Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Όρεξη βρε

Επικοινωνείτε με το περιβάλλον κύριε Κασιδιάρη; Επιτέλους κάποιος ρώτησε. Ο Αθανάσιος Νάκος, όσο έβλεπα το επεισόδιο στη Βουλή, γινόταν ήρωάς μου. Σκεφτόμουν σε ποιο σημείο του κορμιού μου θα ήθελα να μου υπογράψει. Μπήκα στο σάιτ της Βουλής να βρω το βιογραφικό του. Δεν κρατήθηκε όμως: «Τις απειλές σας εκεί που ξέρετε». Όχι δεν θα περάσει ο φασισμός. Όχι τις απειλές σας πουθενά. Όχι τις απειλές στον κώλο σου μαλάκα. Δεν θα είχε και νόημα να διαγραφεί από τα πρακτικά κάποιος άκομψος χαρακτηρισμός για έναν τόσο ευειδή νεοναζί. Εκεί που ξέρει. Σκέτο. Με κλείσιμο ματιού. Και ξέρει αυτός.

Τελευταία είναι της μοδός η αποδόμηση. Σε μπλογκ κομμουνιστικής προπαγάνδας για παράδειγμα μπαίνει στο μικροσκόπιο η αποδοχή του Φρειδερίκου Νίτσε στα χρόνια της Μεταπολίτευσης από τους ατομιστές μικροαστούς. Αν δεν φταίει η στρεβλή κατανόησή του για τη διαφθορά και το χάλι της χώρας, ποιος φταίει; Βεβαίως ο Γερμανός φιλόσοφος προέβλεψε ότι ο τελευταίος άνθρωπος δεν θα μπορούσε να περιφρονήσει τον εαυτό του κι αυτό είναι κάτι που ούτε οι ινστρούχτορες ούτε το Κόμμα γίνεται να εγκρίνουν. «Ανόητα αριστερούς» θα τους έλεγε ο Γιώργος Ιωάννου, ασθενείς που πυροβολούν τους προφήτες αντί να ακούσουν τι έχουν να τους πουν (λούμπεν στοιχεία),  τυφλοί που επιφυλάσσουν στους αντιπάλους τους ό,τι ο Μπίστης στον Λαζόπουλο: Αυτός με ενοχλεί, αυτός φταίει για ό,τι θέλω να τον κατηγορήσω, για την άνοδο της Χρυσής Αυγής εν προκειμένω. Έτσι κι ο Σταύρος Θεοδωράκης, θιασώτης εδώ και καιρό του διαίρει και βασίλευε, πήρε θάρρος και επιχείρησε ένα πλήγμα στην αξιοπιστία του Μαρκ Μαζάουερ. Το τηλεοπτικό κοινό, που φέρνει ακόμα διαφημίσεις στους Πρωταγωνιστές του, επιτρέποντάς του τίποτα να μην τον αφορά «παρά μόνο σχεδόν», αγνοεί το γεγονός ότι ο ίδιος έχει χάσει προ πολλού τη δική του ανάμεσα σε 16χρονα κορίτσια, τα μπλογκ των οποίων δεν θα έκανε τον κόπο να επισκεφθεί ούτε αν είχαν χάσει τη ζωή τους στον εμπρησμό της Μαρφίν.

Κι ενόσω η καθεστωτική σκέψη αντιμετωπίζεται με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, η αλαζονεία σου ανάβει τα λαμπάκια. Έχοντας χάσει προ πολλού την ικανότητά μου να χάνω την ψυχραιμία μου,  εκπλήσσομαι όταν ο Σκάι μου επιβάλει μια εξαίρεση. Δεν μπορεί κανένας άντρας να ισχυριστεί πως δεν καταλαβαίνει τις γυναίκες αν παρακολουθήσει ενημερωτικές εκπομπές του σταθμού παραπάνω από δέκα λεπτά. Δεν είναι τόσο αυτό που λένε, αλλά ο τρόπος που στο λένε. Τον Μέργο είναι επόμενο να τον ενδιαφέρει ό,τι δεν τον απασχολεί, τουτέστιν ο υψηλός κατώτατος μισθός. Θέλει να κατέβει κι άλλο, όχι γιατί έχει φάει κανένα κόλλημα με την ανάπτυξη ο άνθρωπος, αλλά επειδή γνωρίζει από τι υλικά φτιάχνεται μια κατάρρευση κι ένας εμφύλιος. Δεν είναι τυχαίο που τις αγνές προθέσεις του μόνο ένας δημοσιογράφος της ανιδιοτέλειας του Άρη Πορτοσάλτε καταφέρνει να αντιληφθεί. Το σύνθημα που προτρέπει σε ξύλο και καράτε, μακάρι να μη γίνει πραγματικότητα αλλά να στρέψει τη νεολαία που βρίσκει διέξοδο στο ρατσισμό, πίσω στον αθλητισμό. Αυτό κάνω με το φίλο μου τον Γιάννη το καλοκαίρι όταν παίζουμε ρακέτες σε ερημικές παραλίες. Εμφανίζονται παιδάκια από το πουθενά και προσπαθούν να μας μιμηθούν. Η φαντασίωσή μου είναι κάποτε να λέμε, βρέχοντας τα πόδια μας, πως αλήτες και ρουφιάνοι δεν ήταν ο Πρετεντέρης, ο Καψής κι ο Χασαπόπουλος όπως λέει ο πολύς κόσμος, αλλά ο Όργουελ, ο  Χέμινγουεϊ, ο Μπέρναρντ Σω, ο Λόντον, ο Στάινμπεκ κι ο Καμύ. Επειδή είμαι όμως σκληρός διαπραγματευτής σαν την τρικομματική, με ένα ζευγάρι καινούριες ρακέτες συμβιβάζομαι. Εξάλλου ο κακός Νίτσε βάζει την οργή μου στη θέση της: «Ίσως ο πιο άχρηστος, ο πιο βλαβερός άνθρωπος να είναι ο πιο χρήσιμος για τη συντήρηση του είδους. Γιατί ο άνθρωπος αυτός συντηρεί στον εαυτό του ή στους άλλους ανθρώπους, διάφορα ένστικτα που χωρίς αυτά η ανθρωπότητα θα είχε εδώ και πολύ καιρό αποχαυνωθεί και διαφθαρεί».

