστάτη. Ξέρουν γράμματα, διαβάζουν, γράφουν, και δεν καταλαβαίνουν ποτέ πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια ολόκληρη ιστορία. Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξαναποκτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία κάθετα, όχι για λαούς και για μάζες, αλλά για τον Παύλο, για τη Ρηνιώ, για την Ελένη, για το μάστρο-Στέφανο, τότε μοναχά οι άνθρωποι θα ξέρουν τι κοστίζει η ιστορία, τι κοστίζει η συμμετοχή, τι θα πει η φράση «εκατό χιλιάδες νεκροί» ή «βασανίζεται ένας άνθρωπος σε κάποια Ασφάλεια». Τότε οι άνθρωποι θα ξέρουν τι θα πει φυλακή, τι σημαίνουν τα πολιτικά λάθη. Χρόνης Μίσσιος.

Η επανάσταση δεν υπαγορεύεται. Υπάρχει μία και μόνο δυνατή επανάσταση κι είναι εκείνη που κάνουμε μόνοι μας, εκείνη που ωριμάζει στο κάθε άτομο, που αναπτύσσεται μέσα του αργά, με υπομονή, με ανυποταξία. Η επανάσταση είναι υπομονή, είναι ανυποταξία, δεν είναι βιασύνη, δεν είναι χάος, δεν είναι αυτό που σας διηγούνται οι δημαγωγοί με τη μαγική ράβδο. Μη δίνετε προσοχή σε όποιον σας υπόσχεται θαύματα, μη δίνετε προσοχή σε όποιον αναλαμβάνει να αλλάζει τα πράγματα ώσπου να πεις τρία σαν μάγος. Οι μάγοι δεν υπάρχουν. Τα θαύματα δεν υπάρχουν. Οι αρχηγοί σάς κοροϊδεύουν, ηλίθιοι, που είστε συνηθισμένοι να σας σέρνουν όλοι από τη μύτη, να υποκύπτετε. Αυτή η επίφαση της δημοκρατίας μπορεί να σβήσει με ένα φύσημα αν ακολουθήσετε τις φλυαρίες των ψευτοεπαναστατών. Ας την κρατήσουμε σφιχτά τη λίγη αυτή ελευθερία που μας χαρίστηκε. Χαρισμένη, ναι, και η χαρισμένη ελευθερία δίνει πάντοτε πικρούς καρπούς. Αλέξανδρος Παναγούλης.

Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το έχω ξαναπεί, Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχω περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νοιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νοιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων. Άρης Αλεξάνδρου.

Όμως δεν θα έχουμε υπεύθυνο, αρχηγό ή αντιπρόσωπο. Τόσα χρόνια μπουχτήσαμε από θαλαμάρχες, παρεάρχες, ακτινάρχες, όλων των ειδών τους άρχες, όρχεις που μας επέβαλλαν να κατουράμε στη βούτα κατά ομοιόμορφο τρόπο. ( Έπρεπε το κάτουρο να χτυπάει στον τενεκέ αριστερά και πάνω, έτσι και σου ξέφευγε, γινόσουν ύποπτος). Ού να χαθούνε. Εμ κι εμείς τα ανθρωπάκια που δεχτήκαμε χρόνια να τρώμε στην μάπα τη ραγιά; Και να σκέφτομαι πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που αποδέχονται τους κανόνες μιας τέτοιας ζωής. Τι τους συμβαίνει και χώνονται μέσα στη μάντρα; Πάντως εγώ, απ΄ όσο ξέρω κι οι φίλοι μου, σε μάντρα δεν ξαναμπαίνω, οποιαδήποτε μάντρα. Αν πρόκειται για λογοτεχνικό σωματείο, γραμματείς, πρόεδρο και ιερατείο, δεν κάνουμε τίποτα. Δεν έχουμε χρόνο πιά για μια δοκιμή, κι άλλωστε γιατί να επιχειρήσουμε από δρόμους που ξέρουμε πως δεν οδηγούν πουθενά; Μήπως φταίγαν τα πρόσωπα κι οι αρχές παραμένουν αλώβητες; Να τελειώνει αυτό το μπέρδεμα, αρχές και πρόσωπα, μορφή και περιεχόμενο, ιδέες και πράξη, όλα είναι ένα, όταν τα ξεχωρίζετε πάτε να περισώσετε κάτι. Φταίει λοιπόν στο σύνολο αυτή η υπόθεση, οι αρχηγοί και τα μέλη, ιεράρχηση και επιτροπάτα, οικουμενικές και μη σύνοδοι με αποφάσεις, πιστεύω. Τίποτα πια δεν πιστεύω, όλα σαβούρα για πέταμα. Μάριος Χάκκας.

