Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Τι να περιμένουμε

Υποψιάζομαι κύριοι ότι με κοιτάζετε με οίκτο. Μου επαναλαμβάνετε ότι ένας άνθρωπος μορφωμένος και εξελιγμένος, δηλαδή ένας άνθρωπος όπως πρέπει να είναι ο άνθρωπος του μέλλοντος, δεν είναι δυνατό να επιθυμεί κάτι που μπορεί να τον βλάψει , γιατί έτσι του κάπνισε. Συμφωνώ απόλυτα μαζί σας πως αυτό είναι αξίωμα, είναι πραγματικά αξίωμα. Μα σας το ξαναλέω για εκατοστή φορά, υπάρχει μία περίπτωση, μία μόνο, που ο άνθρωπος μπορεί σκόπιμα, συνειδητά, να επιθυμεί κάτι βλαβερό, παράλογο, ακόμη και εξωφρενικό. Είναι όταν θέλει να έχει το δικαίωμα να επιθυμεί και το εξωφρενικό ακόμη, και να μην είναι υποχρεωμένος να επιθυμεί μόνο εκείνο που είναι λογικό. Η πιο παράλογη ιδιοτροπία μπορεί, κύριοι, να είναι για τον άνθρωπο το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο σε μερικές περιπτώσεις, και μπορεί να είναι πιο ενδιαφέρουσα απ’όλα τα οφέλη, ακόμη και στην περίπτωση που πραγματικά μας βλάπτει και είναι αντίθετη με τα σωστά συμπεράσματα της λογικής μας, γιατί, όπως κι αν έχει, κρύβει μέσα της ό,τι μας είναι πιο αγαπητό και πιο σπουδαίο: την προσωπικότητα και την ατομικότητά μας […]

Παρουσιάζονται στον κόσμο άνθρωποι πολύ ηθικοί, φρόνιμοι, σοφοί και φιλάνθρωποι που θέτουν σαν σκοπό της ζωής τους να γίνουν, αν μπορούν, φρόνιμοι και ηθικοί. Θα ‘λεγες πως θέλουν να χρησιμέψουν σαν υπόδειγμα στο γείτονά τους για να του αποδείξουν ότι μπορεί πραγματικά να ζήσουμε σαν άνθρωποι ηθικοί και φρόνιμοι. Μα τι γίνεται κατόπιν; Είναι γεγονός αποδεδειγμένο ότι, αργά ή γρήγορα, πολλοί από τους φιλάνθρωπους αυτούς στο τέλος της ζωής τους διαψεύδουν τους εαυτούς τους κι αφήνουν πίσω τους υλικό για ανέκδοτα, πολύ επιλήψιμα καμιά φορά. Σας ρωτώ τώρα: Τι μπορεί να περιμένουμε από τον άνθρωπο, από το ον αυτό το προικισμένο με τόσες παράξενες ιδιότητες; Δώστε του πλούτη, πνίξτε τον στην ευτυχία, ενισχύστε τον όσο θέλετε χρηματικά για να μην κάνει τίποτε άλλο παρά να κοιμάται, να τρώει γλυκίσματα και να προλέγει το σταματημό της παγκόσμιας ιστορίας, και τότε ακόμη ο άνθρωπος από αχαριστία και μοχθηρία θα κάνει ατιμίες. Θα ριψοκινδυνέψει να χάσει τα γλυκίσματά του και θα επιθυμήσει σκόπιμα ουτοπίες που θα μπορούσαν να τον καταστρέψουν, πράγματα παράλογα κι ανώφελα, μόνο και μόνο για να νοθέψει το θετικό ορθολογισμό με κάποιο στοιχείο της φαντασίας του, καταστροφικό.

Φιοντόρ Ντοστογιέφκσι, Το Υπόγειο, Ελευθεροτυπία 2006, Μετάφραση Γιώργη Σημηριώτη.

Υ.Γ. Πονάνε τα ματάκια μου με αναρτήσεις αξιόλογων, κατά τα άλλα, ιστολογίων. Γελάει ο Φιοντόρ στο Υπόγειο. 0,99 ευρώ κάνει. Αγοράστε το πριν το εξαφανίσουν.

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

Η εξουσία γυμνή

Ελευθερώστε τους προφήτες. Σκεπάστε τον ουρανό με ποιήματα. Τρομοκρατήστε τον κόσμο! Ν. Κάλας.

