Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Θεωρίες συναίνεσης

22 Νοεμβρίου του 1963. Δύο νέοι συντάκτες αφαιρούν το τηλεγράφημα της ζωής τους σα λύκοι που κατασπαράσσουν τη λεία τους. Με την αιμοδιψή τους βιασύνη ευγνωμονούν την ιστορία για αυτό το σπάνιο μεζέ. Ο πιο αξιόπιστος άνθρωπος της Αμερικής, ο Γουόλτερ Κρονκάιτ, μεταδίδει δευτερόλεπτα αργότερα την είδηση που συντάραξε τον 20ο αιώνα. The flash apparently official. Ο πρόεδρος Κένεντι είναι νεκρός. Ο εγκέφαλος που είχε δώσει ελπίδα σε όλο τον κόσμο βρίσκεται σμπαραλιασμένος μέσα στα χέρια της Τζάκι. Η επιτροπή Γουόρεν, την επόμενη χρονιά, εγκρίνει το επίσημο ψέμα που είχε διαδοθεί σε κάθε γωνιά του πλανήτη από την πρώτη κιόλας στιγμή. Ο κομμουνιστής Λι Χάρβει Όσβαλντ ήταν ο μοναδικός δολοφόνος του προέδρου και, πιστέψτε μας, δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τη C.I.A.

Οτιδήποτε ακολούθησε αυτή την καθόλα λογική εκδοχή, από την έρευνα του εισαγγελέα Τζιμ Γκάρισον της Νέας Ορλεάνης μέχρι εκείνη του Κογκρέσου στα τέλη της δεκαετίας του '70 αποκαλείται σήμερα υποτιμητικά θεωρία συνωμοσίας και σκοπίμως τσουβαλιάζεται με τις πιο εξωφρενικές και το βρόμικο ρόλο των Νεφελίμ. Οι λάτρεις της καλοντυμένης, φρεσκογυαλισμένης και κοντοκουρεμένης ενημέρωσης, τύποι σαν τον Μπιλ Ο Ράιλι ένα πράμα, θέλουν να αντιλαμβάνονται ακόμα και σήμερα τον κόσμο μανιχαϊστικά και απλοϊκά, δαιμονοποιώντας τις περιττές αμφιβολίες. Δεν νομίζουν έτσι μόνο, είναι και έτσι όπως νομίζουν- κάποια στιγμή ίσως καταφέρουν να θεωρούμε τον Κένεντι κατά φαντασίαν νεκρό. Το φιλμ του Ζαπρούντερ, τα πλαστά στοιχεία ενοχής και η εκτέλεση του αποδιοπομπαίου τράγου Όσβαλντ σε ζωντανή μετάδοση δύο ημέρες μετά, οι μαρτυρίες για τον πράσινο λοφίσκο, η αλλαγή του δρομολογίου, τα ελλιπή μέτρα ασφαλείας σε μια εχθρική πόλη όπως το Ντάλας και δεκάδες άλλα στοιχεία που αναδεικνύουν σκοτεινές πτυχές της υπόθεσης, προσπερνιούνται στο νέο αιώνα με μεγαλύτερη ευκολία, σχεδόν επιδεικτικά. Η πιο σημαντική πολιτική δολοφονία του περασμένου, αργά αλλά σταθερά, υποβαθμίστηκε σε ένθετο περιοδικών που ασχολούνται αποκλειστικά με θεωρίες συνωμοσίας, επικεντρώθηκε στο ασήμαντο φλερτ του Κένεντι με τη Μέρυλιν, σε μια θλιβερή και γι’αυτό αμήχανη επέτειο. 48 χρόνια μετά, ο πρώτος καθολικός πρόεδρος των Η.Π.Α παραδίδεται επιδεικτικά στο Lifestyle, απογυμνώνεται από όλα όσα σηματοδότησε η προεδρία του και παρουσιάζεται επιδερμικά σαν τον γοητευτικό αλλά επιφανειακό ρήτορα που κατατρόπωσε τον Νίξον στο πρώτο τηλεοπτικό debate.

