Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Προδότες

Οι λογοτέχνες της «διανόησης» παρουσιάζουν ένα συγκεκριμένο εργοστασιακό σφάλμα. Δεν εμφανίζουν ιδιαίτερη ευαισθησία στο θέμα της ελευθερίας της έκφρασης, λες και η ανθρωπότητα δεν πέρασε από συνθήκες άγριου ελέγχου επί φασισμού, σταλινισμού, μακαρθισμού και ανελευθερίας, λες και η καταπίεση έχει σταματήσει. Τι σημασία έχει για εκείνους σήμερα η καλλιτεχνική ή και φυσική εξόντωση των ομότεχνών τους στο παρελθόν; Μικρή ομολογουμένως. Ήταν πάντως η τζαμπατζού που είχε διαολοστείλει τους μπλόγκερς πριν μερικά χρόνια. Δεν αναγνώριζε την ελευθερία του λόγου για εκείνους. Με αφορμή την παράγκα, κάποιοι μου πρότειναν κάτι παρόμοιο. Είσαι πολύ μικρός φίλε, βούλωστο, βγες πρώτα από το αβγό σου, κάνε καμία δουλειά και μη μιλάς. Καλύτερα να σωπαίνεις.

Δεν είμαι επομένως εμπαθής όταν γράφω ότι δεν γνωρίζουν αυτοί οι κύριοι τι υπερασπίζονται. Ότι δεν έχουν συνειδητοποιήσει την ουσία της δουλειάς τους. Ότι δεν υπηρετούν την τέχνη αλλά τους κώλους τους αποκλειστικά. Η άνοδος του φασισμού δεν τους προβληματίζει. Εκείνοι απλά γράφουν βιβλία και ανεβάζουν παραστάσεις. Αν προσέξετε, εκτός από το ότι είστε μάζα, δεν λένε θα μιλάμε όλοι. Δεν λένε αμφισβητήστε μας. Λένε παραμείνετε μικροί και απλά πατήστε μας λάικ, πάρτε κι ένα εισιτήριο να δείτε την παράσταση. Γι’αυτό τρομάζουν όταν κάποιος ασκεί κριτική. Είχαν συνηθίσει στους πληθυντικούς, στις δημόσιες σχέσεις, στη χώρα της κατουρημένης ποδιάς. Μπορεί η Ελλαδίτσα να ήταν μικρή αλλά εκείνοι ήταν μεγάλοι και θα μας ανέβαζαν ψηλά. Το κοινό τους ήταν οι υπήκοοί τους, αλίμονο αν εξεγείρονταν. Την κουλτούρα και τον πολιτισμό τον δημιουργούσαν διότι δεν τον διέθεταν. Στην τέχνη μπήκαν για να προσφέρουν κι όχι για να πολεμήσουν για το ιδανικό που κάποτε αυτή πρέσβευε. Αξιοποιούν απλώς απόβλητα που λέει κι ο Ντίνος και αναλώνονται σε 16ωρους διαδικτυακούς καβγάδες.

Ιδιοφυείς, ταλεντάρες, χαρισματικοί, μπορεί να είναι, δεν κρίνεται αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Διακυβεύεται κάτι πολύ περισσότερο. Κι εκείνοι ανακαλύπτουν τώρα, στα καλά καθούμενα, ότι είναι φασίστες. Φασίστες, αλλά πολιτισμένοι. Όταν έρθει η ώρα των διώξεων, όταν αρχίσουν τα βιβλία να καίγονται, όταν τα θέατρα κλείσουν, θα καμαρώσουν το έργο τους ολοκληρωμένο. Εμείς κάναμε ό,τι μπορούσαμε, θα πούνε. Και θα ‘χουν δίκιο.
 

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Η παράγκα της διανόησης

Δε ζωγραφίζουμε όλοι μας, ούτε είμαστε όλοι μουσικοί, όλοι μας όμως μιλάμε. Αυτό γεννά στο λογοτέχνη μια ειδική ευθύνη απέναντι σε όσους μιλάνε την ίδια γλώσσα. T.T Eliot.

Αν οι άνθρωποι μπορούσαν να πετάξουν, δεν θα ονειρεύονταν ιδανικές κοινωνίες. Απλά θα απογειώνονταν κι η κόλαση θα βρισκόταν από κάτω τους. Δεν θα χρειάζονταν τον έρωτα, την τέχνη μα ούτε και τα εισιτήρια για να μετακινούνται ελεύθερα.

