Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

Επιστρέφω αμέσως


Ο Pasaenas κάνει χρήση της καλοκαιρινής του άδειας.

Τακτοποιήθηκε

Κάποιοι βίασαν ένα κορίτσι μέσα στις τουαλέτες ενός σχολείου. Οι σοφοί συνεδρίασαν. Είπαν: «Να κλειδώσουμε τις τουαλέτες». Το μέτρο απέδωσε. Ένα σχολικό λεωφορείο στα Τέμπη συγκρούστηκε με νταλίκα. 21 μαθητές νεκροί. Οι σοφοί συνεδρίασαν εκ νέου. Είπαν:«Να σταματήσουν οι εκδρομές». Η σύσταση ξεχάστηκε μαζί με τα παιδιά. Μία χώρα μπήκε σε επιτήρηση. Τα περιουσιακά της στοιχεία, οι μισθοί και οι συντάξεις κινδύνευαν. Οι σοφοί αυτή τη φορά δυσκολεύτηκαν. Είπαν:« Όσοι δεν έχουν τηλεόραση, ας φάνε παντεσπάνι». Και ενώ δεν συμφωνούσα σε τίποτα απ’όσα είχαν πει οι σοφοί, ένα μήνυμα έφτασε στο κινητό μου:«Το καρτοκινητό σας έχει ταυτοποιηθεί». Μα πώς; Πήρε από μόνο του την πρωτοβουλία; Οι σοφοί με διευκόλυναν. Μου είπαν: «Οι μηχανές πάντοτε βρίσκονται ένα βήμα πιο μπροστά από τους αφέντες τους. Με τη σειρά σου δείξε κι εσύ καλή θέληση και υπάκουσε. Είναι το μοναδικό δικαίωμα εξάλλου που σου αναγνωρίζουμε. Τι θέλεις, να σε αφήσουμε ελεύθερο; Εμείς ξέρουμε. Θα σε ελέγχουμε, άρα θα υπάρχεις». Δέος με κυρίευσε. Κάπως έπρεπε να ανταποδώσω τη χάρη. Ψέλλισα: «Το Facebook μου το θέλετε»;

Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Η ανωνυμία και η Σέκτα

Πολλά blogs είναι ανώνυμα, όπως εξάλλου και πολλά μωρά. Όταν μεγαλώσουν και πάνε σχολείο, όλο και κάποιο θα ξεχάσει κάποτε να βάλει το όνομά του κάτω από κάποιο διαγώνισμα. Το όνομα για το blog, σύμφωνα με τη δημοσιογραφική ανάλυση που έχετε τη δυνατότητα να παρακολουθήσετε, είναι ό,τι η ζώνη για το αυτοκίνητο. Μην το παραλείπεις, αφού διαφορετικά κινδυνεύεις να σε φάνε λάχανο. Παρόλο λοιπόν που λανθασμένα οι τρομοκράτες σκοτώνουν, δεν αποκλείεται τελικώς να επιλέγουν τους σωστούς ανθρώπους και να έχετε κάνει πολύ κακά που τους έχετε παρεξηγήσει. Αν και δεν προκύπτει από την προκήρυξη με σαφήνεια, δεν είναι απίθανο να υπάρχουν κοινοί στόχοι και κοινοί εχθροί γύρω από τους οποίους μπορεί τελικά να χτιστεί μία συναίνεση και να βρεθεί κάποιο σημείο επαφής με το αντάρτικο πόλεων, ένας νεκρός πάνω στον οποίο όλοι θα μπορούν να συμφωνήσουν. Από τη στιγμή που όλοι θα γράφουν επώνυμα, δεν γίνονται αυτομάτως στόχος όλοι, αλλά ναι, καλά ακούσατε, θα παύει να έχει λόγο ύπαρξης η Σέκτα. Η ανωνυμία κοστίζει ζωές, η επωνυμία αφοπλίζει τρομοκρατικές οργανώσεις. Ποτέ δεν είναι αργά για να διευρύνουμε τους πνευματικούς μας ορίζοντες,

Αυτό θέλαμε να πούμε αλλά εμμέσως μωρή ηλίθια» ακούστηκε η ταραγμένη φωνή του Άρη όταν έπεσαν διαφημίσεις...).

Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Σπινόζα, δήλωσες το καρτοκινητό σου;

«Από τις θεμελιώδεις αρχές του κράτους συνάγεται εμφανώς ότι ο απώτερος σκοπός του δεν είναι να κυριαρχεί επί των ανθρώπων ούτε να τους κάνει να σιωπούν από τον φόβο ή να τους καθυποτάσσει στο δικαίωμα του άλλου, αλλά το αντίθετο: να ελευθερώνει τον καθένα από τον φόβο ούτως ώστε στον βαθμό που αυτό είναι δυνατό, να ζει με ασφάλεια και επομένως να διατηρεί το φυσικό δικαίωμα που έχει στην ύπαρξη χωρίς να βλάπτει τον εαυτό του ή τους άλλους». Μπαρούχ Σπινόζα.

Το αβοήθητο παιδί

Κάποιος περαστικός είδε ένα παιδί να κλαίει και το ρώτησε τι το βασάνιζε. Να είχα δυο γρόσια για να πάω στον κινηματογράφο μα ήρθε ένα αγόρι και άρπαξε το ένα από το χέρι μου, αποκρίθηκε το παιδί και έδειξε ένα άλλο αγόρι που στεκόταν λίγο πιο πέρα. Καλά, και δε φώναξες βοήθεια; ρώτησε ο άνθρωπος. Πώς, φώναξα είπε το παιδί και άρχισε τώρα να κλαίει λίγο πιο δυνατά. Και δε σ’άκουσε κανένας; ξαναρώτησε τώρα ο άνθρωπος και χάιδεψε στοργικά το παιδί. Όχι, αποκρίθηκε εκείνο κλαίγοντας μ’ αναφιλητά. Δεν μπορείς να φωνάξεις πιο δυνατά; ρώτησε ο άνθρωπος. Όχι, αποκρίθηκε το παιδί που βλέποντας τον άνθρωπο να χαμογελάει είχε αρχίσει πάλι να ελπίζει. Τότε δώσε μου και τ’άλλο είπε ο άνθρωπος. Πήρε και το τελευταίο γρόσι απ’το χέρι του παιδιού και συνέχισε ξένοιαστος το δρόμο του. (Από τις Iστορίες του κυρίου Κόινερ του Μπέρτολτ Μπρεχτ).

Σάββατο, 24 Ιουλίου 2010

Με το Χάρο, με τη Ρίκα, το Σωκράτη και τ ’άλλα παιδιά

Update: To Troktiko έκλεισε, η Δημοκρατία νίκησε! Η δικιά τους Δημοκρατία!

Τον μακαρίτη (και όλη τη σχολή που δημιούργησε) τον «συμπαθούσα» τόσο πολύ, που η πρώτη πρώτη μου, απαίσια, ομολογώ σκέψη μετά το φονικό ήταν: «Ποιος μ… τον έκανε ήρωα;».

Ποιος μαλάκας πάρκαρε εδώ που παρκάρω εγώ; Ποιος μαλάκας είναι τέτοια ώρα στο τηλέφωνο; Ποιος μαλάκας ανακατεύει τα πράγματά μου; Ποιος μαλάκας έκανε τον Γκιόλια να δείχνει γοητευτικός έτσι νεκρός; Κλασική περίπτωση Κένεντι και η περίπτωση του Σωκράτη όπου ο δολοφονημένος χρωστάει χάρη στους εκτελεστές του για την καλή του υστεροφημία

Τα συλληπητήρια λέει ο Τσοράν, όταν δεν είναι τυπικά, αγγίζουν την απρέπεια ή τον παραλογισμό. Αυτό είναι το πρόβλημα που εμφανίζεται σε κάθε τέτοιο κείμενο: Ο φασισμός με τον οποίο υποδεχόμαστε την είδηση. Αυτή η «πρώτη πρώτη» σκέψη πρέπει να διαγραφεί από το μυαλό μας οριστικά και να επιστραφεί εσπευσμένα πίσω-ποιος πιστεύει ακόμα στη κεραυνοβόλα σκέψη; Όχι επειδή είμαστε υποκριτές, αλλά επειδή νεκροί και ζωντανοί έχουμε την ίδια πατρίδα-κανείς δεν υποψιάζεται άραγε ότι θα πεθάνει;