Ποιος ήταν τελικώς ο 35ος πρόεδρος των Η.Π.Α; Ο αλαζόνας που εκφωνούσε τους εμπνευσμένους λόγους του Σόρενσεν, ο κακομαθημένος γαμιάς που εξαιτίας του πάμπλουτου πατέρα του δεν υπολόγιζε κανέναν, ένας «φτιαγμένος» πρόεδρος που ζούσε για τις ερωμένες του ή ο αδύναμος άνθρωπος που υπέφερε από τη νόσο του Άντισον, αυτός που απειλούσε να κάνει χίλια κομμάτια τη C.I.A, που αναστάτωνε τη Μαφία και τον αρχηγό του F.B.I Έντγκαρ Χούβερ, εκείνος που αρνήθηκε να εισβάλει στην Κούβα κατά τη διάρκεια της πυραυλικής κρίσης του ’62 και που ακύρωνε, όπως όλα δείχνουν, τα σχέδια του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος για το Βιετνάμ; Δε φιλοδοξώ να απαντήσω. Τα νέα στοιχεία, ωστόσο, που έρχονται στο φως της δημοσιότητας μάλλον ενισχύουν την ουσία του αναμφίβολα προπαγανδιστικού «J.F.K» του Όλιβερ Στόουν. Παρά τις αστοχίες του και την κάτω βόλτα του σκηνοθέτη, η ταινία παραμένει επίκαιρη και τρομακτική γιατί μας δίνει κάθε φορά που τη βλέπουμε μία ισχυρή σπρωξιά στο έδαφος του Ντίλι Πλάζα, επιτρέποντάς μας να υποθέσουμε πως πιο κοντά στην αλλαγή είναι πάντοτε οι εχθροί σου, ειδικά όταν αρχίζεις να μετράς πολλούς από αυτούς.

Έχοντας απομυθοποιήσει τον Κένεντι προ πολλού, παρατηρώ σήμερα πιο ουδέτερα το είδωλο μιας γενιάς που βίασε εντέλει τα παιδιά της, την ελάχιστη υπεράσπιση που απολαμβάνει από Έλληνες γραφιάδες στα αφιερώματα, την αδιαφορία μας στη θέα της εκτέλεσής του. Όσο επώδυνο μου ήταν να τον απομυθοποιήσω, άλλο τόσο μου είναι να αποδεχτώ ότι αυτός ο πρόεδρος δεν ήταν κανενός. Όσο αληθές κι αν είναι ότι λατρεύτηκε από τα Μίντια, άλλο τόσο είναι ότι «δολοφονήθηκε» ξανά από αυτά. Εκείνοι που παρακολουθούν την πολιτική από κοντά και συμμετέχουν στους αέναους κύκλους της, κοιτούν ζηλόφθονα τον ανυποψίαστο Τζακ να στρίβει στην όδο Ελμ και αποδέχονται συγκαταβατικά τη λήθη ως τη μόνη λύση που μπορεί να απειλήσει τον μύθο του. Η θέση τους είναι ότι όλα όσα συνέβησαν και συνεχίζουν να συμβαίνουν, είναι καλώς καμωμένα, λες και είναι βγαλμένα από τη θεωρία του «ευφυούς σχεδιασμού». Τη δεκαετία του ’60 για παράδειγμα πέθαναν αυτοί που έπρεπε να πεθάνουν: Τα αδέρφια Κένεντι, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, μερικές χιλιάδες αμερικανοί στρατιώτες και εκατομμύρια Βιετναμέζων. Η Αμερική απέκτησε τους νεκρούς που της άξιζαν και, προς Θεού, όχι εκείνους που τη βόλευαν στην κρίσιμη εκείνη ιστορική καμπή. Οι διάδοχοι της εξουσίας, απολύτως θεμιτά, μπορεί να θέλουν να πείσουν ότι τα πάντα λαμβάνουν χώρα σε γυάλινο πύργο, ότι δεν υπάρχουν συμφέροντα αλλά μόνο μοναχικοί δολοφόνοι, ότι αν πιστεύουμε καλοπροαίρετα αυτούς που θέλουν να τους πιστεύουμε θα είναι όλα καλά-δε θα μπλέξουμε τα χέρια μας στα σκατά των φαντασιόπληκτων ερευνητών- και ότι, τέλος πάντων, καθαρός ουρανός αστραπές δε φοβάται: η προεδρική λιμουζίνα θα μείνει ανοιχτή παρόλο που είναι Νοέμβρης. Η βροχή που έπεφτε στο Ντάλας νωρίτερα έχει σταματήσει. Τι γίνεται όμως με τις σφαίρες;