Οι σχέσεις μου με τη χώρα παραμένουν τυπικές. Οι λέξεις μου οπωσδήποτε άρρωστες, βάλω δε βάλω θερμόμετρο. Θα το βούλωνα ευχαρίστως παραχωρώντας τις γραμμές που ξοδεύω σε κάθε Φαήλο Κρανιδιώτη αν ο κίνδυνος βρισκόταν μόνο στο μυαλό μου, αν δεν αισθανόμουν τη λυτρωτική αυταπάτη πως κάτι κάνω. Τη μέρα που θα διασπείρουμε αμφιβολίες για όλα εκτός απ’το μνημόνιο, αν μου το πείτε εγκαίρως, θα πάρω μέρος. Προς το παρόν, σαν εντιμότατος νεκρός, έχω το μέλλον μπροστά μου. Όταν στεναχωριέμαι υπερβολικά, δηλαδή συχνά, ληστεύω τους γονείς μου και περιμένω κάποιος να με συλλάβει. Το βιοτικό μου επίπεδο εξαρτάται απ’ το βλέμμα μιας γυναίκας που πέφτει πάνω μου ενώ συνοδεύεται, από ψέματα που αληθεύουν και ζωντανές ηχογραφήσεις που ανεβάζει στο Youtube κάποιος Γιώργος απ’ το Δεμάτι. Καθόλου άσχημα.

Για ένα είμαι βέβαιος. Η αλήθεια βρίσκεται στο: «Ώπα βρε όρεξη». Ο Ψαραντώνης σε εκείνα τα φεστιβάλ στην Αυστραλία θα το ‘χε μουρμουρίσει στον Κέιβ. Πολλές μερίδες θλίψης μαζεύτηκαν και τα συσσίτια έχουν να ταΐζουν χορτασμένους μέχρι σκασμού. «Δεν έχετε όρεξη και θα σταματήσομε» προειδοποιεί ο Σταυρακοβασίλης. Κι αν σταματήσουμε να ονειρευόμαστε, να ταξιδεύουμε, να συζητάμε, θα είναι επειδή θα έχουμε φύγει, θα έχουμε πάει στο διάολο.

 

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Σεξισμός

Υπάρχουν αιδοία που γελάν και αιδοία που φλυαρούν, αιδοία τρελά, υστερικά με το σχήμα της φυσαρμόνικας και αιδοία εύκαρπα και σεισμογραφικά που μετρούν την ύψωση και την πτώση του χυμού. Αιδοία κανιβαλικά που ανοίγουν σαν τα σαγόνια της φάλαινας και σας καταπίνουν ζωντανούς. Αιδοία μαζοχιστικά επίσης, που σφαλούν σα στρείδια, προικισμένα όστρακα και που κλείνουν, ίσως, μέσα τους, ένα, δυο μαργαριτάρια. Υπάρχουν ακόμα αιδοία διθυραμβικά που μόλις τα πλησιάζει το πέος βυθίζονται σ’έκσταση και αιδοία όμοια με σκαντζόχοιρους που αμολούν τ’αγκάθια τους και υψώνουν σ’αυτά σημαιάκια τα Χριστούγεννα. Αιδοία τηλεγραφικά που χρησιμοποιούν τα σήματα μορς κι αφήνουν το μυαλό γεμάτο από τελείες και παύλες, κι αιδοία πολιτικά που κορεσμένα από ιδεολογίες δεν παραδέχονται ούτε καν την παύση των εμμήνων τους. Αιδοία φυτικά που δεν ανταποκρίνονται παρά μονάχα αν τα ξεριζώσεις και αιδοία θρησκευτικά που μυρίζουν όπως ο Αντβεντιστής της Έβδομης Ημέρας κι είναι φορτωμένα με παρεκκλήσια, σκουληκάκια, όστρακα και κάπου-κάπου με ξεροκόμματα ψωμιού. Αιδοία θηλαστικά, φοδραρισμένα με δέρμα ενυδρίδων που πέφτουν σε νάρκη όλο το χειμώνα και αιδοία ιστιοπλοϊκά που αρματωμένα σαν κότερα είναι καλά για τους μοναχικούς και τους επιληπτικούς. Αιδοία από πάγο που μπορείς να τα καταποντίσεις με βροχές από διάττοντες χωρίς να κατορθώσεις να τρεμουλιάσουν και αιδοία λογής, λογής που δεν ανήκουν σε καμία κατηγορία, που δεν μπορείς να  τα περιγράψεις, πάνω στα οποία μπορείς να σκοντάψεις μια φορά στη ζωή σου και που σ’αφήνουν μαραμένο και σημαδεμένο με πύρινο σίδερο. Και αιδοία χωρίς όνομα και προγόνους, κι αυτά είναι τα καλύτερα απ’όλα. Πού να βρίσκονται όμως;  

