Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Παπαγαλάκι

Παραμερίζω για λίγο την ενοχλητική νηφαλιότητά μου που φρενάρει τα like σας. Επειδή δεν είμαι πάντοτε ήρεμος, νομίζω ότι μπορώ να βλέπω ακόμα κάτι. Και επειδή ψυλλιάζομαι ότι ο καθένας έχει μία αλήθεια που δεν μπορεί να περιγραφεί ή να ταυτιστεί με τη δική μου, θα γίνω προκλητικός συνειδητά. Όποιον δεν αφορά το κείμενό μου που σε λίγο θα πάρει μορφή καταγγελτικού μέιλ σε blog χαμηλότατου επιπέδου, ας μη το διαβάσει ολόκληρο και ας μη θυμώσει. Σας διαβεβαιώνω, δεν είμαι παπαγαλάκι. Αρνούμαι όμως να γίνω το παπαγαλάκι της άλλης μεριάς.

Τα κείμενα αποτυγχάνουν. Παταγωδώς. Αλλά δύο συνεχόμενα, πάει πολύ. Λίγοι διαβάζουν, αλλά δεν είναι δικαιολογία αυτή για τις λέξεις μου. Ας βρούνε καλύτερη. Γράφω «μυρίζει μπαρούτι», σκοτώνεται άδικα διαδηλωτής. Γράφω «να σκεφτούμε κάτι καλύτερο από τη βία», εκδιώκεται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας από την στρατιωτική παρέλαση. Και ενώ σε νιώθω, φίλε διαδηλωτή, τι το ήθελες το προδότης; Ηλικιωμένος άνθρωπος είναι σε μία διακοσμητική θέση. Ας τον ήσυχο. Ανάξιος είναι ούτως ή άλλως αφού είναι πρόεδρος μίας έννοιας άγνωστης ακόμα και σε σένα! Αυτός σε πείραξε; Δεν τρώγεται ούτε σώζεται με τίποτα ένας λαός που ο καθένας είναι στην κοσμάρα του, βρίζει και απειλεί. Ο καθένας, πλην ορισμένων λαμπρών εξαιρέσεων, επαναστατεί προς το παρόν για την πάρτη του, όπως ακριβώς ζούσε μέχρι να φτάσουμε εδώ. Επιπλέον όλες οι σπασμωδικές εκδηλώσεις αγανάκτησης είναι βούτυρο στο ψωμί του συστήματος που χρησιμοποιεί την εικόνα για να δημιουργεί περισσότερο φόβο. Το ερώτημα είναι: Μπορούν να συμπέσουν οι εξεγέρσεις μας; Το Εμείς είναι η πλάνη που φοβόμαστε; Τότε ας τελειώνουμε μία ώρα αρχύτερα μαζί του. Πάντως Εμείς αυτό το πράμα δεν το λες! Το χθεσινό όχι είχε γράμματα μικρά. Όλοι γνωρίζουμε ότι θέλει κεφαλαία. ΟΧΙ. Δεν έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεσή μας. Ας το σκεφτούμε κι ας το γράψουμε!

Μα εσείς ακόμα να μάθετε να χάνετε! Τίποτα δεν είστε μπροστά στους τραπεζίτες! Τίποτα! Χωνέψτε το! Καταλάβετε ότι ναι μεν οι πολιτικοί σας είναι ανδρείκελα αλλά είναι ακόμα σύμμαχοί σας, έστω και κατώτεροι των περιστάσεων και των προσδοκιών σας! Μέχρι χθες δεν τους αποθεώνατε; Μέχρι χθες δεν ήταν που διόριζαν τα αγέννητα παιδιά σας; Ε σας πληροφορώ ότι έμειναν το ίδιο άχρηστοι και ανεύθυνοι και το ίδιο θα ξανάκαναν εάν μπορούσαν. Το είπε τις προάλλες με παρόμοιο τρόπο ο Βενιζέλος. Αν θέλετε, αλλάξτε τους. Δεν έχουν καμία εξουσία στα χέρια τους καλύτερη από αυτή που καθημερινά βιώνετε και παρακαλάνε για να μην πέσει ακόμα πιο βίαια το βιοτικό σας επίπεδο. Αυτό με ενοχλεί αν με ρωτάτε στην εξουσία τους. Το ότι δεν τη λες εξουσία. Εξουσία ζητώ και ‘γω πάνω στις λέξεις, να τις χτυπάω στο πληκτρολόγιο και να βαράνε προσοχές. Και προσπαθώ για να πετύχω κάτι κάποτε. Η ανάγκη φυσικά ορισμένων γραφιάδων να μη πουν τίποτα συμπίπτει συχνά με την ανάγκη των αναγνωστών να μη χάσουν τίποτα παρά μόνο χρόνο. Ο κόσμος σε γενικές γραμμές διαβάζει για να κλείσει το μυαλό του και όχι για να το ανοίξει. Ειλικρινά λυπάμαι ώρες-ώρες που δεν μπορώ να ανήκω κι εγώ σε ένα βαρετό στρατόπεδο που θα μου υπαγόρευε τη στάση μου. Η κολακεία όμως δεν είναι το φόρτε μου. Στους πολιτικούς μας, τις περισσότερες φορές, αρκούσε που απλά έπαιρναν το ρόλο και μπορούσαν να διαβάζουν τα λόγια ενός κάποιου αρμόδιου ή Υπουργού. Δεν ενημερώθηκαν πως η παράσταση τελείωσε;