Ας δούμε τον καπνό εκεί που υπάρχει. Η μοίρα της ανθρωπότητας δεν θα εξαρτηθεί εξάλλου μόνο από τη δεινότητα των εκτελεστών της αλλά και από το πάθος και την αξιοπιστία των αυτοπτών μαρτύρων της δολοφονίας της. Από τους ηγέτες μας, δεν έλειψαν ποτέ οι εχθροί. Περισσότερο τους λείπουν ακόμα οι θετικοί σύμμαχοι. Ο Όσβαλντ, η C.I.A, η Μαφία, ο Κάστρο, ο Λίντον Τζόνσον, ο Νίξον, μικρή σημασία έχει σήμερα για όλους μας ποιός κρυβόταν πίσω από την κουρτίνα: η πρόκληση είναι να μην επιτρέψουμε στο παρελθόν να προδικάσει το μέλλον μας. Η πολυαναμενόμενη πρόοδος, που πάντα υπόσχονταν προτρέχοντας τα γραπτά, θα έρθει μονάχα όταν η επίσημη εκδοχή αναγνωρίζεται επιτέλους τιμητικά από τους ίδιους της τους εισηγητές ως η κυρίαρχη θεωρία συνωμοσίας. Η αλήθεια θα είναι υπόθεση των φίλων και των παρατηρητών της. Η είσοδος θα απαγορεύεται αυστηρά στους οπλισμένους κυνηγούς της, τους επαγγελματίες συνωμοσιολόγους και τα mainstream Μίντια. Δικαιολογημένα.

Υ.Γ. Η πιο ενδιαφέρουσα από τις θεωρίες συνωμοσίας λόγω της επικαιρότητας είναι φυσικά αυτή που εμπλέκει τους τραπεζίτες και την Κεντρική Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών. Η επιμονή ωστόσο για κάτι πιο συγκεκριμένο χαρακτηρίζεται, όσο περνούν τα χρόνια, γραφική από όσους θεωρούν τη δημοκρατία περιττή. Ίσως και να είναι. Το φάντασμα του Όσβαλντ, όσο η ιστορία δεν αποκαλύπτει τα μυστικά της, αποδεικνύεται εξάλλου διαρκώς χρησιμότερο. Αρκεί που υπάρχει γενικώς και αορίστως. O καθένας μπορεί να το αισθανθεί, αν διαθέτει λίγη παρατηρητικότητα, στην καθημερινότητά του καθώς οι εφευρέτες του επιμένουν να το φορτώνουν στις πλάτες των μαζών, εκεί δηλαδή όπου θεωρούν ότι ανήκει. Παίζοντας τα ρέστα τους στο φόβο, θριαμβεύουν απέναντι σε ανθρώπους που συνήθισαν, πια, να παίζουν άμυνα με τα μάτια, λαούς που αδυνατούν να φτιάξουν ένα λόμπι της προκοπής. Αποκτήσαμε επιτέλους τους τεχνοκράτες που μας αξίζουν.

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Tweets

Σκέψου όσους έδωσαν την ίδια τη ζωή τους, όσους βασανίστηκαν, όσους φυλακίστηκαν, όσους μίλησαν και όσους εξορίστηκαν σε ξερονήσια και θα ‘χεις τιμήσει το Πολυτεχνείο.

Δες την κηδεία του Παναγούλη, σκέψου ότι μια Δημοκρατία σαν κι αυτή εδώ τη λειψή τον δολοφόνησε και θα έχεις τιμήσει το Πολυτεχνείο. Η ελευθερία είναι καθήκον έλεγε ο μεγάλος αγωνιστής. Σκέψου τη φράση του. Γράψ’τη κάπου να τη θυμάσαι.

Διάβασε το «Ένας Άντρας» της Φαλάτσι, αγάπα τις αυταπάτες του Αλέκου και θα έχεις τιμήσει το Πολυτεχνείο. Η απάντηση στην ελευθερία πάντα είναι περισσότερη ελευθερία. Η απάντηση στη Δημοκρατία είναι πάντα περισσότερη Δημοκρατία.

Θυμήσου όσους βρέθηκαν στο Πολυτεχνείο και δεν το τίμησαν αργότερα και θα έχεις τιμήσει το Πολυτεχνείο.

