Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Πώς πέρασα το Σαββατοκύριακο

Οι φίλοι του-εμείς-τον είχαν ξεχάσει. Τα χέρια του είχαν γεμίσει χώματα. Τον βρήκαμε να τα σκαλίζει γιατί τον έχασε ξαφνικά, χωρίς να προλάβει να τον χαιρετίσει, να τον ευχαριστήσει, να τον απογοητεύσει ή να τον κάνει περήφανο. «Αιωνία του η μνήμη» του είπανε. «Η ύφεση ρηχαίνει, θα βγούμε από το τούνελ», του υπόσχονταν. Δύσπιστος ωστόσο καθώς ήταν απέναντι σε αιωνιότητες και αριθμούς, δεν σηκωνόταν με τίποτα από κάτω. «Κάπου εδώ θα είναι, δεν μπορεί να χάθηκε έτσι, στα καλά καθούμενα», μονολογούσε.

Σε εκείνο το κορίτσι όμως δεν μπορούσε να πει όχι-ποιος μπορούσε; Η κατακόκκινη λαίλαπα, ακραίο καιρικό φαινόμενο που είχε καταφτάσει από την πρωτεύουσα, τον πήρε από το χέρι, τον σκούπισε, τον παρότρυνε:«Αρκετά. Περπάτα». Ξεκίνησαν να τρέχουν, τα φλας άστραψαν κι ένιωσε στα παπούτσια του το χώμα μαλακό-πάντα το χώμα είναι μαλακό. Η ζωή δεν μπορεί να είναι αυτό. «Άκου να σου πω, θα κάνεις αυτό που σου λέω εγώ», του είπε αυταρχικά εξηγώντας του τις λεπτομέρειες με ένα χαμόγελο. Αντάλλαξαν παλιούς αριθμούς, χάρισαν ο ένας στον άλλον βλέμματα αγάπης και συγχρόνισαν τα ρολόγια τους: «Πάρε τηλέφωνο αν χρειαστείς οτιδήποτε. Καμιά φορά οι ανάγκες των ανθρώπων συμπίπτουν δίχως να το προγραμματίσουν».

Στη ζωή του από τότε άρχισαν να παρατηρούνται τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης, ο Ross του περιέγραφε το ζητούμενο, ο Μιχάλης παραδόξως δεν μιλούσε πολύ-το πρόσεξες;-όπως κάθε φορά που οι αγαπημένοι του ήρωες, πάντοτε αξιοπρεπείς και ακέραιοι, λαβώνονται. Η ύφεση φυσικά δεν ρήχαινε-μη λέμε μαλακίες. Ανάκαμψη δεν προβλέπεται για την ελληνική οικονομία. Αν θυμάστε όμως υπήρχε εκείνο το πολύ φυσικό προεκλογικό «Πάμε» που λέω να πραγματοποιήσουμε. Δεν υπάρχει λόγος να περιμένουμε.

Αφιερωμένο στον φίλο της φωτογραφίας.

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Ο πόλεμος των στρωμάτων



«Μην ανησυχείς παιδί μου, θα το παραλάβει ο Καντάφι και θα μας το στείλει πίσω». Αυτή ήταν η διαβεβαίωση από τα επίσημα χείλη της μαμάς όταν το στρώμα μας το έπαιρναν οι αέρηδες του Λιβυκού στον Μακρύγιαλο Λασιθίου και το έστελναν απέναντι, στον νέο Διάβολο. Τι εξαιρετικός κύριος σκεφτόμουν! Ακόμα όμως και στην περίπτωση που ξεχνούσε να μας το επιστρέψει, η γνώση και μόνο ότι υπήρχαν άνθρωποι στον ορίζοντα που δεν έβλεπα, Λίβυοι που θα υποδέχονταν το στρώμα, με καθησύχαζε καθώς κοιτούσα το παιχνίδι μου να ταξιδεύει ταχύτατα προς τα μέρη τους-με την ίδια βεβαιότητα αποχαιρετούσα και τα μπαλόνια στην αγκαλιά του ουρανού, στα σίγουρα χέρια του Θεού. Το δώρο μου θα το παραλάμβανε κάποιο τυχερό παιδάκι, το στρώμα δε θα χανόταν κι εμείς θα παίρναμε άλλο, λιγότερο ριψοκίνδυνο και πιο εντάξει.

