Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Πνευματικώς ύποπτος

Ανεβαίνω στο γραφείο κι αμέσως ζαρώνει η καρδιά μου. Οι αγαπητοί μου συνάδελφοι καταφτάνουν λαχανιασμένοι. Κάθε πρωί μελετώ σχολαστικά την καλημέρα τους, το ύφος τους και τη ματιά τους. Κάτι θα έχουν μυριστεί αυτοί οι τύποι απ’τις ιδέες μου και όπου να ‘ναι θα μου κάνουν πάλι καμιά λαχτάρα. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς έγινε και μαζεύτηκαν όλες οι μπαγιάτικες φάρες πάνω στο δικό μου κεφάλι. Εκείνο όμως που με απελπίζει περισσότερο είναι πως το ίδιο σχεδόν συμβαίνει και σε όλα τα άλλα γραφεία. Αυτό το διεπίστωσα μόνος μου τελευταία, όταν πάνω στην αγανάκτησή μου είπα να αλλάξω και πάλι δουλειά για να μην τους βλέπω όλη μέρα μπροστά μου. Κατόπιν σκέφτηκα πως θα τους έχει αποξεράνει έτσι, σώμα και καρδιά, το πολύ διάβασμα, το κλείσιμο και η βαθιά σκέψη. Σηκώθηκα και ξαναπήγα στις διάφορες μεγάλες σχολές για να τους δω νεαρούς και φρέσκους φρέσκους. Χώθηκα βέβαια στις αίθουσες των πρωτοετών. Εδώ είπα, μέσα σ’αυτό το φυτώριο, θα φανεί το πράγμα. Και όμως η εντύπωσή μου ήταν εξίσου αποκαρδιωτική. Το επόμενο κύμα δεν αποκλείεται να είναι χειρότερο. Κι αν υπάρχει κανείς ζωηρός και ανοιχτόκαρδος, γρήγορα αντιλαμβάνεσαι πως θεωρείται πνευματικώς ύποπτος και βρίσκεται σε καραντίνα. Δεν είναι επομένως το διάβασμα αυτό που φταίει. Ο τύπος προϋπάρχει και μάλιστα με το παραπάνω. Κάτι άλλο θα πρέπει να ξεδιαλέγει τους ανθρώπους από δω ή από κει.

Γιώργος Ιωάννου, Για ένα φιλότιμο, Εκδόσεις Κέδρος.  

Το Tedx και η Μανωλάδα

Θα πίστευα μοναχά σε ένα θεό που ξέρει να χορεύει. Νίτσε.

Ο σοφός καραβανάς, λίγο πριν την απόλυση, μας κάλεσε κάτω από το γέρικο δέντρο όπου δίδασκε. Με το φραπέ ανά χείρας απαίτησε να μη χάσουμε το μάθημα. Ήθελε πάντα κάτι από τη λάμψη και την εμπειρία των παλιών την ώρα που στοχαζόταν. Έτυχε όμως να είμαι στεναχωρημένος για ερωτική υπόθεση, δεν πρόσεχα στην παράδοση κι ο “Κρισναμούρτι “ το μυρίστηκε:« Κώλο σε έδωσε;», με ρώτησε ακαριαία. «Όχι» απάντησα με παρρησία. «Δε σ’αγαπάει». Το Μυστικό της ζωής μου αποκαλύφτηκε.

Από το έπος του Γκιλγκαμές, το αρχαιότερο γνωστό λογοτεχνικό έργο, γνωρίζουμε ότι μάλλον δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Δεν υφίσταται Μυστικό. Ωστόσο το Tedx δημιουργεί την προσδοκία ότι θα σου το αποκαλύψει. Διαθέτει τις ιστορίες, την αισιοδοξία, την αυτοπεποίθηση. Πουλάει τη γνώση, τον ενθουσιασμό και την αύρα της παγκόσμιας επιτυχίας του, ενώ το μόνο που ζητάει είναι πίστη στο όνειρο που χρεοκόπησε. Λίγη συναίνεση ακόμα. Υπομονή μέχρι δεν ξέρουμε κι εμείς πότε. Τότε περίπου θα ορθοποδήσει ο καπιταλισμός, εν ανάγκη πάνω στα πτώματα των παθητικών του ακροατηρίων. Γι’αυτό το Tedx Thess μου θύμισε διαφήμιση του Τζάμπο. Σόου της Κορομηλά στη Σύρο. Διοργάνωση Ολυμπιακών Αγώνων δίχως εκεχειρία, δίπλα σε παραγκουπόλεις, εν μέσω κρίσης. Κάτι κραυγαλέο, μια ιδιοφυής παραφωνία βγαλμένη από τις δεκαετίες που κάποιοι έτρωγαν με χρυσά κουτάλια το μέλλον της χαμένης γενιάς μου.