Ο θάνατος απαιτεί να παίξουμε ξανά και ξανά τη σκηνή στο μυαλό μας, να ακούσουμε το κουδούνι, να νιώσουμε τη σφαίρα, να μυρίσουμε το αίμα. Αν πάσχουμε από έλλειψη φαντασίας, αν δε φτάνουν όλα αυτά, μπορούμε να επισκεπτούμε τη γυναίκα του θύματος. Η γνώμη μας για τον άνθρωπο αυτή την ώρα είναι παραπλανητική-γι’αυτό ο κόσμος που ενοχλήθηκε λέει στη Ρίκα μέσες άκρες να βάλει τη δική της εκεί που ξέρει!

Προσοχή λοιπόν! Έχουμε την ευκαιρία να γράφουμε για το θάνατό του μόνο επειδή έτυχε να μην είναι ο δικός μας. Δεν μας ζήτησε ο νεκρός την άποψή μας για το κατά πόσο του πάει η οριζόντια στάση στον καινούριο του τάφο, δεν συναντηθήκαμε σε κοσμικό γκαλά και μας έρχεται να τον φτύσουμε, δεν είναι ετοιμοθάνατός και δεν τον ενδιαφέρει αν έχουμε κάτι τελευταίο να του εκμυστηρευτούμε. Μας ζητάει τη γνώμη μας για το θάνατό του. Τα υπόλοιπα ας τα αφήσουμε πια για τον παράδεισο ή την κόλαση, άμα συναντηθούμε.

Μοιάζουμε απελπιστικά με τους χαιρέκακους διανοούμενους που μπερδεύουν την παγκόσμια οικονομική κρίση της ασυδοσίας και της κερδοσκοπίας με την κοινωνική χρεοκοπία που προηγήθηκε-και σκέφτονται ότι είναι καιρός να αναγνωριστεί η μεγαλοφυία τους από τα «ανθρωπάκια». Μοιάζουμε φρικτά με κάτι τύπους στο TVXS που έλεγαν στα σχόλια ότι εντάξει, δεν ήταν άνθρωπος αυτός που έφυγε, ήταν υπασπιστής του Χρυσοχοίδη! Πρέπει πάση θυσία να διαχωρίσουμε το γεγονός και να μείνουμε σε αυτό. Αλλιώς ας πούμε με παρρησία ότι τουλάχιστον τη δολοφονία του την είχε σε αποκλειστικό! Πως αν ήταν ανάρτηση στο Troktiko κανείς δεν θα τη θυμόταν μετά από 2 ώρες! Πως για εμάς δεν είναι απώλεια η εκτέλεσή του, μπαίνοντας έτσι στη λίστα των υπόπτων! Ας πούμε ανοιχτά ότι είμαστε καμουφλαρισμένα φασιστοειδή και παριστάνουμε τους δημοκράτες! Ας το φωνάξουμε κι ας λυτρωθούμε για πάντα από το συμβατικό αυτό ψέμα!

Είναι πολλοί αυτοί που καταπιέζονται στην κατασυκοφαντημένη Δημοκρατία μας. Κι αν και είναι πράγματι υπέροχη και για μένα η διαδικτυακή γειτονιά του Protagon, έχει φιλοξενήσει δυστυχώς κείμενο που αντιτίθεται στην ελευθερία της έκφρασης, κείμενο που με έκανε να τρομάξω και να θυμώσω. Το κορίτσι του διπλανού πόρταλ, καθόλα ανώνυμα, έγραφε: «Με λίγα λόγια αν ξανακούσω κανένα να υπερασπίζει την ελευθερία των μπλόγκερς του Διαδικτύου παίδες θα τα σπάσω όλα! Καλύτερα να κόψω το χέρι μου παρά να τους χαριστώ άλλη φορά. Να πα να πνιγούν. Να καούν στην κόλαση. They give freedom a bad name!». Αν δεν μπορούν ούτε οι ευφυείς άνθρωποι να καταλάβουν για τι αξίζει να πεθάνει κανείς, πρέπει όλοι απευθυνόμενοι στον εαυτό μας να επαναλάβουμε τα λόγια εκείνου του δικαστή προς τον κλητήρα στα χρόνια του Φράνκο: «Ας περάσει ο καταδικασμένος».