Ο Βύρων Λεοντάρης, σε ένα παλιό τεύχος του περιοδικού Σημειώσεις, 17 χρόνια πριν, οργιζόταν με μία καμπάνια μάρκετινγκ που έθετε ως στόχο την επιστροφή της ποίησης στα εκδοτικά πράγματα, προτάσσοντας στιχάκια που την αντιπροσωπεύουν όσο αντιπροσωπεύουν π.χ οι στίχοι: «Τα μονοκοτυλήδονα και τα δικοτυλήδονα ανθίζανε στον κάμπο» την ποίηση του Σεφέρη. «Έτσι παραπλανητικά διαφημισμένοι», έγραφε, «παραμορφωμένοι και διασυρμένοι επιστρέφουν στο εκδοτικό προσκήνιο οι «σιωπηλοί», «αντισυμβατικοί» δημιουργοί για να πάρουν τη θέση των «μαϊντανών που θα μείνουν έξω από το παιχνίδι». Έτσι και η ποίησή τους. Με ελαφρολαϊκές κειμενικές και εξωκειμενικές συνδηλώσεις και παραδηλώσεις, στη μανουσοφασσική εκδοχή της. Και με συνοδευτικά γελάκια, χαριεντισμούς και με κλείσιμο ματιού των εκδοτών προς το κοινό με νόημα. Ότι, τέλος πάντων, δεν είναι και τόσο δυσπρόσιτη και σοβαρή υπόθεση η ποίηση, έχει κι αυτή την πλάκα της».

Ήταν τότε που στο εσωτερικό των λεωφορείων είχαν αναρτηθεί στίχοι των σημαντικότερων ποιητών μας. 12 μήνες, 12 ποιητές. Ο Λεοντάρης κατέληγε ότι μία ποίηση που πουλάει, μία ποίηση που γίνεται για το κοινό, είναι μία ποίηση ενάντια στο κοινό. Η παρατήρηση δεν ήταν πρωτότυπη. Το γεγονός αποτελούσε το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, όπως διάβαζα πρόσφατα. Σημείωνε η Ζακλίν Ντε Ρομιγί πως, από ένα διάστημα και μετά, έπαψε να υπάρχει ουσιαστική ελευθερία του λόγου αφού ο λαός ήθελε να ακούει μόνο όσους κολακεύουν τις επιθυμίες του. Ας είμαστε επομένως ειλικρινείς. Ποιος περίμενε τίποτα περισσότερο από αυτούς που κλείνουν βιβλιοθήκες, νοσοκομεία, την ΕΡΤ; Είναι τόσο άσχετοι που ούτε μία σοβαρή προπαγανδιστική αποστολή δεν μπορούν να φέρουν εις πέρας. Καβάφη απήγγειλαν μόνο όταν έλεγαν το μεγάλο όχι της παραίτησης, αφού νωρίτερα είχαν μεθύσει στο πάρτυ της διαπλοκής. Για εκείνους, τώρα, το μνημόνιο είναι το σημαντικότερο κείμενο στη χώρα. Ούτε το Σύνταγμα, ούτε καν ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν. Και πιθανόν, όταν το επιβατικό κοινό βαρεθεί τους στίχους του Καβάφη, να του δώσουν την ευκαιρία να απαγγείλει στίχους από τα νέα μέτρα. Γιατί όχι, να διαβάσουμε μια μέρα πως: «Είναι επικίνδυνον πράγμα η βία» πάνω στις ασπίδες των Ματ. Αυτό κι αν θα ήταν ποπ νότα.

Η βία όμως είναι η βιασύνη. Το ξεκαθαρίσαμε. Όσοι τοποθέτησαν το στίχο πάνω στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, θα ισχυριστούν ότι το γνώριζαν. Κι αν όλη η υπόλοιπη φασαρία γίνεται πάλι για το δίκιο μας, είναι απολύτως περιττή. Αν γίνεται για να γελάσουμε, το χαμόγελο παραμένει πικρό. Τι κάνουμε αν στους περισσότερους αρκεί η ψευδαίσθηση μίας κάποιας παιδείας; Αν η διακωμώδηση είναι κάτι που οι περισσότεροι πιστεύουν ότι αξίζει στην ποίηση; Τι συμπεραίνουμε όταν οι περισσότεροι κάνουν το ίδιο με αυτό που κατηγορούν, δηλαδή τη διαβάζουν αποσπασματικά και μόνο με τρόπο που τους βολεύει; Η πολιτική φρόντιζε επανειλημμένα να απογοητεύει τους ποιητές εκείνους που πίστεψαν στη δύναμή της. Ό,τι, καμία φορά, ωστόσο, δεν κατάφερναν τα ποιήματα να προσφέρουν σε γνώση ή απόλαυση, το επέστρεφαν σε διδάγματα οι αστοχίες και τα όνειρα των ποιητών. Οι ιδεολόγοι, από την άλλη, επιφορτισμένοι με το θεάρεστο έργο της τύφλωσης των μαζών, φρόντιζαν να τιμωρούν τους «προφήτες» που αμφισβητούσαν τη μία και μοναδική αλήθεια. Επέπλητταν κι ενίοτε συνέτριβαν την εντιμότητα και την τόλμη που υπήρξαν πάντοτε τα πιο ριζοσπαστικά ποιητικά μέσα.