Χένρι Μίλλερ, Τροπικός του Αιγόκερω.

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Αναταραχές


Κρίνε για να κριθείς.

Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Κανένα στόμα δεν τό βρε και δεν τό 'πε ακόμα.

Να σκέφτεσαι σημαίνει να μπαίνεις στο λαβύρινθο

Ανεπίδεκτη μαθήσεως.
 
Ο λόγος που αγάπησα την ποίηση και τη λογοτεχνία.


Δεν υπάρχει βροχή, δεν υπάρχει εγώ, στο λέω άνθρωπέ μου, να ‘σαι σίγουρος.

«Δεν γελάει πια. Επιγραφή στον τάφο μου». Η σπουδαία Ρωσίδα ποιήτρια και συγγραφέας, Μαρίνα Τσβετάγιεβα, καταγράφει τις πρώτες μέρες της Ρωσικής Επανάστασης στο ημερολόγιό της.
Τι όμορφο μπορεί να έχει το παραπάνω απόσπασμα από το Αυγό του φιδιού; Μα την προειδοποίηση ασφαλώς. Ο άνθρωπος δεν είναι μια δυσμορφία, μια διαστροφή της φύσης. Μπορεί να γίνει όμως. Κι η χώρα ήδη βρίσκεται μπροστά στο σταυροδρόμι. Όσοι μιλούν στο όνομά της, όσοι μισούν για λογαριασμό της, ετοιμάζουν την Επανάσταση που θα δοξάσει το θάνατό της. Έχει μείνει χρόνος για το Όχι κι άλλος τόσος για να επινοήσουμε το Ναι.

Ο φίλος μου ο Παναγιώτης έχει δίκιο. Δεν μπορείς να τρίβεις στη μούρη του άλλου τη δική σου ομορφιά. Είναι άκομψο, ματαιόδοξο, εντέλει ανούσιο. Νομίζω όμως πως η αγωνία είναι κοινή. Αντικαταστήστε τα παραπάνω βίντεο, όπως κι αυτά της προηγούμενης εβδομάδας, με δικά σας. Στο τέλος θα κριθούμε απ’ αυτά που αγαπήσαμε. Λεφτά υπήρχαν- τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος μας επιστρέφουν φασισμό.


Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Η γνώση δεν είναι τίποτα

«Κύριε Συλβέστρο Μποννάρ», μου είπε «δεν είστε παρά ένας σχολαστικός γέρος. Πάντα μου το έλεγα. Και τα μικρά χαμίνια ακόμα, που τριγυρίζουν στους δρόμους με τις άκρες των πουκαμίσων τους να βγαίνουν έξω από τις τρύπες των παντελονιών τους, με γνωρίζουν πιο καλά από τους γυαλάκηδες του Ινστιτούτου και της Ακαδημίας. Η γνώση δεν είναι τίποτα. Το παν είναι η φαντασία. Τίποτα δεν υπάρχει στ’αλήθεια εκτός από αυτό που φανταζόμαστε. Κι εγώ είμαι ένα δημιούργημα της φαντασίας. Αυτό θα πει ζωή. Με ονειρεύονται και φανερώνομαι! Το κάθε τι είναι όνειρο. Κι αφού κανείς δε σας βλέπει στ’όνειρό του, Συλβέστρο Μποννάρ, θα πει πως δεν υπάρχετε. Μαγεύω τον κόσμο, βρίσκομαι παντού, στην αχτίδα του φεγγαριού, στο θρόισμα μιας κρυμμένης πηγής, στις φυλλωσιές που τραγουδάνε, στη διάφανη ομίχλη που απλώνεται, το πρωί, στα λιβάδια, στ’ανθισμένα ρείκια, παντού! Με βλέπουν, με αγαπούν. Αναστενάζουν, τρέμουν όταν ακούν την ελαφριά περπατησιά μου πάνω στα ξερά φύλλα. Χάρη σ’εμένα τα μικρά παιδιά χαμογελούν, κι οι πιο χοντροκέφαλες νταντάδες λένε ένα ωραίο παραμύθι. Σκυμμένη πάνω στις κούνιες των μωρών, τους κάνω αστεία, τα παρηγορώ, τα αποκοιμίζω κι εσείς αμφιβάλλετε ότι υπάρχω; Συλβέστρο Μποννάρ, κάτω από τη ζεστή σας ρόμπα, δεν είστε παρά ένας χοντρόπετσος γάιδαρος».