Έτσι γνώρισα τη Λιβύη, τη χώρα του Καντάφι, ενός καλού ανθρώπου, σημαντικού και μαυρισμένου, ενός «ισχυρού συμμάχου στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» και όχι μόνο. Τα πράγματα όμως αλλάζουν και στην παραλία όπου ένα βράδυ με πήρε ο ύπνος ενώ παρακολουθούσα τις Περσίδες να πέφτουν, χθες που ήταν πιο μεγάλο το φεγγάρι από ποτέ, χθες που συμπληρώνονταν 8 χρόνια από την έναρξη του πολέμου στο Ιράκ, το φόντο του παιδικού μου παραδείσου άλλαζε αναπόφευκτα κι αυτό. Να φαίνονται άραγε λάμψεις από κει κάτω, να φαίνονται τα συμμαχικά αεροσκάφη, να έχει πάρει άραγε το στρώμα μας ο Καντάφι και να πηγαίνει προς την Κρήτη; Και πού είναι τα δικά μας πλοία, τα δικά μας μαχητικά, πού είναι οι άμαχοι, πού έχουν πάει και δεν τους βλέπω; Είναι πιθανό να κρύφτηκαν πίσω από το στόχο;

Ο δικτάτορας- στις φωτογραφίες με φίλους- αγωνίζεται όπως μια πουτάνα 42 ετών που διεκδικεί τα δεδουλευμένα από τους νταβατζήδες της και αισθάνεται ότι απειλείται η συνταξιοδότησή της. Αν ήταν πιο λογικός, αν έφευγε χωρίς πολλά πολλά, δεν θα φτάναμε ως εδώ, δεν θα ανάγκαζε τον Γιώργο να σηκώσει τα μανίκια πάνω από τη Σούδα, τον Ομπάμα το Νόμπελ πάνω από τη Λιβύη και την Καρχιλάκη να λέει βλακείες στο βιντεόφωνο, ούτε θα είχε αυτός ο έρωτας τόσο άδοξο τέλος. Όλοι θα κρατούσαμε τις καλές στιγμές του και θα τις θάβαμε στη μνήμη μας σαν προϊόν φωτομοντάζ.

Αν είχα όμως κάποιες αμφιβολίες για τη χρησιμότητα αυτού του πολέμου, που κάποιοι ονομάζουν πόλεμο αλλαγής καθεστώτος, εξαφανίστηκαν όταν έμαθα ότι η δοκιμαζόμενη Ιαπωνία στηρίζει την επίθεση. Κάτι θα ξέρουν τα θύματα του σεισμού και της ραδιενέργειας, κάτι ξέρουμε και εμείς όταν διευκολύνουμε τους συμμάχους, όταν στις κοινωνίες μας καίμε παιδιά, τρώμε σκυλιά, καταπλακώνουμε τους ρακοσυλλέκτες όλο και πιο συχνά και αλυσοδένουμε τους πιο επικίνδυνους από μας. Στο κάτω κάτω θα πρέπει να είσαι τελικά πολύ ρομαντικός και μεγάλος μαλάκας αν δεν αισθάνεσαι πραγματικά ευλογημένος που παρακολουθείς τις δύο τελευταίες μέρες ειδήσεις καθότι σπάνια, πολύ σπάνια, συναντάς τόσο βλάσφημες στιγμές για τις δυτικές κοινωνίες της δυτικής υποκρισίας μας.

Υ.Γ. Η αλήθεια είναι βεβαίως ότι η επέμβαση στη Λιβύη γίνεται για την απελευθέρωση και την επιστροφή την στρωμάτων, μεταξύ των οποίων βρίσκεται και το δικό μου, και όχι φυσικά για την προστασία των πολιτών της, αποκάλυψη που μάταια την περιμένετε από τα μεγάλα Μίντια. Η παραπάνω δικαιολογία στα εκπαιδευμένα αυτιά μας θα φαινόταν, εξάλλου, απείρως πιο πειστική από αυτήν που χρησιμοποιεί η συμμαχία του «Ελάτε να καταστρέψουμε».
Υ.Γ1. Το γεγονός ότι η Ιαπωνία στηρίζει την επίθεση τη δεδομένη στιγμή τα λέει όλα για τον κόσμο μας. Λέει κάτι παραπάνω από τα πάντα.