Εντούτοις υπάρχει στο Διαδίκτυο ένα ερασιτεχνικό βίντεο που ισχυρίζομαι ότι κρύβει το Μυστικό. Ο Πολιός, κατά κόσμον Νικηφόρος Αεράκης, έχει μεθύσει σε ένα γλέντι, στα Ανώγεια της Κρήτης. Ο Σκουλάς σταματάει το συρτό στο 5.45. «Για φορτσάρετε, άιντε, παίξτε μουσική» λέει ανυπόμονα. Η γυναίκα κάτι τον ρωτάει για όπλα. Πρόκειται για επισκέπτρια. Η θλιβερή πλευρά του νησιού τη γοητεύει. Ο Νικηφόρος όμως της λέει Τη μαντινάδα:« Να ζήσεις μόνο μιαν αυγή τόση ζωή σε φτάνει, ρόδο που ανθεί πολύ καιρό τη μυρωδιά του χάνει». Μιαν αυγή. Μια. Η μαντινάδα δεν υπογραμμίζει την υπερβολή του έρωτα ή την συντριβή που σκορπά ο χρόνος. Θυμίζει πως η ζωή είναι του θανάτου παραχώρηση. Να ζήσεις έστω μιαν αυγή, είναι αρκετό.


Εκείνος ο ρέιβερ, έβλεπε κύκλους. Ο Αεράκης βλέπει τον κύκλο. Μυρίζει το κρασί, τον αέρα, το άρωμα της κοπελιάς που κάθεται δίπλα του. Δείχνει το χορό. Είναι ζαλισμένος. Ξέρει. «Αυτός είναι ο κύκλος. Ο κύκλος της ζωής, νάτονε, εδώ είναι, δεν υπάρχει άλλος». Το βλέμμα του δε σηκώνει αντίρρηση. «Τόπο που κάνει αντίλαλο» αρχίζει ο Σκουλάς από πίσω. Παλαμάκια. Εγώ αύριο… Το κοινό του Ολύμπιον, τουλάχιστον αυτό που τουίταρε ανά δύο λεπτά όλες τις κοινοτοπίες που ειπώθηκαν (δεν αμφιβάλλω για το ότι ακούστηκαν και ενδιαφέροντα πράγματα αλλά για την ικανότητα όσων βρίσκονταν από κάτω να τα ξεχωρίσουν), πιθανότατα θα πάγωνε από την απρέπεια του ηλικιωμένου λυράρη. Ποιος θάνατος; Δεν μας τα ‘πατε αυτά. Φέρτε πίσω τα λεφτά μας.

Το Tedx αποτελεί αδιαμφισβήτητα αξιόλογη σπατάλη χρόνου. Το δέος όμως που προκαλεί η υποτιθέμενη αυθεντία του βρωμάει εξ’αποκαλύψεως αλήθεια. Ένα ευαγγέλιο ακόμα. Δόγμα που απέτυχε αλλά σύντομα θα αναγνωριστεί ως το μοναδικό. Το μήνυμα υπονοείται, το κλείσιμο του ματιού γίνεται διακριτικά: Η κρίση είναι ευκαιρία να γίνουμε μεγαλύτεροι καριόληδες. Γίνετε πιο δημιουργικοί, πιο καινοτόμοι, πιο ψυχοπονιάρηδες-χαρακτηριστικό το βιντεάκι που προβλήθηκε και παρουσιάζει την αγάπη περίπου σαν συναλλαγή-αλλά κατά βάθος, μην το πείτε σε κανένα, πιο αδίστακτοι. Πιο πρόθυμοι να πουλήσετε τον τόπο σας παρά να τον ανακαλύψετε. Μη σας βάζουμε δύσκολα, εσείς γεννηθήκατε για να περνάτε τέλεια! Οι αμερικανιές δεν σας βγήκαν σε καλό αλλά να επιμείνετε. Αν δεν σας φέρουν πίσω το νεοϋορκέζικο όνειρό σας, γίνετε Νεοναζί και της μαμάς τους το βυζί! Αυτό να πείτε στους Ευρωπαίους. Κοίτα μαμά, χωρίς συνείδηση, ξανά!