Ανατόλ Φρανς, Το έγκλημα του Συλβέστρου Μποννάρ, ΚΛΑΣΙΚΑ ΠΑΠΥΡΟΥ.

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Πώς πηδούν οι ποιητές

Έτσι
κι έτσι
 

Σκονάκια

«Δεν έχει σημασία από πού σου γράφω, λίγο πολύ παντού το ίδιο είναι, φυλακή, τρελάδικο, κόμμα, κοινωνία» ξεκινάει με φόρα ο Χρόνης Μίσσιος το «Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς». Το επικίνδυνο ασφαλώς δεν είναι να γράφεις αλλά να γράφεις για να εκδικηθείς. Να μη φοβάσαι το δίκιο σου. Να χαϊδεύεις αυτιά αντί να τα τραβάς. Τα στρατόπεδα είχαν ανέκαθεν συγκεκριμένο τρόπο λειτουργίας. Δεν υποδέχονται πάρα μόνο καμικάζι αυτοκτονίας. Αν δεν είσαι προπαγανδιστής του συστήματος, αριστερίζεις στον αλφαμίτη από ανάγκη. Κερδίζεις την καρδιά του αναγνώστη. Καθησυχάζεις τον εαυτό σου. Και συνήθως, δε λες τίποτα.

Το διάβασα από μία χρήστη στο Τουίτερ. Ένα μικρό κορίτσι είπε σε κάποιον να μην ενοχλεί τις λέξεις αν δεν έχει τι να πει. Το ίδιο έχει γράψει κάπου κι ένας Κύπριος ποιητής, ο Κώστας Μόντης, σύμπτωση που μάλλον κολακεύει τον τελευταίο. Τις λέξεις στη χώρα, στα σοβαρά τουλάχιστον, φαίνεται να τις ενοχλεί μόλις ένα 8% του πληθυσμού. Αυτό διαβάζει περίπου δέκα βιβλία το χρόνο, μεταξύ των οποίων η έρευνα δεν διευκρινίζει αν συμπεριλαμβάνεται ή όχι το: «Ποιοι δολοφόνησαν τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο». Μεγαλύτερο ποσοστό φαίνεται πως υποστηρίζει στις δημοσκοπήσεις τη Χρυσή Αυγή. Γίνεται επομένως  να αφήσεις τη γλώσσα ανυπεράσπιστη; Οι λέξεις, καθότι τυφλές, πάντα περιμένουν κάποιον να τις πάρει από το χέρι και να τις περάσει απέναντι.

Αν γράψουμε κάτι όπως είναι ωστόσο, ακριβώς όπως είναι, τρία χρόνια σχεδόν μετά το πρώτο μνημόνιο, αρχίζουμε να το εμποδίζουμε. Σε μια παλιά συνέντευξή του ο Ζαν Λικ Γκοντάρ δήλωνε πως στο σινεμά οι εικόνες είναι ζωή και τα κείμενα θάνατος. Φοβάμαι δηλαδή πως έχουμε φτάσει στο σημείο όπου οι αποκαλύψεις δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να θολώνουν το τοπίο. Τα πολλά λόγια φτώχυναν τον τόπο. Τα πρόσωπα παραμορφώθηκαν από όσα είπαν κι όσα άκουσαν. Ο καθένας γνωρίζει την αλήθεια του καλύτερα από οποιονδήποτε προσπαθεί να του την υποδείξει. Η πλευρά που έχει για σημαία της την Τρέμη, αρχίζει να ξεμένει από πρόθυμα χέρια. Τόσο καιρό, τα δικά μας, μόνο σταυρωμένα δεν έμειναν. Φυλλομέτρησαν τις αναλύσεις του Βαρουφάκη, τις προφητείες του Καζάκη, τα άρθρα γνώμης που σπονσοράρει το καθεστώς και αντί να θυμώσουν, αντί να γίνουνε γροθιές, βυθίστηκαν σε τσέπες και στο βαρύ πένθος του καναπέ. Ακόμα και τα υβριστικά σχόλια λιγόστεψαν στο Διαδίκτυο. Γίναμε, όπως ήταν αναμενόμενο, σαν εκείνον τον ήρωα του Μπόρχες που επειδή θυμόταν τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια, αδυνατούσε να σκεφτεί.

