Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Από μικρό και από τρελό

Στο κείμενό μου μετά τις εκλογές έκλεινα ως εξής: «Ένα παιδάκι κοιτώντας την κάλπη ρώτησε αδιάφορα. «Γιατί τα μαζεύετε αυτά;». Το ΠΑ.ΣΟ.Κ καλείται να απαντήσει στο ερώτημα τα επόμενα τέσσερα χρόνια». Τότε δε γελάσα, σκοτείνιασα. Κάτι μου έλεγε ότι το παιδάκι δεν ξεστόμισε βλακεία με την απορία του, αλλα μια ανεπανάληπτη προφητεία. Δεν περίμενα όμως ότι ένας τρελός θα του έδινε την απάντηση. Πλέον είναι ξεκάθαρο. Χρειαζόμαστε ένα μικρό να ρωτάει και έναν τρελό να του απαντάει. Το μόνο που κάπως με παρηγορεί είναι ότι επιβεβαιώνεται η ορθότητα της ελληνικής παροιμίας. Οι αριθμοί μας παραμένουν σκέτη απελπισία.

Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Αντιπρόταση στην πρόταση Παπαδόπουλου

Η πρόταση μου είναι απλή και δε διεκδικεί δάφνες σοβαρότητας. Απέναντι μάλιστα στην πρόταση ενός Παπαδόπουλου, Απρίλιο μήνα, με την προϊστορία εις βάρος μου, είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Τη συνοψίζω: αν αδιαφορήσουμε όλοι μαζί και ο καθένας χωριστά, αν αδιαφορήσουμε με όλη τη δύναμη της ψυχής μας και με όλη την ειλικρίνεια της αδιαφορίας μας, αν αδιαφορήσουμε με όλο το είναι της αδιαφορίας μας, δεν μπορεί, κάτι θα γίνει. Τότε θα αρχίσουν πραγματικά να μας φοβούνται.

Τι έπρεπε να κάνει η Ελευθεροτυπία

Για τη γιάφκα που εξαφανίστηκε, θα παραφράσω τον Κάφκα: στη διαμάχη ανάμεσα στον μπάτσο και τον επαναστάτη, διάλεξε τον μετανάστη.

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

Ρεμπώ ή παστίτσιο;

If you can think-and not make thoughts your aim. Kipling.

Στο έπος του Γιλγαμές που γράφτηκε στη Βαβυλώνα πριν 4.000 χρόνια, ο ήρωας θέλει να ανακαλύψει το μυστικό της αιώνιας ζωής. Ώσπου μια μέρα ο οδηγός του αποκαλύπτει το μεγάλο μυστικό. Πως δεν υπάρχει μυστικό. Τι κάνεις τότε; Καλύτερα να άνοιγε η γη να σε καταπιεί. Πώς περιμένεις να ζήσεις δίχως μυστικά;

Ο Τριαρίδης γράφει στα «Γυμνά Μάτια» πως ο Ντοστογιέφσκι ήξερε ότι το μεγάλο μυστικό του κόσμου βρίσκεται «εκεί, πίσω από την κουρτίνα». «Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα. Δεν έλυσα κανένα» μας λέει η Δημουλά. Εν οίδα ότι ουδέν οίδα σα να λέμε. Αν λοιπόν τα διαβάσματά μου συνεχίσουν να επαληθεύουν τους φόβους μου, αν τα μυστικά εκλείψουν, ο κόσμος παύει αυτομάτως να έχει υποχρεώσεις απέναντί μου, γεγονός άκρως ανησυχητικό. Του μένουν μονάχα δικαιώματα και έχει τη δύναμη να με παρασύρει όπου εκείνος θέλει. Η ζωή επιτρέπει την απαγωγή μου με καλές συνθήκες κράτησης. Και μερικές φορές δεν υπάρχουν καν αυτές.

Τι κάνω όμως με το ταξίδι; Το αφήνω στη μέση; Μένω με τη βάρκα μου ακυβέρνητη στα ανοιχτά και όταν πέσω στη θάλασσα σταματάω να κολυμπώ; Αν δεν δυσκολέψω τον εαυτό μου, θα μπω στον πειρασμό να τον διευκολύνω. Είμαι σίγουρος από την άλλη όμως ότι δεν είμαι αρκετά ηλίθιος για να υπερεκτιμήσω τη διαδικασία της σκέψης που είναι σπαρμένη από δυναμίτιδα και ισοπεδώνει; Θα φτάσουμε στην απάντηση παρακάτω.