Σίγουρα κάποιους αδικώ. Οι ομιλητές διασώζονται αν έχουν κάτι να πουν, αν δεν πάρουν τον εαυτό τους στα σοβαρά και εξομολογηθούν τις αμαρτίες τους. Παρόλα αυτά, τα κάθε λογής φώτα αποκρύπτουν, σε συνεργασία με τους φόβους μας, ότι κώλο δεν δώσαμε ακόμα. Σαν σκλάβοι στο εθνικό μας χωριό, τη Μανωλάδα, θα ζητάμε τα δεδουλευμένα κι οι επιτυχημένοι θα μας σημαδεύουν με λογάκια παρηγοριάς. Ο Θεός του Νίτσε αν μάθει ποτέ να χορεύει, θα είναι επειδή οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να τον πυροβολούν στα πόδια.  

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Ο Μαρξ στο Μπούχενβαλντ

Ένα αξιοσημείωτο γεγονός είχε πράγματι λάβει χώρα στη ζωή μου ανάμεσα σ’αυτές τις χρονολογίες: 1941-1943. Είχα ανακαλύψει το φιλοσοφικό έργο του Καρλ Μαρξ. Είχα νιώσει να περνά πάνω σ’όλες μου τις ιδέες, αλλά και στον τρόπο μου να υπάρχω μες στον κόσμο, η ανατρεπτική πνοή του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος, πραγματικός ανεμοστρόβιλος.

Δεν ξέρω πώς να εξηγήσω σ’ένα νεαρό σήμερα, ούτε ξέρω αν είναι δυνατόν, ούτε καν αν είναι ωφέλιμο, για ένα αγόρι δεκαεφτά χρονών, τελειόφοιτο στην τάξη της φιλοσοφίας-τώρα που ο κομμουνισμός δεν είναι πια παρά μια κακή ανάμνηση, ή το πολύ-πολύ αντικείμενο της αρχαιολογικής έρευνας, πώς λοιπόν να τον κάνω να νιώσει μ’όλη του την ψυχή, μ’όλο του το σώμα, αυτό που στάθηκε για μιαν ολόκληρη γενιά που πατούσε τα είκοσι στην εποχή της μάχης του Στάλινγκραντ η ανακάλυψη του Μαρξ.

Τι λαίλαπα, τι δυνατότητα εφευρετικότητας και ευθύνης για το πνεύμα, τι ανατροπή όλων των αξιών, όταν έπεφτε κανείς στον Μαρξ, αφού είχε διαβάσει λίγο Νίτσε, Τάδε Έφη Ζαρατούστρας, Η γέννηση της τραγωδίας, Γενεαλογία της Ηθικής… Γαμώ το, τι γεροντικά που φάνταζαν όλα αυτά! Τι χαρά να ζεις, να διακινδυνεύεις, να καις τα καράβια σου, να τραγουδάς μες στη νύχτα φράσεις από το Μανιφέστο!

Όχι, ασφαλώς είναι αδύνατον! Ας λησμονήσουμε λοιπόν, ας τελειώνουμε με τη διεργασία του πένθους, ας απομακρυνθούμε απ’αυτόν τον Μαρξ που έχουν θάψει οι Μαρξιστές σ’ένα ματωμένο σάβανο ή σε μια διαρκή προδοσία. Αδύνατον να μεταδώσει κανείς το νόημα και τη γνώση, τη γεύση και τη φλόγα αυτής της ανακάλυψης του Μαρξ από έναν δεκαεφτάχρονο έφηβο, στο Παρίσι της Κατοχής, άμυαλη εποχή, όπου πηγαίναμε παρέες-παρέες να δούμε τις Μύγες του Σαρτρ, ν’ακούσουμε αυτό το κάλεσμα ελευθερίας του τραγικού ήρωα, όπου, αφού είχαμε πια διαβάσει όλα τα βιβλία, άνθιζε ξάφνου στις ψυχές μας η ανάγκη να πάρουμε τα όπλα.