Το ξέρω, εκνευρίζεστε όταν λένε οι Πασόκοι: «Δε φτάνει που χρεοκοπήσαμε χαλαρά και σαλονικιώτικα, μας τη λένε κι από πάνω οι υπήκοοι», αλλά ψυχραιμία. Διεκδικείστε δικαιότερη απονομή των βαρών, στοιχειώδη πάταξη της φοροδιαφυγής, στοιχειώδη απονομή δικαιοσύνης, πιο βαθιά το χέρι στην Εκκλησία και στο μαγαζί τους. Τα άλλα κόμματα όμως τι λένε; Με μισεί το ΠΑ.ΣΟ.Κ, το βλέπω, κάνει μπαμ και ανεργία, αλλά και οι υπόλοιποι πρέπει να με μισούν εξίσου. Και να σας πω την αμαρτία μου, μου φαίνονται πιο τελειωμένοι από τους κυβερνώντες που κάθε φορά που βλέπουν άρματα να παρελαύνουν φτάνουν μέσω ενός εξαίσιου συνειρμικού ελιγμού στη Δημοκρατία. Ξέρουν ότι η Δημοκρατία παγκοσμίως οδεύει προς τα άρματα και τις ερπύστριες των αριθμών. Τι σκατά όμως θέλετε, μου λέτε; Πορτοκαλάδα θέτε; Εκλογές, δραχμή και περισσότερη φτώχεια, δικτατορία; Είπαμε, πλούσιοι, με εθνική κυριαρχία, εργασιακά δικαιώματα και στο ευρώ, ξεχάστε το. Τα όχι έχουν και θυσίες, ξέρετε, και για αυτή την ταμπακιέρα δε λέτε τίποτα. Με κάνετε δηλαδή να σκέφτομαι πως το όχι το φοβάται περισσότερο αυτός που το φωνάζει.

Ξέρω έχουμε χούντα. Ε, όχι κύριοι, δεν έχουμε χούντα μόνο στην Ελλάδα κι ας μας γεμίζουν με χημικά στις διαδηλώσεις! Χούντα έχουμε σε όλο τον κόσμο! Μην αισθάνεστε λοιπόν ξεχωριστοί! Στη Χούντα του ’67 ο λαός εξάλλου έμαθα ότι στην πλειοψηφία του ήταν αρνάκι! Και ένας Παναγούλης που την πολεμούσε σχεδόν μόνος, όταν απέδρασε τον κατέδωσαν συγγενείς του για τριάκοντα αργύρια. Αυτοί ήμασταν. Αυτοί είμαστε; Ένα είναι βέβαιο: Οι καθοδηγητές χρειάζονται καθοδηγητές και οι φύλακες, φύλακες. Αυτό που προσπαθώ να πω τόση ώρα και δεν τα καταφέρνω είναι ότι μαζί σας είμαι αλλά νιώθω πια πως η μισητή Θάτσερ είχε δίκιο. «Δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο άτομα», έλεγε και ο κατακερματισμός της Αριστεράς φαίνεται να την επιβεβαιώνει. Η υποκρισία σας, οι καλοί σας τρόποι, η «αλληλεγγύη» σας, η «ανθρωπιά» σας, ήταν όλα τα προηγούμενα χρόνια ο τρόπος σας να κοιμάστε τα βράδια! Τώρα που τα χρειάζεστε είναι περίπατο στον εθνικό κήπο με υπάρξεις ακόμα πιο μόνες ή ονειρεύονται ένα νέο Γουδή! Κατακάθισε ξαφνικά η ζωή και βγήκαν στην επιφάνεια τα ψέματα που τη γεμίσαμε-για να μη τη ζήσουμε-και η μιζέρια της. Μόνο το μίσος σας μου λέει ότι αξίζει να προσπαθώ να σας χωρίσω μήπως κάποτε στ’αλήθεια «σμίξουμε τον κόσμο».

Σε αυτή την περιπέτεια θα είμαστε μαζί μόνο όταν όλοι μας και ο καθένας ξεχωριστά αποδεχτεί τούτο το μαζί. Αν δεν είμαστε θα είναι επειδή δε θελήσαμε να είμαστε, οπότε καληνύχτα και καλή τύχη όπως επαναλάμβανε και η Θάτσερ Στάη αντιγράφοντας το Μάροου, ένα παπαγαλάκι μιας άλλης εποχής. Ας υποταχθούμε στους νόμους της ιστορίας και ας σφαχτούμε! Ας γίνουμε οι θύτες της θυσίας μας! Κατανοώ την οργή σας που λέει και ο Παπανδρέου, κατανοώ ότι κουβαλάτε όλοι σας ένα σακί σαν αυτά που περιγράφει η Καρυστιάνη. Τα βάσανά σας. Αλλά εσείς τα παίρνετε και τα χτυπάτε σε όποιο κεφάλι βρείτε! Αν όλο αυτό δεν ήταν αδιέξοδο, θα ήμουν μαζί σας. Η εξουσία όμως, την αδικία της οποίας μιμείστε, λείπει ταξίδι για δουλειές και θα αργήσει να επιστρέψει. Μην κάνετε πως δεν καταλαβαίνετε. Τη Χούντα σε όλα τα κανάλια τη λένε πια με το όνομά της. Όχι με το επίσημο, το καλλιτεχνικό της: Α-γο-ρές! Εξάλλου, αν ψάχνετε για αυτοκαταστροφές, έχω να σας προτείνω καλύτερες. Τι θα λέγατε για μία συντονισμένη, μαζική και επίμονη τσουβαλοδρομία;


Υ.Γ: Η τσουβαλοδρομία θα μοιράσει στους νικητές λιτά δώρα και χρηματικά έπαθλα σε δραχμές ενώ εκτός από επίμονη θα είναι και επίπονη. Αν αποφασίσετε τελικά να μην πείτε όχι και συνειδητοποιήσετε ότι απλά σας αρέσει να λέτε διαφορετικά το ίδιο ναι, ένα δημοσκοπικό «μάλλον ναι», σωπάστε ή φωνάξτε για τους σωστούς λόγους. Πάντως μην ξαναενοχλήσετε μέχρι την επόμενη παρέλαση τα παιδιά με τα ξυρισμένα κεφάλια γιατί τα φυλλάδια που μοιράζουν δε φτάνουν για όλους. Στραφείτε για περισσότερες πληροφορίες προς την Ευρώπη όπου ο φασισμός επέστρεψε και δεν αντιμετωπίζεται πλέον σαν μία άσχημη και ξοφλημένη ιδέα.