«Και σεις τώρα νεαρέ συγγραφέα έχετε κάτι να πείτε ή μονάχα νομίζετε ότι έχετε κάτι να πείτε;» με ρώτησε αυστηρά προχθές το βράδυ ο Τζακ Λόντον. «Το δεύτερο μάλλον» του απάντησα χαμηλόφωνα, ντροπιασμένος. Έβαλα τα κλάματα, έκλεισα τα βιβλία και παράτησα τα μολύβια. Κόλλησα μέσα σε λάσπη αμφιβολίας. Απεγνωσμένα άρχισα να αναζητώ ένα στοιχείο, μια επιβεβαίωση, ένα χαμόγελο, ένα χέρι που θα με έκανε να συνεχίσω.

Ευτυχώς εκείνη τη στιγμή έτυχε να περνάει ο Τζορτζ Στάινερ. Με είδε σε κακή κατάσταση, με λυπήθηκε και αποφάσισε να με ενθαρρύνει: «Δεν μπορούμε να διαπραγματευόμαστε ένα πάθος. Γιατί, αν αρχίσουμε να το διαπραγματευόμαστε, χανόμαστε μέσα στον συμβιβασμό και καταλήγουμε στην επαιτεία. Το να έχει κανείς μια κλίση, ένα πάθος, είναι μια ευτυχία επικίνδυνη αλλά απέραντη».

Για κακή σας τύχη λοιπόν συνεχίζω. Ξανασηκώνομαι. Πρέπει να γίνω πιο τολμηρός αν θέλω να επιζήσω. Θα γράφω εφόσον αντέχω. Θα γράφω όσο υπάρχει φτώχεια, αδικία και εκμετάλλευση. Όσο αθώοι πεθαίνουν γιατί δεν έχουν άλλη επιλογή. Ύστερα από κάθε θάνατο, θα ξεκινάω από την αρχή τον αγώνα. Δεν θα σοκάρομαι από καμία ανθρώπινη απώλεια. Θα με σοκάρει ξανά η ζωή. Ποιος τα παρατάει από τώρα, ποιος κάθεται και κλαίει στην άκρη και λέει δεν παίζω άλλο;

Θα γράφω γιατί αποφάσισα με συνοπτικές διαδικασίες μέσα μου ότι δεν θα κουραστώ να πολεμάω, ότι δεν θα με τρέψει σε φυγή η φρίκη. Θα γράφω μήπως παρ’ελπίδα με διαβάσουν. Θα γράφω για να αναδείξω πάλι τις σκέψεις που το αξίζουν, να τις φέρω στο προσκήνιο και να τις παραθέσω. Θα γράφω μέχρι να γίνουνε σεισμοί, ωσότου πέσουν οριστικά οι μάσκες της ευπρέπειας και του δίκιου, γνωρίζοντας πως αυτό που ελπίζω δε θα γίνει ποτέ.

Να πουληθώ; Δεν καταλάβατε καλά. Προτιμώ να γίνω προφήτης. Θα επαναλάβω τις ουτοπίες καθαρά και ξάστερα, θα συλλαβίσω τους μεγάλους, θα τους βάλω στο στόμα του κόσμου και κυρίως στις ζωές σας. Η όποια αξία μου θα ξεχαστεί μπροστά στη φήμη μου. Θα γίνω αυτό που σιχαίνομαι αλλά θα έχω πετύχει μέρος του σκοπού μου.

Κρίση ανωτερότητας; Προφανώς. Για να παρουσιάζεται όμως, χρήσιμη θα είναι. Κι εγώ έμαθα να μην απορρίπτω κανένα κομμάτι του εαυτού μου. Αναγνωρίζω την αντίφαση σε καθετί ανθρώπινο. Δε θέλω να γίνω σαν τους διανοούμενους του κόσμου που ούτε που διανοούνται αυτά που συμβαίνουν. Στις μέρες μας, μαλώνουν ακόμα αχόρταγα για την πρωτοκαθεδρία και λύνουν ασκήσεις ματαιοδοξίας. Καθρέφτη, καθρεφτάκη μου, ποιος είναι ο εξυπνότερος; Ποιος κατέχει τάχα την απόλυτη αλήθεια αν όχι εγώ; Όσο σκέφτονται πόσο σπουδαίοι είναι, διαπρέποντας σε ένα είδος πνευματικής κερδοσκοπίας, ο κόσμος συνωστίζεται για ένα πιάτο φαί.

