Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

Η καλή και η ανάποδη

Στη Δίκη του Κάφκα ο κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα να διαβάσει τη δικογραφία. Στη Δίκη της Ελλάδας, δεν έχει δικαίωμα να μάθει τι ακριβώς και σε ποιον χρωστάει. Στη Δίκη του Κάφκα, η αναβολή είναι η ελπίδα του κατηγορούμενου, παρατηρούσε ο Μπένγιαμιν. Στη Δίκη της Ελλάδας, η αναβολή είναι η τιμωρία του. Και τα αυτόγραφα, διαχρονικά, τα μόνα συμβόλαια που υπογράφονται με το λαό.

Σε αναζήτηση της ασφαλούς εκείνης πληροφορίας που θα μου επέτρεπε να καταλάβω τι δεν είναι πολύ πατριωτικό και τι δεν είναι καθόλου, αν υπάρχει ή αν δεν υπάρχει plan B, θυμήθηκα μία δήλωση του καθηγητή Κωνσταντίνου Τσουκαλά: «Δεν είναι δυνατόν να κυριαρχεί ένα σύστημα, το οποίο τελικά καταλήγει να συνιστά ύβρι έναντι όλων των αξιακών προδιαγραφών του νεωτερικού ευρωπαϊκού πολιτισμού και του Διαφωτισμού. Δεν είναι δυνατόν αυτή η ύβρις να επικρατεί επ’ άπειρον. Θα υπάρξει και νέμεσις». Ο αυτονόητος προβληματισμός του θα θύμωνε κι άλλο τους Ευρωπαίους τραπεζίτες με την Ελλάδα και τα εγκλήματά της εναντίον της ανθρωπότητας, τη δημοκρατία και τη φιλοσοφία. Υποθέτω γιατί είναι από εκείνα που δεν παραγράφονται και δεν διαπραγματεύονται. Με την κατάσταση να διαφαίνεται δραματική, εξάλλου, στην παγκόσμια οικονομία, όλο και περισσότερες φωνές εκφράζουν την πεποίθηση πως ο καπιταλισμός είναι η συμφορά που μας βρήκε. Ο Βάλλερσταϊν, μάλιστα, προβλέπει ότι δεν θα είναι η εξέγερση των αδυνάτων που θα φθείρει το σύστημα, αλλά οι δικές του αντιφάσεις και η αδυναμία του να διατηρήσει υψηλά επίπεδα κερδών και προνομίων. Γιατί, ωστόσο, φαντάζουν πρόωρες όλες οι αναγγελίες κατάρρευσής του;

Ο Καστοριάδης στην «Άνοδο της ασημαντότητας» εντόπιζε την κρίση του δυτικού κόσμου στο ότι έχει πάψει να θέτει πραγματικά τον εαυτό του υπό αμφισβήτηση. Ένα από τα λίγα δεινά που δυσκολευόμαστε ακόμα να καταλογίσουμε στο τραπεζικό-πολιτικό σύστημα είναι ακριβώς ότι δεν διαλέγεται, δεν συγκρούεται και δεν εξετάζει εναλλακτικές. Ήδη εντός της εβδομάδας η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ετοιμάζεται να προτείνει επιτέλους την επιβολή του φόρου Τόμπιν στις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, η Γαλλία επεξεργάζεται σχέδιο για το ελληνικό χρέος, οι Κινέζοι είναι έτοιμοι να βοηθήσουν. Από την άλλη, είναι εξίσου ξεκάθαρο ότι το μόνο πράγμα που γνωρίζει το σύστημα είναι οι συνθήκες επιβίωσής του, όπως υπογράμμιζε ο Μπροντιγιάρ. Στο δικό του παιχνίδι επιβάλλει τους πιο ακίνδυνους και τους πιο επωφελείς για εκείνο όρους. Κι αν το καλοσκεφτείτε, δεν ακούγεται άδικο. Δεν φαίνεται να του λείπουν οι λύσεις. Απεναντίας, του περισσεύουν τα συμφέροντα. Μπορεί λοιπόν η αμφισβήτηση να μην είναι πραγματική και ουσιαστική, όλο εντούτοις και κάτι κινείται στο εσωτερικό του που το διασώζει στις μη-συνειδήσεις του πλανήτη.