Σεβάσου τη διαφορετική άποψη και στάση ζωής όταν είναι έντιμη και ειλικρινής και θα έχεις τιμήσει το Πολυτεχνείο. Δε χρειάζεται να το παίζεις αριστερός για να φτουράς. Μην ντρέπεσαι να γράφεις με αερόθερμο για κανένα δεκάλεπτο.

Συζήτησε με τον ιδεολογικό σου εχθρό και θα έχεις τιμήσει το Πολυτεχνείο. Μην καταδικάζεις την ελευθερία του λόγου «από όπου κι αν προέρχεται» και μην εφευρίσκεις εχθρούς εκεί που δεν υπάρχουν.

Αποδέξου όσους τόσα χρόνια δεν έκλεβαν και πλήρωναν τους φόρους τους, επιδεικνύοντας τη μεγαλύτερη αλληλεγγύη και θα έχεις τιμήσει το Πολυτεχνείο.

Στήριξε όσους ανθρώπους κάνουν κάτι περισσότερο από τη δουλειά τους και θα έχεις τιμήσει το Πολυτεχνείο.

Μπροστά στο θάνατο θεμελίωσε τη ζωή και θα ‘χεις τιμήσει το Πολυτεχνείο.

Θύμωσε με τα πραξικοπήματα των τεχνοκρατών σε Ελλάδα και Ιταλία και θα έχεις τιμήσει το Πολυτεχνείο.

Βρες ποια είναι η Goldman Sachs και θα έχεις τιμήσει το Πολυτεχνείο.

Άκου το νέο σου Μπουμπούκο, μάθε τι πιστεύει και θα έχεις τιμήσει το Πολυτεχνείο.

Βγες στο δρόμο, απαίτησε εκλογές και θα ‘χεις τιμήσει το Πολυτεχνείο. Δεν απέτυχαν οι πολιτικοί για να μας κυβερνούν οι τραπεζίτες.

Γέμισε τις πλατείες, κράτα ενός λεπτού σιγή για τη Δημοκρατία και θα έχεις τιμήσει το Πολυτεχνείο.

Ζήτα να αποφασίσεις εσύ για τη δραχμή ή το ευρώ και θα έχεις τιμήσει το Πολυτεχνείο. Αν φοβάσαι να είσαι πολίτης, μην απορείς που σε θεωρούν υπήκοο. Αρνήσου το επίδομα ψήφου τους.

Επανάλαβε πως καμία δημοκρατική διαδικασία δεν μπορεί να αποτελεί λάθος, απρέπεια, εκτροπή, εκβιασμό, τρικ, κίνδυνο, εφιάλτη και να προκαλεί προβληματισμό, οργή, νευρικότητα και ανασφάλεια και θα έχεις τιμήσει το Πολυτεχνείο.

Διάβασε βιβλία του Εδουάρδο Γκαλεάνο και του Χάουαρντ Ζιν και θα ‘χεις τιμήσει το Πολυτεχνείο.

Θύμωσε με όσους κατάντησαν τον πολιτισμό νανούρισμα και το βιβλίο φετίχ και θα έχεις τιμήσει το Πολυτεχνείο.

Μίλα με τον άνεργο και το μετανάστη που δεν διαθέτουν διεθνές κύρος και θα έχεις τιμήσει το Πολυτεχνείο.

Δέξου να είσαι όλα όσα αρνήθηκες να γίνεις και όχι όσα δεν είπες και δεν έκανες και θα έχεις τιμήσει το Πολυτεχνείο.

Μη θέλεις να έχεις όλους τους ανθρώπους με το μέρος σου. Δεν προλαβαίνεις για τόσο δίκιο. Αν θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο πάση θυσία, αυτοκτόνησε. Κι ο κόσμος θα έχει αλλάξει. Δεν τιμάς όμως έτσι το Πολυτεχνείο.

Αναλογίσου τη δήλωση του ΣόροςΟι αγορές ψηφίζουν κάθε μέρα». Όταν θα αρχίσει να σε σοκάρει τούτη η αθώα φράση, θα έχεις τιμήσει το Πολυτεχνείο.