Γράφε λοιπόν για να βελτιώνεσαι. Σεβάσου τις λέξεις. Δε σου φταίνε σε τίποτα εκείνες. Πες μια μελωδία της αλήθειας. Γράψε μέχρι να βγάζει το δάκρυ αίμα και το αίμα δάκρυ, μέχρι να σταματήσει να στάζει η αλήθεια σου ψέμα, ευκολία, εγωισμό και λήθη. Παίρνε την άδεια όλων των ανθρώπων του κόσμου και μετά μίλα. Γράφε για να συντάξεις την αθώωση που θα σου προσέφερε απλόχερα ο θάνατος. Γράφε υποκαθιστώντας το θάνατο.

Τι κι αν δεν είναι ενήλικο; Μην περιμένεις να εγκριθεί το όνειρό σου. Οι περισσότεροι θα το χλευάσουν. Το βρίσκουν παιδικό και αστείο. Τους είχες ξεγελάσει όλους γιατί είχες μείνει μέσα σου παιδί. Οι άλλοι σε καλούν για να καλύψεις ανάγκες. Εσύ όμως θέλεις να υπηρετήσεις τον εαυτό σου. Δε δέχεσαι να είσαι ασήμαντος. Ξέρεις ότι μόνο εμείς οι ίδιοι μπορούμε να υποτιμήσουμε τους εαυτούς μας.


Και η συνέχεια...

Στον πλανήτη των ιδεών, οι μνηστήρες του κόσμου έκαναν πάντα ένα βασικό λάθος: θέλησαν να αλλάξουν την Πηνελόπη τους. Εκείνη, απολύτως φυσιολογικά, πείσμωνε γιατί επιθυμούσε να αγαπηθεί γι’αυτό που είναι. Η υπομονή των επαναστατών γρήγορα εξαντλούνταν, ο χρόνος τους πίεζε για μια λύση ώσπου κουρασμένοι κάποια στιγμή από τις εκατοντάδες ιδέες, άρχιζαν να παίζουν με τη σκανδάλη. Εξουθενωμένοι που δεν συμμορφωνόταν ο κόσμος στις υποδείξεις τους, αποφάσιζαν να παραδοθούν στη πιο δραστική σκέψη τους. Ποιος διάολο όμως νομιμοποιείται να μας συνετίσει; Ο μόνος που δε δικαιούται δια να ομιλεί είναι αναμφίβολα ο Θεός, έτσι όπως τα ‘κανε. Οπότε, ποιος μένει; Ο οποιοσδήποτε; Ο πασαένας; Το ΔΝΤ; Κανείς τους. Αλλά σίγουρα ούτε κι εσύ επαναστάτη. Εσύ είσαι προκατειλημμένος ακόμα υπέρ σου.

«Σκέφτηκα να αναζητήσω το μυστικό του αρχαίου παραδείσου, μήπως και ξαναβρώ το κέφι μου. Το μυστικό βρίσκεται στο έλεος… Μη με κοιτάζεις έτσι άγρια καλέ μου σατανά» γράφει ανακαλώντας μέσα στο παραλήρημά του ο επαναστάτης Ρεμπώ. Όταν επομένως καταφέρεις να απενοχοποιηθείς από την αλήθεια σου, θα έχεις θέσει τις βάσεις για την επανάστασή σου. Θες να κάνεις στους άλλους κακό(;) ρωτάει ο ψυχολόγος του στρατού. Κάνε κι εσύ στον εαυτό σου την ερώτηση. Απάντησε κάποτε δυνατά και αποφασιστικά. «Καλό θέλω να κάνω. Καλό. Μου κάνει εντύπωση που δεν το καταλαβαίνεις».

Βρίσκομαι ακόμα στην ευχάριστη θέση να σας ανακοινώσω πως δεν είμαι σε θέση να διδάξω ή να καθοδηγήσω κανέναν. Δεν προλαβαίνω-μην επιμένεις- να γράψω την αλήθεια. Όλο και κάτι μου διαφεύγει από την εξίσωση γιατί τα πράγματα συνεχίζουν να συμβαίνουν και δεν περιμένουν να τελειώσω το κείμενο. Κοινώς χέστηκαν για το κείμενό μου. Εγώ αν θέλω να είμαι ελάχιστα έντιμος, πρέπει πάση θυσία να εξαντλήσω όλα τα δικαιώματά μου στο λάθος, στην αμφιβολία, στην αλλαγή και στην αντίφαση, γιατί έτσι διατηρώ το δικαίωμά μου να σκέφτομαι. Η δουλειά μου είναι να παλέψω ενάντια σε αυτούς που προσπαθούν να δυσκολέψουν την εξίσωση, να προσθέσουν παραμέτρους δυσκολεύοντας τη ζωή.