Τα μεγάφωνα του Λάσκαρη, για παράδειγμα, χάσκουν ακόμα πάνω από όποιον νομίζει ότι η ποίηση είναι απλά ένα όπλο που παίρνεις στον πόλεμο. Η Αριστερά, από την οποία οι απαιτήσεις είναι αυξημένες, με εξαίρεση το πιο ζωντανό πνευματικά κομμάτι της, απασχολημένη με τον εχθρό, φαίνεται να ξεχνάει έναν μεγαλύτερο: τον ίδιο τον εαυτό της. Συνοδεύει με στίχους τα προτάγματά της επειδή μπορεί, συχνά, να χρησιμοποιεί την ποίηση κι εκείνη αλά καρτ, αντλώντας αξία από τον ανήθικο αντίπαλο. Επειδή η Σώτη κι ο Φαήλος είναι αυτοί που είναι, αγνοεί ή και χαϊδεύει όλους όσοι μέσα από τις τάξεις της ετοιμάζονται πάλι να τορπιλίσουν την προσπάθεια. Θέλω να πω πως, αν κοιτάξει κανείς γύρω του προσεκτικά, χάνει τον ύπνο του. Διότι το απόθεμα σε ανθρώπους ενδέχεται ξανά να αποδειχτεί μικρό. Και ο αγώνας πιο δυσάρεστος και αντίξοος απ'όσο θέλει να υπολογίζει. «Μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο», έγραψε εξάλλου κάποτε ο Νίκος Καρούζος. Όχι για να μας αποτρέψει φαντάζομαι από το να διεκδικήσουμε το δίκιο αυτό, αλλά για να μας προειδοποιήσει. Δίκιο που δεν μπορεί να καταναλωθεί από ψεκασμένους, γερασμένους και κακομαθημένους, γυρίζει μπούμερανγκ.

Η ποίηση ως προπαγάνδα δεν θα ήταν εξάλλου αρνητική εξέλιξη. Υπό την έννοια ότι, ακόμα και πάνω σε Μ.Μ.Μ, άτεχνα πετσοκομμένη λες και είναι σλόγκαν ή σύνθημα, διατηρεί το ασυμβίβαστο φως της. Η εξουσία ομολογεί την αδυναμία της όταν επιστρατεύει εκείνο που μέχρι χθες υποτιμούσε. Παρουσιάζεται επιτέλους γυμνή μπροστά στην αυθεντία, την αθανασία και την αλήθεια των ποιητών. Εκτίθεται αλλά και ενθαρρύνει τους πολίτες να πάρουν τη ζωή και το μέλλον στα χέρια τους. Παραδέχεται με τυμπανοκρουσίες πως δεν είναι η καταλληλότερη για να κυβερνάει κι ότι, τέλος πάντων, ένας άλλος κόσμος ενδεχομένως και να είναι εφικτός. Εκείνη σίγουρα γνωρίζει πως δεν υπηρετεί παρά μόνο το τομάρι της. Και νιώθει σαν το ατρόμητο παιδί που φωνάζει πρώτη φορά στη ζωή του τη μάνα του για να το σώσει.

«Η ποίηση στις μέρες μας, τα τελευταία τριάντα χρόνια ας πούμε, σύμφωνα και με τον Ευγένιο Αρανίτση, αφού περιέγραψε τις ήττες του κόσμου, υμνεί άμεσα ή έμμεσα και τη δική της ήττα. Όταν λέμε πως υμνεί, ίσως υπερβάλουμε: είναι ακριβώς η αδυναμία να υμνήσει την ήττα της, που αποτελεί την προσωπική της ήττα» έγραφε πρόσφατα στο Bibliotheque ο Σωτήρης Παστάκας. Να λοιπόν που απρόσμενα η ποίηση βρήκε έναν τρομοκρατημένο σύμμαχο, ο οποίος δεν αναγνωρίζει την ήττα. Ζητεί συγγνώμη και αποκαλύπτει ότι έκλεβε. Το πλεόνασμα το έχουν πάλι οι ποιητές. Εσείς είστε εξουσία, λένε τώρα σύσσωμα τα Υπουργεία.  Ο λόγος σας κι όχι οι πράξεις μας. Εσείς είστε «οι μη αναγνωρισμένοι νομοθέτες της ανθρωπότητας». Κι ενώ υποκρίνονται, καθώς ποτέ δεν έμαθαν να κάνουν τίποτα άλλο, δεν υπάρχει λόγος να μην τους πιστέψουμε. Τώρα που ζορίζουν τα πράγματα, ρίχνουν αλλαγή τον Αλεξανδρινό να καθαρίσει. Ζήτω η ποίηση!