Ποιος φοβάται τη Δημοκρατία;

«Δεν μπορούμε να αφήσουμε τις τράπεζες να μας σέρνουν από τη μύτη». Ζαν Κλοντ Γιούνκερ (24-10-2011).

Παρένθεση για τη χθεσινή μέρα: Ο Πλούταρχος αναλύει τις συμφορές του δανεισμού σε βιβλίο που κυκλοφόρησαν πρόσφατα οι εκδόσεις «Νεφέλη». Το κείμενο είναι οξυδερκές και διεισδυτικό. Εξετάζει τα δεδομένα από ανθρώπινη σκοπιά και τα επιχειρήματά του είναι αψεγάδιαστα. Ωστόσο, σε συνθήκες παγκόσμιας αγοράς, τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά. Μια τεράστια ποσότητα κεφαλαίων που ξεπερνούν έως και είκοσι φορές το παγκόσμιο Α.Ε.Π λιμνάζουν τούτη την ώρα διότι περιμένουν κάποιον να τα δανειστεί, μας λέει ο Δημήτρης Καζάκης και τουλάχιστον σε αυτό δεν φαίνεται να υπάρχει αντίλογος. Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται εγκλωβισμένη στην ύφεση με αποτέλεσμα το χρήμα που δεν βρίσκει διέξοδο να ενισχύει την αβεβαιότητα. Το ντοκιμαντέρ Money as Debt είναι εξαιρετικά διαφωτιστικό. Συν τοις άλλοις οι τράπεζες σε εξωθούσαν να πάρεις δάνειο πριν σκάσει η φούσκα των ακινήτων στην Αμερική. Ο Αυστραλός αναλυτής στο σκετς είναι σαφής:«Δεν πρέπει να αγοράζεις όσα μπορείς. Χρειάζεται να μπορείς να πληρώνεις τον τόκο των χρημάτων που θα δανειστείς προκειμένου να τα αγοράσεις». Φταις εσύ που δανείστηκες μέσα στην περίοδο της αέναης ευφορίας, λένε. Δεν περνάει κρίση ο καπιταλισμός, περνάει ο άνθρωπος, επιμένουν. Μα αυτός περνούσε πάντα ρε παιδιά. Τραγουδώντας «Κομμένα πια τα δανεικά» ο οικονομικός αναλυτής πίστας, Αντώνης Ρέμος, επιτείνει τη σύγχυση. Διότι, Αντώνη μου, κανείς δεν θέλει να είσαι αυτάρκης. Και οι πιο υποψιασμένοι νιώθουν ότι δεν σου επιτρέπεται και να είσαι. Σίγουρα ο Πλούταρχος δεν θα ήταν ένας από τους αρθρογράφους του καθεστώτος που μας μαλώνουν τακτικά τα δύο τελευταία χρόνια. Το λέει άλλωστε ξεκάθαρα ο μεγάλος ιστορικός: εργαλείο του κατακτητή είναι ο δανεισμός. Επομένως ας μη μπερδευόμαστε. «Το ένα είναι το πολύ» έλεγε κι ο Ηράκλειτος αλλά αποκλείεται να είχε στο νου του τον ένα εργαζόμενο του πρωθυπουργού.


Παρένθεση για τα προηγούμενα χρόνια: Ο Άνταμ Σμιθ όταν συνέλαβε τον καπιταλισμό και το αόρατο χέρι του είχε λάβει τις ανθρώπινες ατέλειες υπόψη του και τις αποζητούσε:«Δεν περιμένουμε από την καλοσύνη του χασάπη, του ζυθοπώλη και του φούρναρη το γεύμα μας αλλά από τη μέριμνά τους για το συμφέρον τους. Δεν απευθυνόμαστε ποτέ στην ανθρωπιά τους αλλά στον εγωισμό τους. Και δεν τους μιλάμε ποτέ για τις ανάγκες μας αλλά για το κέρδος τους». Ποιος σας μίλησε λοιπόν για ανθρωπιά; Γιατί κατηγορείτε τους συνανθρώπους σας που την έχασαν; Δεν τους ζητήθηκε ποτέ να αναπτύξουν τα προτερήματά τους. Τα τελευταία ήταν τις περισσότερες φορές εμπόδιο στην επιτυχία τους. Αν υπήρχε μέτρο και η απληστία απουσίαζε, ο καπιταλισμός θα είχε καταρρεύσει προ πολλού. Και παρόλο που ως Έλληνες παίξαμε το παιχνίδι εξαιρετικά εγωιστικά, αποτύχαμε γιατί ήμασταν αφελείς, λίγο έως καθόλου επινοητικοί και κλειστήκαμε στην άμυνα. Εάν το πολιτικό σύστημα λογοδοτήσει κάποτε θα είναι γιατί πάσχιζε να αποκτήσει κοινή εξωτερική πολιτική απέναντι στην Τουρκία και αμέλησε να αποκτήσει οιαδήποτε έναντι των αγορών. Παράγγελνε απέξω ενώ είχε ακόμα δυνατότητες να φτιάξει κάτι να φάει ρίχνοντας μια ματιά στο ψυγείο. Η ανελέητη αυτοκριτική, ωστόσο, όταν οι Αμερικανοί που μας δίδαξαν το σύστημα είναι πιο χρεοκοπημένοι, δεν ωφελεί. Χάσαμε σε ένα παιχνίδι κι αν κάτι θα έπρεπε να μας δημιουργεί ερωτήματα για τις προθέσεις της «παγκόσμιας διακυβέρνησης» είναι ο αποκλεισμός μας από τις χρηματαγορές-παιδικές χαρές και όχι η αναμφίβολη αποτυχία των ανεύθυνων κι, ως εκ τούτου, επικίνδυνων ηγεσιών μας.

