Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2013

Εθνική ντροπή

Το μπλογκ, εκεί που ξεκίνησε να έχει περισσότερους από δέκα αναγνώστες τη μέρα, κοντεύει να κατηγορηθεί για μονομανία. Θέλει ωστόσο να υπογραμμίσει για τελευταία φορά ότι ο Γιάννης Χαρούλης, που όλοι εκτιμούμε και σεβόμαστε, δεν είναι παρά μία τρίχα από το μουστάκι του Σταυρακοβασίλη. Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας ήταν ότι στα χρόνια της μεταπολίτευσης το καλύτερο βιβλίο που διάβασες ήταν ένα που σου είχαν κάνει δώρο, του Νίκου Δήμου, ενώ δεν άκουσες ποτέ αυτόν τον άνθρωπο να τραγουδάει. Δεν είναι τυχαίο που ο μόνος Έλληνας μπροστά στον οποίο το βουλώνω όταν μιλάει, ο Ross Daly malaka fasista (ta greeklish gia na miliso ti glwssa sou), τον έχει κοντά του τόσα χρόνια. Το συγκεκριμένο βιντεάκι έχει 431 προβολές την ώρα που γράφω το ποστ. Οι 400 είναι δικές μου. Ξεπλένω εθνική ντροπή.

Το πρόβλημα είναι πως με αυτή μου την κρίση θα δυσκολεύονταν να συμφωνήσουν παραπάνω από 431 Έλληνες. Θα μου έλεγαν ότι τον Σταυρακάκη δεν τον έχουν δει στη Μενεγάκη, ότι η Φακλάνα Ντελ Ρέι αγγίζει με περισσότερη λάμψη τις ευαίσθητες χορδές τους, ότι η κρητική μουσική είναι πιο ευχάριστη όταν αποθεώνει τη ζωοκλοπή και παίζεται με ντραμς, ότι ο Παντελίδης είναι πιο κοντά στην ιδιοσυγκρασία τους, αυτή του κακομοίρη, κι ότι στα βραβεία Mad ο Μηδενιστής δεν θα δεχόταν ποτέ να κάνει ντουέτο με τον Βασίλη. Θα μου επιβεβαίωναν δηλαδή ότι το πρόβλημα του τόπου είναι βαθιά πολιτισμικό. Ότι το μόνο που μπορεί να γεννήσει άνετα είναι κοπρίτες, ατάκες και νεοναζισμό.

Ένα ποίημα

Έχω ένα παράθεμα από τον Άγιο Αυγουστίνο που, νομίζω, ταιριάζει πολύ σε αυτό που θέλω να πω. Λέει:« Τι είναι ο χρόνος; Αν οι άνθρωποι δε με ρωτήσουν τι είναι χρόνος, ξέρω. Αν με ρωτήσουν, τότε δεν ξέρω». Έτσι νιώθω κι εγώ για την ποίηση. Χόρχε Λουίς Μπόρχες.

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

Η μεταφυσική τιμή

Η εξέγερση δεν είναι με κανένα τρόπο μια διεκδίκηση ολοκληρωτικής ελευθερίας. Αντίθετα, η εξέγερση κάνει τη δίκη της ολοκληρωτικής ελευθερίας. Αμφισβητεί ακριβώς αυτή την απεριόριστη εξουσία που δίνει το δικαίωμα σε έναν ανώτερο να παραβιάζει το απαγορευμένο σύνορο. Ο επαναστατημένος, αντί να διεκδικεί μια γενική ανεξαρτησία, θέλει να αναγνωριστεί πως η ελευθερία έχει τα όριά της παντού όπου βρίσκεται μία ανθρώπινη ύπαρξη και το όριο είναι ακριβώς η δυνατότητα εξέγερσης αυτής της ύπαρξης. Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη αιτία της επαναστατημένης αδιαλλαξίας. Όσο περισσότερο συνειδητοποιεί η εξέγερση πως διεκδικεί ένα δίκαιο όριο, τόσο περισσότερο αλύγιστη είναι. Ο επαναστατημένος απαιτεί αναμφίβολα μια κάποια ελευθερία για τον εαυτό του, αλλά δε ζητά ποτέ το δικαίωμα να καταστρέψει την ύπαρξη και την ελευθερία του άλλου. Δεν ταπεινώνει κανένα. Την ελευθερία που θέλει τη ζητάει για όλους […].