Η Δημοκρατία απαιτεί γερό στομάχι. «Είναι ένα έργο τέχνης, ένα αποσυντονιστικό στοίχημα ενάντια στη φύση και τους θεούς» όπως γράφει ο Σαβατέρ, είναι η ίδια η Επανάσταση. Κι είναι τέτοια η τόλμη της, που αφήνει τους εχθρούς της να δραστηριοποιούνται εις βάρος της(Ε. Κριαράς). Ο Νίτσε σε ένα ποίημά του λέει ότι ένα παχύ βατράχι είναι ό, τι πρέπει για τη δυσπεψία. Αυτό ζητάει από μας η Δημοκρατία καθισμένη στο εδώλιο. Να την καταπιούμε με υπομονή, ανεκτικότητα, αγάπη αλλά και πάθος-γιατί είναι καλύτερή μας και εμείς ακόμα ανάξια τέκνα της. Κάποια άλλη κυρία, κι εκείνη ενοχλημένη, φαίνεται να ζηλεύει, να σνομπάρει και να υποτιμά τις ιδέες που γεννιούνται στα blogs. Ο Μπρεχτ δεν έχει στείλει βιογραφικό για να εισακουσθεί: «Μονάχα η πραγματικότητα μπορεί να μας μάθει πώς την πραγματικότητα να αλλάξουμε».

Κανείς μας δεν φαίνεται ικανός να αναλάβει τις ευθύνες του απέναντι στη Δημοκρατία. Απορροφημένος από τη φωνή του και κτητικός με το δίκιο του, ο πολίτης τρώγεται συνεχώς με τα ρούχα του. Θέλει την απόλυτη εξουσία και η δημοκρατία αρνείται πεισματικά να του τη δώσει, τον παιδεύει, τον εξοργίζει, τον δοκιμάζει, τον εμπαίζει, μένει μαζί του σε ένα απέραντο φλερτ δίχως τέλος, κομματιάζει τα νεύρα του. Κι αυτός γκρινιάζει, κουράζεται, εξαντλείται, βαριέται, ζεσταίνεται κιόλας. Θέλει να ξεσπάσει στους υπευθύνους. Τα θέλει όλα τώρα και όλα(μονά-ζυγά) δικά του. Χωρίς να το αντιλαμβάνεται, δείχνει πανέτοιμος να προσκαλέσει επιτέλους εκείνον τον καλό δικτάτορα που θα τον απαλλάξει από τις δυσβάσταχτες ελευθερίες του. Δειλός με την πραγματικότητα και αδέξιος απέναντι στις χιλιάδες δυνατότητες, σκαλίζει τη διαφωνία επειδή δε τον χωράει η συμφωνία-ενώ αποδεδειγμένα χίλιοι καλοί χωράνε. Ακριβώς όλα όσα δε φτάνει η αλεπού, είναι η πολύτιμη Δημοκρατία μας.

Επειδή μίλησα για το TVXS, τις προάλλες ψάρεψα δύο σχόλια: «Είναι άκρως εντυπωσιακό μια τρομοκρατική οργάνωση να χτυπά ένα μικρό γρανάζι της σκατομηχανής. Η δολοφονία ενός λούμπεν της παραδημοσιογραφίας θα πρέπει να έχει προκαλέσει πραγματικό πανικό στους πάρα πολλούς "πρόθυμους" bronze και silver boys». Και πιο κάτω: «Ε ναι, εκεί πάνω που θα άρχιζαν να αναρωτιούνται όλοι ποιος επωφελείται από αυτή τη δολοφονία, τσουπ, επέστρεψε απ'το λήθαργο η πιο προβοκατόρικη οργάνωση που έχει εμφανιστεί αυτά τα χρόνια. Τυχαίο; Δε νομίζω!». Αυτό είναι το Διαδίκτυο. Είναι το απόλυτο τεστ της κριτικής μας ικανότητας. Είναι αυτό που δεν θέλουμε να έχει συμβεί κι αυτό που φοβόμαστε να σκεφτούμε και να εξετάσουμε: το δίκιο μας να μην είναι δίκαιο και η ενημέρωσή που μας προσφέρει η τηλεόραση για την παράνομη χωματερή.