Παρένθεση για την επόμενη μέρα: Η βία είναι η μαμή της ιστορίας. Θα το έχετε ακούσει. Και ίσως οδηγούμαστε εκεί αναπόφευκτα. Αναρωτιέμαι ωστόσο. Εφόσον είναι ορισμένοι υπέρ της βίας και κατά της αστικής δημοκρατίας, τα προνόμια της οποίας απολάμβαναν σε μικρό ή μεγάλο βαθμό μέχρι πρότινος, θα έπρεπε να καταλαβαίνουν ότι η βία αυτή μπορεί να στραφεί εναντίον τους. Δε γίνεται να πιστεύεις στη βία και να μη πιστεύεις στη βία που ίσως βιώσεις στο πετσί σου μέσα σε μία αιματηρή μάχη. Δεν μπορώ λοιπόν να βρω το λόγο που αυτοί οι ορισμένοι δεν αυτοπυρπολούνται! Έστω ένας, δύο από δαύτους. Να ασκήσουν δηλαδή τη βία που προτείνουν εναντίον του εαυτού τους. Θα έδιναν έτσι το έναυσμα για τις πρώτες σφαγές, θα έπειθαν για το δίκιο του αγώνα τους, θα έπεφταν οι προδότες, θα γίνονταν και ήρωες. Πολλά τα πλεονεκτήματα. Κάτι μου λέει ότι δε θα το αποτολμούσαν. Αγαπούν τον εαυτούλη τους όπως κι εγώ. Δεν τους μέμφομαι. Αλλά ίσως ήρθε η ώρα να καταλάβουν ότι η επιείκεια ακόμα και με τους δυνάστες σου δεν είναι ηττοπάθεια. Είναι απλή απροθυμία να χαρίσουμε κι άλλους ανθρώπους στην ανόητη εξουσία τους. Είναι επιθυμία που πηγάζει από τη γνώση της ιστορίας και των επαναστάσεων που αφάνισαν αθώους στο όνομα μίας δικαιοσύνης και μίας ισότητας που δεν ήρθε ποτέ. Θέλω να πιστεύω ότι υπάρχει τρίτος δρόμος. Ειρηνικός, μαζικός, επίμονος, με φαντασία, με πάθος, με χιούμορ και προπάντων ευρωπαϊκός και διαδικτυακός. Μας περισσεύει το μίσος και μας λείπει το κέφι ενώ δεν θα έπρεπε. Υπάρχουν περιθώρια τουλάχιστον ακόμη. Ο τέταρτος δρόμος, εάν συνοδευτεί με την επιστροφή στα χωριά και όχι με μαζική φυγή στο εξωτερικό, διόλου δε με ενοχλεί. Καλύτερα χρήσιμος σε μία χειρωνακτική εργασία παρά άχρηστος δημοσιογράφος που προβαίνει σε μάταιες αποκαλύψεις για άπονες εξουσίες οι οποίες πάντοτε θα υπάρχουν παρά τη θέλησή μου. Καλύτερα με χέρια βρόμικα παρά με χέρια μες στο αίμα. Καλύτερα νεκρός παρά πουτ…. γιος για να το πω γηπεδικά και να το πιάσουν και τα παλικάρια. Άλλωστε αυτοί που θα αποφασίσουν να αυτοπυρποληθούν θα είναι τελικώς άλλοι κι όχι οι εισηγητές του μίσους και της έντασης που έχουν ακόμα να χάσουν πολλά. Ήδη οι αυτοκτονίες είναι σε ημερήσια διάταξη. Έγινε λάθος στους νεκρούς και ζητούν τους σωστούς; Μας λείπει βία και ζητάμε περισσότερη δράση; Από την έναρξη της κρίσης προσωπικά δεν έχω πλήξει λεπτό και ίσως αυτή είναι η μία και μοναδική επιτυχία του προγράμματος του Δ.Ν.Τ και της Ε.Ε. Μας έχει καθηλώσει ενώ θα έπρεπε να εξετάζουμε εναλλακτικές.