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

Ώριμη σκέψη

-Για να μου πείτε ότι είμαι ωραία έπρεπε να περιμένετε τρεις εβδομάδες;

-Ο Κέπλερ πριν πει ότι το τετράγωνο του χρόνου της πλανητικής περιφοράς είναι ανάλογο με τον κύβο του μεγάλου άξονα της τροχιάς, το σκεφτόταν δεκαεφτά χρόνια.
Pitigrilli.

Ο Θεός λαΐκιζε υπέροχα

Το χαράτσι, τα παιδιά, μοναχός να κρίνεις, άλλο να σ’ τα παίρνουνε κι άλλο ναν τα δίνεις. Κ. Βάρναλης.

Ο λογοτεχνικός δάσκαλος του Μπουκόφσκι ήταν ο πατέρας του. Όταν τον σάπιζε στο ξύλο και του μάθαινε τον πόνο. Τον πόνο δίχως λόγο. Έτσι, έλεγε, μπόρεσα να πω αυτό που με απασχολούσε. Η χώρα, τέσσερα χρόνια τώρα, ψάχνει τα λόγια της. Τα ουγκ είναι το τραύλισμα. Το ξύλο έρχεται σε δόσεις. Τα επόμενα τέσσερα ενδέχεται να βγει και από την Ευρωζώνη, αφού η τελευταία δεν θα υπάρχει, για να ολοκληρωθεί με επιτυχία το πείραμα δημοσιονομικής προσαρμογής σε συνθήκες ασφυξίας. Εν ολίγοις, θα γίνει ό,τι οι περισσότεροι προβλέψαμε: θα πεθάνουμε γιατρεμένοι, διχασμένοι, αποκαμωμένοι. 120 χρόνια μετά, δυστυχώς επτωχεύσαμεν ξανά.

Επειδή δεν έχουμε λόγια, έχουμε νούμερα. Αν δεν είχε φύγει τόσος κόσμος, η ανεργία θα είχε αυτοδυναμία. Θυμάμαι που ανέβαινε μισή μονάδα και η κοινή γνώμη σοκαριζόταν. 9,2% από 8,7%. Συμφορά. Οι νέοι, που είχαν πάντα δίκιο, τώρα ενοχλούν. They don't need no education. Όταν τα μυαλά φεύγουν, είναι επόμενο ο φασισμός να συγκινεί. Αυτοί που μένουν, δεν φτάνει που θα είναι τυχεροί αν βρουν να δουλέψουν για 500 ευρώ, είναι υποχρεωμένοι να ακούνε στις 8 τα νέα του Κασιδιάρη. Μερικοί είναι τόσο άτυχοι που τον έκαναν και ίνδαλμα. Το «Ζήτω ο Θάνατος», η κραυγή που σκότωσε τον Ουναμούνο, είναι η επόμενη πίστα για τα πειραματόζωα. Δίνουμε μάλιστα τα σπίτια μας στις τράπεζες για να επιβεβαιώσουμε το μύθο της ελληνικής φιλοξενίας. Διπλάσιος ο τουρισμός του χρόνου, σπάει κάθε ρεκόρ, μπράβο στην Όλγα την Κεφαλογιάννη.

Οι άνεργοι, πιο σιωπηλοί, ζουν με λόγια δανεικά. Σηκώνονται κάθε πρωί, ντύνονται και κάθονται στον υπολογιστή, παριστάνοντας τους εργαζόμενους. Αντιγράφουν τις ατάκες τους, μπαίνουν στην ψυχολογία τους και κάνουν πρόβα για τη μεγάλη στιγμή. Τα κείμενα που περιγράφουν όσα βιώνουν είναι συνήθως πιο καταθλιπτικά από την ίδια την κρίση, λες και τα γράφουν ασφαλίτες προκειμένου να φρενάρουν τις κοινωνικές αντιδράσεις. Η διαστρέβλωση είναι η εξής: Στα ρεπορτάζ, δεν ακούμε τις κατάρες των απολυμένων, δεν στεκόμαστε παρέα στις ουρές του ΟΑΕΔ, στο αεροδρόμιο δεν αποχαιρετάμε μετανάστες, στη Λευκάδα και στη Χίο δεν τους περισυλλέγουμε νεκρούς. Μαζί τα φάγαμε, αλλά δεν ψάχνουμε μαζί δουλειά, χώρια αναστενάζουμε τα βράδια, στο Σκάιπ μόνο συναντιόμαστε με τους αγαπημένους. Όχι μοναχικοί, μοναξιασμένοι. Η κρίση παραμορφώνει, επιτίθεται, διαβρώνει. Μιλάμε βεβαίως. Και ζούμε και χαιρόμαστε και χιούμορ διαθέτει το μαγαζί. Τα λόγια όμως, λίγο αν τα μετακινήσεις, σηκώνουν πολλή σιωπή. Πού κουράγιο να ταξιδέψουμε στις ψυχές των άλλων, να γιατρέψουμε την πληγή τους, να μοιραστούμε τις δυσκολίες τους.

Εθελοτυφλώντας εξάλλου και με λίγη θετική ενέργεια, κοιτώντας προς την Κεντροαριστερά, μπορούμε να λέμε πως δεν είναι δα και τόσο άσχημα τα πράγματα, πως εμείς θα τη βγάλουμε λάδι, πως είναι αποκλειστικά και μόνο στο χέρι μας η επιβίωση. Η επιβίωση του τόπου σε τίνος τα χέρια βρίσκεται άραγε; Είναι λύση να σηκωθούμε να φύγουμε όλοι; Ποιο είναι το όραμα της δουλοπρέπειας; Το να μιλάς, πάντως, σπάνια απαιτούσε μεγαλύτερο ρίσκο. Διότι τώρα κανείς δεν ακούει. Υπάρχει εξάλλου, έχω την αίσθηση, αναξιοπρέπεια τόσο στον κυνισμό όσο και στους συναισθηματισμούς. Κι η τραγωδία μοιάζει αναπότρεπτη καθώς δεν κάνει μόνο το ΔΝΤ κακά μαθηματικά. Κάνουμε κι εμείς. Tο βάρος του παράλογου σε συνδυασμό με την πίεση που προκαλεί η συγκυρία, δεν ευνοούν την κριτική του απέναντι. Είναι διαφορετικές οι αφετηρίες μας, το σώμα που κουβαλάμε, η μόρφωσή μας, το περιβάλλον που μεγαλώσαμε, ο δρόμος που επιλέξαμε, η ματιά που βλέπουμε τα πράγματα, η ιδιοσυγκρασία μας. Είναι πολλές οι ξένες δυνάμεις. Και τώρα κάνουν κουμάντο αυτές.

Περπατώ συνήθως γρήγορα. Τίποτα δεν μπορεί να με αναστατώσει περισσότερο από ένα άσχημο βλέμμα όταν δεν το έχω ανάγκη. Δεν πειράζω κανένα, έτσι λέω, και τα ψιλά μου τα σκορπάω. Εκείνη όμως καθόταν στην είσοδο της πολυκατοικίας. Τα μάτια μας διασταυρώθηκαν. Κουρασμένη, μόνη, γεμάτη τύψεις για τα δυο παιδιά της που περίμεναν να φάνε και συνεννοούνταν κάτι χαμηλόφωνα. Διέκρινα την ευγένεια της μητέρας στη στάση του σώματός τους. Ντράπηκα να γυρίσω πίσω ή να μιλήσω, προσπέρασα και έσφιξα τα πέντε ευρώ που είχα στην τσέπη, θυμωμένος για την αίσθηση ότι δεν είχα δικαίωμα να τους τα δώσω, με ταπεινωμένο τον υποτιθέμενο ανθρωπισμό μου μπροστά στην αξιοπρέπεια που θα αρνούνταν οποιαδήποτε φιλανθρωπία γιατί θέλει να τα βγάλει πέρα μόνη της. Για την αξιοπρέπεια που πεθαίνει δίχως πάταγο, την περηφάνια που δεν έχει πάρει την άδεια της πολιτείας, τις καρδιές που χτυπούν παρά το όχι των οικονομικών δεικτών.

Επέστρεψα σπίτι και άκουσα ύστερα από καιρό το Μεγάλο μας Τσίρκο. Αφού καταλάγιασε η συγκίνηση από το «Λαέ μη σφίξεις κι άλλο το ζωνάρι», σκέφτηκα την ανεύθυνη ματιά του Καμπανέλλη που καθαγιάζει τον κοσμάκη, όπως θα έλεγε ο πρωθυπουργός, και συνειδητοποίησα τη διαστροφή που έχει φέρει η νέα γλώσσα. Είναι τόσο μεγάλη όση ήταν τα χρόνια του στάιλινγκ όπου πλησιάζοντας μία κοπέλα σκεφτόμασταν αν η μπλούζα της ταίριαζε με το παντελόνι της. Ο ελληνικός λαός δεν είναι ακριβώς αθώος, δεν είναι όμως ακριβώς και ένοχος. Δεν πρόκειται εξάλλου για τιμωρία για να υπολογίσουμε αν ήρθε η ώρα της αποφυλάκισης. Φαίνεται, πάντως, σαν ψέμα πως πριν 65 χρόνια, το Δεκέμβρη του '48, πάνω στα συντρίμμια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ψήφιζε την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Θα είχε ενδιαφέρον να διαβαστούν ξανά τα 30 άρθρα εκείνου του κουρελόχαρτου.

Όταν ο Κέινς συνάντησε στο Cambridge τον Λούντβιχ Βιτγκενστάϊν, έγραψε στη γυναίκα του: «Ο Θεός ήρθε. Τον γνώρισα στο τρένο των 5.15».Το 1944, ο Αυστριακός φιλόσοφος, αρνούμενος τη στατιστικοποίηση της φρίκης και την αριθμητική αποτίμηση του θανάτου, σημείωνε ποιητικά: «Καμία κραυγή οδύνης δεν μπορεί να είναι πιο δυνατή από την κραυγή ενός μόνο ανθρώπου. Ή, πάλι, κανένας πόνος δεν μπορεί να ξεπεράσει τον πόνο ενός μόνο ανθρώπου. Ολόκληρος ο πλανήτης δεν μπορεί να υποφέρει περισσότερο από μία και μόνο ψυχή». 

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

Ο Αντίχριστος

Η ιδιωτικότητα θα μπορούσε να οριστεί ως ο ζωτικός εκείνος χώρος όπου ακόμα και οι βασιλείς πηγαίνουν μόνοι τους. Αν έχεις σχέση, δεν παίρνεις το κινητό του συντρόφου σου επειδή τον υποπτεύεσαι, αν είσαι μάνα δεν ανοίγεις το ημερολόγιο του παιδιού σου επειδή ανησυχείς, αν είσαι ρεπόρτερ της Εσπρέσσο αρνείσαι να ψάξεις το θέμα σου στα σκουπίδια των διασήμων. Ιδιωτικότητα είναι να σκέφτεσαι ότι καρυδώνεις τον συνάδελφό σου ενώ του χαμογελάς, οι φαντασιώσεις που θες να μοιράζεσαι μόνο με τον/την σύντροφό σου, η ίδια η ελευθερία της σκέψης σου που συνθέτει τη μοναδικότητα κάθε ύπαρξης. Η αξία που αποδίδεται σε αυτή ισούται με την αξία που έχει η μετοχή της ζωής σου στο Χρηματιστήριο του σφαγείου μας.

Ο Νίκος Δήμου συνομιλεί με έναν νέο που δεν προλαβαίνει να αρθρώσει κουβέντα. Είναι ένας νέος γερασμένος, αφού δεν είναι ακόμα έτοιμος να αμφισβητήσει κάποιον σοφότερό του. Κυρίως ακούει και βάζει σε λίγη τάξη το μυαλό του. Όταν  πάντως δειλά κάνει λόγο για τον Μεγάλο Αδερφό του Διαδικτύου, ο συγγραφέας τον μαλώνει: «Μου θυμίζεις τις θεούσες που βλέπουν το Θηρίο του 666 στις διαγραμμίσεις του Bar Code». Ο Δήμου δικαιολογεί την απάντησή του λέγοντας πως ένα κράτος που σέβεται την ελευθερία του πολίτη, θα είναι ηθικό με ή χωρίς τεχνολογία. Μα ασφαλώς. Έτσι μας έχουν μάθει οι διαφημίσεις βουτύρου. Σπάνια όμως γίνονται θαύματα. Δεν υπάρχουν ηθικά κράτη από την εποχή της Αντιγόνης του Σοφοκλή.

Ο Ουμπέρτο Έκο παρατηρεί ήδη από τον Σεπτέμβρη του 2000: «Οι χιλιάδες άνθρωποι που ακούμε στο δρόμο, στο εστιατόριο ή στο τρένο να μιλούν στο κινητό για τις πιο ιδιωτικές υποθέσεις τους, ή να σκηνοθετούν ερωτικές τραγωδίες μέσω δορυφόρου, δεν παρακινούνται από την ανάγκη να ειδοποιήσουν για κάτι σημαντικό, αλλιώς θα μιλούσαν χαμηλόφωνα, φυλάγοντας ζηλότυπα το μυστικό τους. Αγωνιούν να πληροφορήσουν όλον τον κόσμο ότι παίρνουν αποφάσεις σε μια βιομηχανία ψυγείων, ότι αγοράζουν και πουλούν στο Χρηματιστήριο, ότι οργανώνουν συνέδρια, ότι τους εγκατέλειψε ο σύντροφός τους. Πλήρωσαν για να αγοράσουν κινητό και να εξοφλούν αλμυρότατους λογαριασμούς που τους επιτρέπουν να επιδεικνύουν μπροστά σε όλους την προσωπική τους ζωή». Είναι παράδοξο επομένως, υπογραμμίζει, να υπερασπίζεσαι την ιδιωτικότητα σε μία κοινωνία επιδειξιομανών. Η κατάσταση, δεκατρία χρόνια μετά, φαίνεται μη αναστρέψιμη. Ο Ιταλός φιλόσοφος ξεκαθαρίζει ότι καθήκον των αρχών δεν είναι μόνο να σέβονται όσους το επιθυμούν, αλλά να προστατεύουν και εκείνους που δεν μπορούν πια να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Αυτό μάλιστα, θα ήταν ένα ηθικό κράτος διαφήμισης βουτύρου.

Ο Έντουαρντ Σνόουντεν πριν λίγο καιρό μας επιβεβαίωσε αυτό που ήδη γνωρίζαμε και δεν θέλαμε να πιστέψουμε. «Είχα το δικαίωμα να υποκλέπτω τον καθένα: εσένα - λέει απευθυνόμενος στον δημοσιογράφο της Γκάρντιαν-, έναν ομοσπονδιακό δικαστή, ακόμη και τον Πρόεδρο». Ήταν η πιο συνταρακτική αποκάλυψη του 21ου αιώνα. Η αρχική περιγραφή του ήταν βγαλμένη κατευθείαν από τη διαφήμιση βουτύρου που λέγαμε: «Γεια σας. Ονομάζομαι Ed Snowden. Λίγο περισσότερο από ένα μήνα πριν, είχα οικογένεια, ένα σπίτι στον παράδεισο και ζούσα με μεγάλη άνεση. Είχα επίσης τη δυνατότητα, χωρίς κανένα ένταλμα, να έχω πρόσβαση και να διαβάζω τις επικοινωνίες σας. Την επικοινωνία του καθενός ανά πάσα στιγμή. Μια εξουσία που μπορεί να αλλάζει τη μοίρα των ανθρώπων». Οι ρυθμίσεις ασφαλείας στο Facebook ήταν εδώ και καιρό ανέκδοτο στο Onion. Φανταστείτε λοιπόν ότι κανένας σας λογαριασμός δεν σας ανήκει.

Η ανθρωπότητα δεν βρήκε χρόνο να ακούσει. Η κρίση επιβάλλει κουλτούρα συνεργασιών σε όλα τα επίπεδα. Το θέμα, όσο περνάει ο καιρός, μοιάζει να προβάλλεται μόνο και μόνο για να μπορεί να αλλάζει το περιεχόμενό του. Χάριν της αντικειμενικότητας, το ουσιώδες σκανδαλωδώς διαφεύγει. Το πρόβλημα δεν είναι οι παρακολουθήσεις μεταξύ των ηγετών. Είναι το άτομο. Ο ένας για τον οποίο κάποτε ο Βολταίρος ξεσήκωνε την Ευρώπη. Κάποιος Γιόζεφ Κ. που μια ωραία πρωία συλλαμβάνεται ή διαπομπεύεται από τις τηλεοράσεις προτού προλάβουμε να μάθουμε γιατί. Είναι η Μαρία η οποία εκτός από μία δουλειά, θέλει να ερωτεύεται, να συνωμοτεί, να ονειρεύεται, να ρεύεται, να απατάει και να καταστρώνει σχέδια ανάκτησης της οικονομικής εξουσίας των πολιτών από τις τράπεζες. Είναι τα συστήματα παρακολούθησης σε χέρια λιγότερο «ευγενικών» καθεστώτων.