Ο Καβάφης δεν έχει να φοβηθεί τίποτα επομένως. Και χαρτί υγείας να γίνει για να μοιράζεται δωρεάν σε πρώην Υπουργούς που το έχουν ανάγκη όπως ο Θεόδωρος Πάγκαλος, πάλι δεν κινδυνεύει. Ίσα-ίσα. Η ποίηση, περισσότερο, απειλείται από τους κακούς ποιητές και από όσους δεν την διαβάζουν με πάθος. Από όσους νομίζουν ότι είναι δειλία, τεμπελιά και ρομαντισμός να γράφεις στιχάκια. Η ποίηση στα καλύτερά της, η ποίηση ως καθημερινή πνευματική εμπειρία, όχι μόνο ως τέχνη αλλά κι ως επιστήμη, εκτός από τη λύτρωση που προσφέρει, μας βάζει ξανά στο λαβύρινθο του Καστοριάδη, εκεί που κάθε ιδεολογία δεν θέλει να πλησιάζουμε. Εκεί που είμαστε υποχρεωμένοι πάλι να σκεφτούμε, να συζητήσουμε και να αποκτήσουμε συνείδηση. Εκεί που δεν μπορείς να ξεμπερδέψεις με τον τυφλοσούρτη που απαιτούν οι τηλεοπτικές ακροδεξιές γιάφκες του σκοταδισμού ή όλων όσοι εθελοτυφλούν επειδή έχουν καλές προθέσεις.

Ο Αντώνης Αντωνάκος υπενθυμίζει πως:«Η ποίηση ήταν το μέγα σκάνδαλο γιατί δεν είχε ποτέ κερδοσκοπία». Η ποίηση, με λίγα λόγια, συνιστά πράξη αντίστασης, ούτως ή άλλως. Ο Κάβαφης γίνεται το πρώτο, παρ’ ολίγον, success story μίας κυβέρνησης που ζήλεψε την προηγούμενη του Καστελόριζου κι αρχίζει να απαρτίζεται κι αυτή με τη σειρά της από αντιεξουσιαστές στην εξουσία. Για δες. Μπορεί και να ανατρέπονται τα καθεστώτα. Κυρίως τα καθεστώτα που βρίσκονται στα στομάχια, όπως είπε πάλι κάποιος ποιητής. Ο χαμένος τα παίρνει όλα. Οι ποιητές το ήξεραν κι επέλεξαν να πληρώσουν το τίμημα. Ας το μάθουν κι οι αναγνώστες.

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Champions League

«Το τελικό αποτέλεσμα βγαίνει πάντα από τις συγκρούσεις πολλών ατομικών θελήσεων. Υπάρχουν λοιπόν εδώ αναρίθμητες δυνάμεις που διασταυρώνονται, μία ατελείωτη ομάδα από παραλληλόγραμμα δυνάμεων, από τα οποία βγαίνει μια συνισταμένη- δηλαδή το ιστορικό αποτέλεσμα. Το ιστορικό αυτό αποτέλεσμα μπορεί πάλι να θεωρηθεί σαν το προϊόν μιας δύναμης που δρα σαν ένα σύνολο, ασυνείδητα και άβουλα. Γιατί αυτό που θέλει το κάθε άτομο εμποδίζεται από κάθε άλλο άτομο κι αυτό που προκύπτει είναι κάτι που κανένας δεν το θέλησε, αλλά δεν έχει κανένας το δικαίωμα να συμπεράνει ότι οι θελήσεις αυτές είναι ίσες με μηδέν. Απεναντίας, η καθεμιά συμβάλλει στη συνισταμένη και περιέχεται ανάλογα μέσα της». Δεν πρόκειται για ανάλυση ποδοσφαιρικού παιχνιδιού. Είναι το γράμμα του Φρίντριχ Ένγκελς προς τον Μπλοχ, σχετικά με το απρόοπτο της ιστορικής εξέλιξης.

Νίκος Μπογιόπουλος-Δημήτρης Μηλάκας, Μία θρησκεία χωρίς απίστους, Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα 2005.

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Ασκήσεις αντιφασισμού

Όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό δεν πρέπει να μιλάει και για τον φασισμό. Μαξ Χορκχάιμερ.