Φτύσε όλους τους γραφιάδες που μέχρι πρότινος στηρίζανε και τώρα το παίζουν συμπονετικοί και «φιλόζωοι» και θα έχεις τιμήσει το Πολυτεχνείο. Διάβασε πού να πάρει η ευχή πίσω από τις λέξεις τους και μη ξαναμοιραστείς με τους φίλους σου τα άθλια κείμενά τους. Παπαδοπουλάκια θα τους έλεγε όλους τους ο Παναγούλης σου. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, σβήσε το Facebook σου τώρα που ξύπνησαν ακόμη και ο Λαζό με το Μπογιό. Μάθε γιατί. Και θα έχεις τιμήσει το Πολυτεχνείο.

Απόρησε με τους πνευματικούς ανθρώπους σου που γράφουν μία πρόταση και νομίζουν ότι παρεμβαίνουν και θα έχεις τιμήσει το Πολυτεχνείο

Συγχώρεσε τους κάθε λογής Atenistas και όσους κάνουν καλές πράξεις προδίδοντας τη Μεγάλη Επανάσταση και θα έχεις τιμήσει το Πολυτεχνείο. Εγώ ξέρω μία κοπέλα που πήρε φαγητό σε ένα παιδί που πεινούσε και ακόμα της μιλάω.

Κλείσε το τηλέφωνο την επόμενη φορά που θα σου ζητήσουν τη γνώμη σου στη στημένη τους δημοσκόπηση και θα έχεις τιμήσει το Πολυτεχνείο.

Πήγαινε στην πορεία γιατί έτσι σου υπαγορεύει η συνείδησή σου και θα έχεις τιμήσει το Πολυτεχνείο.

Πήγαινε στην πορεία για να φας χημικά και να παίξεις με τους μπάτσους και θα έχεις τιμήσει την Αστυνομία.

Κάνε κάτι από όλα αυτά, είναι κι άλλα πολλά όσα μπορείς να κάνεις και τώρα τα ξεχνάω, αλλά σταμάτα προς Θεού να φοβάσαι γιατί θα ξεράσω. Τίμα επιτέλους το Πολυτεχνείο.

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Που ‘ναι ο καιρός

«Ο κόσμος θα δουλέψει πιο σκληρά και θα ζήσει μια πιο ηθική ζωή». Andrew W. Mellon, Υπουργός Οικονομικών των Η.Π.Α μετά το Κραχ του ‘29.

Από τον καιρό που ο Νίτσε αθώωσε τον κόσμο εξαιτίας της απουσίας σκοπού του, ο άνθρωπος αφοσιώθηκε ξεψυχισμένα πάνω από το προσκεφάλι του προκειμένου να του αποδώσει ένα με το ζόρι. Αδύναμος, ανασφαλής και μόνος καθώς παρέμενε μέσα στα πλήθη, δεν βρήκε καλύτερο τρόπο να δραπετεύσει από τις κραυγές της θνητότητάς του και εργάστηκε σκληρά πάνω στην εξίσωση της ζωής: Η λύση στην οποία κατέληξε ήταν η δύναμη, τουτέστιν το Χρήμα. Στο γήπεδο δεν χωρούσαν όλοι φυσικά. Το παιχνίδι έπρεπε να γίνεται σε κλειστό κύκλο. Εξαγοράζοντας όχι τόσο την ευτυχία όσο τη δυστυχία του, όπως έλεγε ένας ήρωας του Χίτσκοκ στο Ψυχώ, με μέσο την εργασία που οι αρχαίοι θεωρούσαν όνειδος, στο κυνήγι του χειροπιαστού θεού μπήκαν και οι απλοί άνθρωποι, τόσο απλοί που θέλησαν κι εκείνοι να καταδυναστεύουν το διπλανό τους. Απολύτως απενοχοποιημένοι από το γεγονός ότι ζούσαν πράγματι μαζί με άλλους, τόσο διαφορετικούς αλλά και τόσο όμοιους, περίεργους στην πλειοψηφία τους τύπους, που άλλοτε τους ονόμαζαν συνανθρώπους, άλλοτε συμπολίτες και άλλοτε, απλούστερα, μαλάκες, δεν ανέπτυξαν θλιβερές αυταπάτες όπως το Εμείς. Στην αρένα μπήκαν απλώς για να επιβιώσουν.