Χόρχε Σεμπρούν, Ο Νεκρός που μας χρειάζεται, Εξάντας, Μετάφραση: Οντέτ Βαρών-Βασάρ.

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

Σάντουιτς

Ένα σάντουιτς να φάω ρε παιδιά. Λίγο φιλότιμο ρε παιδιά». Ο ζητιάνος επαναλαμβάνεται, σχεδόν τραγουδά, διώχνει τον κόσμο μακριά. Δεν καταλαβαίνω αν υποκρίνεται ή όχι. Και λοιπόν; Τι ψυχή έχει ένα σάντουιτς; Λίγο πιο κάτω δυο κορίτσια συμπεριφέρονται σα χαρούμενα: «Μες στα σεντόνια μυρίζει ακόμα η δικιά σου ανδρική κολόνια». Περνάω από μπροστά τους και τραγουδούν πιο δυνατά. Δε με πείθουν. Γυρίζω σπίτι. Ο αποκάτω ακούει στρατευμένη ραπ. Παραφράζω το στίχο:« Αυτή είναι η μουσική μου, θα με υποστείτε, κάνω ό,τι θέλω, να ‘πα να γαμηθείτε. Φάε με στη μάπααα, μαλάκαααα, φάε με στη μάπααα, μαλάκααααα». Σκέφτομαι ένα ολόκληρο κλαμπ να το τραγουδάει κι εκείνον στο μικρόφωνο να χοροπηδά, ανυποψίαστος για το χαρούμενο κακό που προαναγγέλλει εναντίον της ανθρωπότητας.

Τρεις κόσμοι διαφορετικοί. Τρεις κραυγές αλλιώτικες που δεν συναντιούνται πουθενά παρά μόνο στην ανάγκη για προσοχή. Θυμάμαι τη μικροπαρεξήγηση που έκανε δυο φίλους να βρεθούν 30 χρόνια και τους ένωσε η Χατζηβασιλείου. Πόσα χρόνια σκόπευαν άραγε να ζήσουν; Τι χάσιμο χρόνου να περιμένουν να διδαχτούν από τα λάθη τους. Δε θεωρώ τον εαυτό μου υπερβολικό που θέλω να μαλώνω, να συγχωρώ και να τα ξαναβρίσκω μέσα σε ένα 24ωρο με τους φίλους μου, κι ας αποδειχτεί ότι υπάρχει αιώνια ζωή. Προχθές ένας μάρτυρας του Ιεχωβά πλησίασε για να μου λύσει την απορία: «Πάρε νεαρέ να ενημερωθείς» μου πρότεινε και μου έδωσε φυλλαδιάκι που είχε για τίτλο το αγωνιώδες ερώτημα «Θα επιζήσει αυτός ο κόσμος;». Το κείμενο εξέταζε το ζήτημα από σκοπιά που δε με αφορούσε. Δεν πρόλαβα να του πω πως αυτή την περίοδο ενημερώνομαι από την άνοιξη.

Τρεις φράσεις συγκράτησα απ’ την ιντερνετική μου μέρα. «Πρέπει να ελέγξουμε. Είσαι άνθρωπος;». Το Twitter με υποπτεύεται επειδή πατάω λάθος κωδικό. Δύσκολο τεστ, τρομακτικό. Είναι σα να με μέμφεται: Ένα ρομπότ θα μπορούσε να ξεχάσει τους κωδικούς του, όχι ένας άνθρωπος. «Δείξε πόσο νοιάζεσαι», έρχεται να μου προτείνει μια διαφήμιση που έχει στόχο να με ρίξει στη φιλανθρωπία. Τρικ του μάρκετινγκ για να ενεργοποιήσει τη συνείδηση, ταιριαστή προτροπή στον τύπο που ποτέ δεν ξεχνάει τους κωδικούς του. «Δείτε το πριν το εξαφανίσουν», με καλεί στον αγώνα ένα βίντεο στο Youtube με μία ακόμη ηρωική παρέμβαση σε ομιλία του Κώστα Σημίτη. Για την εξαφάνιση της γνώσης, του βιβλίου, της παιδείας, των ζωντανών ανθρώπων και των ανοιχτών μυαλών θα μιλήσουμε μια άλλη φορά, που θα έχουμε περισσότερο χρόνο από μία ζωή στη διάθεσή μας.