Προσθέσαμε λέξεις, ησυχία δε βρήκαμε. Ο θάνατος περίσσεψε, μια συλλογική μάχη να χάσουμε δεν επινοήσαμε. Οι καλύτεροι από μας είναι είτε αφανείς ήρωες είτε μεγάλοι θεατρίνοι. Κι η Αριστερά, εδώ ακριβώς, κάτι φαίνεται πως δεν λαμβάνει υπόψη της. Με το:« Ή εμείς ή αυτοί» στήνει μια φάκα που δύσκολα θα αποφύγει. Ο καπιταλισμός , παντοδύναμος, της φράζει το δρόμο. «Υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι. Εμείς». Καλά το λέει ο Μπαμπασάκης. Με αυτούς θα έχει να κάνει την επόμενη μέρα της εκλογικής νίκης της που οι περισσότεροι εύχονται να μην αποδειχτεί οδυνηρή. Από την άλλη, το ότι δεν υπάρχει ελπίδα, είναι η μεγαλύτερη ανοησία που μπορεί να ειπωθεί σε μια χώρα όπου οι ποιητές και τα παιδιά της ακόμη ταυτίζονται. Η ελπίδα γεννιέται από την πρόθεσή σου και μόνο να τη δημιουργήσεις. Αποφαίνεσαι μεν ότι είναι νεκρή, οι λέξεις ωστόσο που ξοδεύεις, ανεξαρτήτως εντέλει νοήματος, την ανανεώνουν.

«Η οικονομική κρίση είναι ένα μεγάλο παλούκι που έχουν οι καπνέμποροι στον κώλο τους  και θέλουν να το βγάλουν από το δικό τους κώλο και να το βάλουν στον δικό σας».  Τόσο απλά δίνει τον ορισμό της ο Μίσσιος. Ένας επαναστάτης. Ό,τι δεν είναι οι περισσότεροι που συνηθίζουν να μιλούν. Τα μοιρολόγια τους δε θα αναστήσουν κανένα. Η σιωπή, ό,τι κι αν της χρεώνουν, έχει νόημα όταν σκοπεύεις να τη σπάσεις. Ο λόγος παίρνει αξία από τις παύσεις. Τι  πιο αστείο εξάλλου από κάποιον που μας καλεί καθημερινά σε εξέγερση; Δε λέω, δε μ’αρέσει, δε λέω. Στις γροθιές μου είναι κρυμμένα τα σκονάκια. Τι  μπορούμε να κάνουμε μ’αυτά, παραμένει το κρίσιμο ερώτημα.

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Το μυθιστόρημα

Υπάρχουν ορισμένοι που πιστεύουν ότι ένα μυθιστόρημα πρέπει να τα εξηγεί όλα. Ότι το μυθιστόρημα πρέπει να διορθώνει τη ζωή και τις ανακολουθίες της. Ήταν ποτέ η ζωή συνεπής; Και γι’αυτό πιστεύουν ότι ο συγγραφέας βρίσκεται στο κέντρο του χώρου και του χρόνου, για να δίνει αρχή και τέλος στις ιστορίες (γνωρίζετε μήπως εσείς κάποια ιστορία που να έχει τέλος, στην κυριολεξία τέλος, τέλος, τέλος ;),να συνδέει, να γεμίζει τρύπες και να διαλύει νεφελώδη σημεία, να εξηγεί πλήρως τη συμπεριφορά των προσώπων του.

Υπάρχουν ορισμένοι που νομίζουν πως το μυθιστόρημα έχει ενημερωτική λειτουργία και παιδαγωγικό στόχο. Τίποτα δεν απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Το μυθιστόρημα δεν γράφεται για να βάλει τάξη στο χάος. Τα μυθιστορήματα δεν είναι για να βάζουν τάξη σε καμία μαλακία. Το μυθιστόρημα δεν γεννήθηκε για να ικανοποιήσει τους εραστές της τάξης. Είναι για να απολαμβάνεις τον ίλιγγο, για να τα κάνει άνω-κάτω, για να το φχαριστιέσαι και να το μπουρδουκλώνεις. Δεν χρειάζονται απαντήσεις στις ερωτήσεις, αλλά κι άλλες, καινούριες και πιο ανησυχητικές ερωτήσεις.

Το μυθιστόρημα, όπως κι η αληθινή πραγματικότητα, όπως οι ιστορίες που όλοι ξέρουμε και οι ιστορίες που πάντα μας συμβαίνουν, είναι γεμάτο παρενθέσεις, τρύπες, ελλείψεις που χορεύουν πηδώντας από τη μια μεριά στην άλλη και δεν εννοούν να γίνουν συγκεκριμένες, δεν κάνουν κέφι να επεξηγηθούν. Νομίζω έχω ξεπεράσει πια την αυταπάτη πως όταν η ζωή γίνεται πιο αντιφατική, έρχεται το μυθιστόρημα να την επανορθώσει. Από την άλλη, δεν θα έπρεπε να παραπονιόμαστε τόσο. Το μυθιστόρημα είναι στ’αλήθεια ο μονόφθαλμος σ’αυτή τη μεξικάνικη έρημο φωτός, όπου αφθονούν οι τυφλοί.

Paco Ignacio Taibo II, Και σαν σκιές επιστρέφουμε, Εκδόσεις Άγρα (μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος).

Ταραχές

Να τους ταράξουμε στην ομορφιά έγραψα πριν λίγες μέρες παραφράζοντας τη φράση του Ηλία Ηλιού. Σνιφάρετε προσεκτικά.