Και οι πιθανότητες ήταν με το μέρος τους. Η ανάπτυξη και η πρόοδος στο χέρι τους. Δουλειές υπήρχαν σχεδόν για όλους και επιπλέον άρχισαν να γίνονται πιο ανθρώπινες-μετά από θυσίες και αγώνες- σε βαθμό που αρκετοί άρχισαν να προβλέπουν με βεβαιότητα ότι στις αρχές περίπου τους 21ου αιώνα ο άνθρωπος θα εργάζεται κανένα τρίωρο όπως είχε ονειρευτεί ο Λαφάργκ και την υπόλοιπη μέρα θα την έβγαζε στο κρεβάτι ή διασκεδάζοντας σε κάποιο ξέφρενο πάρτυ των Καταστασιακών. Έμενε μόνο να το ήθελες. Ένας πια και ο τρόπος να γίνει κανείς ελεύθερος. Να βγάζει λεφτά. Όσοι βάλθηκαν να γίνουν μαγνήτες τους, στην πορεία λησμόνησαν πως υπήρχαν και ένα σωρό άλλοι τρόποι να καταφέρουν το ίδιο πράγμα: Να είσαι ερωτευμένος, να αγαπάς χωρίς αλλά, να ζεις στη φύση και με τη φύση, να δημιουργείς, να γνωρίζεις, να διαθέτεις χιούμορ για κάθε συμφορά, αδιαφορία για κάθε καταστροφή ή τέλος το ακριβώς αντίθετο. Να είσαι ελεύθερος επειδή δεν έχεις τίποτα. Από τρόπους ανελευθερίας βρομούσε ανέκαθεν ο τόπος: Η μιζέρια, ο φόβος, η καταγγελία ως στάση ζωής, η δυσκίνητη δυστυχία, το άγχος της επιτυχίας, η άμυνα απέναντι σε καθετί καινούριο, η βιασύνη να δεσμευτείς υπό την πίεση της κοινωνίας που σε παρατηρούσε με γουρλωμένα μάτια, η ομηρία της επικαιρότητας και τώρα τελευταία των Social media, η ύπουλη ελπίδα. Όταν τα πράγματα ζόριζαν και οι συνήθεις ύποπτοι δυνάστες δεν μοίραζαν λόγω κρίσεων ευτυχία στο λαό, η σκέψη ήταν απλή: Στο ψέμα τους θα χύναμε το αίμα μας. Ένας πόλεμος, παγκόσμιος κατά προτίμηση, έλυνε τα χέρια των δεικτών και η οικονομία άνθιζε ξανά πάνω από τα φέρετρα των νεκρών.

Το σοκ από την κρίση επομένως δεν ήταν μόνο οι φόροι, τα χαράτσια και η cool ανεργία, αλλά το χτύπημα στην ίδια την κουλτούρα της κατανάλωσης. Η απόλαυση για αρκετά χρόνια δεν παρουσιαζόταν απλώς ως μία από τις επιλογές, αλλά υπαγορευόταν ως καθήκον του πολίτη όπως παρατηρεί ο Μπροντιγιάρ, ένας μονόδρομος όπως αυτός που βιώνουμε σήμερα. Η σωτηρία της πατρίδας περνούσε από τις νέες παραλαβές και τα καινούρια προϊόντα, τη νέα μόδα που γινόταν όλο και νεότερη, τα τέλεια προϊόντα που γίνονταν ολοένα και τελειότερα. Όπως οι ευγενείς επιδείκνυαν τους τίτλους ευγενείας τους, οι αστοί επιδείκνυαν τους τίτλους ευτυχίας τους(Μπρυκνέρ). Για να είσαι αποδεκτός, όφειλες να είσαι μέσα σε όλα και να τρελαίνεσαι στην ιδέα ότι κάτι πολύ ασήμαντο χάνεις αφού ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να βρίσκεσαι σε έξι μαγαζιά με διαφορετικά happenings ταυτόχρονα. Μπορεί στον τομέα σου να ήσουν εξειδικευμένος και να μην είχες ιδέα για χιλιάδες άλλα πράγματα, δεν σου επιτρεπόταν ωστόσο να μη ξέρεις τι είναι trendy αυτή την εποχή, τι είναι hot, τι είναι wow, να μην έχεις πάει στη Μύκονο, στην Ίο ή στην Αγία Νάπα. Η κατανάλωση ήταν το μοναδικό σου μέλημα και οι πάντες έσπευδαν να στο υπενθυμίσουν όταν έδειχνες κακόκεφος ή απλώς μπουκωμένος από την υπερβολική διαφήμιση, την σχετική άνεση και τη θολή κουλτούρα.