Σκεφτόμουν τον πιο αντιεξουσιαστικό ίσως στίχο σε ελληνικό λαϊκό τραγούδι. Τον έχει γράψει η Σώτια Τσώτου: «Άσε με στο μεθοκόπι, έτσι ‘ναι οι ανθρώποι, τόσο αμαρτωλοί κι ωραίοι, τόσο άνθρωποι». Αν οι άνθρωποι καταφέρνουν να είναι ταυτόχρονα και αμαρτωλοί και ωραίοι, αυτό που συμβαίνει στη χώρα είναι σε μεγάλο βαθμό ανήθικο. Μιλώ για το μνημόνιο και την ταυτόχρονη εφαρμογή της Χρυσής Αυγής. Κάθε μέρα, Μίντια και κράτος, διεφθαρμένα και υποταγμένα σε οικονομικά συμφέροντα, με εξουσία ανάλογη της απαξίωσης που απολαμβάνουν, κηρύττουν τον πόλεμο στο μεμονωμένο άτομο το οποίο αναζητεί λόγους, ενίοτε δε και τρόπους όπως π.χ το κλείσιμο της τηλεόρασης, ώστε να μη καταντήσει φασίστας.

«Η αθωότητα του ανθρωπίνου όντος δεν έγκειται στις αρετές του: φανταστικές κατασκευές ανθρώπων που ποθούν να οδηγήσουν, να διορθώσουν, να εξουσιάσουν σε τελευταία ανάλυση τους ανθρώπους, αλλά στο πολύ απλό γεγονός πως δεν θέλει να πεθάνει πριν της ώρας του μέσα στον πόνο και την αθλιότητα» γράφει ο Γιώργος Μπλάνας σε ένα υποδειγματικό δοκίμιό του. Ο λαϊκός ποιητής δίνει μία δεύτερη πτυχή αυτής της αθωότητας:« Ήρθα σαν ξένος στη ζωή και ξαναφεύγω ξένος». Όλοι είμαστε ξένοι. Γι'αυτό κι όταν κάποιος κυνηγάει μετανάστες λέμε ότι κηρύσσει τον εμφύλιο. Τα όπλα μας, ωστόσο, δεν είναι ό,τι καλύτερο κουβαλάμε μέσα μας, όπως διάβασα κάπου. Μια χριστιανική προσέγγιση δεν καλύπτει τις ανάγκες της εποχής. Ο άνθρωπος ανέκαθεν επεξεργαζόταν τα καταστροφικά συναισθήματά του, έκρυβε τις μύχιες σκέψεις του, πάλευε με τα κατώτερα ένστικτά του και το κακό που τον κυνηγά. Κανείς δεν γεννιέται μόνο άγγελος ή μόνο δολοφόνος. Μέσω της εσωτερικής σύγκρουσης που μαίνεται μέσα του ανά πάσα στιγμή αποφασίζει να εξυψωθεί. Τίποτα, όσο σκοτεινό κι αν φαίνεται, δεν είναι για πέταμα.

Οι Νεοναζί, ενώ βάλλονται από το σύστημα που έχει βαλθεί να τους ενισχύσει αφού πρώτα τους έκανε εξουσία, το γύρισαν στον Νίτσε. Δεν κατάλαβαν τι διάβασαν οι παλιοί "αγωνιστές" του θανάτου, δεν καταβαίνουν ούτε οι τωρινοί τι σημαίνει: «Βλέπω πολλούς στρατιώτες: θέλω να δω πολλούς πολεμιστές». Αυτό που ταράζει ακόμα στη νεοναζιστική οργάνωση είναι ακριβώς αυτή η υπογράμμιση του άδικου κόπου της ύπαρξης, της μάνας τους και του μαιευτήρα. Ντυμένοι στα μαύρα, οπλισμένοι με μαχαίρια εναντίον όλων, μας πετούν στα μούτρα ό,τι ντροπιάζει τον καθένα, ό,τι τον ταπεινώνει, ό,τι τον τρομάζει. Εντέλει, ό,τι τον κάνει να αρχίσει τα ψέματα. Ο φασισμός καμώνεται πως δεν λέει ψέματα-εκεί έγκειται η όποια γοητεία του. Είμαι άνθρωπος όμως επειδή λέω ψέματα, γράφει ο Ντοστογιέφσκι, επειδή καταφέρνω να δημιουργώ, να ανακαλύπτω, να φαντάζομαι και να γεννώ καινούριους κόσμους. Δεν τα βάλαμε με τους Νεοναζί επειδή δεν τους καταλαβαίνουμε αλλά ακριβώς επειδή τους καταλαβαίνουμε αρκετά. Δεν υπάρχουν αθώες περιστερές ανάμεσά μας, μεταξύ κατεργαρέων, μικρότερων ή μεγαλύτερων, γινόταν πάντα η συνεννόηση.