Η εισαγωγή του κειμένου της Ρίκας ενόχλησε γιατί ήταν άκαιρη και κυνική. Οφείλουν όλοι όσοι ασχολούνται με τα κοινά το «ένας από μας» να το θεωρούν δεδομένο. Και κάθε τέτοιο θάνατο προσωπική τους αποτυχία. Το ξέρω ότι φαίνεται σχεδόν ασήμαντο αυτό που γράφω και η διαφορά με όσα έγραψε τελικά ελάχιστη, αλλά είναι κρίσιμο για το αν θα μπορέσουμε κάποτε να κατακτήσουμε τη γη και τους εαυτούς μας πάνω σ' αυτή. Στο παρελθόν ο άνθρωπος διέλυσε αυτά που είχε χτίσει και επέλεγε πάντα να καθαρίζει τον συνάνθρωπό του παρά να τολμήσει να καθαρίσει τη ψυχή του. Η λύση και στην περίπτωσή μας είναι σε μέρος που δεν ψάχνουμε από πείσμα και ισχυρογνωμοσύνη. Αλλά αν θέλουμε Δημοκρατία, αυτά τα δύο θα πρέπει να τα ξεχάσουμε.

Ελλοχεύει πάντοτε ο κίνδυνος, αν δεν αλλάξουμε, να πούμε ότι κάποτε ήμασταν πιο κοντά ο ένας με τον άλλον, παραφράζοντας τον Στανισλάβ Λεκ, γιατί τα όπλα μας δεν έριχναν πολύ μακριά. Να πούμε ότι δεν έτυχε να σκοτώσω εγώ τον Σωκράτη επειδή δεν έχω σταθερό χέρι! Να κοβόμαστε μέχρι τα γεράματα στον Βολταίρο όπως το κορίτσι του διπλανού πόρταλ. Το ραντεβού στην πλατεία μπορεί να γίνει διαμαρτυρία ή σφαγή. Στο χέρι μας είναι και η αγκαλιά και το περίστροφο.

Όταν ο Pasaenas γίνει φασίστας θα ενημερώσει τους έξι αναγνώστες του(τόσους έχει σύμφωνα με τον Πανόπτη του) για να πάρουν τα μέτρα τους και να φορέσουν αλεξίσφαιρο. Προς το παρόν απολαμβάνει να διαφωνεί ακόμα και μαζί τους γιατί όπως έλεγε ο Μοντεσκιέ: «Εκεί όπου δεν υπάρχουν ορατές συγκρούσεις, δεν υπάρχει ελευθερία». Δεν ήταν κατάλληλη η ώρα για να χωρίσουν οι δημοσιογράφοι διαδικτυακά τις δημοσιογραφίες τους. ‘Η μήπως για κάποιους άλλους ήταν;