Ο 19χρονος Θανάσης ήταν ένα ακόμα παιδί από αυτά που δεν πετούσαν. Κι αν και είχαμε Δεκαπενταύγουστο, δεν βούτηξε καν στη θάλασσα. Βούτηξε από το τρόλεϊ, το πιθανότερο με έναν ελεγκτή να κρέμεται πάνω του. Μια καθηγήτρια πανεπιστημίου έκανε από τη Γενεύη sign in για να διαγκωνιστεί πάνω από το σώμα. Δεν περίμενε να μάθει τι έγινε. Η γνώμη της κατουριόταν: «Οι ελεγκτές δεν πρέπει να κάνουν τη δουλειά τους γιατί κάποιος τζαμπατζής μπορεί να πηδήξει έξω από το όχημα. Λογικό». Ασφαλώς και δεν είναι. Η κυρία Διβάνη έσπευσε λίγες ώρες μετά το θάνατο του νεαρού αγοριού να το επισημάνει στο 99,9% των χρηστών του Τουίτερ. Μόνο αυτό. Δεν το συμπλήρωσε. Δεν το μάζεψε. Δεν χρησιμοποίησε τις δυνατότητες του Μέσου για να μας εξηγήσει την επιλογή του σχολίου της μπαίνοντας στον κόπο να κάνει μερικά ακόμα τιτιβίσματα. Μπορεί κάποιοι να περιμέναμε μία στάλα κοινού νου για να την δικαιολογήσουμε. Τουναντίον, επέμεινε σε έναν εγωισμό αμφιβόλου ποιότητας και σε μία κακομοίρικη υπεροψία.

Τόσο κυνικά, έγινε το θέμα. Ήταν σειρά της να υπερασπιστεί τη νομιμότητα. Να αντιδράσει σθεναρά στην υπερβολή της Αριστεράς που χωρίς λόγο, έτσι λένε, έχει στοχοποιήσει συγγραφείς και καλλιτέχνες. Στην πραγματικότητα, ήταν προγραμματισμένη εδώ και χρόνια για αυτή τη στιγμή. Η ψυχή έδωσε την εντολή. Το τουίτ ήταν η αλήθεια της. Ίσως να σόκαρε ακόμα και την ίδια. Το πνευματικό της ρολόι είχε επιτέλους συγχρονιστεί με την βαρβαρότητα. Λίγες μέρες αργότερα, θα επινοήσει δικαιολογίες που δεν είναι του γούστου μου. Προσωπικά, προτιμώ το τροχαίο του Κεντέρη και της Θάνου. Στοιχειώδης ευαισθησία θα την έκαναν να γράψει κάτι που θα αφορούσε στην αδικοχαμένη ζωή ή να σωπάσει. Γιατί το τουίτ της, εκτός των άλλων, την ακυρώνει ως συγγραφέα. Από έναν άνθρωπο των γραμμάτων, κι όχι απλώς των πιο γαμάτων, περιμένεις να κατανοεί πως οι λέξεις είναι στρατός. Και γι’αυτό πρέπει να είναι πρόκες. Δουλειά της είναι υποτίθεται η ανθρώπινη ψυχή, οι όψεις της πραγματικότητας, η πολυπλοκότητα της αλήθειας. Το ατόπημα δεν αφορούσε την πυρηνική φυσική αλλά το λόγο. Δεν νοείται λάθος. Αρκούσε να φανταστεί τον Θανάση σαν ήρωα κάποιου μελλοντικού της διηγήματος. Τι είδους τζαμπατζής είναι αυτός που πηδάει από ένα όχημα; Πώς εξηγείται το περιστατικό λογοτεχνικά, όπως τουλάχιστον παρουσιάστηκε αρχικά; Αυτό ρωτάει ένας συγγραφέας τον εαυτό του. Η αποτυχία της δεν καταδεικνύει απλώς την προστυχιά και το ρόλο του “δειλού δυναμιτιστή” που συνεχίζουν να παίζουν τα παιδιά του συστήματος-είναι προφανές ότι δεν έχουν πονέσει ούτε τις λέξεις τους-αλλά προδίδει το ακριβές μέγεθος της φτηνής πνευματικότητάς τους.