Στην ουσία, το παιχνίδι θέλεις να παίξεις που ο ίδιος δημιουργείς διαλέγοντας συντρόφους. Μήπως ωστόσο τελικά συνοδοιπόρος δεν είναι αυτός που πιστεύει στα ίδια πράγματα με μένα, αλλά εκείνος που ακούει προσεκτικά τη διαφωνία μου και με τιμά εξαιτίας της; Να κάτι που δεν είχα σκεφτεί.

Κι όσο περισσότερο σκέφτομαι, τόσο λιγότερα ξέρω. Αυτός άλλωστε υπήρξε ανέκαθεν ο φόβος του ανθρώπου μπροστά στη γνώση. Αν και είναι αποδεδειγμένο ότι τα βιβλία δε δαγκώνουν, τους έχουμε γυρίσει προ πολλού την πλάτη. Γιατί να σε νοιάζει ποιος θα σου πει το πιο πειστικό ψέμα;

Και τι θα γίνει επιτέλους με αυτήν την απάντηση; Περιμένεις τις προτάσεις μου; Άκου: περικύκλωσε ξανά το οχυρό της αλήθειας. Αν δεν πέφτει, έχεις την απάντησή σου. Διότι κάθε απάντηση κρύβει έναν δούρειο ίππο. Και το μόνο που σου μένει είναι να βομβαρδίζεις την αλήθεια με ερωτήσεις. Να την κουράσεις μήπως βαρεθεί και σου φανερωθεί. Mην κάνεις το λάθος και ακολουθήσεις εντολές. Βρες τις δικές σου οδηγίες.

Συμμάχησε με τον ήλιο, ζήτα τη βοήθεια του Μάη των εξεγέρσεων, σύνταξε οδηγίες μάχης για μια σιωπηλή επανάσταση μέσα στον καθένα από εμάς που θα συγκλονίσει τον κόσμο. Είναι ώρα να δημιουργήσουμε κάτι ολοκαίνουριο, απλούστερο, που θα ανοίγει τα σπίτια του στους άλλους, υποχρεώνοντάς τους να μη τα κλέβουν. Καιρός να διοργανώσουμε πορείες ψυχικές, διαδηλώσεις ειρηνικές και εξεγέρσεις εσωτερικές. Να βρούμε ιδεολόγους της αγάπης, της ελευθερίας και της ζωής. Διότι μόνο όταν αγαπάς, αποδέχεσαι και αναγνωρίζεις, είσαι επιτυχημένος. Μόνο αν καταφέρεις και αναπτύξεις άμυνες στο μίσος θα γίνεις άνθρωπος. Μην επιτρέψεις, σε καμία περίπτωση, στις κραυγές και στις σιωπές να επικρατήσουν. Μάθε να ακούς πριν χάσεις την ακοή σου, μάθε να βλέπεις πριν χάσεις την όρασή σου. Αν τα ξέρεις όλα, αναρωτήσου γιατί ζεις…

Κι ας είμαστε λιγάκι ειλικρινείς. Δεν θα άντεχε κανείς την ουτοπία ούτε λεπτό. Εκεί θα βλέπαμε να γεννιέται μέσα στα αίματα το νέο μίσος. Δυστυχισμένοι από την πραγματοποίηση του ονείρου τους οι επαναστάτες θα ακόνιζαν τα ξίφη τους για νέες σφαγές και σκληρότερες διώξεις. Η ζωή θα παραμένει μια μάχη με το γκρίζο και το αόρατο, ένα αργόσυρτο παιχνίδι που δε σου βγαίνει τίποτα, ένα κουραστικό 0-0 που δεν θα προσφέρει λύση, λύτρωση ή σωτηρία παρά μόνο στο πακέτο του θανάτου.

Έχω δίκιο; Με τίποτα. Πως μπορώ όμως να είμαι σίγουρος για το άδικο μου; Πόσοι κανόνες κάνουν μια εξαίρεση; Αλλάζει ο κόσμος; Μπορώ να τον σώσω; Προτιμώ να διατηρήσω τις επιφυλάξεις μου παρά να χάσω τη σοβαρότητά μου. Προς το παρόν δεν προτίθεμαι να κλείσω τα βιβλία και να δουλέψω. Κανείς δεν ξέρει να μου υποδείξει μια αίθουσα στον κόσμο όπου οι άνθρωποι σπουδάζουν για να νοιάζονται. Και την επόμενη εβδομάδα θα είμαι ένας ευτυχισμένος άνεργος.