Y.Γ: Ο Δήμου έγραφε στη «Δυστυχία του να είσαι Έλληνας» ότι ο Νεοέλληνας δεν μπορεί να μιλήσει για οποιονδήποτε συμπατριώτη του χωρίς να πει: «Ναι, αλλά». Το πρόβλημα για μένα δεν βρίσκεται στη δευτερεύουσα. Η αντίρρηση επιβάλλεται να εκφραστεί-κρίνε για να κριθείς έλεγε ο Αναγνωστάκης. Το πρόβλημα είναι ότι δεν εννοούμε τον καλό μας λόγο, ότι δεν λέμε με την καρδιά μας την κύρια, ότι δυσκολευόμαστε να παραδεχτούμε μια αλήθεια για κάποιον άνθρωπο αξιόλογο. Η Ρίκα έχει δυνατή πέννα-το λέω ολόψυχα. Και με είχε εντυπωσιάσει με κάποια οξυδερκή κείμενά της. Τώρα αισθάνεται αδικημένη-δεν καταλαβαίνει ότι είναι κοπλιμέντο να τα βάζουν μαζί σου. Ωστόσο η ίδια παραδέχεται ότι το κείμενο το έγραψε σε είκοσι λεπτά-της πήρε πολύ παραπάνω από μια ανάρτηση στο Troktiko και πολύ λιγότερο απ’όσο τελικά χρειαζόταν. Κι η σκέψη μου δεν μπορεί να μην πάει στον Κάφκα, αυτόν τον περίεργο τύπο που είχε ζητήσει από τον Μαξ Μπροντ να μην εκδοθεί τίποτα απ'όσα είχε γράψει-ναι, και «η Δίκη»- και που πίστευε πως «όλα τα ανθρώπινα λάθη πηγάζουν από την ανυπομονησία, την πρόωρη διακοπή της μεθοδικής διαδικασίας, τη φανερή αποφυγή αυτού που φαίνεται να είναι υπό εξέταση». «Τα περισσότερα γραψίματα απομένουν μούστος, δε θα γίνουν ποτέ κρασί» διαπίστωνε ο Λορεντζάτος. Καλοκαίρι, παραλία, καιρός να ανοίξουμε κανένα παλιό και ώριμο. Μετά τον καύσωνα.

Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010

Ποιος αγαπάει τέτοια ώρα;

Στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του ανθρώπου ξέχασαν δύο δικαιώματα: της αντίφασης και της φυγής. Μπωντλαίρ.

Το κουρασμένο μυαλό προκαλεί την καρδιά σε μονομαχία. Της επιβάλλει να εκφραστεί για να επωφεληθεί πνευματικά και συναισθηματικά. Κι υποθέτω πως περιμένει απ' αυτήν να αποδώσει δικαιοσύνη, να συντρίψει τους προστατευτικούς εγωισμούς και να αποφύγει τους συναισθηματισμούς.

Τίποτα εύκολο δεν είναι ωραίο. Και το ψέμα το σιχαίνομαι. Το σιχαίνομαι γιατί το ‘χω πει, την ώρα που η αλήθεια αύξανε τις απαιτήσεις της. Γιατί μόνο όταν με ανακάλυψα είδα καθαρά την ανθρωπότητα. Η αδυναμία μας να αγαπήσουμε τους άλλους είναι αδυναμία να αγαπήσουμε τον εαυτό μας, αποφάνθηκα, καταλήγοντας στο σωστό συμπέρασμα ενός βιαστικού πορίσματος.

«Αγαπήστε με, αγάπησέ με, αγάπα με». Η ικεσία μας δεν είχε εξαρχής καμία τύχη. Ο ανώνυμος άνθρωπος της πόλης απέκτησε άμεσα προβλήματα συγκέντρωσης και συσσώρευσε σύγχυση αιώνων. Βγαίνοντας στην κοινωνία, έγινε πρόθυμος να υπηρετήσει οποιονδήποτε σκοπό και αφέντη, να πει και να φορέσει οτιδήποτε για να τον προσέξουν, να πέσει πάνω μας στο δρόμο μόνο και μόνο για να μας ζητήσει συγγνώμη. Φανταστείτε πόσο μακρινή άρχισε να του φαίνεται η απόσταση που τον χωρίζει από τους άλλους, πόσο απρόσιτη να του φαίνεται η αγάπη-και πόσο ανίκανος να γίνεται γι’αυτήν.

Σε περίοδο οικονομικής κρίσης ο έρωτας προστέθηκε κι εκείνος με τη σειρά του στα συνειδησιακά βάρη. Αφού καταστρέψαμε τους συμπολίτες μας συνολικά, τους αναλαμβάνουμε και ξεχωριστά. Υπάρχουν φυσικά ακόμα άνθρωποι που σε κρίνουν από τις φωτογραφίες που έχεις στο πορτοφόλι σου και όχι από το περιεχόμενό του και σε παρασύρουν. Και πάει καιρός που αποδέχτηκα επιστρατεύοντας όλο μου το θάρρος ότι δεν προσφέρω μόνο εγώ φιλί, χάδι και αγκαλιά, πως κανείς και τίποτα δε μου ανήκει.