Η παρέα δεν την άφησε αβοήθητη. Μετά τον Πέτρο Τατσόπουλο, ο Χρήστος Χωμενίδης έσπευσε να βρεθεί στο πλευρό της κατακρεουργημένης. Φωνάζει ο κλέφτης όχλος, να φοβηθεί ο νοικοκύρης πνευματικός κόσμος. Φωνάζει ο τζαμπατζής να φοβηθεί ο ελεγκτής, σα να λέμε. Με ένα κείμενο χαρακτηριστικό της αφελούς αυταρέσκειας με την οποία πορεύεται, απογοητευμένος πολλάκις από τη μάζα που τον έχει αυτοκτονήσει στο τσακίρ κέφι, ο Χωμενίδης δήλωσε ξανά τον αποτροπιασμό του για το λιντσάρισμα της Διβάνη σαν αναστατωμένη φάσιον μπλόγκερ από το Πανόραμα που επισκέφτηκε βράδυ τον Εύοσμο. «Κρίνομαι από τους αναγνώστες βάσει του έργου μου, το οποίο -ευτυχώς- δεν συνοψίζεται σε κανένα σύνθημα, δεν χωράει στα 140 ψηφία του τουίτερ». Αργά το θυμήθηκε ο κύριος- θα βγούμε από την κρίση σε δύο χρόνια -που είχε φροντίσει να μαλώσει με κάθε καρυδιάς καρύδι και να μιλήσει χυδαία στη Μυρσίνη Λοΐζου πριν κλείσει αηδιασμένος το λογαριασμό του. Τώρα γράφει μανιφέστα και κάνει αγγαρεία όταν δίνει εξηγήσεις. Κάνει αγγαρεία όταν μας συνετίζει. Κάνει αγγαρεία όταν δεν υπογράφει βιβλία. Και αντιδρά σαν αδικημένη υποψήφια καλλιστείων επειδή κάποιος επαναστάτησε στις πεποιθήσεις και στις δοξασίες του.

Αυτό που φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται κανένας τους είναι πως η κόλαση είναι κοινή για όλους. Γι’αυτό ακριβώς ο συγγραφέας τρέμει όταν βρεθεί αντιμέτωπος με την άγνοια. Γι’αυτό στύβει το μυαλό του να βρει έναν τρόπο να απευθυνθεί στον κόσμο. Να τον διδάξει με τη στάση του. Να τον ζορίσει με το λόγο του. Να τον κεντρίσει να ανοίξει τα βιβλία. Να του βάλει το μικρόβιο. Δεν συγκαταλέγει στον όχλο όποιον έχει διαφορετική άποψη. Δεν βολοδέρνει στα Social Media για να στηρίξει πόνους μνημονίων και γέννες νέων φασιστών δημιουργώντας θόρυβο. Δεν συντάσσεται με εξουσίες επειδή κι ο ίδιος αισθάνεται σωτήρας. Δεν λέει φταίει η μάζα, δηλαδή οι ξένοι. Κι ο κύριος Χωμενίδης το έχει γράψει επανειλημμένως πως πιστεύει στην Ευρώπη-αν είναι η Ευρώπη των τοκογλύφων δεν φαίνεται να τον απασχολεί. Μάλιστα ανακηρύσσει την παρέα του σε πνευματικούς ταγούς γιατί εκείνοι είναι ό,τι δηλώσουν. Αρνούνται να αξιολογηθούν. Είναι αδύνατο να εκπέσουν του αξιώματός τους ή να αμφισβητηθούν. Είναι σπουδαίοι γιατί έγραψαν κάποια βιβλία και εμείς δεν έχουμε παρά να συναινέσουμε πως ήτανε κι αυτά σπουδαία. Είναι διανοούμενοι και δε θα το συζητήσουμε. Είναι οι δανειστές μας. Είναι ο περιούσιος λαός. Είναι οι Άριοι του πνεύματος. Και επειδή κάθε εξουσία έχει ανάγκη από έναν εχθρό, ο όχλος, δηλαδή οι άλλοι, θα μπει σε θαλάμους αερίων και θα εξοντωθεί.