Λέει ο ποιητής της Κρήτης: «Δείξε μου έναν άνθρωπο να τα ‘χει λύσει όλα, γιατί εγώ δεν τα ‘λυσα μα δε με γνοιάζει κιόλα». Η μαντινάδα αυτή με θύμωνε παλιά. Νόμιζα ότι έκρυβε αδιαφορία. Τώρα την εκτιμώ περισσότερο. «Ο κόσμος είναι πλήρης σε κάθε στιγμή» γράφει ο Χέσσε. Τον Σιντάρτα του, δεν τον περίμεναν τελικά οι Θεοί. Στο τέλος αναγνώρισε την αμαρτία σαν αγιότητα και κατάφερε να αγαπάει. «Ο άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση» μας λέει ο Μπρετόν. Η ζωή σε τελική ανάλυση δεν είναι λογιστικά βιβλία όπως διάβασα κάπου. Δεν χρειάζεται να βγάλεις άκρη.

Μεγαλώνοντας αρχίζω και φοβάμαι ότι οι άνθρωποι είναι ικανοί για όλα εκτός από το να αγαπούν. Στο τέλος, όμως, όλα θα κριθούν από αυτήν τους την ικανότητα. Η αγάπη, αυτός ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους όπως έλεγε ο Αναγνωστάκης, συνεχίζει να μας τη δίνει στα νεύρα. Μετά από αμέτρητους πολέμους για τη γη, το μόνο που απέμεινε να χωρίσουμε είναι τα εδάφη της μοναξιάς μας. Τη μέρα που θα σκεφτούμε σοβαρά να τα ενώσουμε, θα γίνουμε ανίκητοι.

«Όποιος σκέφτεται πολύ, σφάλλει και πολύ» έλεγε ο Χάιντεγκερ. Δεν υπάρχει συνεπώς κανένα δίλημμα. Σταματήστε να ανησυχείτε για μένα. Τι πάει να πει ή Ρεμπώ ή παστίτσιο. Και Ρεμπώ και παστίτσιο. Θέλω να μάθω ότι δεν ξέρω τίποτα. Θέλω να μοιρολογώ το ανύπαρκτο μυστικό. Να πω: «Είναι παρήγορο ότι δεν υπάρχει παράδεισος». Το όνειρο θα υπάρχει για να το ονειρεύομαι. Όλα θα είναι για πρώτη φορά στη θέση τους.

Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

Η ελπίδα γέννησε απελπισία


Μέσα στη δίνη της χρεοκοπίας, μια ευχάριστη έκπληξη περίμενε τον πρόεδρο της Βουλής Φίλιππο Πετσάλνικο την περασμένη εβδομάδα. Δύο λιλιπούτειοι υπαίτιοι της οικονομικής κρίσης και μεγαλοστελέχη της Goldman Sachs, ο αετονύχης Νικόλας κι ο κερδοσκόπος Γιώργος, τον επισκέφτηκαν εκφράζοντας την ειλικρινή μεταμέλειά τους για το βρόμικο παρελθόν τους, ζητώντας συγχώρεση.

Ο διστακτικός στην αρχή πρόεδρος, συγκινήθηκε όταν πρόσεξε τα εκφραστικά ματάκια των παιδιών και τα άφησε να περάσουν. Με τη σειρά τους εκείνα, ως ένδειξη καλής θέλησης, παρέδωσαν στην είσοδο όλα τα αυτοκινητάκια που είχαν αγοράσει χάρη στα μπόνους που εισέπρατταν από τους γονείς τους τα τελευταία χρόνια. Ιδιαίτερα συγκινητική ήταν η στιγμή που ο μικρός Νικόλας έπρεπε να αποχωριστεί για πάντα τη μία και μοναδική μπάλα που είχε καταφέρει να αποκτήσει μετά από πολλά χρόνια καριέρας σε πάρκα και παιδικές χαρές. Ο Φίλιππος Πετσάλνικος όταν αντιλήφθηκε την απροθυμία του μπόμπιρα που συνέχιζε τα τσιλικάκια να του την παραδώσει, χρησιμοποιώντας έναν έξυπνο ελιγμό σε συνδυασμό με μια επιδέξια τρικλοποδιά, κατόρθωσε να του την αποσπάσει. Ο μικρός Γιώργος προσέφερε εκτός από τα 10 ευρώ, ένα κουτί μακαρόνια, μια κουβέρτα και μία σαλιάρα που δεν χρησιμοποιεί πια για να βγει σε πλειστηριασμό.