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

9 1/2 Ημέρες

Εννέα ημέρες ή δέκα, τι σημασία έχει πόσες ήταν νεκρός ο Μανώλης Ρασούλης μέσα στο διαμέρισμά του, εδώ κοντά μου στην Μπότσαρη. Ποια ηδονή ωθεί αυτούς τους ρεπόρτερ να επαναλαμβάνουν το νούμερο; Δεν πρόκειται δα και για κανένα οικονομικό μέγεθος, δεν απειλείται το σχετικό πανελλήνιο ρεκόρ-θα το κατέχει σίγουρα κάποιος ακόμα πιο μόνος χαμηλοσυνταξιούχος. Το κακό εξάλλου δεν είναι να σε βρίσκουνε νεκρό αλλά ζωντανό. Τότε είναι που δεν ξέρουν τι να σε κάνουν.

Μία μέρα πριν γίνει γνωστός ο θάνατός του, ανακάλυψα ότι είχε φύγει αθόρυβα πριν τέσσερις μήνες και ένας άλλος μεγάλος Κρητικός, μία θρυλική μορφή της κρητικής μουσικής, ο Λεωνίδας Κλάδος, αφήνοντας πίσω του μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές της μελωδίες. Πολλά μαϊμούνια από αυτά που κάνουν διάφορα πρωτοποριακά πράγματα στο νησί ασελγώντας με απόλυτο σεβασμό όπως λένε στο κορμί της παράδοσης δεν θα τα ήξερε ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας τους αν δεν υπήρχε εκείνος, για να θυμηθούμε την ιστορική ρήση του Κατσιφάρα για τον Ανδρέα. Κι ενώ αρχικά προσπάθησα να διακρίνω στις φωτογραφίες των ρεπορτάζ ποιοι βρέθηκαν και ποιοι όχι στην κηδεία του, σταμάτησα ξαφνικά όταν συνειδητοποίησα πως δεν έχει σημασία, εννέα ή δέκα μαθητές, εννέα ή δέκα ημέρες. Ο Ρασούλης και ο Κλάδος είχαν αλλάξει ήδη τον κόσμο μέσα από τις δημιουργίες τους και την άρνησή τους να τα παρατήσουν, επειδή τελικά, παρά τα όποια λάθη τους, πορεύτηκαν με την αξιοπρέπεια εκείνου που περπατάει στις μύτες των ποδιών του, με την αφέλεια εκείνου που αγαπάει, μακριά από τα φώτα της πουτάνας της δημοσιότητας.

Επειδή ως κλασικός αποτυχημένος και κοινός αυτοκαταστροφικός άνθρωπος κατέφυγα σε αυτές τις σκέψεις τις τελευταίες μέρες, δυσκολεύτηκα να πάρω στα σοβαρά τη δήλωση Στρος Καν ότι ζούμε μέσα στα σκατά, παρά τη σημαντική θέση που κατέχει στην πολιτική σκηνή ως επιφανής βόθρος. Η σκέψη μου, όπως σε κάθε κρίσιμο τεστ της νοημοσύνης μου, ταξίδεψε στο χωριό μου, στη μηχανή του παππού, τα τυροπιτάκια της γιαγιάς, τα καλοκαίρια που η Κρήτη σφηνώθηκε σαν αδέσποτη σφαίρα στο μυαλό μου, καλοκαίρια που τα τζιτζίκια ήταν στο λαούτο και οι αρχάγγελοι στη λύρα. Πάνω στο θρόνο μου(φωτογραφία) όπου δεν κατέβαινα προτού εξαφανίσω το κακό, μύριζα στον αέρα το δίκιο και τη λεφτεριά, έμαθα «να φτάνω πάνω απ’το γκρεμό και να αετοπετάω», να προσγειώνομαι μόνο στο αεροδρόμιο του Ηρακλείου.

Δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση ο Γάλλος εισπράκτορας. Μας δείχνει την ψυχή του για να μη μπορέσουμε να φάμε όπως τον έχει συμβουλεύσει ένας σοφός, μέχρι να του σκάσουμε 50 δις προκαταβολή τώρα και τα υπόλοιπα αργότερα-σε αυτό το αργότερα κλειδώνει η σκλαβιά μας. Τον σταματούν, αποκαλύπτει, άνθρωποι στο δρόμο και του λένε να βάλει για την γαλλική προεδρία-για την υποψηφιότητά σου και την Ελλάδα να θυσιάσουμε. Οι δικοί μας άνθρωποι στην κυβέρνηση είναι πιο εντυπωσιακοί, που διπλά αξιοθρήνητοι και παρά την αισθητή απουσία κάποιου επικήδειου, μας θυμίζουν την ιστορία του Ernst Jünger όπου ένας πεινασμένος ανθρωπάκος εκλιπαρεί τον βαρώνο λέγοντάς του ότι πάνε τρεις μέρες που δεν έχει βάλει μπουκιά στο στόμα του: «Θα πρέπει να πιέσετε τον εαυτό σας να φάει».

Τα πρωτοπαλίκαρα του ΠΑΣΟΚ μας οδηγούν, αφού μας φόρεσαν ζώνες, στον ασφαλή δρόμο του πολιτικού πολιτισμού: διαβούλευση, συναίνεση, συμμετοχική δημοκρατία, διάλογος, σύμπνοια και πολύς πόνος. Και δεν με ενδιαφέρει που φανερώνω μια αδυναμία μου όταν σκέφτομαι ότι μου έλειψε ένας αχρείος, ένας απολίτιστος, ένας αδίστακτος: ένας άνθρωπος που θέλει να κάνει από πείσμα το καλό.


Υ.Γ. Πολλοί Ιάπωνες που χάθηκαν άδικα δεν θα συμμετάσχουν εκ των πραγμάτων στην προσπάθεια της χώρας να συμμαζέψει τα ελλείμματά της-δεν ξέρω με τι μούτρα συνάντησαν τον Δημιουργό. Η καταστροφολογία που τόσο σιχαίνεται και πολεμά ο Παπανδρέου, έχασε μέσα σε μερικά λεπτά το λόγο ύπαρξής της αντικρίζοντας τη μητέρα της, την καταστροφή. Η ανθρωπότητα παράτησε βιαστικά τους αστρολόγους και τους οικονομολόγους και στράφηκε με αγωνία στους σεισμολόγους και τους ειδικούς της πυρηνικής ενέργειας. Η διεθνής κοινότητα σε απόσταση ασφαλείας άρχισε το δακρύβρεχτο αγκομαχητό της ανησυχίας, καθώς για το προσεχές διάστημα είναι καταδικασμένη να κοιμάται σε αναμμένα κάρβουνα: Στην κοινωνία της πληροφορίας, που έχτιζε όλα αυτά τα χρόνια, κάποιος άνθρωπος πέθαινε. Στην κοινωνία της γνώσης, που οραματίζονταν οι άνθρωποι του πολιτισμού, κάποιος άνθρωπος κινδύνευε. Η υποβάθμιση των τεκτονικών πλακών από τα ραδιενεργά απόβλητα των αγορών δεν ήταν φυσικά η αιτία που προκάλεσε την απαντητική ανακοίνωση των 9 Ρίχτερ. Η φύση δεν υποστήριξε εξάλλου ποτέ ότι εκδικείται·μοναχά υπενθυμίζει.

Υ.Γ1. Καζαντζάκη- Kawasaki, έχουμε κοινά με τους Ιάπωνες εμείς οι Κρητικοί έλεγε σε μία συνέντευξη ο Ρασούλης. Ο φόβος μας είναι κοντά τους-ο νους μας ούτε που τολμάει να πλησιάσει.

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2011

Θελξίππη

Η άσπρη φοράδα της Φάρμας των Ζώων, η κοκέτα Θελξίππη, εξέφρασε στον Χιονή το φόβο της που αφορούσε στην επανάσταση που προετοίμαζαν τα ζωντανά: «Και θα μ’αφήνουν τότε να φορώ κορδέλες στη χαίτη μου;». «Συντρόφισσα, αυτές οι κορδέλες που τους είσαι τόσο αφοσιωμένη, είναι το σύμβολο της σκλαβιάς σου. Δεν μπορείς να καταλάβεις πως η ελευθερία αξίζει περισσότερο από τις κορδέλες;». Ο Όργουελ σημειώνει. «Η Θελξίππη συμφώνησε αλλά δε φάνηκε να πείστηκε». Η σκλαβιά της δεν ήταν επομένως ότι βρισκόταν κάτω από τις διαταγές του αφέντη Τζόουνς, αλλά η έγνοια της για τις κορδέλες της. Δεν ήθελε να είναι ελεύθερη-προτιμούσε να είναι όμορφη.