Προχθές συμπληρώθηκαν 33 χρόνια από το θάνατο του Νίκου Ξυλούρη. Όσα τον περιμένει κι η Ουρανία να γυρίσει.
 
«Ξέρω καλά ότι δε θα την ξαναδώ ποτέ πια. Τη φωνή μου όμως από μακριά της στέλνω ζωντανή. Έτσι που να τινάζεται μπροστά της η μορφή μου, όπως στη χαροκαμένη μάνα η εικόνα του νεκρού γιου. Φαντάζεσαι τώρα τη φρίκη αυτής της πραγματικότητας. Δεν μπορείς φίλε, δεν μπορείς να φανταστείς. Γιατί θα αχνίσει το αίμα σου». Ο Δημήτρης Λιαντίνης γράφει σε ένα φίλο του για ένα μεγάλο έρωτα που δεν μπορεί να ζήσει.
 
«Δεν έχεις θέση τώρα, τι ζητάς, ανάμεσα σ' εμένα και στο σώμα σου». Στη μάχη των λέξεων του Γιάννη Βαρβέρη, ωστόσο, παραμένει ανίκητος .

«Ό,τι μου λείπει με διδάσκει, ό,τι μου ‘χει απομείνει μ’ αποπροσανατολίζει
γιατί μου προβάλλει εικόνες απ’ το παρελθόν σαν να ‘ταν υποσχέσεις για το μέλλον. Στέρησέ με κι άλλο για να επιζήσω» γράφει η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ σε ένα συγκλονιστικό ποίημα.


Η Τέχνη του Τάσου Λειβαδίτη είναι η τέχνη του να γίνεσαι άνθρωπος. Η εκμάθησή της αποτελεί προϋπόθεση αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Απολαυστικός ο Ρένος Αποστολίδης στο διάσημο Τροπάρι των Μανιφέστων.
«Εγώ πιστεύω σε εκείνη την ελληνικότητα που εξαφανίζει τις διαφορές» λέει ο Μάνος Χατζιδάκις σε μια παλιά συνέντευξη και η Χρυσή Αυγή καταποντίζεται σε ένα παράλληλο σύμπαν.
Ιερό το δικαίωμα στο παραλήρημα από το στόμα του Ουρουγουανού συγγραφέα Εδουάρδο Γκαλεάνο.
Τα οκτώ βίντεο, όπως κι αυτά που θα μοιραστώ την επόμενη Κυριακή, δεν πληρώνουν λογαριασμούς. Είναι αμφίβολο αν μπορούμε να τα απολαύσουμε, να τα αισθανθούμε ή να στοχαστούμε πάνω σ’αυτά. Όλα κι όλοι μας καλούν να είμαστε άνθρωποι της εποχής μας. Η πόλη βιάζεται να προλάβει την αποβλάκωσή της, να συνθηματολογήσει, να μισήσει κι με ό,τι περίσσεψε, να επιβιώσει. Αν δεν διασπείρουμε αμφιβολίες εγκαίρως, στη γωνία περιμένει ο εκφασισμός. Αυτό που προκύπτει από τα παραπάνω είναι σχετικά απλό: Όσο η καταπίεση θεριεύει, δίχως να λογαριάζει απώλειες, έχουμε χρέος να τραγουδάμε πιο δυνατά αλλά και να θυμόμαστε τι θα χρειαστεί ενδεχομένως, πέρα από τα αυτονόητα δικαιώματά μας, να υπερασπιστούμε. Προτεραιότητα δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η διάσωση των ανομολόγητων ονείρων και της φαντασίας, η ανάδειξη του άλλου κόσμου που υπάρχει μέσα στον κόσμο, εκείνου που μας επιτρέπει, σε κάθε περίπτωση, να συμφωνούμε με τον Γκάτσο: η ζωή είναι πιο γλυκιά.

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Υπόθεση Ρατένμπουρι

Τετάρτη 29 Μαΐου 1935. Η Ντέιλι Εξπρές μου ζήτησε να κάνω μια εκτίμηση της δίκης Ρατένμπουρι που εκδικάζεται στο Ολντ Μπέιλι. Τα γεγονότα ήταν πολύ απλά και δεν αμφισβητούνταν. Η κυρία Ρατένμπουρι, ηλικίας τριάντα οκτώ ετών, σύζυγος ενός αρχιτέκτονα ηλικίας εξήντα εφτά ετών, ήταν ερωμένη του δεκαοκτάχρονου σοφέρ της, που λεγόταν Στόνερ. Κάποιος είχε χτυπήσει το σύζυγο στο κεφάλι μ’ένα ξύλινο σφυρί και κάποια στιγμή είχαν αναλάβει κι οι δυο την ευθύνη.