Ο Εμέ Σεζαίρ παρατηρούσε κάποτε ότι κατά βάθος:«αυτό που ο πολύ αξιότιμος, πολύ ανθρωπιστής, πολύ χριστιανός αστός δεν συγχωρεί στον Χίτλερ, δεν είναι το έγκλημα καθεαυτό, το έγκλημα ενάντια στον άνθρωπο, δεν είναι η ταπείνωση του ανθρώπου γενικά. Είναι το έγκλημα ενάντια στον λευκό άνθρωπο, είναι το γεγονός ότι ταπείνωσε τον λευκό άνθρωπο και πως εφάρμοσε εντός της Ευρώπης αποικιοκρατικές πρακτικές που μέχρι τώρα τις βίωναν μονάχα οι Άραβες της Αλγερίας, οι κούληδες των Ινδιών και οι νέγροι της Αφρικής». Η κρίση στην Ευρωζώνη σε συνδυασμό με την κρίση χρέους στην Αμερική του αιχμάλωτου Ομπάμα, προμηνύουν επιστροφή σε ξεχασμένα ναρκοπέδια εάν η πορεία δεν αντιστραφεί. Παλιά, φυσικά, που οι περισσότεροι ανήκαν στο κίνημα « Δε με νοιάζει, δε βαριέσαι», καθόλου δεν τους ενδιέφερε που το 1988 για παράδειγμα ο Τρίτος κόσμος πλήρωνε σε τόκους και εξοφλήσεις χρεών 50 δις δολάρια περισσότερα από όσα είχε λάβει, χωρίς να υπολογίζεται σε αυτά η λεηλασία του. Ήξεραν το σύστημα απ’ την καλή. Δεν το είχαν γνωρίσει απ’ την ανάποδη.

Ο κόσμος που πλήττεται, παρ’όλα αυτά, όχι μόνο δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του χωρίς αυτό, αλλά δυσκολεύεται να φανταστεί κι ένα τέλος που δεν θα προκληθεί εξαιτίας του. Η στροφή στον κομμουνισμό αποκλείεται από τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού που ο καπιταλισμός εκμεταλλεύτηκε, διασκέδασε και αποχαύνωσε. Οι αγανακτισμένοι τίποτα κρίσιμο δεν αμφισβητούν. Ζητούν απλώς από τον Θεό τους επιείκεια, λογική και δικαιοσύνη, αρετές που και δεν διαθέτει, και δεν τον πολυαπασχολούν. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ανάγκες σε υλικά στον Λευκό Πύργο δεν σταματούν ποτέ: Από χαρτί υγείας, είδη κάμπινγκ, απορρυπαντικά και μαρκαδόρους, μέχρι ζάχαρη, καφέ, φαγητό και ποτήρια-πιάτα-κουτάλια-πιρούνια με το φόβο να κατηγορηθούν από τα παπαγαλάκια ότι μαζί τα φάγανε. Οι απαιτήσεις τους από την πρώτη κιόλας στιγμή προδίδουν την βαθύτερη επιθυμία τους που δεν είναι άλλη από το δικαίωμα στο περιττό που χάνουν. Και παρόλο που πολλοί γραφιάδες στον Τύπο ηθικολογούν και τους μέμφονται, ολόκληρος Σαίξπηρ έλεγε στον Βασιλιά Ληρ ότι «ως και ο τελευταίος ζητιάνος έχει και κάτι περιττό από το πιο άθλιο πράγμα. Περιορίστε τη φύση στις φυσικές ανάγκες και ο άνθρωπος γίνεται ζώο. Δεν καταλαβαίνετε ότι μας χρειάζεται έστω κι ένα κάτι παραπάνω για να είμαστε άνθρωποι;».

Την έβδομη μέρα που ο παλιός Θεός δημιουργούσε τον άνθρωπο, ο νέος μπορεί και τον εξαφανίζει. Είναι ολοφάνερο ποιος είναι πιο ισχυρός αλλά και σκέτη ματαιοδοξία όπως έλεγε ο Επίκουρος να πιστεύουμε πως οι Θεοί ασχολούνται, εντέλει, μαζί μας. Ο μέσος εγωκεντρικός πολίτης, που ξεσπαθώνει στο μικρόφωνο, ούτε που φαντάζεται ότι δεν τον λαμβάνουν υπόψη τους. Ο Βενιζέλος βίωσε το πρώτο σοκ. Εκεί που πήγε, μας είπε, ασχολούνται με αριθμούς. Το μέγεθος μετράει αλλά όχι στα νούμερα της ανεργίας. Όλα, όμως, είναι θέμα συνήθειας και προτεραιοτήτων. Το Μεσοπρόθεσμο θα κατευνάσει την οργή.

Στη δική μας Δίκη, ο Νίτσε θα κατέθετε ότι: «Σκοπός της τιμωρίας είναι να κάνει καλύτερους εκείνους που τιμωρούν». Δεν ξέρω πόσοι Ευρωπαίοι ηγέτες-δικαστές θα μπορούσαν να μας εξηγήσουν τι εννοεί. Προς το παρόν, τους επιστρέφουμε τη δυσπιστία, αντιστεκόμαστε στον επαναστατικό μας φασισμό και υπερασπιζόμαστε απέναντι στη διαφθορά τους τη δική μας, απέναντι στα πλούτη τους τη ζωή μας, το κάτι παραπάνω που μας κάνει ανθρώπους σύμφωνα με τον Σαίξπηρ. Κάποια στιγμή, παρά ταύτα, όταν θα τελειώσουν τα παγκόσμια τεστ αντοχής στη λιτότητα και χωρίς τα χαστούκια του Πάγκαλου, να τον κοιτάξουμε τον καθρέφτη. Μπορεί να θέλει κάτι να μας πει απ’ την καλή. Η ανάποδη πλευρά του, για την ώρα, είναι ο δικός μας ιδιότυπος πατριωτισμός.


(Κείμενο γραμμένο για την Παράλλαξη)

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

Τρίτος δρόμος

Τι πάει να πει πως η κοινωνία δεν έχει να χάσει τίποτα εκτός από τις αλυσίδες της; Ας δώσουμε μερικά παραδείγματα να μας καταλάβει και ο απλός κόσμος. Αν κάποιος παίρνει μισθό 500 ευρώ, έχει να χάσει ακριβώς τόσα: 500 ευρώ. Αν παίρνει σύνταξη 400 ευρώ, έχει να χάσει ακριβώς τόσα: 400 ευρώ. Αν είναι άνεργος, αύριο ενδέχεται να είναι άστεγος. Πώς δικαιολογείται τόση αφέλεια σε υποδουλωμένο πληθυσμό;

Η μάχη, εν τω μεταξύ, στο ουδέτερο πεδίο βολής των πληροφοριών έχει ανάψει. Ανυποχώρητοι διαδηλωτές αντιμετωπίζουν αμείλικτους αριθμούς. Η νέα- λέμε τώρα-κυβέρνηση, αλλάζοντας πλευρό για να μη βουλιάξει, κατόρθωσε να δανειστεί χρόνο από τους πολίτες ενώ η αξιωματική αντιπολίτευση, παρά τα θετικά μηνύματα των δημοσκοπήσεων, έχει υποστεί δημιουργικό σοκ στη σκέψη και μόνο ότι στο εξωτερικό θεωρούν πια τους Πασόκους πιο δεξιούς και τους στηρίζουν. Προς το παρόν, αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι το ύψος του πήχη των περιστάσεων φαίνεται χαμηλότερο από το ύψος του πήχη των φιλοδοξιών, γεγονός που θα όφειλε να μας υποψιάζει και ως προς την πραγματικότητα των κινδύνων αλλά και για τη λογική της άποψης που λέει ότι προκειμένου να διαφυλάξουμε την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, θα την εκποιήσουμε.

Όσο οι πολιτικοί μας αλληθώριζαν προσπαθώντας να μας κοιτάξουν όλους στα μάτια, η Κομισιόν επαναλάμβανε ότι δεν υπάρχει εναλλακτικό σχέδιο στο πρόγραμμα της Ε.Ε και του Δ.Ν.Τ για την Ελλάδα. Πώς αλλιώς να λυθεί η κρίση χρέους μίας χώρας παρά επιβαρύνοντάς τη με νέα υπέρογκα δάνεια; Η αναδιάρθρωση μας λέει ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας του Βελγίου Λουκ Κόεν: «θα έδινε στους Έλληνες την εντύπωση ότι υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις πέραν των περικοπών που έχουν συμφωνηθεί με την τρόικα. Κι αυτό δεν είναι αλήθεια». Κοινώς, η T.I.N.A (There is no alternative) θα συνεχιστεί ακόμα και χωρίς την Τίνα στην κυβέρνηση επειδή είναι ό,τι πιο ακίνδυνο τη δεδομένη στιγμή. Αντιθέτως, ο Alen Mattich στη Wall Street Journal αναφέρει πως σε περίπτωση που η Ελλάδα δήλωνε την πρόθεσή της να χρεοκοπήσει, υπό το φόβο μίας συστημικής κρίσης, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα προχωρούσε σε τεράστιους συμβιβασμούς. Αν τα πράγματα είναι στ’ αλήθεια τόσο απλά και η Ελλάδα δεν είναι η μπάλα που κλωτσούν ωσότου ξεφουσκώσει οι αγορές, είναι άξιο απορίας γιατί η κυβέρνηση δεν πιέζει τους εταίρους και επιλέγει ανεύθυνα να σέρνεται από τις εξελίξεις. Δίνει μάλιστα την εντύπωση ότι αν θα το κάνει κάποια στιγμή στο μέλλον, θα είναι για να μη θρηνήσει εκείνον τον υπέροχο προεκλογικό της εαυτό και όχι για μας που θα προσκυνήσουμε το βαμπίρ ώστε να μας προσφέρει την ελεγχόμενη «λύση»· μία λύση της οποίας η εφαρμογή και η επιτυχία όλα δείχνουν πως θα εξαρτηθεί από το πόσο λίγο θα δυσαρεστήσει τους πιο πολλούς και τους πιο δυνατούς παίκτες. Οι πολίτες μπορούν να περιμένουν.

Ο Σλαβόι Ζίζεκ στο «Υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας» αναλύει το παράδοξο της «αναγκαστικής επιλογής» στη σχέση του υποκειμένου με την κοινότητα στην οποία ανήκει. Ποιο είναι αυτό; Έχεις την ελευθερία να επιλέξεις, υπό τον όρο ότι θα επιλέξεις το σωστό. Εάν κάνεις τη λάθος επιλογή, χάνεις την ίδια την ελευθερία επιλογής. Το θέμα, γράφει ο Σλοβένος φιλόσοφος, είναι πως ουδέποτε είχες τη δυνατότητα να επιλέξεις: Πάντοτε σε μεταχειρίζονται ως εάν είχες ήδη επιλέξει. Η περίπτωση του μνημονίου είναι μία τέτοια περίπτωση. Η συναίνεση που υπαγορεύεται από τους Ευρωπαίους επιδιώκει τη συσπείρωση του πολιτικού συστήματος γύρω από τη μία και μοναδική επιλογή που του δίνουν. Η ομοψυχία προσδίδει την αναγκαία ψευδαίσθηση δυνατοτήτων, οι οποίες είναι φυσικά μονάχα δυνατότητες αναδιαπραγμάτευσης της δανειακής σύμβασης και τίποτα περισσότερο. Όταν για παράδειγμα η Alpha Bank λέει ότι η Ελλάδα δεν έχει την επιλογή της αποτυχίας, συμμορφώνεται με αυτό το παράδοξο. Η διάσωση των τραπεζών κάθε άλλο παρά παγκόσμια προτεραιότητα είναι. Είναι πρωτίστως απαίτηση των πολιτών που θα αρχίσουν ξανά να δανείζονται. Σε τελική ανάλυση, δεν θα υπάρχουν για μερικά χρόνια δουλειές όχι επειδή είμαστε άχρηστοι ή περιττοί εμείς οι νέοι αλλά επειδή μας αναγνωρίζεται το δικαίωμα στην τεμπελιά.

Πριν δύο εβδομάδες ένας 41χρονος άντρας αυτοκτόνησε στο Λος Άντζελες πέφτοντας από μία γέφυρα. Ήταν η δέκατή του απόπειρα. Εννέα φορές είχε αποτύχει. Τον «τρίτο δρόμο» θα επέλεγε κι ένας Έλληνας ύστερα από ισάριθμα μνημόνια. «Στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα» θα φώναζε και θα έπεφτε στο κενό.

(Κείμενο γραμμένο για την Παράλλαξη).

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

Δεν προτείνω, δεν προτείνω

Τα χρόνια της ισχυρής Ελλάδας ένα από τα πιο διασκεδαστικά πράγματα με τα οποία μπορούσες να γεμίζεις το χρόνο σου ήταν να προβλέπεις την καταστροφή της- το ίδιο έργο θα παιζόταν αργότερα στις διεθνείς αγορές από τους κατόχους CDS. Όσο την ανέμενες, μπορούσες να διατηρείς «μειοψηφικά ποσοστά που σου διασφάλιζαν τον έλεγχο σε κρίσιμες δικτυακές υποδομές». Τώρα που έφτασε αποφασισμένη να επενδύσει στη δυστυχία σου, διόλου δημιουργική δε σου φαίνεται η λεπτομερής περιγραφή της.

Στην αντίπερα όχθη αυτού του εύγλωττου κοντράστ συναισθημάτων το Δ.Ν.Τ παραλαμβάνει επιτέλους το μετάλλιό του ύστερα από σκληρό αγώνα ενός χρόνου για λογαριασμό των ανθρώπων του. Ενόσω οι βουλευτές πουλούσαν ακριβά το τομάρι τους (250.000 λαού για έναν Άκη), η χώρα προσέφερε το δικό της σε καλύτερη τιμή. Με τους δανειστές της όμως να αργούν ακόμα να τη γονατίσουν και τις προσωπικότητες να καθυστερούν να την κυβερνήσουν, ο κόσμος διψάει για προφητείες που στη συσκευασία τους θα περιλαμβάνουν διετή τουλάχιστον εγγύηση. Αυτή την ώρα στο Διαδίκτυο κυκλοφορούν άπειρες και ελάχιστες είναι εκείνες που διατηρούν επιφυλάξεις. Όλοι είναι βέβαιοι όμως για ένα πράγμα: τη λύση θα τη δώσει ο κυρίαρχος λαός. Ποιος λαός όμως; Οι γενικές συνελεύσεις; Το «έξω τα κόμματα»; Ο αποκλεισμός της Βουλής; Το πιο ριζοσπαστικό κάψιμό της; Οι εκλογές; Οι γκιλοτίνες; Τα ελικόπτερα; Η βία; Ποιος θα μας πει τι πρέπει να γίνει; Ποιος θα πέσει μέσα στις αναλύσεις του; Ποιος είναι ο καλύτερος πρωτοεμφανιζόμενος προφήτης και ποιον τέλος πάντων να ακολουθήσουμε; Όχι, δεν κλαίμε πια τη μοίρα μας: ξαφνικά ασφυκτιούμε από λύσεις, ξεδιψάμε σε οάσεις επιχειρημάτων, ανακαλύπτουμε τον κόσμο μας εκ των υστέρων και μιλάμε μεταξύ μας. Όλα όμως τα εναλλακτικά σενάρια, όπως η επιστροφή στη δραχμή, έχουν ένα κακό: εμπεριέχουν ρίσκο που προς το παρόν δεν είμαστε διατεθειμένοι να πάρουμε. Η προδοσία του τόπου εκτός συγκλονιστικού απροόπτου θα έχει τελικώς την έγκρισή μας. Δεν γίνεται να είμαστε και μέσα στο ευρώ και πλούσιοι και ανεξάρτητοι; Χάθηκαν τα θαύματα;

Δεν ξέρω τι συμβαίνει κι όταν δεν είμαστε ο ένας πάνω στον άλλον, δε χωράμε στις πλατείες. Τις καθημερινές όπου οι τελευταίες αδειάζουν, βρισκόμαστε στο έλεος του απέναντι. Με τόσους επίδοξους δικτάτορες και άλλους τόσους σωτήρες, είναι επόμενο να αναβάλλεται διαρκώς η Επανάσταση. Εξάλλου μετά την παραδοχή του πρωθυπουργού περί αδύναμων εθνικών συστημάτων δημοκρατίας, δεν θα έπρεπε να μας απασχολούν τόσο οι εκδοχές της εκτροπής που εκβιαστικά φέρνει στο προσκήνιο η δημοσιογραφική φρουρά της κυβέρνησης, όσο οι εκδοχές της κρίσης: Ποια κρίση δηλαδή θέλουμε, με τι χαρακτηριστικά, ποιους θέλουμε να πλήξει περισσότερο και πόσο θέλουμε να μην κρατήσει. Στο σημείο που έχουμε φτάσει, αυτό που διακυβεύεται, επισήμως, δεν είναι η εθνική μας κυριαρχία αλλά η αίσθησή της όπως αναφέρει η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δεν είναι η δημοκρατία μας αλλά το μέγεθος της αδυναμίας της και τα ελάχιστα περιθώρια ελιγμών της.

Πρόσφατα κάποιος που τα ήξερε όλα, ένας από αυτούς που θα μπορούσε να αφιερώσει τη ζωή του για να αλλάξει ολόκληρο τον πληθυσμό του πλανήτη ώστε να μην αναγκαστεί να αλλάξει ο ίδιος, με ρώτησε τι προτείνω. Του απάντησα αμέσως ότι δεν προτείνω απολύτως τίποτα- πέρα από την ειρηνική διαμαρτυρία- γιατί αυτό είναι το πιο υπεύθυνο πράγμα που μπορώ να κάνω. Δε με πήρε στα σοβαρά. Όταν κάποτε οι άρχοντες της Εφέσου αναζήτησαν τον Ηράκλειτο για να συντάξει τη νομοθεσία της πόλης, τον είχαν βρει πίσω από τα τείχη της να παίζει με τα παιδιά. Σα μόνη λύση πρότεινε να πάνε οι ενήλικοι Εφέσιοι να κρεμαστούν και η πόλη να αφεθεί στη διοίκηση των μικρών του φίλων. Στου μνημονίου τα μισά, ούτε καν η πιο ακραία πρόταση, δεν πρέπει να απορρίπτεται δίχως να συζητηθεί. Όλες μπορούν να γίνουν μέρος του προβλήματος.

(Κείμενο γραμμένο για την Παράλλαξη).

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

Τέλος καλό

Αν ο άνθρωπος θέλει να γίνει Θεός, σφετερίζεται το δικαίωμα ζωής ή θανάτου πάνω στους άλλους. Κατασκευάζοντας πτώματα και υπανθρώπους, καταντά να γίνει και ο ίδιος υπάνθρωπος και όχι Θεός, αλλά ποταπός υπηρέτης του θανάτου. Αλμπέρ Καμύ.

«Για τους Χριστιανούς όπως και για τους μαρξιστές, είναι καθήκον να κυριαρχήσουν πάνω στη φύση» γράφει ο Καμύ. «Οι Έλληνες», συνεχίζει, «πιστεύουν πως είναι προτιμότερο να υπακούμε στη φύση». Αν η φύση του ανθρώπου υποθέσουμε ότι είναι σπάταλη, αχάριστη, επαναστατική, άπληστη, λαίμαργη, οργίλη και τεμπέλικη, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι εκείνος ο ανθέλληνας ο Μαιστρ είχε δίκιο όταν έλεγε πως δεν υπάρχει μύθος, τρέλα, ελάττωμα που να μην έχει έμβλημα, όνομα, προσωπείο ελληνικό, ο Έλληνας δεν πιστεύει πως του αξίζει η τιμωρία που οι όμοιοί του τού επιβάλουν. Το πανηγύρι του ήταν αγνό και εποικοδομητικό. Το γλέντησε και θα υπερασπιστεί την επιλογή του μέχρι τέλους. Αν ο σύγχρονος κόσμος της ηλιθιότητας και της ηθικολογίας των διεφθαρμένων αγορών τελικώς επικρατήσει, η Ελλάδα, τουλάχιστον, δεν θα αποτελεί κομμάτι του. Οι Γαλλογερμανικές τράπεζες δεν θα κινδυνεύσουν για τα επόμενα χρόνια και θα προσφέρουν τα χρήματά τους στα επόμενα ανυποψίαστα θύματα του ευρώ. Χωρίς ψυχή η ανθρωπότητα, αλλά με λίγα πλούσια ανθρώπινα εκτρώματα, δεν θα έχει να απολογηθεί σε κανέναν για τη μητροκτονία που διέπραξε. «Τέλος καλό, όλα καλά», θα γράψουν οι εφημερίδες της.

Πνευματικό ατύχημα

Η αληθινή συντέλεια του κόσμου είναι η καταστροφή του πνεύματος, η δε άλλη εξαρτάται από το αδιάφορο πείραμα αν μετά την καταστροφή του πνεύματος μπορεί να υπάρχει ένας κόσμος. Καρλ Κράους.

Όλοι είχαμε ακούσει για τις ομαδικές αυτοκτονίες μέσω Διαδικτύου που σχετίζονταν με το τέλος του κόσμου αλλά κανείς δεν είχε φανταστεί ότι η μόδα θα μπορούσε να παρασύρει τον πνευματικό, ότι άνθρωποι των γραμμάτων θα έπεφταν στην παγίδα και θα αποφάσιζαν, αναπάντεχα, να βάλουν τέλος στη ζωή τους. Ακούγαμε, επίσης, και ακούμε ακόμα συχνά ότι πέθανε ένας ποιητής από δω, ότι πέθανε ο τάδε ποιητής από κει και πάντα αναρωτιόμαστε γιατί να αποτελούν τάχα οι θάνατοί τους για τα φιλότεχνα Μίντια είδηση, ενώ δεν ήταν είδηση ποτέ τα ποιήματά τους.

Ο Στεφάν Εσέλ μέσα σε 32 σελίδες εξήγησε στους λαούς τους λόγους για τους οποίους είναι απαραίτητο να αγανακτήσουν. Ισάριθμοι Έλληνες διανοούμενοι υπονόησαν με μια λιτή ανακοίνωση εν είδει κοινοβουλευτικού εκπροσώπου τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να το ξανασκεφτούν. Και προσωπικά διόλου δε με ενοχλεί η μορφή του κειμένου, το οποίο ακριβώς για να σταθεί απέναντι στον λαϊκισμό, γράφτηκε για να λαϊκίσει καλύτερα. Με εξοργίζει η ίδια η ουσία του και ο ρόλος που διεκδικεί να διαδραματίσει, παρόλο που η χρησιμότητά του δεν είναι μεγαλύτερη από αυτή που θα είχε ένα αυτόγραφο. Η ελάχιστη προσπάθεια που διαφαίνεται στην προχειρότητα και τις γενικότητες της δήλωσης θέλω να πιστεύω ότι δεν οφείλεται αποκλειστικά σε πνευματική νωθρότητα, αλλά ότι προσπαθεί, υιοθετώντας τη, να μας μιλήσει για τον εχθρό: την αδιαφορία για την οποία μιλάει ο Γάλλος αντιστασιακός. Με την επίκλησή της μάλιστα στα όνειρα των νέων, όχι μόνο δεν καταφέρνει να τους τιμήσει αλλά τα υποβιβάζει με το να τα τοποθετεί στο εντυπωσιακό φινάλε της. Ορισμένοι τους τουλάχιστον θα έπρεπε να το αποφύγουν. (Αντικοινωνικά είναι τα όνειρα Κική, εσύ το έχεις γράψει, θα τα εμπιστευόσουν ποτέ στον Άδωνι(;) -εκτός κι αν είσαι τελικά η Ευγενία).

Το κάλεσμα για αλλαγή νοοτροπίας σε ανθρώπους που είναι βέβαιο ότι έχουν να κερδίσουν πολλά από το «πείραγμά» της για μερικά χρονάκια είναι σκανδαλιστικό από κάθε άποψη, πόσω μάλλον από τη σκοπιά της διανόησης, και όσο το ξαναδιαβάζω αρχίζω να βάζω στο νου μου το χειρότερο σενάριο: κάποιος τους ανάγκασε να υπογράψουν μετά από βασανιστήρια. Προς Θεού, δεν με κολάζει η σύνεση • με κολάζει η επιταγή της. Η, δε, ειλικρίνεια, κι αυτή λέξη κλειδί της διακήρυξης, ανακατεύεται με την επικοινωνία σε τέτοιο βαθμό ακόμα που φοβάσαι ότι οι πολιτικοί όχι μόνο δεν σκοπεύουν να τη χρησιμοποιήσουν, αλλά καθημερινά διαπιστώνεις ότι δεν μπαίνουν πλέον καν στον κόπο να υποτιμήσουν τη νοημοσύνη σου • την έχουν αφήσει απέξω από τις σκέψεις τους εντελώς. (Το σποτάκι των 20 μηνών για όποιον παρακολουθεί τηλεόραση είναι συγκινητικό, για εκείνον που ενημερώνεται στο Ίντερνετ είναι άκρως προσβλητικό). Με τους 32 φαίνεται να ισχύει η οπτική του Λόντον για τους ακαδημαϊκούς : η χωρίς πάθος αναζήτηση της χωρίς πάθος αλήθειας.

Το πρόβλημα είναι άλλο: Η υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας δεν έχει συνοδευτεί από την πολυπόθητη υποβάθμιση της αντιληπτικής ικανότητας των πολιτών της. Αν οι 32 είχαν συνεργαστεί προς αυτή την κατεύθυνση αυτά τα χρόνια, η δήλωση πίστης στο πολιτικό σύστημα ως έχει εκ μέρους τους δεν θα αποτελούσε παραφωνία αλλά απλώς η αποφασιστικότερη επιβεβαίωσή της. Στα «Νέα» ήδη άρχισαν μερικοί από αυτούς να εξηγούν τους λόγους που συνυπέγραψαν την έκκληση, αποδεχόμενοι προφανώς την ενοχή τους. Δύο κείμενα πιο κάτω είχα αφήσει μια φράση οδηγό του Βίκτορα Ουγκό: «Δε φτάνει πια να στοχάζεσαι, πρέπει και να αγαπάς. Δεν φτάνει πια να στοχάζεσαι και ν’ αγαπάς, πρέπει να δρας. Δεν φτάνει πια να στοχάζεσαι, ν’αγαπάς και να δρας. Πρέπει και να υποφέρεις». Σε λίγο καιρό κανένα γραπτό, όση αγωνία κι αν επιδείξουν οι συντάκτες του, δεν θα μπορεί να κουμαντάρει την αλήθεια.

Η συνταγή απέτυχε: Η διαθήκη των 32, τούς ξεπέρασε. Αυτόχειρες των γραμμάτων υπήρχαν και θα υπάρχουν, βεβαίως, δεν είναι πρώτη φορά, ούτε η τελευταία. Εκείνοι όμως ταλανίζονταν από πάθη και αυταπάτες • δεν ήταν μπράβοι ενός συστήματος που έχει παραλύσει στην προοπτική της ολοκληρωτικής του κατάρρευσης. Τα συλλυπητήριά τους από προχθές εκφράζουν με κάθε τρόπο οι αναγνώστες των τολμηρών, τι λέω τολμηρών, ριψοκίνδυνων αυτών προσωπικοτήτων. Πρόκειται αναμφίβολα για πνευματική τραγωδία που συνταράσσει το πανελλήνιο και πλήττει, κυρίως, τα μεσαία και τα χαμηλότερα στρώματα. (Η κηδεία τους είχε μεν αρχικά προγραμματιστεί για αύριο στις 2μ.μ στο ΑΝεκροταφείο, όλα όμως δείχνουν πως θα τελεστεί στα ράφια των βιβλιοπωλείων και των βιβλιοθηκών). Το μόνο παρήγορο είναι πως το τέλος τους το διάλεξαν οι ίδιοι, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της ευθανασίας. Με τον τρόπο αυτό δεν χρειάστηκε να υποφέρουν περισσότερο κοντά μας. Το πένθος, εντούτοις, δεν παύει να είναι βαρύ και δεν ξέρω αν ο ελληνικός λαός μπορεί να αντέξει περισσότερες θυσίες. Όπως και να ‘χει, αθάνατοι φωνάζουν οι νοσταλγοί της σιωπής τους.


Υ.Γ. Σκεφτόμουν χθες ότι πάση θυσία πρέπει να επικρατήσει η μη βία. Δεν μας ‘λείψαν οι νεκροί. Κι όμως. Δεν υπολόγιζα ότι μερικοί θα μας άφηναν από μόνοι τους. Και δεν είναι ότι θα πάψω κάποιους απ’αυτούς να τους διαβάζω. Θα κρατάω απλώς μικρότερο καλάθι.

Υ.Γ1. Οι μοναδικοί διανοούμενοι που αναγνωρίζει ο κόσμος είναι οι οικονομολόγοι, καμία δεκαριά bloggers και άλλοι τόσοι δημοσιογράφοι. Την ευθύνη για την στροφή στην «πένθιμη επιστήμη» φέρουν οι πνευματικοί άνθρωποι που επιτρέπουν στην ύβρι των αγορών να υφίσταται και να γιγαντώνεται. Μπροστά στην τελειοποίηση του οικονομικού ολοκληρωτισμού, θα όφειλαν να συναντηθούν στις πλατείες του διαλόγου για την δημιουργία ενός πανανθρώπινου, μη βίαιου κινήματος, ειδικά τώρα που οι δρόμοι του Διαδικτύου είναι ανοιχτοί ώστε να προσπαθήσουν να πριονίσουν, μαζί με τους λαούς και τους πολιτικούς, το αόρατο χέρι που επεμβαίνει όποτε πεινάσει επιβάλλοντας αδικία, τρόμο και ανέχεια. Δέχομαι τον Χριστιανόπουλο που δήλωσε πρόσφατα πως νιώθει ότι δε θέλουμε απλώς να ξοδεύουμε λιγότερα και γι’αυτό αγανακτούμε. Θα ήθελα να καταλαβαίνει περισσότερο τον κόσμο μας, αλλά σέβομαι τη στάση του. Η ζωή του, η φτώχεια του, μου δίνουν ένα σημείο αναφοράς. Ως ποιητής αληθινός, «επωμίζεται την ευθύνη του εγώ»( Τσοράν). Ενός έντιμου και λιτού εγώ. Δεν κάθεται να συνυπογράφει ανοησίες. Η Ντόρα για να στηρίξει τη σαπίλα, έκανε τουλάχιστον κι ένα κόμμα. Ήταν πιο τολμηρή.

Υ.Γ2. Στο κείμενο των 32 δεν αναφέρεται πουθενά η λέξη Δικαιοσύνη, πιθανότατα επειδή η εφαρμογή της συναντά περισσότερες δυσκολίες απ’ό,τι η «ηγεσία ευθύνης και εθνικής ανασυγκρότησης».

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

Καμένο χαρτί

Το Radicaldesire μου έκανε την τιμή να αναδημοσιεύσει μία μεταμεσονύχτια και κατά πάσα πιθανότητα αφελή απορία μου στο Βυτίο.

Καμένο χαρτί
Το παρακάτω το είδα γραμμένο ως σχόλιο στο Βυτίο και το αναδημοσιεύω για να διαβαστεί όσο γίνεται περισσότερο:

pasaenas:
Σήμερα ο πρωθυπουργός είπε αλήθεια για πρώτη φορά. Πιο ξεκάθαρα δεν μπορούσε να το πει και προφανώς το ξεστόμισε για να τον λυπηθούμε: «Όσοι διαδηλώνουν στις πλατείες απευθύνονται σε εθνικά συστήματα δημοκρατίας, τα οποία είναι αδύναμα και αιχμάλωτα μιας παγκόσμιας εξουσίας». Ποιος θα διαφωνούσε μαζί του; Η διαπίστωσή του, που απαξιώνει περισσότερο την κοινοβουλευτική μας δημοκρατία απ’ό,τι οι μούτζες και οι προπηλακισμοί, δεν θα μπορούσε να είναι πιο καίρια. Τι ακριβώς κάνουμε λοιπόν; Σε ποιον διαμαρτυρόμαστε; Προφανώς σε εκείνους που μέχρι πρότινος διαχειρίζονταν το μέγεθος αυτής της αδυναμίας. Τη δεδομένη όμως στιγμή μοιάζουμε με τους ακροδεξιούς που κυνηγούν τους μετανάστες. Συγγνώμη που θα ακουστώ δογματικός αλλά το μόνο ζήτημα που επείγει είναι αν μας παίρνει να γυρίσουμε στη δραχμή. Το μοναδικό που θα έπρεπε να αναλύεται αυτές τις μέρες διεξοδικά και δεν αναλύεται πουθενά. Η χώρα οδεύει σε αργό θάνατο, η κίνηση των αγανακτισμένων στη Θεσσαλονίκη το ίδιο. Μέχρι να τελειοποιήσουμε την αμεσοδημοκρατία, θα έχει τελειοποιηθεί η κατοχή. Το ερώτημα στο δικό μου μυαλό, σήμερα τουλάχιστον είναι το εξής: Μπορούμε να πάρουμε το δρόμο προς την πείνα από μόνοι μας δίνοντας στον εαυτό μας μια ελπίδα ή μένουμε στη φυλακή υψίστης ασφυξίας της Ευρώπης περιμένοντας ένα θαύμα, δηλαδή μια καταστροφή; Είναι το τελευταίο μας χαρτί ένα καμένο χαρτί;