Επιπλέον οι Τέχνες, παρόλο που οι Ναζί τις μισούν διαισθανόμενοι πως μειονεκτούν, δεν πηγάζουν από κάτι ανώτερο. Τα απόβλητα είναι η πρώτη ύλη για τον Χριστιανόπουλο, η Τέχνη είναι ο διάβολος για τον Μπέικον, το πνεύμα πηγάζει από το αίμα σύμφωνα με τον Τσβάιχ.  Γι’ αυτό η αριστοκρατία του πνεύματος μπορεί να γίνει περισσότερο ανόητη από εκείνη του αίματος όταν εμφανίζεται πάνω στο θρόνο των λάικ της. Ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε ούτε για να μισεί αλλά, κατά πάσα πιθανότητα, ούτε και για να αγαπά. Δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά, γι'αυτό και είναι ανεύθυνο να τα αφήνουμε στην τύχη. Το αίτημα για παγκόσμια ευτυχία αποτυγχάνει πάντοτε γιατί κανένας νόμος και κανένας ηγέτης δεν θα γινόταν να εγκαθιδρύσει την αγάπη και τη δικαιοσύνη. Από την άλλη, παίρνοντας βιαστικά το μέρος του καλού, παραδόξως δεν γινόμαστε καλοί. Φαίνεται πως η μάχη με το πραγματικό χάος, αυτό που καταχωνιάζει ο καθένας μέσα του, κοστίζει σε επαναστατικότητα. Κακώς το φοβόμαστε. Οι Ναζί πάντως το τρέμουν καθώς η αντίφαση παραμένει κωμικoτραγική: Ή θα είναι Έλληνες ή Χρυσαυγίτες. Έλληνας Χρυσαυγίτης, δεν γίνεται. Φάρσα θα σκαρώνουν στον Καστοριάδη.

Τι εννοούσε ο Μάνος όμως όταν έλεγε ότι νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι; Αν ο Χίτλερ διεμήνυε πως η τιμή του είναι η πίστη, φαίνεται πως δεν θα ήταν τόσο κακή ιδέα η επιστροφή στην αυτογνωσία ως άμυνα απέναντι στην καθαρότητα, την πειθαρχία και την τάξη που πάντα «ανθρώπινο κρέας μυρίζει». «Το ον που είμαι υπάρχει ως απροσδιόριστο και μη προβλέψιμο», υποστήριζε στα μέσα του περασμένου αιώνα ο Σαρτρ, ορίζοντας την ελευθερία του. Ο Νεοέλληνας περνώντας από τα μπουζούκια στο Ναζισμό ορίζει αποκλειστικά τη σκλαβιά του. Η αμφιβολία και η αναζήτηση, το μοναδικό γνήσιο πάθος για ζωή, θα μας εξασφάλιζε ευκολότερη πρόσβαση στο περίφημο δίκιο. Η συνέπεια δεν θα θεωρούνταν αρετή. Ένας άνθρωπος που αλλάζει είναι πιθανότερο να μη συμμορφωθεί στις υποδείξεις του κακού την κρίσιμη στιγμή, παρά εκείνος που είναι βέβαιος ότι πράττει το σωστό επειδή ανήκει στο κατάλληλο στρατόπεδο. Η υπεράσπιση του αδύναμου δεν θα γινόταν για λόγους ηθικής ανωτερότητας. Εξάλλου, αν κάτι μας κάνει να ανήκουμε στο ανθρώπινο γένος είναι επειδή τα βάζουμε με τους ισχυρούς και όχι με τους ανέστιους. Οι άνθρωποι επιτέλους θα αναγνώριζαν ξεκάθαρα τον εαυτό τους στο πρόσωπο κάθε ξένου. Θα ήξεραν ότι στη γωνία του δρόμου θα βρίσκονταν αύριο αυτοί, στο στρατόπεδο μεταναστών μεθαύριο πάλι αυτοί, στο δρόμο απολυμένοι αντιμεθαύριο ξανά αυτοί, γιατί έτσι θα αποφάσιζε κάποια εξουσία, ο ακριβής εντοπισμός της οποίας θα αποτελεί πάντοτε το μεγαλύτερο εμπόδιο-ποιον πρέπει να σκοτώσω, αναρωτιέται ο ήρωας στα Σταφύλια της Οργής. Ο έλεγχός της θα ήταν πιο στενός τις ένδοξες μέρες. Θα καταλάβαιναν ότι διαλέγοντας αντιπροσώπους επιλέγουν απλώς το βαθμό που θα υποφέρουν. Δεν θα γινόντουσαν καθίκια. Απλώς θα είχαν βάλει τέλος στις βεβαιότητες. Θα πίστευαν μεν στα θαύματα, όχι όμως και σε αυτούς που τους υποσχέθηκαν ότι θα τα πραγματοποιήσουν.