Η προσπάθεια των ελληνικών μπλογκς να γράψουν ενάντια στο φόβο απέτυχε. Είναι δεδομένο πως γράφεις επειδή φοβάσαι. Ο άνθρωπος όμως συνεχώς αντιφάσκει. Πόσες φορές δεν τον έχετε ακούσει ενώ είναι σκλαβωμένος να μιλάει για την ανεξαρτησία του που δεν είναι άλλη από τα λεφτά του; Επέτρεπε όλα αυτά τα χρόνια στον εαυτό του να μη σκέφτεται ελεύθερα εφόσον μπορούσε να αγοράζει ελεύθερα. Τώρα που η αγοραστική του δύναμη μειώνεται, θυμήθηκε να πιάσει τα σκονισμένα κηρύγματα περί Δικαιοσύνης. Το χαμόγελό του ήταν μια προσφορά των αγορών-τώρα κάνει το σταυρό του μπροστά στους τηλεοπτικούς τόπους λατρείας τους, παρακολουθώντας τα μάταια τάματα των ηγετών του. Νιώθει ένοχος απέναντι στο Θεό του που δεν έχει λεφτά να του προσφέρει όπως οι πιστοί στην εκκλησία νιώθουν άσχημα για τις αμαρτίες τους και προσεύχονται για να συγχωρεθούν. Καλύτερα όμως να ζήσει δίχως μέλλον με ευθύνη δική του, παρά δίχως μία λύση που φάνταζε λογική για τον ελεύθερο χρόνο του πάνω στη γη.

Έτοιμοι να επαναστατήσουμε δεν είμαστε ακόμα-θα έπρεπε και να συμφωνήσουμε στον ορισμό της επανάστασης. Θα γίνουμε μονάχα όταν δεν θα ελπίζουμε σε τίποτα. Όταν συνειδητοποιήσουμε πως στον κόσμο που μας έδωσαν δύο τιμές απέμειναν: να είσαι άνεργος ή «λαθρομετανάστης». Μην τους ακούς λοιπόν όταν σου λένε «Διάβαζε». Άσε τα πτυχία, βρες ένα όπλο στο μυαλό σου και σημάδεψε.

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Γκούντις ΙΙ-Μαθήματα εκβιασμού

Το 2004 η Washington Post είχε αποκαλύψει ότι οι αξιολογήσεις της περίφημης Moody’s αποτελούσαν μέσο πίεσης προκειμένου να αποκομίσει χρήματα. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση εκβιασμού ήταν αυτή της Γερμανικής ασφαλιστικής εταιρείας Hannover Re, η οποία αρνήθηκε να πληρώσει τη Moody’s για να την αξιολογήσει. Ο οίκος άρχισε να αξιολογεί «δωρεάν» τη Hannover Re και να της δίνει άριστη βαθμολογία. Όσο όμως η εταιρεία δεν πλήρωνε η βαθμολογία μειωνόταν ώσπου κάποια στιγμή υποβάθμισε σε σκουπίδι την εταιρεία, γεγονός που είχε ολέθρια επίδραση στη μετοχή της. Τότε φυσικά δεν μας ένοιαζαν αυτά. Εμείς είχαμε Ολυμπιακούς Αγώνες-ας έτρωγαν οι άλλοι βελανίδια και σκατά.

Έτσι γίνεται ένας εκβιασμός σε μία πολιτισμένη κοινωνία που έχει νόμους και θεσμούς. Εκείνος που εκβιάζει γνωρίζει με τι απειλεί και ο εκβιαζόμενος φοβάται τις συνέπειες: Αν απεργήσεις απολύεσαι, χώρισε τη γυναίκα σου αλλιώς της τα ξερνάω, δώσε μου τα λεφτά μέχρι τη Δευτέρα-διαφορετικά σου παίρνω το σπίτι, στείλτε μας τα λίτρα αν θέλετε να τον ξαναδείτε. Μπορείς δηλαδή να με εκβιάσεις με κάτι αν αυτό το κάτι έχει αξία για μένα.