Η κρίση λοιπόν επέβαλλε εκτός από τη λιτότητα και την κατάλυση της εθνικής κυριαρχίας, ένα πραξικόπημα πιο ισχυρό ακόμα και από το πρώτο μνημόνιο. Όσα έκαναν κάποιον πολίτη, ξαφνικά τοποθετήθηκαν πάνω από τις δυνατότητες του, προνόμια συγκυριακά που έπρεπε να ξεχάσει. Τα πιο ενδιαφέροντα από τα δικαιώματά του, χάνονταν σιγά-σιγά μέσα από τις τσέπες του. Όπως μία γυναίκα σε χωρίζει όταν γίνεσαι όσα σου ζήτησε, η προδοσία άφησε μία βαθιά πληγή στην εμπιστοσύνη του πολίτη με το κράτος που ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά του πιο φτωχό κι από τον ίδιο. Η αμηχανία που η νέα κατάσταση δημιούργησε ήταν επειδή οι άνθρωποι δεν όφειλαν μόνο να πληρώσουν ακριβά κάθε στιγμή αμεριμνησίας τους αλλά ταυτόχρονα να ξαναγεννηθούν από τα σκουπίδια τους που τώρα τα έψαχναν κάποιοι άλλοι στους κάδους, ήσουν δεν ήσουν celebrity. Η κρίση έφερε μαζί της συν τοις άλλοις μία κρίση ταυτότητας που φαντάζει μέχρι και σήμερα τόσο δύσκολη στη διαχείρισή της όσο και η αμιγώς οικονομική.

Η αλήθεια είναι πως η ισχυρή Ψωροκώσταινα, από τα τέλη της δεκαετίας του ‘80, δηλαδή περίπου από το περίφημο τέλος της ιστορίας και την πτώση του τείχους, βολόδερνε στις αγορές χρεοκοπημένη, ζητώντας δάνεια για να αποπληρώσει προηγούμενα δάνεια. Χωρίς το αντίπαλο δέος του υπαρκτού σοσιαλισμού, οι άνθρωποι που διέταζαν το χρήμα και με τη διανόηση να κάνει τα στραβά μάτια, έγιναν περισσότερο αχόρταγοι, περισσότερο άπληστοι και εξαιτίας τούτης της ορμής τους, παντοδύναμοι απέναντι σε οκνηρούς κατά κανόνα πολιτικούς. Όλοι και όλα μπορούσαν να γίνουν στοίχημα, ζαριά στο καζίνο, μία ή και μισή πιθανότητα. Καθώς το χρήμα απελευθερωνόταν, οι άνθρωποι υποδουλώνονταν πρόωρα κυνηγώντας το, ώσπου κάποια στιγμή τα πάντα τινάχθηκαν στον αέρα.

Προς το παρόν, ο καπιταλισμός διαμηνύει σε όλους τους τόνους ότι τίποτα δεν τελείωσε παρά την βαθιά ύφεση, διαψεύδοντας τις φήμες περί θανάτου του. Και εγώ παρόλο που τώρα τελευταία ακολουθώ τη συμβουλή του Λειβαδίτη για να κοιμηθώ, όλο και κάποιος καινούριος αναλυτής του Bloomberg εμφανίζεται για να ταράξει τον ύπνο μου ζητώντας μου να τον συμπεριλάβω σε όσους συγχωρώ. Είναι πλέον πιθανό, αν εξακολουθώ να μη θεωρούμαι χρήσιμος, να κάνουν άθελά τους έναν ωραίο και μεγάλο πόλεμο για μένα, ούτως ώστε να μπορέσω περήφανα να χαθώ στο βωμό της ευτυχία τους, ή καλύτερα, της εξαγοράς της δυστυχίας τους. Επίμονη η τελευταία και εξουσιομανής, δε διστάζει στιγμή μπροστά σε χρήσιμους ηλίθιους, μπροστά σε χρήσιμους ελεύθερους που ξέρουν πως ο καιρός που κάναμε τραγούδι τον καημό μας ίσως πλησιάζει.


Υ.Γ. Η Μέρκελ δηλώσε πρόσφατα στο Ράιχσταγκ:«Κανείς δεν θα πρέπει να θεωρεί δεδομένα άλλα πενήντα χρόνια ειρήνης στην Ευρώπη».