Ο Πετσάλνικος, αν και έσπευσε να ειδοποιήσει τον πρωθυπουργό για τη θετική αυτή εξέλιξη, γρήγορα έμαθε πως οι ξένοι επενδυτές ασυγκίνητοι συνέχισαν να σφυροκοπούν τα ελληνικά ομόλογα. Το ποσό που μαζεύτηκε τελικά ούτε έφτασε ούτε περίσσεψε. Ο πρόεδρος, εκνευρισμένος από την νέα άνοδο των σπρεντ και τα αρνητικά μηνύματα από τις αγορές, ανάγκασε τα παιδιά να γυρίσουν ανάποδα τις τσέπες τους εξασφαλίζοντας άλλα 2,35 ευρώ για την απόσβεση του χρέους. Αηδιασμένος από την έλλειψη αυτοθυσίας τους, έδωσε εντολή στον θυρωρό να τα πετάξει έξω με τις κλωτσιές.

Η είδηση σχολιάστηκε κάπως έτσι από τις εφημερίδες:«Η κίνησή τους φανερώνει πολλά. Αρχικά ελπίδα. Αυτή η κοινωνία ίσως κάποτε αποβάλει τη βαλκανική μενταλιτέ του ωχαδερφισμού και της ιδιοτέλειας. Μετά, τη δυσκολία να γίνει πραγματικότητα αυτή η ελπίδα. Τα παιδιά ίσως έχουν συναισθανθεί περισσότερο από μας πού βρισκόμαστε. Μπορεί να κατανοούν ότι τους περιμένουν δύσκολα χρόνια».

Ένα πράγμα μόνο δεν κατάλαβα. Γιατί δε τα συνέλαβαν κατευθείαν; Κάποιοι πρέπει να μπουν φυλακή, σωστά; Χωρίς αποδιοπομπαίους τράγους θα τη βγάλουμε; Δεν είναι ώρα για υπερβάσεις τώρα. Διψάμε για αίμα. Συγγνώμη μικρέ Νικόλα αλλά κάπου πρέπει να ξεσπάσει κι ο κοιμώμενος λαός. Τι άλλο είσαι διατεθειμένος να παραχωρήσεις;

Το χαρτζιλίκι μου για ένα άλογο

Το έγκλημα έγινε.
Έσπασες του παιδιού τον κουμπαρά.
Χύθηκαν κάτω τα νομίσματα
Παλιές δεκάρες τρυπημένες στη μέση
και μεγάλα στιλπνά κέρματα
Όχι, τίποτα δεν μπορείς πια ν' αγοράσεις
Τόσα πολλά νομίσματα κι όλα άχρηστα
Τίποτα δεν μπορείς πια ν'αγοράσεις
Και το παιδί κλαίει
Κι εσύ τίποτα δεν μπορείς πια ν'αγοράσεις
Και το παιδί να κλαίει και να ζητά

Τίποτα τίποτα πια.


Μανόλης Αναγνωστάκης

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

Ντροπή σας κύριε Ρίτσο

Είναι κρίμα που ο χυδαίος ποιητής δεν ζει για να φάει πρόστιμο από το ΕΣΡ, να ψεκαστεί από κάποιο δακρυγόνο ή το πιο επαναστατικό σπρέι, να καεί στην πυρά. Επί χούντας τη γλίτωσε φτηνά στην εξορία. Ακούστε τι λέει και φρίξτε ελεύθερα νοικοκυραίοι. Στείλτε μας τα mails σας με νέες καταγγελίες. Πρέπει να συνεχίσουμε μέχρι να καταγγείλουμε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Έτσι μόνο θα πεθάνουμε έντιμοι. Το έργο μας είναι θεάρεστο. Τούτο μας αποκάλυψε ο δικός μας Θεός τουλάχιστον. Η ενημέρωση, η ηθική και η υποκρισία.

Έθνος τεμπέληδων

Το χέρι που γράφει αξίζει όσο το χέρι που οργώνει! Τι αιώνας χεριών! Ποτέ δεν θα σηκώσω το χέρι μου! Αρθούρος Ρεμπώ.

Δεν ζεις, βγάζεις λεφτά. Δουλεύεις και δεν το θεωρείς απαραίτητα ντροπή. Δε θέλεις να σε πουν άχρηστο. Σταδιακά κάνεις δικό σου το κύρος που σου υποσχέθηκαν. Δε σε νοιάζει αν θα είσαι κάτι πια. Γιατί έχεις γίνει κάποιος.