Όχι, δεν κρύβουμε όλοι έναν ναζί στον κόρφο μας. Ας μην ξεχνάμε όμως πως το Ολοκαύτωμα ήταν, εν πολλοίς, ένας γραφειοκρατικός εκτραχηλισμός. Το μεγαλύτερο κακό σε αυτόν τον κόσμο, έλεγε η Άρεντ, δεν προέρχεται από ανθρώπους που επιλέγουν να είναι κακοί. Προέρχεται από ανθρώπους που απλώς δε σκέφτονται καθαρά. Με δυο λόγια, από καλά παιδιά. Ο νεοναζισμός, εκείνος ο μπάτσος για τον οποίο μιλούσε ο Κοροβέσης, δεν κινδυνεύει να εκλείψει όσο κατοικεί σιωπηλά τα κέντρα εξουσίας. Και νεοναζισμός είναι, αν μη τι άλλο, να κόπτονται οι Ευρωπαίοι επειδή κάποιοι κυνηγούν μετανάστες στους δρόμους, αλλά να αδιαφορούν αν πνίγονται σε κάποια θάλασσα. Νεοναζισμός να καμαρώνει ο πρωθυπουργός για τη συντριβή των Νεοναζί και από κάτω να πανηγυρίζουν οι Άριοι της γραβάτας, οι κροίσοι που θα αποφασίσουν σε τι τιμή θα αγοράσουν το οικόπεδο που διαφημίζει. Νεοναζισμός οι πολιτικές ελίτ να πιστεύουν πως οι νέοι υπάρχουν για να είναι άνεργοι ενώ ο Χίτλερ τους προτιμούσε νεκρούς. Γι'αυτό είναι οι νέοι, έλεγε ο Φύρερ, για να πεθαίνουν. Όσο τεχνοκράτες, χρηματιστές, τραπεζίτες κι αγορές, υπό το βλέμμα πρωθυπουργών, αποφασίζουν για αριθμούς, δηλαδή για ανθρώπους, κανείς δεν μπορεί να μιλάει για νίκη απέναντι στον νεοναζισμό. Είναι αδύνατον να κερδίσεις τον εαυτό σου χειροκροτώντας τον.

Αντιφασισμός, από την άλλη, δεν είναι μόνο διακηρύξεις και πορείες. Είναι και οι άλλες εκστρατείες προς τα βάθη της ψυχής, που δεν ξέρεις αν θα φτάσεις και πότε θα χαθείς, που δεν γνωρίζεις εκ των προτέρων αν θα βρεις όσα δεν φαντάζεσαι πως ψάχνεις. Αντιφασισμός είναι να κοροϊδευόμαστε λιγότερο. Αντιφασισμός να ξέρεις πως μετά το Άουσβιτς απαιτείται περισσότερη κι όχι λιγότερη ποίηση. Αντιφασισμός να ρίχνεσαι στα βιβλία μέχρι να κομματιαστείς και να φωνάξεις βοήθεια. Δεν υπάρχει νεοναζισμός όταν ο Κατσαρός τολμάει να γράψει: «Αντισταθείτε σε μένα ακόμα που σας ιστορώ». Όταν ο Αλεξάνδρου λέει: «Η μόνη ξιφολόγχη μου είταν το κρυφοκοίταγμα του φεγγαριού απ’ τα σύννεφα. Ίσως γι’ αυτό δεν έγραψα ποτέ στίχους τελεσίδικους σαν άντερα χυμένα». Όταν ο Κέρουακ επιβεβαιώνει τον Ρεμπώ: «Δεν υπάρχει εγώ άνθρωπέ μου, να 'σαι σίγουρος». Σκάψε λιγάκι το λάκκο σου, σου λένε οι ποιητές, υπονόμευσε τον εαυτό σου ρε άμεμπτε κερατά. Μείνε σε τελική ανάλυση όπως προστάζει πάλι ο ποιητής "αυτός που είχε δυνατότητες". Καλύτερα άνεργος παρά δολοφόνος, λέγε το αυτό κάθε μέρα. Η παρρησία σου θα πηγάζει από το γεγονός ότι θα θυμάσαι ανά πάσα στιγμή πως δεν έχεις άλλο εχθρό παρά εσένα τον ίδιο. Πως δεν χρειάζεσαι κανέναν να σε περιλάβει γιατί μπορείς να κατηγορήσεις με μεγαλύτερο πάθος ο ίδιος τον εαυτό σου και να το διασκεδάσεις-στο μεθοκόπι χρειάζεσαι παρέα. Ότι γράφεις κυρίως για να αμφισβητηθείς αλλά και για να αμφισβητήσεις αυτά που σου λένε ότι έτσι είναι και δεν αλλάζουν.