Είναι λοιπόν δυνατό να πούμε πως όταν η εξέγερση καταλήγει στην καταστροφή, είναι παράλογη. Επειδή ζητάει την ενότητα της ανθρώπινης φύσης, είναι δύναμη ζωής κι όχι θανάτου. Η βαθύτατη λογική της στηρίζεται στη δημιουργία κι όχι στην καταστροφή. Για να μείνει αυθεντικό το κίνημά της, δεν πρέπει να εγκαταλείπει πίσω του κανέναν από τους όρους της αντίφασης που το στηρίζουν. Πρέπει να είναι σύγκαιρα πιστό στο ναι που περιέχει και στο όχι που απομονώνουν οι μηδενιστικές ερμηνείες στην εξέγερση. Η λογική του επαναστατημένου είναι να θέλει να υπηρετήσει τη δικαιοσύνη για να μη μεγαλώνει την αδικία της κατάστασης τους ανθρώπου, να προσπαθεί να ακολουθήσει την καθάρια γλώσσα για να μην πυκνώνει το αιώνιο ψέμα και να στοιχηματίζει ενάντια στον πόνο των ανθρώπων υπέρ της ευτυχίας. Το μηδενιστικό πάθος που μεγαλώνει την αδικία και το ψέμα καταστρέφει με τη μανία του το παλιό του αίτημα και αφαιρεί έτσι τις καθαρότερες αιτίες της εξέγερσής του. Σκοτώνει γιατί τρελαίνεται όταν νιώθει πως  αυτός ο κόσμος είναι δοσμένος στο θάνατο. Η συνέπεια της εξέγερσης αντίθετα είναι να αρνιέται τη νομιμοποίηση του εγκλήματος, αφού αρχή της είναι η διαμαρτυρία ενάντια στο θάνατο.

Αλλά αν ο άνθρωπος ήταν ικανός να φέρει από μόνος του την ενότητα στον κόσμο, αν μπορούσε να κάνει να βασιλέψει μόνο με ένα διάταγμα η ειλικρίνεια, η αθωότητα και η δικαιοσύνη, θα ήταν ο ίδιος ο Θεός. Κι ακόμα, αν μπορούσε να κάνει όλα αυτά, η εξέγερση δεν θα είχε καμία αιτία πια. Υπάρχει εξέγερση γιατί το ψέμα, η αδικία και η βία δημιουργούν την κατάσταση του επαναστατημένου. Δεν μπορεί λοιπόν να ισχυριστεί απόλυτα πως ούτε θα σκοτώσει ούτε θα πει ψέματα χωρίς να απαρνηθεί την εξέγερσή του και να δεχτεί μια για πάντα το φόνο και το κακό. Αλλά δεν μπορεί επίσης να σκοτώνει και να λέει ψέματα, αφού το αντίστροφο κίνημα που θα νομιμοποιούσε το φόνο και τη βία θα κατέστρεφε έτσι τις αιτίες της εξέγερσής του. Ο επαναστατημένος λοιπόν δεν μπορεί να βρει ησυχία. Ξέρει το καλό και κάνει παρά τη θέλησή του το κακό. Η αξία που τον στηρίζει δεν του δίνεται μια για πάντα, πρέπει να τη συγκρατεί συνεχώς. Το είναι που κατακτά χάνεται αν μία νέα εξέγερση δεν το υποστηρίξει.