Με ενόχλησαν τόσο οι συγκεκριμένες φράσεις που βάλθηκα να τις αντικαταστήσω με άλλες της αρεσκείας μου. Γράφει ο Βακαλόπουλος:« Να επιστρέψουμε πίσω, όχι με σημαίες και γελοία ταμπούρλα, να γυρίσουμε πίσω μέσα μας, χωρίς να το πούμε σε κανέναν. Διαφορετικά, πρέπει να μείνουμε αμήχανοι όπως είμαστε, αποφεύγοντας την πολλή παρέα». Πίσω και μέσα μας. Η κόρη της Sisyfina συμπληρώνει: «Να βγάλουμε τη ζούγκλα από τον εαυτό μας και να την πάμε στην Αφρική». Γιατί μυρίζει αίμα η ζούγκλα αν δεν γίνει τέχνη, δημιουργία, ομορφιά. «Το μίσος πρέπει να είναι εποικοδομητικό. Διαφορετικά είναι προτιμότερο ν’αγαπάς». Ο Κράους μοιάζει να προβλέπει πως ο θάνατος της χώρας θα ‘ναι πρόωρος σαν εκείνον του Χρήστου αν δεν αρχίσουμε να μισούμε αγαπησιάρικα. Πιθανότητα δεν θα προλάβουμε να μάθουμε ποτέ αν θα μπορούσαμε να την είχαμε σκαπουλάρει, αν θα μπορούσαμε να βρούμε οι ίδιοι ένα φάρμακο που θα αντιμετώπιζε την ασθένεια στη ρίζα της, κάτι που θα μας ξυπνούσε απ’τη ζωή μας.

Δύο χιλιάδες μετανάστες σε όλη τη χώρα ξεκινούν απεργία πείνας διαμαρτυρόμενοι για την παρατεταμένη κράτησή τους στα κέντρα υποδοχής-την ίδια ώρα σε δημόσια υπηρεσία της Αττικής μπουκάρουν χρυσαύγουλα γιατί κάποιος τους ενημέρωσε πως μία εργαζόμενη μιλάει με “παράνομη” προφορά. Η Τρόικα επέστρεψε στην Αθήνα με άγριες διαθέσεις-πριν λίγες μέρες αυτοκτόνησε στην Κρήτη λόγω χρεών ένας γνωστός μας. Ο Κεδίκογλου απαντάει στον Τσίπρα σε αυστηρό τόνο-ο Γιώργος Καπουτζίδης ξεκαθαρίζει πως δε θα συνεργαζόταν με την Μαρία Ηλιάκη αφού δεν ταιριάζουν όπως και με τον Νίκο Μουτσινά.

Ποιος είμαι εγώ από όλους αυτούς; Κάτι μου λέει πως θα μπορούσα να είμαι όλοι αυτοί. Με την κρίση οι κόσμοι όμως απομακρύνονται μεταξύ τους, οι άνθρωποι για να συναντηθούν έχουν να διανύσουν αποστάσεις μεγαλύτερες, η μοναξιά στους δρόμους πεινάει για φιλότιμο. Τι ψυχή και τι τιμή έχουν ένα σάντουιτς, ένα βλέμμα και μια κουβέντα σε λίγο θα καθορίζεται με ακρίβεια από τα χρηματιστήρια. Αφού για το θάνατο της Θάτσερ δεν τα βάψαμε και μαύρα, πώς αμελούμε να διαλέξουμε πλευρά με την καρδιά, ουσιαστικά, συνειδητά;

 

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

Στο κορίτσι του Τρόλεϊ


Αρπάζοντας-στιγμή μονάχα-

Ό,τι μπορούσε να πιαστεί

Απ’της ψυχής μου τους βυθούς

Και του μυαλού τα άπειρα στοιβάγματα

Φωτιά, φωτιά σε σχήματα και χρώματα

Ξέχειλα μάτια απ’όνειρα. Φτερά.

Φτερά, κραυγές ζεστές,

Σαν τόξα σμαραγδένια

Αίμα απ’τα βάθη ηδονών

Που τέντωνε τα μάτια σου

Τα στήθη, την ανάσα

Για μια στιγμή ως με κοίταξες

Σαν να με λάτρευες αιώνες

Παρασκευή πρωί

Κώστας Μ. Αποστολίδης