Ο Άκης Πάνου νομίζω έγραψε τον πιο αντιφασιστικό ερωτικό στίχο:« Πήρα απ'το χέρι σου νερό, να το ξεχάσω δεν μπορώ, ακόμα κι αν θα στερηθώ την αγκαλιά σου». Έπειτα πήρε στο χέρι του το όπλο κι έγινε φονιάς. Διότι το ερώτημα για το τι είμαστε τελικά είναι καταδικασμένο διαρκώς να πιάνει φωτιά, απογοητεύοντας όσους δοκιμάζουν να το σβήσουν. Ποιος μπορεί να πει με σιγουριά τι πρέπει να γίνει; Ένας παρανοϊκός ίσως. Η αντίσταση σε κάθε ρατσισμό ή λαϊκισμό γίνεται, πάντως, εκδίκηση από τον Δημιουργό, ο οποίος εκτός από το ότι ξέχασε να μας κάνει τέλειους, λησμόνησε να μας κάνει, έστω, αθάνατους. Έτσι, δεν θα δικαιώναμε κι όσους ξέχασαν, απορροφημένοι από το κυνήγι του κέρδους, πως όλοι οι άνθρωποι είναι ωραίοι και αμαρτωλοί. Αυτοί είναι που πρέπει να λογοδοτήσουν στα τραγούδια, στην Ελλάδα του μέτρου και της Δημοκρατίας, στην αξιοπρέπεια και την ομορφιά, στον Καρλ Μαρξ τον ίδιο αν χρειαστεί.

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Η θεωρία των δύο άκρων

Ανυπομονώ να δω πού βρίσκεται τώρα η Ιταλία, τι πνεματικά ρέματα, τι ανησυχίες, τι προσπάθειες στην τέχνη και στη σκέψη. Ένα κανείς διακρίνει: την κυριαρχία του φασισμού. Και φασισμός είναι ένα μεγάλο κοινωνικό (όχι μονάχα πολιτικό) ρέμα που παρασύρει τη νεολαία όλης της Ιταλίας. Όπως είναι ο μπολσεβικισμός ένα σύνθημα πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, πνευματικό κλπ. όμοια κι ο φασισμός. Νέοι από 15 χρονών γυρίζουν τους δρόμους με τα μαύρα τους πουκάμισα, μαύρους σκούφους, σε διαρκή επιστράτεψη. Περιοδικά τέχνης πλήθος εκδίδονται, με φασιστικό ιδανικό. Ίσως αυτό να μελετήσω: είναι το κλειδί της σύγχρονης πνεματικής Ιταλίας. Μπολσεβικισμός και φασισμός είναι οι δύο σύγχρονοι πόλοι που περιστρέφεται η Ευρώπη. Ο Μουσολίνι είναι, ίσως, πολύ μεγαλύτερος απ’ό,τι ωστόρα συνηθίσαμε να θαρρούμε.

Νίκος Καζαντζάκης, Επιστολές προς Γαλάτεια, Εκδόσεις Δίφρος.


Ο Μουσολίνι όμως ενεργεί σαν να 'ταν όργανο μιας δύναμης ανώτερής του. Δεν αποβλέπει εσώτατα, μήτε στην επιτυχία, μήτε στην αποτυχία. Ενεργεί όχι ως δύναμη διανοητική, μα ως φυσική δύναμη. Κι είτε πετύχει είτε μη, αυτός μονάχα κι η σκοτεινή ίσως δύναμη που τον έχει κυριέψει και που τη λέμε συνήθως «ιστορική ανάγκη», «μοίρα», θα ξέρουν πως έκαμαν το χρέος τους. Ποιο χρέος τους; Να σπρώξουν με όλες τις δυνάμεις τους την Ιστορία. Κάθε πολεμιστής σπρώχνει την Ιστορία προς τα εμπρός, αδιάφορο κατά που πολεμά. Κι αν ακόμα σπρώχνει την Ιστορία προς τα πίσου. Γιατί, έτσι, ανάποδα σπρώχνοντας, αναγκάζει να γίνει ακόμα πιο βίαιη η ορμή της ζωής που πάει αντίθετά του. Το ανώτατο χρέος-κι αυτό το ενσαρκώνει ο Μουσολίνι- είναι η ορμή, η ζωτικότητα, η στρατευόμενη πίστη. Αποσκύβαλα της ζωής είναι μονάχα όσοι είναι ευχαριστημένοι, ήσυχοι, και το παρόν τους φαίνεται καλό, σωστό, έντιμο. Η βαθύτατη άρα ομοιότητα Φασισμού και Μπολσεβικισμού έγκειται σε τούτο: Κι οι δυο εχτελούν το ανώτατο χρέος. Κι οι δυο, χωρίς να το θέλουν, χωρίς να το ξέρουν, είναι πιστοί συνεργάτες. Τρεις είναι σήμερα θαρρώ οι ανώτατοι τύποι που έχουν δικαίωμα να πλάσουν, κατ'εικόνα τους κι ομοίωση, τους ανθρώπους: Ο Λένιν, ο Γκάντι κι ο Μουσολίνι.
Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας, Εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη.