Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Οι αριστούχοι

Υστεροφημία άλλη καμιά δε ζητώ παρά μονάχα πως σε αγάπησα. Robert Desnos.
 

«Άριστο», είπε ο Όμηρος, «είναι ο άνθρωπος ποτέ να μη γεννιέται. Το δεύτερο στον άνθρωπο καλό είναι, όταν γεν­νηθεί, αμέσως να πεθαίνει». Όλο το ελληνικό πνεύμα βρίσκεται στην παραπάνω διατύπωση. Αργότερα μας το πάσαραν στη συσκευασία του "live fast, die young" και μας εντυπωσίασαν, στην Κρήτη το λέμε να ζήσεις μόνο μιαν αυγή. Οι καλοί πεθαίνουν νέοι, κι αυτό ακούστηκε, αλλά δεν έπεισε. Αν η πιο παρηγορητική φράση που σκαρφιστήκαμε οι θνητοί για τον αδόκητο χαμό είναι αυτή, δεν αδικώ όλους όσοι προτιμούν να πιστεύουν σε κάποιο Θεό. Το μεγάλο ψέμα τρώει το μικρό.

Όποιος είναι πάνω από τριάντα, καλύτερα να μας αδειάζει τη γωνιά, γράφει ο Γκαίτε. Μετά τα σαράντα χρόνια του ανθρώπου αυτοί που μπορούν να ζήσουν είναι οι ηλίθιοι και οι απατεώνες, δίνει μία δεκαετία δώρο ο Ντοστογιέφσκι. Αφορισμοί λογοτεχνών θα πείτε, τίποτα άλλο παρά μία ελιτίστικη συνήθεια ενός ανθρώπου που διαβάζει και κάνει επίδειξη γνώσεων για να νιώσει ευφυέστερος. Έχουν καμιά εκπαιδευτική αξία όλα αυτά; Μας κάνουν σοφότερους; Τι 30, τι 40, τι 50. Με τα 25 και τα 26, τι κάνουμε; Πώς κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας όταν η ομορφιά δυο γυναικών που αγαπήσαμε, απότομα εξαφανίζεται;

 
Η αιωνόβια του Κισλόφσκι θέλει να ζήσει περισσότερο. Δεν της αρκεί ένας αιώνας. Η γιαγιά στον Ταΰγετο να μη ζήσει περισσότερο. Τι να τον κάνει τον αιώνα; Παλιά με βασάνιζε η άτυπη κόντρα. Ποια από τις δύο κατέχει την αλήθεια; Τι θα επέλεγα; Με πόσα χρόνια θα 'μαι ευχαριστημένος; Όταν η ζωή σου έχει συμπεριφερθεί ευγενικά, χάνεις χρόνο αναλογιζόμενος διάφορα ερωτήματα με τα οποία δεν θα βρεθείς αντιμέτωπος. Ένας από τους λόγους για τους οποίους μου λείπει η παιδική μου ηλικία είναι επειδή δεν πέθαινε κανείς. Τα νέα δεν έφταναν μέχρι την αυλή του σχολείου. Δεν διαβάζαμε μεθοδικά ενώ παίζαμε ακούραστα. Είχαμε πιάσει το νόημα.

 
Είναι πιο φτωχή η χώρα κι ας μην ανακοινώθηκε επίσημα. Μα θάνατος δεν είναι το νεκρό σώμα της Ε. που δεν είδα ή τα νέα της Λ. που δεν ήρθαν ποτέ. Είναι η προπαγάνδα του καθεστώτος, οι φτωχοί που έχουν αφεθεί στους κάδους τους, τα αγάπη ρε μουνιά και τα πουτάνα όλα, το κρυφό μίσος για καθετί που δεν αιχμαλωτίζεται, τα ανταλλάγματα που απαιτεί κάθε ειλικρινές ενδιαφέρον (βαρβαρότητα της αμοιβαιότητας το έλεγε η Λ.), τα ρούχα της δουλειάς, η σκλαβιά της επικαιρότητας, η αυθεντία της αναγνωρισιμότητας, η φιλανθρωπία, τα «σ'αγαπώ γιατί είσαι σαν εμένα», τα «λυπάμαι πολύ Μιχάλη», τα «πρόσεχε, θα πληγωθείς», τα «περνάμε τέλεια», τα «κάτι μου λείπει», τα «δουλίτσα να υπάρχει», τα επίμονα «με τι ασχολείσαι;», τα «ή θα είσαι μαζί μου ή εναντίον μου», τα αντίο και οι συγγνώμες που δεν ειπώθηκαν, οι θλίψεις που μονιμοποιήθηκαν, η αντικειμενική ενημέρωση, η πνευματική εξαθλίωση, οι απόψεις και τα δίκια, η ουτοπία που τεμπελιάζει αυτάρεσκα, τα νέα κόμματα, οι σημαίες, η αλαζονεία της κουλτούρας που τραγουδάει για να ξεχωρίσει αδερφέ μου απ'τον κόσμο, οι κόρνες πριν τους γάμους, τα γραπτά που δεν βλέπει η νύχτα, τα ταξί έξω από τα μέγαρα μουσικής και οι βραδιές ποίησης που φέτος δεν είχατε λεφτά να διοργανώσετε. 

Υπάρχει ζωή πριν το θάνατο; Εγώ λέω ναι. Μη λέτε, όμως, μέλλον, μη λέτε δικαιοσύνη. Δεν σας έμαθε η μαμά να μη βάζετε στο στόμα κακές λέξεις; Ο πρόωρος θάνατος σε αναγκάζει να καταπιείς τα ψέματά σου και να ζήσεις με τα λάθη σου. Με όσα είχες αναβάλει για αύριο-ποιο αύριο; Ξεσκίζει τα λόγια, γελοιοποιεί τα κλάματα, διασπά τις φιλοσοφικές άμυνες. Πολύ απλά, σε κάνει ηλίθιο. Ποια αξιοπρέπεια σου έχει μείνει; Να τον αγνοείς, να μην τον λογαριάζεις, να μιλάς για όσους έφυγαν σαν να είναι εδώ. Θέλουν μια κάποια έπαρση τα δάκρυα. Έζησες έστω μιαν αυγή; Βγάλε το σκασμό. Να 'σαι έτοιμος να φύγεις, κατά προτίμηση με μία χειραποσκευή μέχρι οκτώ κιλά, μη χρεωθείς εξτρά.

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Μία πρώην

Όταν ο Ernest Delahaye ρώτησε τον 25χρονο Αρθούρο Ρεμπώ αν ασχολείται ακόμα με τη λογοτεχνία, εκείνος απάντησε: «Δεν την σκέφτομαι πια». Τόσο απλά.

Καρλότα

Αφού διάβασα 15 σελίδες, τοποθέτησα προσεκτικά το Κουτσό πάνω στο στήθος μου. Παρατηρώντας το να ανεβοκατεβαίνει και καθώς κινδύνευε ανά πάσα στιγμή να φάει τα μούτρα του, κατάλαβα πως ένα βιβλίο, αυτό που δεν γράφω, χτυπούσε στη θέση της καρδιάς. Αυτή τη φορά με είχε προλάβει η Καρλότα.


Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Όταν έκλαψε ο Σουμάχερ

Είναι επικίνδυνο να ζεις έστω μία μέρα. Βιρτζίνια Γουλφ.

Όταν πια σταμάτησα να βλέπω  F1 και να υποστηρίζω τη Φεράρι, άρχισε να σαρώνει τα πρωταθλήματα στο τιμόνι της. Στον εγωκεντρικό μου κόσμο ήταν η έλλειψη ενδιαφέροντός μου που τον απελευθέρωσε. Χωρίς καμία πίεση ξεκίνησε να σπάει το ένα ρεκόρ πίσω από το άλλο και μερικοί άρχισαν να τον συγκρίνουν με τον Σέννα. Την Πρωτομαγιά του ’94 είχε δει το ατύχημα του Βραζιλιάνου πιο κοντά από κάθε άλλο. Η δική του Μπένετον γέμιζε τους καθρέφτες της Γουίλιαμς, την πίεζε και την εξαγρίωνε. Η μάχη για το πρωτάθλημα ανάμεσα στον παλιό και στον νέο, πάνω που πήγαινε να φουντώσει, θα κοβόταν απότομα. Στον εγωκεντρικό κόσμο του Μίχαελ Σουμάχερ ήταν λες και το δικό του μονοθέσιο έβγαλε από την πίστα τον Άιρτον. Στο τέλος της χρονιάς θα του αφιέρωνε το πρωτάθλημα.