Ήταν μια υπόθεση που συνδύαζε και τους τρεις μεγάλους Γάλλους συγγραφείς. Ο τρόπος με τον οποίο αποπλάνησε η γυναίκα το νεαρό έτσι ώστε να κοιμάται κάθε βράδυ μαζί της, με το εξάχρονο αγοράκι της στο δωμάτιο, και το σύζυγο που είχε δική του κρεβατοκάμαρα να παραμένει κυνικά αδιάφορος-όλα αυτά ήταν καθαρός Μπαλζάκ. Στο εδώλιο η κυρία Ρατένμπουρι έμοιαζε και μιλούσε όπως ακριβώς είχα φανταστεί ότι θα έμοιαζε και θα μιλούσε η Έμα Μποβαρύ. Καθαρός Φλωμπέρ. Και τέλος υπήρχε το κομμάτι της κατάθεσής της με το οποίο περιέγραψε πώς, προσπαθώντας να συνεφέρει το σύζυγό της, πάτησε κατά λάθος τη μασέλα του και μετά προσπάθησε να του τη φορέσει για να μπορέσει να της μιλήσει. Ήταν καθαρός Ζολά.

Η βρομιά όλης αυτής της υπόθεσης μετριαζόταν από ένα και μόνο γεγονός. Ήταν όταν ο συνήγορος ρώτησε την κυρία Ρατένμπουρι ποια υπήρξε η πρώτη σκέψη της όταν ήρθε εκείνο το βράδυ στο κρεβάτι της ο εραστής της και της είπε τι είχε κάνει. Εκείνη απάντησε:« Η πρώτη σκέψη μου ήταν να τον προστατεύσω». Ήταν αυτό που ο Μπαλζάκ θα είχε αποκαλέσει μεγαλειώδες και είναι περίεργο που απ’όσο ξέρω, καμία εφημερίδα δεν το έχει αναφέρει.

Τζέιμς Άγκατ από τα «Μεγάλα Ρεπορτάζ του 20ου αιώνα», Εκδόσεις Νάρκισσος (μετάφραση Ερρίκου Μπαρτζινόπουλου).

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

Κουλτούρα

Αποστολή των ανθρώπων του πνεύματος είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ να διασπείρουν αμφιβολίες κι όχι να περισυλλέξουν βεβαιότητες. Από βεβαιότητες-ενδεδυμένες με την πολυτέλεια του μύθου ή οικοδομημένες με τη σκληρή πέτρα του δόγματος-είναι γεμάτα, ξεχειλίζουν, τα χρονικά της ψευδοκουλτούρας των αυτοσχεδιαστών, των ερασιτεχνών και των ιδιοτελών προπαγανδιστών. Κουλτούρα σημαίνει μέτρο, στάθμιση, σύνεση: αποτίμηση όλων των επιχειρημάτων πριν διατυπωθούν, έλεγχος όλων των μαρτυριών πριν βγει η απόφαση, κι όχι διατύπωση, όχι απόφαση εν είδει μαντείου από το οποίο θα απορρέει, κατά αμετάκλητο τρόπο, μια αναντίρρητη και οριστική επιλογή. Νορμπέρτο Μπόμπιο.

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

Σφαλιάρες για τη νομιμότητα του άλλου

Και στο κάτω κάτω, πώς μπορεί να είναι ένας άνθρωπος ένοχος; Τι άλλο είμαστε όλοι εδώ παρά άνθρωποι, από τον πρώτο ως τον τελευταίο; Franz Kafka.