Τι; Τι να σου κάνω εγώ που νιώθεις εγκλωβισμένος; Δέχτηκες να κάνεις κάτι που στην ουσία σιχαίνεσαι. Κάπου που δεν προσφέρεις τίποτα. Να ‘ναι καλά το κόμμα και οι διασυνδέσεις της θείας σου της Μαρίας που σου εξασφάλισαν μια θέση στο αιώνιο βασανιστήριο. Και σα να μη σου έφταναν αυτά, οι Γερμανοί και οι Γερμανόφιλοι αρθρογράφοι σου, ήρθαν να σε αποτελειώσουν. Σου είπαν αυτό που φοβόσουν. Σε είπαν τεμπέλη. Και δεν ξέρεις τι να πεις για να απολογηθείς.

Αφού δεν διάβασες ποτέ σου τους αρχιτεμπελχανάδες Ντεμπόρ και Βάνεγκεμ, απάντησέ τους με Ρεμπώ. Και πάρε και καμιά άδεια. Αρκετά δούλεψες για σήμερα, δε νομίζεις;

Ακριβολογώντας


Η ιστορία γράφεται από τους νικητές και τους ισχυρούς. Και ενίοτε διορθώνεται. Ο εικονιζόμενος δεν είναι πια ο νέος Μαραντόνα. Ο Μαραντόνα ήταν ο παλιός Μέσι. Αύριο τον περιμένει το Clasico.

Παρασκευή, 2 Απριλίου 2010

Ο Μικρός Πρίγκιπας


Του την είχαν στημένη από παντού. Ο κλοιός είχε αρχίσει να σφίγγει ασφυκτικά γύρω από τον Χαμί. Για πόσο καιρό θα διέφευγε το θάνατο; Η τύχη του, παρόλες τις κακουχίες, δεν φαινόταν ωστόσο να τον εγκαταλείπει. Ήταν αυτή που τον είχε φέρει μέχρι το κτίριο της Ελληνικής Εταιρείας Διοίκησης Επιχειρήσεων. Ας το παραδεχτούμε. Θα μπορούσε να είχε πεθάνει πολύ νωρίτερα.

Οι γονείς του παιδιού βρήκαν το θράσος να έρθουν από το Αφγανιστάν στην Ελλάδα πριν από μερικούς μήνες, μέσα σε μια βάρκα, για να διεκδικήσουν την ελπίδα. Παρανομώντας ουσιαστικά απέναντι στη μοίρα τους, είχαν κατά νου ένα σατανικό σχέδιο: να καταχραστούν τα σκουπίδια μας. Σε μια χώρα που ήθελαν να ζήσουν όπως είπε ο πατέρας του Χαμί, επειδή θαύμαζαν τον πολιτισμό της. Το αίτημά τους όμως δεν ικανοποιήθηκε. Ο 15χρονος βρήκε το δώρο του θανάτου του στο δρόμο, σταλμένο κατευθείαν από την πατρίδα του όπου εδρεύει σε μόνιμη βάση η δικτατορία της φτώχειας και του πολέμου. Η αδερφή του, η μικρή Φερστέ, σκέφτηκε πως μπορεί κάποια κούκλα να βρίσκεται στη σακούλα, σαν κι εκείνες που ανακάλυπτε πεταμένες κάτω και στη συνέχεια τις έπλενε και τις χτένιζε. Τώρα κινδυνεύει να μείνει τυφλή.

Στο μέτωπο του αίματος, παρατηρούμε πια μια συνεργασία αστυνομίας και τρομοκρατίας, που συναντιέται τυχαία σε ένα νέο στόχο: να βγάλει τους ξένους από τη μέση. Οι σφαίρες και οι βόμβες έχουν συνάψει συμφωνία τιμής και αφαιρούν ζωές για να αποδώσουν δικαιοσύνη. Τα όπλα είναι εξάλλου φτιαγμένα για αυτό το σκοπό. Για να συνεργάζονται. Οι τρομοκράτες μπορούν κάλλιστα να αρχίσουν να σκοτώνουν ακόμα πιο αθώους, τροποποιώντας λιγάκι τις θεωρίες τους, τοποθετώντας βόμβες σε παιδικά πάρτυ και χαρές, σε ίντερνετ καφέ, μαιευτήρια, κατασκηνώσεις, σχολεία, νηπιαγωγεία και σταθμούς. Συμβολικά μπορούν να χτυπούν τα φροντιστήρια για να συντρίψουν την παραπαιδεία ή τις βάρκες που μαζεύουν ψυχές σα σκουπίδια και τις πετούν απέναντι σαν πυρηνικά απόβλητα. Συμβολικά θα μπορούσαν να χτυπούν παντού, γιατί όχι; Οπουδήποτε μπορεί να βρίσκονται οι πιο αθώοι. Χωρίς φυσικά να προηγείται τηλεφώνημα. Δίχως καμία προειδοποίηση. Ο αιφνιδιασμός θα είναι το νέο όπλο στη φαρέτρα των «επαναστατών». Και την ευθύνη θα την αναλαμβάνει η μάνα που είχε δώσει στο νεκρό ζωή.