Οι απεργοί πείνας και οι συμπαραστάτες τους δεν δείχνουν να συμμερίζονται το οξύμωρο του πράγματος. Τι θα πει νομιμοποιήστε μας ή πεθαίνουμε; Γιατί προβαίνουν σε μία πράξη τόσο άστοχη από τη στιγμή που υπήρξαμε απόλυτα συνεπείς απέναντι στην αδιαφορία μας; Κανένα δικαίωμα δεν τους δώσαμε να νομίζουν ότι μας νοιάζει η ζωή τους, κανένα δικαίωμα δεν τους παραχωρούμε. Ποιος θα πιστέψει εξάλλου ότι είχανε να φάνε και για ποιον τάχα, σε ποιον απαρχαιωμένο ανθρώπινο εγκέφαλο, για ποιον ιδεατό κόσμο, αποτελεί ο θάνατός τους απειλή; Πεινούσανε πριν, θα πεινάνε και τώρα. Πεθαίνανε πριν, θα πεθαίνουν και τώρα.

Δεν έχουν φίλους οι μετανάστες. Αν είχαν κάποιος θα τους είχε πει ότι δεν είναι ανάγκη να πεινούν και να πεθαίνουν χωριστά. Μπορούν να πεινούν και να πεθαίνουν περισσότερο δημιουργικά ιδρύοντας μέσα στα επόμενα χρόνια ένα λόμπι που θα τους κάνει ανταγωνιστικούς, αξιόπιστους και υπολογίσιμους παίκτες, ισότιμους συνομιλητές και κοινωνούς του ζόρικου πολιτισμού μας.

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Γκούντις

«Δεν είναι βέβαιο ότι οι N.Y Times χαριτολογούσαν όταν έγραφαν ότι η επίσκεψη Κλίντον στον Καναδά επισκιάστηκε από την ταυτόχρονη επίσκεψη εκεί ενός αντιπροσώπου της Moody’s. «Ο κόσμος μας έχει δύο υπερδυνάμεις, τις ΗΠΑ και τη Moody’s» έγραφαν. «Η πρώτη μπορεί να καταστρέψει μια χώρα με τις βόμβες της. Η δεύτερη μπορεί να κάνει το ίδιο με τον υποβιβασμό της αξίας των ομολόγων της»! Για όσους δεν τη γνωρίζουν, η Moody’s είναι μία από τις χιλιάδες διεθνείς οργανώσεις που λύνουν και δένουν. Όπως έδεσαν τον Καναδά, όταν η κυβέρνηση του αγνόησε τις προτάσεις της και είδε τη βαθμολογία της αξιοπιστίας των ομολόγων της να πέφτει. Μαζί της έπεσε και η τιμή των ομολόγων της, ενώ τα καναδικά δολάρια ξεπουλιόνταν όσο όσο. Το ίδιο και την Ιαπωνία όταν η βαθμολόγησή της για τις τράπεζες ήταν μετρίως επαρκής και απειλήθηκε η οικονομική τους φερεγγυότητα». «Οι συνέπειες του Γατόσκυλου», Νικήτας Λιοναράκης, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2001.

Παλιά οι δημοσιογράφοι είχαν ένα καλό: δεν ένιωθαν ένοχοι όταν επαναλάμβαναν το Follow the money, την ατάκα δηλαδή της μεγάλης τους επιτυχίας, του Watergate, τότε που το νούμερο 2 του FBI διοχέτευε πληροφορίες στον Τύπο-δεν επρόκειτο και για καμία σπουδαία νίκη. Σήμερα τους αρέσει όταν εξηγούν οικονομικά ζητήματα να χρησιμοποιούν τη φράση του Κλίντον(It’s the economy stupid), ίσως επειδή αυτό το ανόητε νιώθουν ότι τους αφορά. Το κακό είναι ότι μέχρι να καταλάβουν εκείνοι ή ο Ηλίας Μαμαλάκης πώς λειτουργεί ο κόσμος μας, εσείς θα έχετε φτωχύνει και δεν θα βρίσκετε δουλειά. Το θετικό είναι ότι οι ηγέτες μας δηλώνουν αηδιασμένοι, επιθυμούν να αλλάξουν τα πράγματα και φαίνεται να έχουν βαρεθεί τον σιχαμερό ρόλο των οίκων αξιολόγησης καθώς μοιράζονται την κοινή πεποίθηση πως η αποφασιστικότητα που επιδεικνύουν αναβαθμίζει τουλάχιστον μία μονάδα την ρητορική τους ικανότητα και επιπλέον, είναι δωρεάν.