Ο Μπωντλαίρ έλεγε ότι στον έρωτα όπως και σε όλες σχεδόν τις ανθρώπινες υποθέσεις, η εγκάρδια συνεννόηση είναι αποτέλεσμα μίας παρεξήγησης. Όταν αυτή η παρεξήγηση εκλείψει, το θέμα θέλει προσπάθεια που δεν έχει κανείς κουράγιο να κάνει. Οι αυτοματισμοί ξεχνιούνται και τα πείσματα ευνοούνται. Όταν δύο εγώ μαλώνουν στην έδρα του έρωτα, το δίκιο και το άδικο δεν τα χωρίζουν, απλώς τα καθυστερούν.

Το υπεράνθρωπο «προτιμώ να ‘χουν δίκιο οι άλλοι» του Μπόρχες, όσο κι αν προσπαθείς να το εφαρμόσεις, αρχίζει να ακούγεται υποκριτικό όταν ξεθωριάζει ο πειρασμός της πρόκλησης για επιμονή, όταν ναρκοθετείται η ανάγκη για συνεννόηση, όταν τα ίδια λάθη επαναλαμβάνονται, όταν το στόμα σου σα μια πληγή δε ζητά παρά να σφαλίσει(Ρίλκε). Η ανάγκη και η ανασφάλεια θα συνεχίσουν να κάνουν τις σχέσεις περισσότερο δυνατές απ’ όσο μπορεί η ελευθερία, που σε αφήνει πάντα μόνο με το τίμημά της: να είσαι ο κακός της υπόθεσης.

Ευτυχώς όμως, ο άνθρωπος επιβιώνει. Όσο κι αν ορκίζεται σε ό,τι ιερότερο έχει, δε θέλει να αγαπηθεί γι’αυτό που είναι-όχι για πολύ καιρό τουλάχιστον. Μια τέτοια απόλυτη αγάπη, που δεν τον καλεί να αλλάξει, θα ήταν μια αβάσταχτη υπενθύμιση της θνητότητάς του, μια προετοιμασία για το θάνατο. Η αχαριστία του είναι μια απόλυτα υγιής αντίδραση που τον προστατεύει από αυτό το ναυάγιο. Στην πραγματικότητα διψάει για δράση- όσο ακόμα την αντέχει και αντλεί από αυτή ικανοποιήσεις. Θέλει δύναμη, εξουσία, κολακείες, συγκινήσεις, προδοσίες, ονειροπολήσεις, εξάψεις, προσωρινές λυτρώσεις, περιπέτειες με αίσιο τέλος, ελεγχόμενους κινδύνους, νικηφόρους πολέμους και απεριόριστες δυνατότητες αυτοκαταστροφής.

Δημιουργεί ανώδυνες απουσίες, σκοτώνει μέσα του ανθρώπους πριν γεννηθούν και τους αποβάλει, ενθουσιάζεται με το καινούριο, λοξοκοιτάζει προς την ευτυχία, διασκεδάζει με τιμωρίες και ψέματα, αναμιγνύει ακίνδυνα ή και επικίνδυνα δηλητήρια. Επιθυμεί να εξαφανιστεί από τη γη χωρίς συνέπειες, να σαλπίσει τα θαύματα, να διαχειριστεί την κόλαση, να προκαλέσει αναστάσεις, διαψεύσεις και απογοητεύσεις, να ταράξει τα νερά, να βυθιστεί στις απολαύσεις μένοντας ανικανοποίητος, να αναβάλλει όλα τα δικαστήρια που του ετοιμάζουν οι συνάνθρωποί του.

Τα θρεπτικά του λάθη, που συνήθως αξίζουν και με το παραπάνω την συντριβή της στρεβλής και κοινωνικά ορθής ηθικής του, έχει συνηθίσει να τα κρύβει ντροπιασμένος στην άμμο, κυριαρχώντας εκ των υστέρων επάνω τους ανακουφισμένος. Μειώνοντας την αξία τους, υποβιβάζει τη σημασία τους, προσποιούμενος ότι η ύπαρξή του, το κρίσιμο διάστημα της τέλεσης του «εγκλήματος», δεν του ανήκε ολοκληρωτικά.