Το αποτέλεσμα, που προκύπτει από την αντίσταση των πόλεων, είναι ένα ακόμη νεκρό παιδί. Και αυτό το ακόμη φοβάμαι ότι αφαιρεί από το γεγονός τη σημασία του. Ένα ακόμη παιδί που δεν το γνωρίσαμε ως παιδί αλλά σαν νεκρό παιδί. Ένα παιδί που δεν μπορούμε να το φανταστούμε να παίζει. Και λες και δε συνέβη τίποτα, η ζωή συνεχίζεται, παρέα με το μακάβριο ανθρωποκυνηγητό εναντίον της, δίχως καμία υποψία πλήξης. Αυτή είναι που καταζητείται και διώκεται, διότι αδυνατούμε να επινοήσουμε τρόπους για να αγαπάμε τους ανθρώπους που μας κάνουν να θυμώνουμε, τους άλλους γύρω μας που μόνο εύκολη τη ζωή δεν μας κάνουν.

Η ευαισθησία των λέξεων, που κάποτε οφείλει να γίνει ευαισθησία των πράξεών, δεν προέρχεται από κάποιον ελιτίστικο φιλοτομαρισμό. Δε φοβάμαι μήπως πεθάνω για το τίποτα. Φοβάμαι όμως μη ζήσω για το τίποτα. Γιατί το μόνο σίγουρο είναι η ζωή -ο θάνατος αμφισβητείται. Και οι μετανάστες στον κόσμο των τραπεζιτών, των κερδοσκόπων και των εκλεγμένων κυβερνήσεών τους, γι’αυτό τιμωρούνται. Επειδή υπάρχουν. Η ύπαρξη αθώων ανθρώπων και κυρίως παιδιών είναι αυτή που καταφέρνει να ενοχοποιεί ακόμα τον κόσμο μας.

Ένας κόσμος που πολύ γρηγορότερα απ’ό,τι θα περιμέναμε θα γεμίσει με τυφλούς και νεκρούς. Από κοντά θα παρακολουθούμε κι εμείς που θα προσπαθούμε να τους μοιάσουμε με την αδιαφορία μας και τις ασήμαντες υπάρξεις μας. Την επόμενη φορά που κάποιος Χαμί θα σκαλίζει τα σκουπίδια ας τον ρωτήσουμε μήπως θέλει να τον βοηθήσουμε. Είναι σίγουρο ότι ψάχνει και για εμάς εκεί μέσα.

Ούτε δίδακτρα, ούτε εγγραφές, ούτε τετράδια, ούτε βιβλία λοιπόν, γιε μου. Τώρα θα εξερευνείς τα όρια της σάτιρας στα κακόγουστα αστεία των Χαχανούληδων των τρομοκρατικών οργανώσεων που γνωρίζουν πρωτόγνωρη άνθηση. Σε μια από αυτές θα σε γράψω να τελειώνουμε.

Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο γράφει στους «Καθρέφτες» του: «Η πείνα που σκοτώνει σιωπηλά, σκοτώνει όσους δεν έχουν φωνή. Οι ειδικοί, οι πτωχολόγοι, μιλούν αντί γι’ αυτούς, για να μας ενημερώσουν πού δεν δουλεύουν, τι δεν τρώνε, πόσο δεν ζυγίζουν, πόσο ψηλοί δεν είναι, τι δεν έχουν, τι δεν σκέφτονται, τι δεν ψηφίζουν, τι δεν πιστεύουν. Μας απομένει μόνο να μάθουμε για ποιον λόγο οι φτωχοί είναι φτωχοί. Μήπως γιατί η πείνα τους μας θρέφει και η γύμνια τους μας ντύνει;».

Στη Βιρμανία, μετά τον πόλεμο, οι γυναίκες ξεκίνησαν να περπατούν μπροστά από τους άντρες. Για να σκοτώνονται εκείνες από τις νάρκες. Λέω να κάνουμε το ίδιο με τους μετανάστες. Φαίνεται να τα καταφέρνουν σε αυτό το ρόλο. Αλήθεια, δε σε ρώτησα γιε μου. Εσύ σε ποιανού 15χρονου νεκρού το φαν κλαμπ είσαι μέλος; Στου Έλληνα ή στου ξένου;