Ο Σνόουντεν δεν λήστεψε κάποια τράπεζα. Δεν σκότωσε μπάτσους για να αποδείξει τα επαναστατικά του αισθήματα. Κομμάτι μέχρι πρότινος του συστήματος, ούτε καν αριστερός, φαίνεται στα μάτια μας σαν ένας ακόμα ιδιότροπος που έπρεπε να σωπάσει. Το γεγονός ότι όλοι μπορούμε να πέσουμε θύματα εκβιασμού από κάθε είδους καθεστώς ή εξουσία, δεν φαίνεται να μας απασχολεί. Η προειδοποίησή του μας αφορά υπερβολικά για να τη λάβουμε υπόψη μας σοβαρά. Δεν έχουμε τίποτα να κρύψουμε εμείς. Ο πολιτισμός που γεννιέται από την ελευθερία και παράγει περισσότερη ελευθερία (Σάμπατο), δεν ευδοκιμεί παρά στις διαφημίσεις βουτύρου. Ο Μεγάλος Αδερφός απειλείται μόνο από τα ίδια του τα αδέρφια.

«Καταφέρατε να προκαλέσετε συζήτηση. Δεν χρειάζεται να συνεχίσετε να γράφετε», προειδοποίησε κυβερνητικός αξιωματούχος της βρετανικής κυβέρνησης την Γκάρντιαν-τώρα το ηθικό βρετανικό κράτος ρωτά τον διευθυντή της αν αγαπάει την πατρίδα. Εξάλλου, η ελευθερία και η δημοκρατία θα κινδύνευαν, όπως επιμένει ο Σνόουντεν, αν κάποιος τις θεωρούσε ακόμα σημαντικές, όχι όταν οι πολίτες περιμένουν από τους μπράβους να ξεβρωμίσουν τον τόπο οριστικά απ' αυτές. Ήρωας ή προδότης, αναρωτιούνται τα αφιερώματα. Δεν μας λένε ότι η προδοσία απαιτεί ηρωισμό. Μπορεί να έπρεπε να καταδώσουν τη χώρα τους, τον εαυτό τους ή το αφεντικό τους. Τώρα έχουν μείνει μόνο οι τρελοί να μιλούν κι ο Εντ Σνόουντεν, ο βουτυρομπεμπές. Τα ελληνοχριστιανικά σάιτ συνωμοσιολογίας, πάντως, μιλούν πλέον ανοιχτά για την έλευση του Αντίχριστου.

Ας το ξεκαθαρίσουμε: Χωρίς μάσκες, δεν υπάρχει ελευθερία. Η πρώτη συναίνεση έχει αποσπαστεί κυνικά. Η ζωή σου δεν έχει αξία μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Δεν είναι γκρίνια. Είναι το νέο ήθος που δημιουργεί ψεκασμένους, υπόσχεται Wi-fi στους ανέργους και μισεί τους άστεγους.

                                                                                                                   (Για την Parallaxi)

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

Μάντεψε ποιος

Κάποιος περαστικός είδε ένα παιδί να κλαίει και το ρώτησε τι το βασάνιζε. Να, είχα δυο γρόσια για να πάω στον κινηματογράφο μα ήρθε ένα αγόρι και άρπαξε το ένα από το χέρι μου, αποκρίθηκε το παιδί και έδειξε ένα άλλο αγόρι που στεκόταν λίγο πιο πέρα. Καλά, και δε φώναξες βοήθεια, ρώτησε ο άνθρωπος. Πώς, φώναξα είπε το παιδί και άρχισε τώρα να κλαίει λίγο πιο δυνατά. Και δε σ’άκουσε κανένας, ξαναρώτησε τώρα ο άνθρωπος και χάιδεψε στοργικά το παιδί. Όχι, αποκρίθηκε εκείνο κλαίγοντας μ’ αναφιλητά. Δεν μπορείς να φωνάξεις πιο δυνατά, ρώτησε ο άνθρωπος. Όχι, αποκρίθηκε το παιδί που βλέποντας τον άνθρωπο να χαμογελάει είχε αρχίσει πάλι να ελπίζει. Τότε δώσε μου και τ’άλλο, είπε ο άνθρωπος. Πήρε και το τελευταίο γρόσι απ’το χέρι του παιδιού και συνέχισε ξένοιαστος το δρόμο του. Μπέρτολτ Μπρεχτ.