Η τέταρτη παρένθεση είναι αντίθετη με το πνεύμα των καιρών. Κάθε πολίτης όλο αυτό το διάστημα μετρίαζε τις δημοκρατικές ευαισθησίες που είχε διασώσει ώστε να μπορεί να παρακολουθεί τις εξελίξεις. Εν γνώσει του πρόδιδε τις ιδέες του και έβαζε πλάτη. Μόλις τη Δευτέρα του ξύπνησε το παρελθόν μία δήλωση του Υπουργού Πολιτισμού της χώρας: «Ακούω πολύ συχνά ότι οι εκλογές θα μας κοστίσουν πολύ. Να μας κοστίσουν. Δεν πειράζει. Φτάνει το αποτέλεσμα το οποίο θες να φέρεις να είναι αυτό το οποίο είναι ουσιαστικό για τον τόπο. Ο φόβος μου πάντα είναι ότι τέτοιου είδους εργαλεία, αν δεν τα έχει χρησιμοποιήσει κανείς σωστά, αντί να προσθέτουν στον διάλογο ουσιαστικά τον κωδικοποιούν προς λάθος κατεύθυνση». Η λαϊκή βούληση αποτελεί ένα εργαλείο για τον κύριο Γερουλάνο. Είναι κάτι σαν τη δημοσκόπηση. Μία τράπουλα που πριν τη βάλει στο τραπέζι οφείλει σαν γνήσιος και υπεύθυνος σωτήρας να τη σημαδέψει. Ένας δονητής που αν μάθει η ενδιαφερόμενη λαϊκή κυριαρχία να τον χρησιμοποιεί σωστά, δεν θα έχει ανάγκη την πασοκική στύση. Ο υπουργός δεν μπαίνει καν στη διαδικασία των παλιών καλών λαοπλάνων να πει ψέματα. Φοβάται μια δημοκρατία που δε θα τον βολέψει στην κορυφή της γιατί ενδέχεται να αποδειχτεί κακή τόσο για τα συμφέροντά μας όσο και για τα συμφέροντά του. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης σημείωνε κάποτε πως η Δημοκρατία προϋποθέτει όμως αυτό ακριβώς το δικαίωμα του λαού: να σφάλει και μάλιστα να σφάλει βαριά. Από πότε λοιπόν εκχώρησε στους δανειστές ο Υπουργός και το δικαίωμά μας σε αυτό που εκείνος ορίζει ως αυτοκαταστροφή μας; Πόσο απέραντα νυχτωμένη και εμποτισμένη από τον κυρίαρχο ευρωπαϊκό οικονομικό φασισμό είναι η ρητορική του; Όσο φαντάζομαι και της κυρίας Έλενας Παναρίτη που εν τη ρύμη του λόγου της αναφώνησε σε τηλεοπτική εκπομπή: «Δυστυχώς δεν έχουμε δικτατορία». Μετά και από αυτό, έπαψα πια να εντοπίζω το πρόβλημα σημαντικής μερίδας των κυβερνώντων στην έλλειψη συναίσθησης πράξεων και λόγων. Η αλαζονεία της εξουσίας έχει εξαφανίσει κάθε υπόνοια μίας ενεργούς συνείδησης, γεγονός που τους επιτρέπει να υπηρετούν τη δικτατορία που δυστυχώς έχουμε, «να ενεργούν με τέτοιο τρόπο ώστε οι άνθρωποι να αποδεχθούν ότι οι δημοκρατικοί μηχανισμοί δεν είναι αληθινά σημαντικοί» όπως παρατηρεί ο Ζίζεκ και να μας αλλάζουν την αντίληψη που έχουμε για την εθνική κυριαρχία όπως τους εμψυχώνει ο απερχόμενος πρόεδρος της ΕΚΤ κ.Τρισέ. Εντούτοις, θα ήταν άδικο να μην προσθέσουμε πως ούτε για την αντιπολίτευση και το δημοσιογραφικό κατεστημένο φαίνεται να υπάρχει Ελλάδα αφού πάνω απ’όλα παραμένει το κόμμα και το κανάλι ή η εφημερίδα, οι προσωπικές φιλοδοξίες και τα συμφέροντα, με δυο λόγια η επιβίωση στα καταφύγια της ύφεσης όσο το δυνατόν περισσότερων βαμπίρ που μας έφεραν εδώ και που ανασυντάσσονται για να βγουν πιο αιμοβόρα στην επιφάνεια όταν λήξει ο συναγερμός. Για την αφεντιά τους η έξοδος της χώρας από την κρίση θα ήταν παιχνιδάκι καθότι είναι ικανότατοι στο να ακούν μόνο τον εαυτό τους και αυτομάτως θα καθιστούσαν λιγότερο πολύπλοκη κάθε διαπραγμάτευση. Εφτάψυχα τα λαμόγια, επιστρατεύουν μάλιστα όλο και πιο συχνά πιασάρικες πατριωτικές κορώνες που γίνονται εντονότερες όταν συμπίπτουν με τις εθνικές εορτές. Το μαγαζί, δω πέρα, τους ανήκει και οι επιτηρητές απειλούν να στερήσουν και από εκείνους υπηκόους, θέτοντας σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία των μαντριών τους. Βλέπετε, οι ψηφοφόροι είναι ακόμα του χεριού τους.

Είναι μακριά άραγε η στιγμή που όλοι οι Έλληνες θα καταλάβουν ότι ο μόνος αληθινός δημοκράτης που ζήτησε τη ψήφο τους όλα αυτά τα χρόνια ήταν ο Βασίλης Λεβέντης; Το κούρεμα έκλεισε και θα γίνει κατά πάσα πιθανότητα. Ποτέ δεν ξέρεις με την Ευρώπη τι σου ξημερώνει. Με τις υγείες μας λοιπόν. Και μη σπεύσετε να επιλέξετε μήτε ανάμεσα σε σωτήρες μήτε ανάμεσα σε προδότες. Έχουμε χρέος, χρέος ανθρώπινο που για όποιον το κουβαλάει δε διαγράφεται μονομερώς, κάτι καλύτερο από το σύνθημα «βία για όλους» να σκεφτούμε και να εφαρμόσουμε, αφού ο Θεός της Ελλάδας, που με τόσες αρμοδιότητες φορτώσαμε όλα αυτά τα χρόνια, δε σκοπεύει να κάνει άλλη εμφάνιση-αστραπή μετά τη χθεσινή και λιγόστεψαν και απότομα όσοι ήθελαν να τους κάνουμε για μία μόνο μέρα πρωθυπουργούς.

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Ο χαμένος τα σαρώνει όλα

1. Οι «Πρωταγωνιστές» μιλούν για την εγκληματικότητα και την αποσυνδέουν από την κρίση. Την ίδια μέρα στο σαλόνι της η Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία παρουσιάζει έκθεση του Ο.Η.Ε που αποδεικνύει το ακριβώς αντίθετο. Η μείωση του Α.Ε.Π αυξάνει τους φόνους. Στις Η.Π.Α η ανεργία έχει σκαρφαλώσει σε επίπεδα ρεκόρ και στη Μεγάλη Βρετανία η φτώχεια είναι στα επίπεδα του 1974. Οι δυο χώρες υποτίθεται δεν βρίσκονται ανάμεσα σε αυτές που βιώνουν έντονα την επίθεση του καπιταλισμού στους λάτρεις του. Οι λαοί αρχίζουν να σαλεύουν και με έναν καφέ ή ένα σεισμό ίσως ξυπνήσουν.

2. Η ανεργία αυξάνει τις αυτοκτονίες λέει ρεπορτάζ της Ν.Ε.Τ. Την ίδια ώρα όμως μας καθησυχάζει: μειώνει τα τροχαία! Αυτοκτονούν δηλαδή όσοι θα σκοτώνονταν στο δρόμο. Μικρό το κακό. Με την ίδια λογική οι πειρατές των σκουπιδιών δεν πεινάνε. Απλώς γουστάρουν το μενού. Εξού και οι καθημερινές εγχειρήσεις ανοιχτών κάδων.

3. Ο σπουδαίος Παντελής Μπουκάλας επιστρέφει στην Καθημερινή και το πρώτο σχόλιο που παίρνει το κείμενό του είναι του κυρίου Γιάννη. Ουστ από εδώ του λέει κηφήνα ο πρώτος αναγνώστης. Ας έβγαινε συχνότερα στο γυαλί.

4. Παλιό αλλά επίκαιρο: Ο Κώστας Τσιρώνης γίνεται ήρωας μετά την απόλυσή του. Λίγες μέρες αργότερα ακολουθώντας την πορεία δέχεται απειλές. Σήκω φύγε αλήτη, ρουφιάνε, δημοσιογράφε γιατί θα σου σπάσουμε την κάμερα. Οι ίδιοι μετά από λίγο φωνάζουν ευχαριστημένοι:«Εμείς θα τον προσλάβουμε τον Κώστα τον Τσιρώνη, μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι».

5. Από το μην πετάτε τα σκουπίδια περάσαμε στο μην τα μαζεύετε. Οι συνδικαλιστές άργησαν αλλά άγγιξαν επιτέλους με την υπεύθυνη στάση τους την ίδια την ουσία, την ίδια τη φιλοσοφία της εξουσίας: τα σκουπίδια πρέπει να παραμένουν στο έδαφος επειδή είναι τεμπέλικα. Ο Julien Green είχε πει κάποτε ότι: «Η μεγαλύτερη ίσως παρηγοριά των καταπιεζόμενων είναι ότι πιστεύουν πως είναι ανώτεροι από τους δυνάστες τους», περιγράφοντας το πιο εφιαλτικό σενάριο.



Όπως ίσως παρατηρήσατε, ο βιασμός της πραγματικότητας, της αξίας και της ποιότητας συνεχίζεται. Ηθελημένα ή μη, τυχαία ή όχι, από ιδιοτέλεια ή από απλή αστοχία. Σε ένα ατελείωτο όργιο κανιβαλικού αναβρασμού, συνεχίζουμε να κρίνουμε βιαστικά, να παρεξηγούμε, να τρώμε τις σάρκες μας, να κατεβάζουμε το χειμωνιάτικο μίσος από τη ντουλάπα. «Οι λέξεις έχασαν το νόημά τους». Δεν μας το σφυρίζουν αυτή τη φορά οι ποιητές αλλά ο Λοβέρδος, η Διαμαντοπούλου και ο Ραγκούσης. Το κείμενό τους, η ύστατη προσπάθεια του πολιτικού συστήματος να μην αναλάβει τις ευθύνες του, εκφράζει την ανάγκη τους που πρέπει πάση θυσία να αλλάξει την πραγματικότητα αφού το ΠΑ.ΣΟ.Κ ως γνωστόν είναι κίνημα αλλαγής της: Λαέ μην είσαι πεισματάρης και καθυστερείς άσκοπα τη δική σου. Η θέληση, η ειλικρίνεια και η φαντασία που θα χρειαζόταν η περιγραφή μιας ελάχιστης κοινής αλήθειας δεν διδάσκεται σε σεμινάρια συγγραφικής τέχνης ούτε είναι προτεραιότητα των τριών παρατηρητών μας, δελφίνων μίας κυβέρνησης που αν υπήρχε, θα τη σχολιάζαμε με μεγαλύτερη προθυμία.

Ο Ρούζβελτ κάποτε είπε στους απεργούς:«Συμφωνώ μαζί σας, θέλω να το κάνω, αναγκάστε με να το κάνω», εννοώντας την προώθηση ενός φιλολαϊκού νομοσχεδίου. Το κλείσιμο του ματιού όμως στις μέρες μας δεν έρχεται. Οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει η χώρα είναι δεδομένοι και πιθανότατα ανεξέλεγκτοι. Ο λαός θα μπορούσε επομένως να είναι σύμμαχος και όχι ένας εχθρός που «δεν κατανοεί τις δυσκολίες» τώρα που οι Οίκοι απειλούν να τελειώνουν μια ώρα αρχύτερα με την Ευρωζώνη. Η σιωπή και η προτεινόμενη άγνοια είναι επιθυμία των αγορών, δεν είναι λύσεις στο έλλειμμα ηγεσίας της Ευρώπης ούτε στο δημοσιονομικό μας πρόβλημα. Οι πολιτικοί μας, αποκρύπτοντας τις πραγματικές ερωτήσεις και δίνοντας τις πιο light απαντήσεις, επιβεβαιώνουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι πρέπει να τους αφήσουμε ήσυχους αφού δεν κυβερνούν εκείνοι. Η κρυψίνοιά τους, εάν δεν είναι ζήτημα ουσιαστικής και όχι απλώς πολιτικής επιβίωσης, εύλογα φαντάζει ύποπτη και δουλοπρεπής. «Μάθετε λιγότερα» είναι όλο αυτό το διάστημα το μήνυμα του πρωθυπουργού. Μη βάζετε τα χέρια σας στην πρίζα της ενημέρωσης, μην αποπροσανατολίζεστε από κανένα άρθρο. Εάν υποψιάζεστε πολυπλοκότητα, είστε απλά Πασόκοι και μπράβο σας. Οι λεπτομερείς λόγοι του Ανδρουλάκη και του Βαρουφάκη, φωνές που προειδοποιούν, δεν είναι για όλους. Η Ελλάδα στο σκοτάδι και στην άγνοια είναι πιο ελκυστική για τους ξένους επενδυτές.

Παράλληλα, η αυτοκριτική που προτείνεται στον ελληνικό λαό δεν είναι εκείνη που χρειάζεται και το ξέρει. Καμία αφήγηση δεν θα τον έκανε να νιώσει πιο όμορφα με την εξαθλίωσή του. Πρώτη φορά μάλιστα η ιστορία συμπεριλαμβάνει στα σχέδια της τους 20άρηδες και τους 30άρηδες της χώρας. Τόσα χρόνια αισθανόντουσαν ανίκητοι διαβάζοντας ή αδιαφορώντας για τα αμέτρητα θύματά της, ακονίζοντας νύχια και φιλοδοξίες που καλούνται πλέον να χρησιμοποιήσουν μακριά από μία πατρίδα που τους καταθλίβει. Η απόγνωση, η ελπίδα και η καταστροφή δεν απέχουν πολύ για τους υπόλοιπους και δυστυχώς παίζουν την ίδια ώρα με τα τούρκικα σίριαλ αυξάνοντας την αμηχανία. Θα μπορούσαμε ωστόσο να περνάμε δημιουργικότερα την ώρα μας: Τοκίζοντας ενδοιασμούς, ποτίζοντας σιωπές, καταστρέφοντας φοβίες και επικοινωνώντας με τον άγνωστο της διπλανής πόρτας που εντελώς απροσδόκητα αποδεικνύεται άνθρωπος. Το παιχνίδι μπορεί ακόμα να γυρίσει. «Θα περάσουν από πάνω μας όλοι οι τροχοί, στο τέλος τα ίδια τα όνειρά μας θα μας σώσουν» ενθαρρύνει ο αισιόδοξος Καρούζος.

Η ζωή δε χαρίζεται χωρίς να ανατραπεί. Το ξέρουμε γιατί το τραγουδήσαμε. Άγνοια στίχου δε συγχωρείται. «Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι, κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις». Ελύτης όμως ήταν αυτός. Εμείς φοβόμαστε γενικώς και αορίστως. Στα κείμενά μας ακόμη ποζάρουμε για να βρούμε τη γωνία που θα κολακεύσει τα λάθη μας και θα μας απαλλάξει. Έχουμε πεισθεί ότι οι κατηγορίες εις βάρος μας ευσταθούν. Τόση αυτοκαταστροφική αφέλεια, τόση αυτοκαταστροφική επαναστατικότητα που επιθυμεί κι άλλο δίκιο ξεχνώντας ότι το έχει ήδη με το μέρος της, μυρίζει μπαρούτι. Η Αγγελάκη-Ρουκ θα ήθελε να χρωστάμε τη σοφία της εξέγερσής μας ή την ήττα μας στο φόβο που μας ανάγκασε να αναστοχαστούμε. Σε διαφορετική περίπτωση το «Μαζί μπορούμε» θα παραμείνει μαζί με το «Λεφτά υπάρχουν» σε λίστα αποτυχημένων προεκλογικών συνθημάτων και αυτή τη φορά δεν θα χρειαστεί να αναλάβουμε την ευθύνη μόνο για τον Τιτανικό αλλά και για το παγόβουνο, την απουσία δηλαδή κάθε έμπρακτης και λυτρωτικής αλληλεγγύης.

Ευαίσθητοι αλλήθωροι

Ο Λυκούργος Κομίνης στην «Κρίση του Τύπου», βιβλίο γραμμένο το 1985, αφηγείται μία διδακτική ιστορία σχετικά με την αξιοπιστία του: Κάποια στιγμή η εφημερίδα όπου εργαζόταν ως μαθητευόμενος συντάκτης έβαλε μία είδηση που υποτίθεται ότι ερχόταν από την μακρινή και πρωτοπόρο ΑμερικήΟ βασιλικός πολτός θεραπεύει τον καρκίνο». Την επομένη, όμως, ο αρχισυντάκτης του τοποθέτησε την αγγελία ενός παραγωγού μελιού που δήθεν έφτιαχνε βασιλικό πολτό στις πρώτες σελίδες μαζί με 12.000 δραχμές στο λογαριασμό του, γράφοντας μία χρυσή σελίδα στην ιστορία της δεοντολογίας.

Οι οίκοι αξιολόγησης όχι μόνο αντέγραψαν αλλά κατάφεραν να ξεπεράσουν την επιτυχία του συγκεκριμένου μοντέλου, αναλαμβάνοντας ουσιαστικά το ρόλο του Τύπου των αγορών. Οι εφημερίδες δεν αντιλήφθηκαν εγκαίρως την κοσμογονική μετατόπιση εξουσίας που συνέβη. Το μαγαζί που άνοιξε απέναντι κέρδισε μεγάλο κομμάτι της πελατείας και της επιρροής τους: Οι πρώτοι ξεκινούν να αξιολογούν οικονομίες, οι δεύτερες κουτσά- στραβά πληροφορίες. Οι πρώτοι ζητούν λεφτά για ευνοϊκή μεταχείριση (είναι γνωστή η υπόθεση της Hannover Re), οι δεύτερες εκβιάζουν για ένα καλό δημοσίευμα και μία διαφήμιση. Οι πρώτοι δημιουργούν έναν φτωχό, οι δεύτερες έναν ηλίθιο. Και οι δύο ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις αλλά ο Τύπος μένει πλέον δεύτερος και καταϊδρωμένος.

Στην ελληνική τηλεόραση το ρόλο των Οίκων κατείχαν και εξακολουθούν να κατέχουν οι πάλαι ποτέ γκουρού-σχολιαστές. Μέχρι σήμερα ανακοινώνουν απτόητοι διαθέσεις και υποθέσεις σε παράθυρα που ακόμα δεν έχουν πέσει να τους πλακώσουν. Ενδεχομένως η κρίση να άγγιξε την τσέπη τους, δεν άλλαξε ωστόσο το ύφος τους. Η αποτυχία της χώρας δεν συμπεριλαμβάνει τη δική τους. Παρόλο που απέτυχαν να προειδοποιήσουν την κοινωνία για αυτό που έρχεται, αποδεικνύονται μετρ στο να της παραδίδουν μαθήματα δωρεάν, κατόπιν εορτής. Χωρίς να συσπάται το πρόσωπό τους, τα λόγια τους περιγράφουν μια επιδημία συναισθημάτων. Ακόμη πιστεύουν, έχουν την αίσθηση, νομίζουν, πάντως δεν γνωρίζουν ούτε και θέλουν να γνωρίζουν επειδή στη συνέχεια ίσως θα ήταν υποχρεωμένοι και να μας πουν. Απαντούν με αυτόν τον τρόπο ετεροχρονισμένα στην αγαπημένη ερώτηση των πιο ανάλαφρων συναδέλφων τους που ζητούσαν απεγνωσμένα να μάθουν τόσα χρόνια:«Πώς αισθάνεστε;». Εφόσον τα μεσημεριανά δεν πήραν καμία πειστική ή ικανοποιητική απάντηση, με αυταπάρνηση ανέλαβαν να την απαντήσουν οι ίδιοι.

Ο Jean- Noel Jeanneney μας θυμίζει ότι στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, οι ομολογίες πίστεως των δημοσιογράφων της εποχής χαρακτηρίζονται από το φόβο και την αγωνία όχι μήπως ξεγελάσουν τον λαό, αλλά μήπως του πουν πολλά. Η αγωνία αυτή σήμερα διαχέεται μέσω μονόπλευρων και πρόχειρων άρθρων που αποφεύγουν να κοιτάξουν το δάσος. Εκείνοι που τα γράφουν έχουν δίκιο σε όλα όσα γράφουν και όσα λένε, και άδικο σε όλα όσα δεν γράφουν και δε λένε. Η άγνοια που επικαλούνται ξαφνικά δεν είναι η σωκρατική αλλά της οκνηρίας, του «έχω λύσει το πρόβλημά μου», της επιτυχίας. Θα μπορούσαν να έχουν ενημερώσει τον κόσμο εάν έκλειναν όλες τις ηλεκτρονικές συσκευές και άνοιγαν τα βιβλία ή έστω και καθυστερημένα τις οικονομικές σελίδες που τις γράφουν κάτι άλλοι, λιγότερο γνωστοί συνάδελφοί τους. Επειδή όμως πλησιάζει ο καιρός που θα πάψουν εμμέσως να στηρίζουν, επιλέγουν τον πιο ξέγνοιαστο τρόπο για να τιμήσουν το λειτούργημά τους. Και οι αλήθειες σκονίζονται σε βιβλιοθήκες.

Οι ειδήσεις εξάλλου σπάνια προσφέρονταν όλα αυτά τα χρόνια της αμεριμνησίας για ανεξάρτητες αναλύσεις. Όσοι έμπαιναν στον κόπο, είχαν συχνότερα από πίσω συμφέροντα παρά νοικοκυριά που βρίσκονταν στο κόκκινο. Τώρα οι σύμμαχοι που βρίσκει ο λαός είναι στην καλύτερη περίπτωση λαϊκιστές που προτείνουν τα δικά τους φιλολαϊκά μέτρα για την αύξηση της ανεργίας. Δύο πόλοι ανταγωνίζονται, οι μισοί κοιτούν τους έξω, οι άλλοι μισοί σιχαίνονται τους μέσα, ή προδότες οι πολιτικοί ή σωστοί επαγγελματίες οι τροικανοί, ένα από τα δύο. Το δίλημμα συνοψίζει εξάλλου το όλο κλίμα: Ή εγώ ή εσύ.

Οι πληροφορίες που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή ανθρώπων είναι ανάλογες με το είδος του ανθρώπου που θέλει να κατασκευάσει κανείς, γράφει ο Ράουτερ στην «Κατασκευή Υπηκόων». Βλέποντας ωστόσο την εκπομπή του Βαξεβάνη για τον Μάκαρο, άρχισα να δίνω ξανά ελαφρυντικά σε κάτι παιδιά που τα λέγανε αλήτες στις πορείες. Κάτι είπαν, κάτι ψέλλισαν, κάτι έγραφαν όλα αυτά τα χρόνια. Αλλού σκάλωνε συνήθως το πράγμα. Ελάχιστοι αλλά επίμονοι και ευαίσθητοι ευτυχώς οι αλλήθωροι, αυτοί που κοιτούν σε πολλές πλευρές και πολεμούν για κάθε λέξη, κατόρθωσαν να δώσουν άλλοθι σε έναν Τύπο που εάν δεν υπήρχε, δεν θα έπρεπε να τον ανακαλύψουμε σύμφωνα με τον αφορισμό του Μπαλζάκ.