Πάντως αν δεν μπορεί πάντα να αποφεύγει το φόνο, άμεσα ή έμμεσα, μπορεί να δώσει όλη τη φλόγα και το πάθος του για να μειώσει τη δυνατότητα του εγκλήματος γύρω του. Και βυθισμένος μέσα στα σκοτάδια, η μεγαλύτερη αρετή του θα είναι να μην υποκύψει στο σκοτεινό τους ίλιγγο. Αλυσοδεμένος με το κακό, να τείνει προς το καλό. Αν τέλος σκοτώνει κι ο ίδιος, θα δεχτεί το θάνατο. Πιστός στις αρχές του, ο επαναστατημένος αποδείχνει με τη θυσία πως η πραγματική του ελευθερία δεν υπάρχει σε σχέση με το φόνο αλλά σε σχέση με τον ίδιο του το θάνατο. Ανακαλύπτει ταυτόχρονα τη μεταφυσική τιμή. Ο Καλιάγεφ παίρνει τότε τη θέση του κάτω από την κρεμάλα και δείχνει ολοφάνερα σε όλα τα αδέρφια του το ακριβές όριο όπου αρχίζει και τελειώνει η τιμή του ανθρώπου.

Αλμπέρ Καμύ, Ο Επαναστατημένος άνθρωπος, Εκδόσεις Μπουκουμάνη, Μετάφραση Τζούλιας Τσακίρη.

Υ.Γ Ο Καμύ δεν αναπτύσσει το ιδεολόγημα της μη βίας, το οποίο μαζί με τη θεωρία των άκρων, είναι ό,τι πιο χυδαίο έχει σκαρφιστεί το καθεστώς των μνημονίων. Καταδεικνύει όμως τις αντιφάσεις της εξέγερσης. Θέτει τα ερωτήματα που αφορούν στα όριά της, ρίχνει μία φιλοσοφική βόμβα στα σχέδια των ιδεολόγων που σκέφτονται με όρους μάζας, διχάζεται όπως οφείλει να κάνει ο διανοούμενος σύμφωνα με έναν δικό του ορισμό. Λίγο καιρό μετά θα ένιωθε αμφιβολίες για το βιβλίο αλλά και για τον ίδιο του τον εαυτό όπως θα πάθαινε κάθε έντιμος στοχαστής που ρισκάρει πολλά. Την αγωνία του για τον άνθρωπο ωστόσο δεν θα μπορούσαν να την αμφισβητήσουν ούτε οι μεγαλύτεροι εχθροί του.

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

Η μύγα στον καθρέφτη

Ο Τριστάνο πεθαίνει. «Οι συγγραφείς είστε παραχαράκτες» λέει. Δεν πιστεύει στη γραφή. Μετανιώνει που θα διηγηθεί τη ζωή του σε έναν από δαύτους αλλά η ανάγκη να εκφραστεί τον υποχρεώνει. Κάποια στιγμή στο βιβλίο του Αντόνιο Ταμπούκι, τον αφηγητή αρχίζει να αποσπά μια μύγα. Η μύγα επιμένει να χτυπάει στον καθρέφτη γιατί τον περνάει για παράθυρο. Θέλει να βγει έξω και να πετάξει αλλά το γυαλί την ξεγελά. Κάτι ξεκίνησε να ενοχλεί και μένα στην εικόνα που ο συγγραφέας επανέφερε τρεις ή τέσσερις φορές συνολικά.

Ένας επώνυμος που αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα κι έφαγε πόρτα στα βραβεία Mad, θα πρόβαρε τα λόγια του σε έναν ακριβότερο καθρέφτη. Μια μύγα που θα τον παρατηρούσε, θα τον έσωζε από την κατάθλιψη: «Θα έπαιζα σε ένα νέο σίριαλ αλλά δεν μου το επιτρέπουν οι δανειστές μου, θα έκανα σεξ αλλά βρίσκομαι σε διαπραγμάτευση με τους δανειστές μου, θα πήγαινα Μύκονο αν δεν αντιδρούσαν οι δανειστές μου». Οι δανειστές είναι η πιο τρέντι δικαιολογία για αυτό το καλοκαίρι. Οι δηλώσεις του θα προκαλούσαν αίσθηση έως ότου η ανάπτυξη του επέστρεφε μέρος της φωτογένειάς του. Η μύγα, που μάλλον συμβολίζει την κρίση, θα ζαλιστεί από τα αποσμητικά χώρου. Οι δανειστές θα αντικατασταθούν ξανά από θαυμαστές. Τέρμα οι φυλακίσεις και οι έρευνες για φοροδιαφυγή.

Στο κούτελο ενός ανέργου, η μύγα θα του υπενθύμιζε το πρόβλημά του. Δεν υπάρχει πιο κουρασμένος άνθρωπος στον κόσμο από εκείνον. Η επικοινωνία με τους άλλους είναι άθλος. Κρύβεται από γνωστούς και Social Media όχι γιατί έχει πολύ χρόνο αλλά γιατί δεν προλαβαίνει να λυπάται. Το μίσος τον κατακλύζει και προσπαθεί να κερδίσει αυτή τη διπλή ντροπή. Ένας από αυτούς, πατάει στο GoogleSoste me, ginomai fasistas” και οδηγείται στο μπλογκ μου. Δεν βρίσκει απαντήσεις. Το μίσος τώρα στρέφεται εναντίον του οργανισμού του σαν αυτοάνοσο νόσημα. Γράφει την επιστολή. Θέλει να πεθάνει. Το αναβάλει γιατί νιώθει ήδη νεκρός. Η αυτοκτονία απαιτεί ζωτικότητα. Διαβάζει μια ακόμα αγγελία. Στη ζωή θα τον κρατήσει μία ωραία ταινία.

Μια τρίτη μύγα πάνω στον καθρέφτη του καθιστικού, την τηλεόραση, εξοικειώνει την ελληνική οικογένεια με τη φτώχεια. Έχει πετάξει ως εδώ για να παραλάβει τα βρισίδια εκ μέρους του πολιτικού προσωπικού. Στις τηλεοπτικές οθόνες, οι ζωές των ανθρώπων βρίσκονται σε μποτιλιάρισμα, έχουν πέσει μαζεμένες διαφημίσεις κι ο τρίτος κόσμος δανείζει την καθημερινότητά του στο μαύρο. Έχουμε να πάμε σε μία κηδεία αλλά δε θυμόμαστε σε ποια. Κάτι έχουμε ξεχάσει και δεν είναι ο ανοιχτός θερμοσίφωνας. Μετά από κάθε δελτίο ειδήσεων, βάζουμε κι ένα ρούχο στη βαλίτσα. Εκείνο που μας κυνηγά στην πατρίδα έχει λαχανιάσει, η ανάσα του είναι στο σβέρκο μας, οι προφήτες που δεν ήθελαν να επαληθευτούν θα αποδειχτούν οι πιο αξιόπιστοι.

Στο εξωτερικό ο παράδεισος υποτίθεται πως περιμένει  Έλληνες κατακτητές. Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός-μια άλλη Ελλάδα όχι. Ο επαναστατημένος άνθρωπος έλεγε όχι- ο επαναστατημένος Νεοέλληνας λέει μη και περιμένει όλα να γίνουν όπως πριν. Σαν τους Αργίτες στις Μύγες του Σαρτρ, ζούμε με τις τύψεις για ό,τι έγινε σε σημείο μαζοχισμού. Σε σημείο νεοναζισμού. Η τηλεοπτική υστερία ντοπάρει τα φασιστοειδή που διπλασίασαν μέσα σε ένα χρόνο τα ποσοστά τους. Γιατί θέλουν η κόλαση να είμαστε όλοι. Ο ένας πιο επικίνδυνος από τον άλλο. Μια ωραία ατμόσφαιρα σε ένα μπουντρούμι κυβερνητικού αυταρχισμού.

Η μύγα που κουτουλάει στον καθρέφτη, η μύγα στο βιβλίο του Ταμπούκι, δεν είναι παρά η ελληνική κοινωνία. Μπροστά του μεγάλωνε και κάθε φορά που κοιταζόταν, έδειχνε όλο και πιο ρωμαλέα, πιο ανίκητη, πιο νέα. Τώρα θυμώνει που την έκανε μύγα. Αδυνατεί να σκεφτεί τη ζωή δίχως καθρέφτες στους οποίους εκπαιδεύτηκε να ερωτεύεται τον εαυτό της. Νομίζει πως θα βρει διέξοδο στο παλιό της πρόσωπο. Δε βλέπει ούτε και θέλει να μάθει για το παράθυρο. Το ανοίγει μόνο για να πετάξει έξω τη φυγή, την τέχνη, τα όνειρα και τη φαντασία με την ταχύτητα που ταλαντεύεται ανάμεσα “στη χέστρα και την Επανάσταση”, “στις παντόφλες και το οδόφραγμα” . Η δύναμη όμως που έχει υποτάξει τη χώρα δεν πολεμιέται αν δεν εξηγηθούμε αντρίκια. Δεν πολεμιέται χωρίς τους κάθε λογής παραχαράκτες. Δεν πολεμιέται αν γίναμε αλλεργικοί στην ομορφιά και στους ανθρώπους. Θα μας πάρουν και τα σώβρακα.  

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

Οι πόλεις συνθηκολόγησαν

Τι ήταν αυτή η μουσική, από πού είχε ξεφυτρώσει αυτό το συγκρότημα, πώς ήταν δυνατόν ν’ακούνε μουσική όλοι μαζί, νέοι, γέροι και παιδιά, να τρώνε και να πίνουν μαζί, να σηκώνονται όλοι μαζί και να χορεύουν; Από κάπου ερχόταν αυτή η παράνομη μουσική που δεν την έπαιζε ποτέ το ραδιόφωνο. Έμοιαζε να κρύβεται, να παίρνει χίλιες προφυλάξεις, να κυκλοφορεί από μυστικά μονοπάτια στα βουνά και να διασχίζει μεταμφιεσμένη τις πόλεις.


Γνώριζαν αυτή τη μουσική και ντρεπόντουσαν, αισθανόντουσαν ήσυχες με τη μουσική του ραδιοφώνου ενώ αυτή εδώ η μουσική τις αναστάτωνε, τις έκανε να ανατριχιάζουν, τις έκοβε στα δύο. Αυτό το συγκρότημα στο πάλκο ερχόταν από πολύ μακριά, φαινόταν να έχει διασχίσει κάμπους και βουνά, έμοιαζε ταλαιπωρημένο, τα μέλη του δεν είχαν καμία διαφορά από αυτούς που διασκέδαζαν.


Η μουσική στο ραδιόφωνο έμοιαζε αέρινη, δαντελένια, άσπιλη, αμόλυντη. Ουράνιες γυναικείες φωνές προειδοποιούσαν ξύπνα αγάπη μου, αλλά αυτή εδώ η μουσική ανακάτευε τα σωθικά και σε τίναζε στον αέρα, ήταν τόσο πραγματική ώστε γινόταν αφόρητη, αυτό το ταλαιπωρημένο συγκρότημα σε έβαζε κάτω και κάποια στιγμή σε σήκωνε ψηλά, σε πέταγε χωρίς να το καταλάβεις, ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που χόρευαν πιασμένοι ο ένας με τον άλλο σε κύκλο, αλλιώς κινδύνευαν να φύγουν ψηλά και να μην ξαναγυρίσουν ποτέ πίσω.


Υπήρχε μια μουσική παράνομη, ταλαιπωρημένη, αφόρητα πραγματική. Κοίταζε στα μάτια τον πόνο, δεν τον εξόριζε όπως το ραδιόφωνο, τον άφηνε να κυλάει και τον έστελνε εκεί όπου για μια στιγμή έπαυε να είναι πόνος και γινόταν κάτι άλλο, πολύ παράξενο. Ερχόταν από πολύ μακριά, κανείς δεν ήταν σε θέση να πει από πού είχε ξεκινήσει, ήταν αναγκασμένη να κρύβεται γιατί κανείς δεν άντεχε πια τόσο πολύ πόνο, στις πόλεις είχαν συνθηκολογήσει, είχαν αποφασίσει να μην πονάνε πια, μόνο να χαίρονται με μικρές, άσπιλες και αμόλυντες μελωδικές δόσεις.


Η μουσική που έπαιζαν τα αγγλικά συγκροτήματα φαινόταν λίγο παράνομη, δεν ήταν τόσο άσπιλη, τόσο αμόλυντη, σε ανακάτευε λίγο, όχι τόσο πολύ όσο εκείνη των πανηγυριών, αλλά πάντως σε τσίμπαγε, προσπαθούσε να φέρει μια αναστάτωση και τα κατάφερνε. Συμβιβάστηκαν με μεγάλη ανακούφιση μ’ αυτή τη μουσική γιατί ήταν κάπως παράνομη και πόναγε όσο χρειαζόταν, πόναγε λίγο, ελάχιστα, όσο ακριβώς μπορούσες να αντέξεις και μετά γιατρευόσουν αμέσως γιατί κοίταζες τις φωτογραφίες των συγκροτημάτων και οι άνθρωποι εκεί δεν έμοιαζαν ταλαιπωρημένοι ούτε ήταν αναγκασμένοι να οργώνουν τα βουνά, φαινόντουσαν ευχαριστημένοι ακόμα κι όταν έπαιρναν μουτρωμένες πόζες, κατά βάθος ήταν πολύ ευχαριστημένοι, πολύ άνετοι, πολύ ευτυχισμένοι παρ’ όλο που έκαναν τους βασανισμένους .Δεν ήταν βασανισμένοι γιατί τότε δεν θα τους ήξερε κανείς, δεν θα ούρλιαζε κανείς μπροστά τους, θα περνούσαν απαρατήρητοι, δεν θα προκαλούσαν καμιά υστερία. Είχαν καταλάβει ότι έπρεπε να περάσουν λίγο πόνο στη μουσική τους για να τα καταφέρουν, αυτή τη μικρή δόση πόνου που χρειάζεται οποιαδήποτε μουσική ώστε να μην είναι τόσο ραδιοφωνική, τόσο αμόλυντη, τόσο ανύπαρκτη. Συνθηκολόγησαν με τον πόνο και πήραν μερικές πόζες παρανομίας μπροστά στους φωτογράφους. Πρότειναν μια μακρινή υποψία παρανομίας στις συνθηκολογημένες πόλεις και τα κατάφεραν με τη βοήθεια των φωτογράφων, τρύπωσαν στο ραδιόφωνο που χρειαζόταν μια ελαφριά δόση πόνου και τα κατάφεραν, κατάλαβαν ότι έπρεπε να παριστάνουν τους πονεμένους κι εξελίχθηκαν σε δεξιοτέχνες του είδους, κατάλαβαν καλά ότι θα κατακτούσαν τον κόσμο αν έπλεκαν το εγκώμιο του πόνου χωρίς να πονάνε πραγματικά.


Συζητούσαν συνέχεια για την ελαφρά πονεμένη μουσική που τρύπωσε στις εφημερίδες και το ραδιόφωνο, τη μουσική των συνθηκολογημένων πόλεων. Συζητούσαν με μανία, σήκωναν μπαϊράκι κι έλεγαν ότι αυτή είναι η μουσική, έδιναν μια μάχη πολύ σημαντική, έπρεπε να περάσει αυτή η μουσική, να κατακτήσει τα πάντα, ν’ ακούγεται παντού, να μη μείνει τίποτα όρθιο, να κατακλύσει η ψευτοπονεμένη φωτογενής μουσική τις πόλεις, να φτάσει παντού, να διαδοθεί παντού, να μπει σ’ όλα τα σπίτια. Έδιναν έναν αγώνα κερδισμένο εκ των προτέρων, η άσπιλη μουσική δεν άντεχε πια και οι συνθηκολογημένες πόλεις χρειαζόντουσαν μια μουσική που να τις αποκοιμίζει διεγείροντάς τις, να τις ηρεμεί εκνευρίζοντάς τις, να τις κοιμίζει θορυβώντας, χρειαζόντουσαν ένα θόρυβο που θα έπαιρνε τη θέση της μουσικής και τα κατάφεραν. Έδιναν έναν αγώνα κερδισμένο γιατί οι πόλεις είχαν αποφασίσει να μην πονέσουν ποτέ πια και να κάνουν συνέχεια ότι πονάνε, να γκρινιάζουν συνεχώς, να μην ικανοποιούνται με τίποτα, να τα βάφουν μαύρα μέσα σε ανοιχτόχρωμα διαμερίσματα, να παραπονούνται ώστε να εξορίσουν τον πόνο για πάντα. Οι πόλεις συνθηκολόγησαν.


(Όλα τα αποσπάσματα από τη Γραμμή του ορίζοντος, του Χρήστου Βακαλόπουλου)

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Η κυβέρνηση των έξι

«Επειδή διακινούνται διάφορα φαιδρά, ιδιαίτερα στο διαδίκτυο, ότι δήθεν ψεκάζουμε τον ελληνικό λαό για να μην αντιδρά στα μέτρα λιτότητας, θα ήθελα να διαβεβαιώσω ότι τα αεροπλάνα της αντιχαλαζικής προστασίας μόνη αποστολή έχουν την καταστολή του χαλαζιού» τόνισε την περασμένη εβδομάδα ο αναπληρωτής υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Μάξιμος Χαρακόπουλος, ο οποίος παρέμεινε στη θέση του μετά το σχηματισμό της νέας κυβέρνησης.

Οι Έλληνες πίστευαν αναρίθμητες κουταμάρες ακόμα και για τα σημαντικότερα θέματα παρατηρούσε ο Ηρόδοτος. Οπότε η διευκρίνιση ήταν μάλλον απαραίτητη. Αν υποθέσουμε όμως πως κάποιος δυσκολεύεται με την αυτοκοροϊδία, υπάρχει μια ολόκληρη επιχείρηση που έχει στηθεί για να τον εξοντώσει υπό το πρόσχημα της ενημέρωσης. Γεγονός είναι πως αγοράζουμε πληροφορίες τόσο χυδαία, τόσο αδιάφορα από τα ειδησεογραφικά μαγαζιά όσο κάποιοι μας τις πουλούν. Από τους Πρωταγωνιστές που ειρωνεύονται τις θεωρίες συνωμοσίας μέχρι τον Τράγκα που τις χρησιμοποιεί για τηλεθέαση, υπάρχει ένα χάος που παλιά ίσως ονομάζαμε δημοσιογραφία, έρευνα, κριτική σκέψη. Η εξουσία όμως έχει στόχο να παραμένει αόρατη, να πηγάζει από τους υπονόμους, να βρίσκεται σε ό,τι παραβλέπουμε. Κι η δημοσιογραφία τις περισσότερες φορές δεν πετυχαίνει τίποτα άλλο παρά να της ανοίγει δρόμο.

Υπάρχει μια ιστορία του Κορτάσαρ όπου πρωταγωνιστής είναι ένας τύπος που πουλάει στο πλήθος φωνές και λέξεις. Άλλοτε φτηνά κι άλλοτε πιο ακριβά, καταφέρνει να τις ξεφορτωθεί. Μεθυσμένος από την επιτυχία του, ζητάει να δει τον τύραννο της χώρας για να του πουλήσει τα τελευταία του λόγια. Δεν υπάρχει καμία απάτη, τον διαβεβαιώνει. Αυτά θα θέλετε να πείτε όταν βρεθείτε στο έλεος των αντιπάλων σας αλλά δεν θα τα καταφέρνετε εξαιτίας του φόβου σας. Με τα λόγια τούτα, θα δημιουργήσετε, του υποσχόταν, την εντύπωση του ιστορικού πεπρωμένου. Στο τέλος ο τύραννος θα δολοφονηθεί, ενώ οι στρατηγοί που θα τον διαδεχτούν θα χάσουν την εξουσία από τις φωνές που συνεχίζουν να αντηχούν.

Αυτός ο τύπος θα μπορούσε να είναι ο δημοσιογράφος-πολιτικός. Αφού πούλησε απόψεις στο πλήθος και εκείνο αγόρασε τη γνώμη του, έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση του τυράννου. Έξι δημοσιογράφους διαθέτει το νέο κυβερνητικό σχήμα, καμάρωνε προχθές το Σταρ Τσάνελ. Ήταν μεγάλο σχολείο η δημοσιογραφία αλλά τώρα θα συγχωνευτεί με την κυβέρνηση. Εξάλλου το μέλλον είναι προδιαγεγραμμένο. Οι εξελίξεις έχουν συμβεί. Ο καιρός της επικαιρότητας έχει παρέλθει. Οι καλοί συνάδελφοι στάθηκαν επιμελείς στην καταγραφή των θυμάτων, τώρα θα δημιουργήσουν και μερικά, καθώς μπαίνουμε στη φάση του μεγάλου μακελειού. Για να μην ενοχλούν οι απώλειες, οι κατάλληλοι άνθρωποι θα φροντίζουν, θα εργάζονται και θα πληρώνονται γι’αυτό.

Είμαι Αθήνα αυτές τις μέρες. Εδώ τον κόσμο τον ψεκάζουν. Εδώ η ασχήμια έχει δύναμη τρομακτική. Εδώ τα κορμιά ασφυκτιούν, οι ψυχές μικραίνουν, η τρέλα διασπάει τις άμυνες. Εδώ ή μισείς τον ξένο ή τον διπλανό, εδώ ή μαχαιρώνεις τον μετανάστη ή τον πρωθυπουργό, εδώ ή είσαι με τα οργανωμένα συμφέροντα ή με τα οργανωμένη μίση, ή με τους νεκρούς ή με τους τυφλούς. Εδώ οι υποσχέσεις για πρόοδο δεν είναι άλλες από τις υποσχέσεις της καταστροφής, εδώ δεν γίνεται να μιλάς για ομορφιά αν δεν μιλήσεις για κοινωνική αλλαγή, εδώ είσαι ηλίθιος αν πεις Δημοκρατία, εδώ είναι η έδρα της Χρυσής Αυγής, εδώ ένας άνθρωπος ψάχνει στα σκουπίδια επειδή μία κυβέρνηση περιμένει να την αξιολογήσουν οι δανειστές, όλοι αυτοί που ελέγχουν πόσο θα ζει ο καθένας μας και κάτω από ποιες συνθήκες θα ξεχνάει την ανθρώπινη υπόστασή του. Εδώ τα σαξες στόρις είναι πολλά, ζητιανεύουν, λιποθυμούν για να προσελκύσουμε επενδύσεις, κοιτούν σε σημειώματα την επόμενη διεύθυνση που θα ζητήσουν να τους εκμεταλλευτούν, σιγοψιθυρίζουν ακατανόητες ικεσίες, ζητούν ερό, ερό, νερό γαμώτο. Είναι οι φωνές που συνεχίζουν να αντηχούν.