Έτσι από τις πρώτες κιόλας μέρες αδιαφόρησα. Η έλλειψη αγωνίας μου θα τον ανέσταινε. Πεθαίνει ρε μαλάκα ο Σουμάχερ; Είναι απλά κάποιες ειδήσεις που δε θες να παραδεχτείς ότι σοκάρουν την άτρωτη εικόνα που έχεις για τους ήρωες των παιδικών σου χρόνων. Όχι ότι τον συμπαθούσα και πολύ. Τον έβρισκα βαρετά τέλειο, βαρετά Γερμανό, βαρετά πειθαρχημένο. Οι ζαβολιές του φαίνονταν κι αυτές υπολογισμένες. Δεν είχαν την παιδικότητα και τον κωλοπαιδισμό του Σέννα, γι’αυτό και τις περισσότερες φορές ήταν αποτυχημένες όπως το ’97 που, βλέποντας να χάνει το πρωτάθλημα από τον Βιλνέβ, προσπάθησε να τον βγάλει από την πίστα. Ο Άιρτον, μερικά χρόνια πριν, με αντίπαλο τον Προστ στην Ιαπωνία, το είχε κάνει καλύτερα.
Όλα αυτά μέχρι τη μέρα που έπιασε στις νίκες τον μεγάλο Βραζιλιάνο. Τον πήραν τα κλάματα. Με λυγμούς και αναφιλητά. Κλαίει ρε μαλάκα ο Σουμάχερ; Κι όμως, έκλαιγε και τον καμάρωνα για πρώτη φορά. Και νομίζω πως στον εγωκεντρικό του κόσμο, δεν έκλαιγε ακριβώς για τον μεγάλο του αντίπαλο. Έκλαιγε πάλι για τον εαυτό του. Επειδή του έλειπε ο ανταγωνισμός, οι κόντρες που δεν έγιναν μεταξύ τους, εκείνος που κοιτάζοντάς τον, θαυμάζοντάς τον, ζηλεύοντάς τον, γιατί όχι, ήθελε να γίνει καλύτερος. Τουλάχιστον όμως έκλαιγε. Μπορούσες να τον αγαπήσεις.
 
Ένα χρόνο μετά την απόσυρση του Προστ, ο Σέννα σκοτώνεται. Ένα χρόνο μετά την οριστική απόσυρσή του από την F1, ο Μίχαελ Σουμάχερ κινδυνεύει να πεθάνει στα 45 του. Θαρρείς πως η έλλειψη της μεγαλύτερης δυνατής ποσότητας αδρεναλίνης να έλκει την τραγωδία. Αρκετά όμως με τη μεταφυσική. Όλα στη ζωή είναι τυχαία, τίποτα δεν γίνεται για κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Για παράδειγμα, όταν τον Μάρτη του '91 ο Σέννα μένει στο Ιντερλάγκος με την έκτη ταχύτητα κολλημένη στο κιβώτιο, δεν τον βοηθάει κάποια ανώτερη δύναμη να τερματίσει. Βρίσκει μέσα του ό,τι δεν έχει. Κι αφού προλαβαίνει να κόψει πρώτος το νήμα, σχεδόν καταρρέει. Δεν θα κλάψει όπως ο Σουμάχερ. Θα πονέσει όμως. Θα σπάσει. Θα καταλάβουν όλοι ότι είναι ανθρώπινος, φτιαγμένος από σάρκα και οστά. Εκείνη είναι η στιγμή που γίνεται Θεός για τους συμπατριώτες του.
 
Παραδόξως, μία από τις καλύτερες πένες στη χώρα, σχολιάζοντας τις αντιδράσεις για το κώμα του Γερμανού πιλότου, υπονόησε ότι κακώς λυπόμαστε όσους επαγγελματικά κοντράρουν το θάνατο και έχουν το θράσος να κάνουν μάλιστα και παιδιά. Σα δεν ντρέπονται, να πηγαίνουν σε χιονοδρομικά κέντρα και να κατεβαίνουν αψήφιστα τις βουνοπλαγιές. Θαρρείς πως οι γιατροί που ψάχνουν θεραπείες για τον καρκίνο ή που χειρουργούν, οι επιστήμονες που μελετούν, οι συγγραφείς που δημιουργούν θα όφειλαν μεμιάς να σταματήσουν και να υποκλιθούν στην αναπότρεπτη μοίρα του ανθρώπου. Να πεθάνουμε όλοι πιο ήσυχα, λιγότερο δραστήρια, δίχως να πίνουμε, να καπνίζουμε και να βάζουμε σε κίνδυνο την υγεία μας. Η ζωή όμως διψάει για βλάσφημους. Εξάλλου ο Σέννα και ο Σούμι, τις 999 φορές από τις 1000, ήξεραν τι κάνουν. Μακάρι οι δικές μας πορείες-οι πράξεις, τα λόγια, οι επαναστάσεις -να έπαιρναν κάτι από την ορμή και την ακρίβειά τους.