Παρόλο που με τα λάθη του είναι επιεικής, αν δεν θεωρεί τον εαυτό του ικανό να δημιουργήσει και να ζήσει ένα πάθος, δεν προσπαθεί να δικαιολογηθεί. Γίνεται ικανός για όλα, βουλιάζει στη θλίψη και επιβιώνει μονάχα χάρη στις εμμονές του. Όταν επιτίθεται, το πράττει αιφνιδιαστικά και με έναν ενστικτώδη ενθουσιασμό. Κι αν αφήσει την ειλικρίνειά του να τα φυλάει, πολλοί από εμάς θα ξυπνήσουν μέσα στα αίματα.

Από τον εραστή του ζητεί μόνο το ωφέλιμο κομμάτι του, το ευπροσάρμοστο, το λογικό, το ανώδυνο, το πιο απάνθρωπο και τεχνολογικό. Το πάθος του για ταχύτητα τρέφει την ανυπομονησία του και την ψευδαίσθηση. Ο πόθος του ευνοεί τα αντικείμενα. Γι’αυτό συνήθως ο σωτήρας που επιθυμούσε αποδεικνύεται περιορισμένων δυνατοτήτων, ένας άγιος που δεν γνωρίζει το δρόμο για τον παράδεισο, που δεν κατέχει ούτε τα βασικά της σωτηρίας. Τότε μεμιάς, σαν πληγωμένος τυχοδιώκτης, τον ξεφορτώνεται και ελαφρύτερος πια χτυπάει παλιές, βολικότερες πόρτες. Δεν κάνει έρωτα, μόνο σεξ. Δε ζει, κρύβεται. Δε σμίγει, εξαιρείται. Δεν καταλαβαίνει, πιστεύει. Η μοναξιά που αισθάνεται τον εμποδίζει να την παρακάμψει και να της επιβληθεί έστω προσωρινά-η απουσία του τον κυνηγά. «Καθένας θα έπρεπε να είναι ταγμένος στη μοναξιά του αλλά επιλέγει να επιτηρεί την μοναξιά των άλλων» γράφει ο Τσοράν πολύ πριν το Facebook.

Η ικανότητά μας να ξεχνάμε μας κάνει κατάλληλους για τον κόσμο. Λίγη κακία όμως είναι απαραίτητη αν θέλει να επιβιώσει κανείς. Αν περιφρονείς το εγώ σου, πώς περιμένεις να ασκήσεις τη ζωή; Όσο θλιβερό ωστόσο κι αν ακούγεται η μεγαλύτερη μου φιλοδοξία μέσα στη μοναξιά μου είναι να είναι καλά αυτοί που αγαπώ. Τα λάθη μου είναι λάθη μοναχικού ανθρώπου που έχει πειστεί πως η μόνη υποφερτή λύση είναι να μοιραζόμαστε και είχε αποφασίσει μέχρι πρότινος να κόβει δρόμο αγαπώντας.

Στο εξής να φοβάμαι να ζήσω κάτι όμορφο; Να φοβάμαι γιατί μετά θα το θυμάμαι; Έτσι όπως ‘γιναν οι ζωές μας, μας φαίνεται σχεδόν ανώφελο να αγαπηθούμε. Αηδίες! Μη με ακούσει ο Νίτσε. Θα μου ‘λεγε ότι δε φέρνω τίποτα στο τραπέζι, μήτε μια πείνα της προκοπής. Ο έρωτας, αυτή η φωτεινή όψη της απελπισίας, δεν αξίζει ούτε στους τεμπέληδες ούτε στους φυγόμαχους.

Είχα πειστεί. Αν μεταφράσεις τις καρδιές λένε όλες το ίδιο πράγμα με διαφορετικά λόγια. Μία ακόμη βεβαιότητά μου γκρεμίστηκε-σιγά την απώλεια. Θέλει απλά να αγαπηθεί ο άνθρωπος… Τι είναι απλό σε ό,τι τον αφορά για να είναι αυτό; Απορώ ώρες-ώρες με την αφέλειά μου!