«Τα παραθέματα στο έργο μου είναι σαν τους ληστές στην άκρη του δρόμου που επιτίθενται ένοπλοι κι αρπάζουν από το χασομέρη τις πεποιθήσεις του». Αυτό ήθελε να πιστεύει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν. Ακολουθώντας τις οδηγίες του, πήγα κάτω από το βαρυσήμαντο άρθρο του καθηγητή Λιανού που υποστήριζε την επαναφορά της θανατικής ποινής, επιστράτευσα μια άλλη φράση του Γερμανοεβραίου συγγραφέα και φώναξα ληστεία:« Η θανάτωση του εγκληματία μπορεί να είναι ηθική. Ουδέποτε η νομιμοποίησή της». End of story που λένε. Αυτό εξάλλου προσπάθησε να πει χθες κι ο πατέρας του Ανδρέα-Δημήτρη Μπουρζούκου όταν δήλωσε ότι θα δικάσει ο ίδιος όσους χτύπησαν το παιδί του.
Δώδεκα λέξεις άφησα στη φόρμα του Βήματος. Ανίκανες να αρπάξουν οτιδήποτε. Οι χασομέρηδες αποδείχτηκαν ξανά αήττητοι. Τη δημόσια συζήτηση που εξαθλιώνεται κι αυτή με τη σειρά της, επηρεάζουν όλο και περισσότερο τώρα τελευταία η καταπιεσμένη σεξουαλικότητα και η διαταραγμένη ψυχοσύνθεση κάθε φασίστα. Στο διάβολο ο Επίτροπος και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Δε θα μας πει κανείς πόσο απάνθρωποι θα είμαστε στην Ελλάδα. Το σφαγείο μας βασανίζει αποκλειστικά μαλακισμένα που χασομερούν νομίζοντας ότι κάνουν επανάσταση. Βασανίζει μόνο φίλους Γρηγορόπουλου που δεν πρόλαβαν να ακούσουν τους Δίκαιους του Καμύ πριν πάρουν τα όπλα. Σημασία έχει ο εχθρός της Δημοκρατίας να συντριβεί όπως το κεφάλι των ληστών στον τοίχο του κρατητηρίου. Κομμούνια θα σας κάνουμε σαπούνια. Δικαιοσύνη θα αποδίδεται στο εξής με τον παραδειγματικό τρόπο που εκτελέστηκε ο Γιόζεφ Κ. Σαν το σκυλί. Σήμερα εσύ, αύριο εγώ.
Το ανεκδιήγητο ρετουσάρισμα στις φωτογραφίες των συλληφθέντων που δόθηκαν στη δημοσιότητα θυμίζει πάντως εκείνη τη δήλωση του προέδρου της Ουρουγουάης όταν δικαζόταν ένας από τους αρχηγούς των Τουπαμάρος:« Δε θα βασανίσουμε πέρα από τα όρια της ανθρώπινης αντοχής». Μια παρόμοια διαβεβαίωση θα αρκούσε για να καθησυχάσει τις δημοκρατικές ευαισθησίες των νοικοκυραίων: Δε θα βασανίσουμε πέρα από τα όρια της τεχνολογικής εφαρμογής, τουτέστιν του Photoshop. Το μήνυμα είναι σαφές: Το κράτος κατατρομοκρατημένο εξαιτίας της αδυναμίας του, επιστρέφει τρόμο σε όποιον βρεθεί μπροστά του. Οι εχθροί απαγορεύονται. Το πολύ-πολύ να αποτελειώσει τα μπάσταρδα με το νέο βιβλίο της Λένας Μαντά. Οι αστυνομικοί ωστόσο, πόσο μάλλον εκείνοι που θέλουν να αρχίσουν διάβασμα, είναι το λιγότερο. Δημοσιογράφοι είναι αυτοί που αποφαίνονται στο Twitter: «Για σας τους αντάρτες που πιστεύετε ότι δεν χρήζουν 10 σφαλιάρων αυτοί που ληστεύουν με καλάζνικοφ τα λεφτά σας, έχω ένα καλό ψυχίατρο». Δημοσιογράφοι και μάλιστα από αυτούς που καταδικάζουν τη βία από όπου κι αν προέρχεται. Οι υπουργοί δεν ξέρω ποιοι είναι και τι λένε. Προτιμώ να προστατεύσω τον εαυτό μου από μια τέτοια πληροφορία.
Κανείς τραμπούκος δεν θα πει: «Πρόσεχε πώς δικάζεις». Δεν προσέχουν καν πώς διχάζουν. Αποκλείουν το ενδεχόμενο να διαπράξουν ατιμίες. Είναι εξουσία και έχουνε γραφεία-άλλοι έχουν μπει και στη Βουλή.  Όλα είναι ζήτημα επιβολής. Είναι αποκτηνωμένοι, είτε με γραβάτες, είτε με στολές. Κρίνουν όπως κατουράνε, με την ίδια αδιαφορία. Τι κι αν ο Αριστοτέλης θεωρούσε την επιείκεια σπουδαιότερη αρετή από τη Δικαιοσύνη; Εκείνοι απλώς θέλουν να παραγγέλνουν εθνική υπερηφάνεια για τα άγρια ελληνικά πουλιά τους από το μαγαζάκι του Άδωνι, να δραπετεύουν πού και πού από τη μπανανία μας και να ξεδίνουν με κλωτσιές. Τα θέματα που επιτρέπεται να μας απασχολούν από εδώ και στο εξής είναι η επαναφορά της θανατικής ποινής και των βασανιστηρίων. Γιατί όχι, η επαναφορά της θανατικής ποινής για όσους βασανίζονται, να μην ταλαιπωρείται κι ο ένστολος αφού κι ο δικός του ο μισθός, πετσοκομμένος είναι, σαν το κορμί του τρομοκράτη πάνω στο οποίο εφαρμόζει τη νομιμότητα.
Ένας φίλος έγραφε τις προάλλες στο ιστολόγιό του: «Αυτό που προσδοκά ο Αναρχικός είναι μια νέα κατάσταση για όλους τους ανθρώπους, μια αλλαγή πλεύσης για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Και αυτή δεν θα έρθει με ξύλα και πέτρες αλλά σχεδιάζοντας τον προορισμό». Το μόνο που έμεινε, αν δεν επιθυμούμε να γίνουμε ληστές ή πόρνες οροθετικές, είναι να μεταμορφωθούμε σε παραθέματα, μουσικές και χρώματα. Να αισθανθούν αμηχανία. Να τους ταράξουμε στην ομορφιά. Αφού η δικαιοσύνη τους είναι καφκική, τουλάχιστον ας καταθέσουμε υπέρ του Γιόζεφ Κ., ό,τι ανοησία ή έγκλημα αποδειχτεί ότι διέπραξε. Η διαπόμπευσή του, όπως και αυτή των τεσσάρων συλληφθέντων, είχε προαποφασιστεί. Η ενοχή του ήταν δεδομένη. Και στη συνείδηση της κοινής γνώμης, πρόκειται πάλι περί μίας λεπτομέρειας.