                                                                                        (Κείμενο για την Parallaxi)

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Πλήξη μέχρι θανάτου

«Μπορεί να θεωρηθώ χοντροκέφαλος αλλά δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται κάποιος να αφιερώνει τριάντα σελίδες για να περιγράψει πώς στριφογυρίζει στο κρεβάτι του προτού τον πάρει ο ύπνος». Με αυτό το σκεπτικό ένας αναγνώστης του εκδοτικού οίκου Ollendorf απέρριψε το Αναζητώντας του Προυστ. Το 1851 ο Μόμπι Ντικ απορρίπτεται στην Αγγλία με το παρακάτω σχόλιο:« Δεν πιστεύουμε ότι μπορεί να λειτουργήσει στην αγορά της παιδικής λογοτεχνίας. Είναι μακροσκελές, το ύφος του ξεπερασμένο και θεωρούμε ότι δεν αξίζει τη φήμη που φαίνεται να απολαμβάνει». Το 1856 απορρίπτουν την Μαντάμ Μποβαρί του Φλωμπέρ με την παρακάτω επιστολή: «Κύριε, θάψατε το μυθιστόρημά σας κάτω από ένα βουνό λεπτομερειών που είναι μεν καλογραμμένες αλλά εντελώς περιττές». Και το 1862 απορρίπτεται το πρώτο χειρόγραφο με ποιήματα της Έμιλι Ντίκινσον με τον εξής τρόπο: «Αμφίβολο. Οι ομοιοκαταληξίες είναι όλες λανθασμένες».

Στον αιώνα μας τώρα, να μερικά παραδείγματα. Κολέτ, Η Κλοντίν στο σχολείο, 1900:«Δεν θα μπορούσε να πουλήσει ούτε δέκα αντίτυπα». Χένρι Τζέιμς, Η Ιερή Πηγή, 1901:«Είναι αναμφίβολα εκνευριστικό. Δυσανάγνωστο. Η αίσθηση της προσπάθειας γίνεται αφόρητα αντιληπτή. Δεν υπάρχει πλοκή». Τζέιμς Τζόις, Το Πορτραίτο του Καλλιτέχνη, 1916:«Στο τέλος όλο το βιβλίο γίνεται συντρίμμια. Τόσο η γραφή όσο και οι ιδέες εκρήγνυνται σε μουσκεμένα θραύσματα, σαν βρεμένη στάχτη». Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Δώθε από τον Παράδεισο, 1920: «Η ιστορία δεν καταλήγει πουθενά. Ούτε ο χαρακτήρας ούτε η καριέρα του ήρωα φαίνονται να φτάνουν σε ένα σημείο που να δικαιολογεί το τέλος. Με λίγα λόγια πιστεύω ότι η ιστορία δεν ολοκληρώνεται». Φωκνερ, Sanctuary: «Θεέ μου, Θεέ μου, δεν γίνεται να το εκδώσουμε. Θα βρεθούμε όλοι στη φυλακή».

Τζορτζ Όργουελ, η Φάρμα των Ζώων, 1945: «Δεν γίνεται να πουληθούν ιστορίες με ζώα στις Η.Π.Α».  Μπέκετ, Molloy, 1951:«Δεν έχει νόημα να το δημοσιεύσουμε. Το κακό γούστο του αμερικανικού κοινού δεν συμπίπτει με το κακό γούστο της γαλλικής αβάνγκαρντ». Για το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ, 1952: «Αυτή η κοπέλα δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερη αντίληψη ή συναίσθηση του πώς μπορεί αυτό το βιβλίο να αναχθεί πέρα από το επίπεδο ενός απλού αξιοπερίεργου». Ναμπόκοφ, Λολίτα, 1955:« Θα πρέπει να είναι υλικό ενός ψυχαναλυτή, πράγμα που μάλλον ισχύει, και στη συνέχεια να μεταπλάστηκε σε μυθιστόρημα που περιέχει ορισμένα καλογραμμένα αποσπάσματα αλλά είναι εξαιρετικά αηδιαστικό ακόμα και για τους πιο φωτισμένους φροϋδικούς. Προτείνω να θαφτεί επί χίλια χρόνια». Τζόζεφ Χέλμερ, Comma 22, 1961: «Δεν μπορώ να καταλάβω τι ήθελε να κάνει αυτός ο άνθρωπος. Πρόκειται για μια ομάδα Αμερικανών στρατιωτών στην Ιταλία που πέφτουν στο κρεβάτι ο ένας με τη γυναίκα του άλλου και με Ιταλίδες πόρνες, αλλά χωρίς το πράγμα να παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον. Ασφαλώς ο συγγραφέας ήθελε να γίνει διασκεδαστικός, ίσως να κάνει σάτιρα, αλλά δεν τα καταφέρνει σε κανένα πνευματικό επίπεδο. Έχει δύο ευρήματα, χείριστα και τα δύο, και τα χρησιμοποιεί αδιάκοπα. Ατέρμονη πλήξη». Χ. Τζ. Γουέλς, Η Μηχανή του χρόνου, 1895: «Ελάχιστα ενδιαφέρον για το μέσο αναγνώστη κι όχι ιδιαίτερα βαθύ για τον καταρτισμένο αναγνώστη». Περλ Μπακ, Η καλή γη, 1931: «Λυπάμαι αλλά το αμερικανικό κοινό δεν ενδιαφέρεται καθόλου για οτιδήποτε συμβαίνει στην Κίνα». Λε Καρέ, Ο Κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο, 1963: «Ας τον αποχαιρετήσουμε. Ο Λε Καρέ δεν έχει μέλλον».

Για να περάσουμε από τις εκδοτικές αποφάσεις στη μαχόμενη κριτική, να τι έγραψε ο Eugene Poitou στην Revue des Deux Mondes του 1865 για τον Ονορέ Ντε Μπαλζάκ: «Στα μυθιστορήματά του δεν υπάρχει τίποτα που να προδίδει ιδιαίτερη φαντασία, ούτε η πλοκή ούτε οι χαρακτήρες των ηρώων. Ο Μπαλζάκ δεν θα καταλάβει ποτέ σημαντική θέση στη γαλλική λογοτεχνία». Όσο για την Έμιλι Μπροντέ: «Στα Ανεμοδαρμένα Ύψη , τα μειονεκτήματα της Τζέιν Έιρ (πόνημα της αδερφής της, της Σαρλότ) πολλαπλασιάζονται επί χίλια. Αν το καλοσκεφτούμε η μόνη παρηγοριά που μας απομένει είναι η σκέψη ότι το μυθιστόρημα δεν θα γίνει ποτέ δημοφιλές» (James Lorimer, North British Review, 1849). Έμιλι Ντίκινσον: «Η ασυναρτησία και η έλλειψη μορφής των ποιητικών ορνιθοσκαλισμάτων της- δεν μπορώ να τα χαρακτηρίσω αλλιώς- είναι τρομακτικές» (Thomas Bailey Aldrich, The Atlantic Monthly). Τόμας Μαν: «Οι Μπούντενμπρουκ δεν είναι άλλο παρά δύο ογκωδέστατα βιβλία, όπου ο συγγραφέας αφηγείται ασήμαντες ιστορίες ασήμαντου είδους με ασήμαντο στυλ» (Eduard Engel, 1901). Χέρμαν Μέλβιλ: «Το Μόμπι Ντικ είναι ένα θλιβερό, ζοφερό, επίπεδο, εντελώς γελοίο βιβλίο. Κι αυτός ο τρελός πλοίαρχος είναι πλήξη μέχρι θανάτου» (The Southern Quarterly Review, 1851). Γουόλτ Γουίτμαν: «Ο Γουόλτ Γουίτμαν έχει με την τέχνη την ίδια σχέση που έχει ένα γουρούνι με τα μαθηματικά» (The London Critic, 1855).

Ουμπέρτο Έκο, Αναμνήσεις επί χάρτου, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, μετάφραση Έφης Καλλιφατίδη.