Ασφαλώς, ο φόβος μπροστά στη γνώση συμβαδίζει με το φόβο μπροστά στην ελευθερία. Αυτό το ξέρει ο Χωμενίδης, συχνά το επισημαίνει και κάπως διασώζεται. Το μέτρο ωστόσο έχει χαθεί. Αν υπήρχε κάτι με το οποίο συμφώνησα με την Δημουλά μετά το πρόσφατο ατόπημά της με τα παγκάκια, ήταν ότι δεν πρέπει να ανεβάζουμε τους πνευματικούς ανθρώπους σε βαθμό εξουσίας, ωσάν όλοι οι άλλοι άνθρωποι να είναι ηλίθιοι. Κανείς δεν είναι ηλίθιος. Τις μετριότητες που ευνόησε το σύστημα, το κοινό αρέσκεται να τους αποκαλεί πνευματικούς ανθρώπους για να βγάλει από πάνω την ευθύνη που έχει να τους ανακαλύπτει. Ο κύριος Χωμενίδης δεν λέει αυτό. Δεν λέει ότι υπάρχει πνευματικός κόσμος αλλά δεν είμαστε εμείς. Λέει ότι ο όχλος επιτρέπεται να παραμείνει όχλος με τον όρο να διαβάζει τα βιβλία του για να μπορεί να βιοπορίζεται. Το μόνο που έχει να προσφέρει η διανόησή του σε έναν τόπο που δεν είναι αντάξιός του, είναι να τον διχάζει σαν κακομαθημένη σταρ που δεν βρήκε στο καμαρίνι της όσα ζήτησε. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν έχουν αποφασίσει ακόμα αν θέλουν να κάνουν πολιτική καριέρα ή λογοτεχνία, είναι τόσο ντοπαρισμένοι από την παιδεία τους που αποκλείουν το ενδεχόμενο να έσφαλαν τραγικά, δεν καταδέχονται να κρίνονται αυστηρά, πόσο μάλλον να ζητούν συγγνώμη. Δεν φλερτάρουν με το μεγαλείο ούτε σε στιγμή αδυναμίας. Το ηθικό τους ανάστημα δεν τους το επιτρέπει. Εκείνοι είχαν μάθει να επικυρώνουν, να νομιμοποιούν και να αποθεώνονται. Η τρόικα(Διβάνη-Τατσόπουλος-Χωμενίδης) ζητάει απλώς την απομάκρυνση των κακομαθημένων και των αντιδραστικών, αν θέλει το αναγνωστικό κοινό να λάβει την επόμενη δόση και να μην χρεοκοπήσει πνευματικά.

Αντιθέτως, η διανόηση, όταν είναι διανόηση, δεν είναι πλαδαρή. Αυτοκαταστρέφεται ησύχως και γνησίως. Όταν κάνει λάθος είναι επειδή παθιάζεται κι όχι επειδή συναλλάσσεται. Οι αληθινά πνευματικοί άνθρωποι δεν δικαιολογούνται, δεν στέκονται στη γωνία του δρόμου για να κάνουν τουίτς, η έγνοια τους δεν μυξοκλαίγεται. Δεν επιδιώκουν τίτλους από αξιοπρέπεια και αυτοσεβασμό, μιλάνε τελευταίοι από χρέος κι όχι για να έχουν τον τελευταίο λόγο, δε συμμετέχουν σε ριάλιτι για εγωκεντρικούς συγγραφείς. Δεν βλέπουν όχλους αλλά ανθρώπους, δεν κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν, δεν κάνουν κώλο για να χέσουν τον κόσμο όλο. Δεν χρησιμοποιούν την αγάπη του κοινού για να ξεφύγουν όπως η κυρία Διβάνη. Οργίζονται, δεν γκρινιάζουν. Σκέφτονται, δεν προπαγανδίζουν. Εργάζονται γιατί απελπίζονται. Εξαρτώνται μόνο από τη συνείδησή τους και όταν συμβαίνει το θαύμα να εμφανίζονται, διαπιστώνουμε πως είναι καθαροί σαν τον βυθό του Αιγαίου στο φως της μέρας. Ειδάλλως τρέφουν τον όχλο. Συναρμολογούν την ηλεκτρική σκούπα του φασισμού. Και τα αγοράκια που δεν έπαιρναν τα γράμματα, φουσκώνουν από μίσος, την πιάνουν και αρχίζουν να μαρσάρουν. Αρκετά, σου λέει, με τον πολιτισμό σου κύριε Ρέμο, κύριε Σμαραγδή, κύριε Σαββόπουλε, κύριε Χωμενίδη. Είστε βρώμικοι. Τα κουβαδάκια σας και σ’ άλλη παραλία. Τώρα έχει μόνο καταστροφή, διώξεις, ανώτερες φυλές, άγνοια, αμορφωσιά, ένστικτα και σκατά. Γι’αυτό ακριβώς δεν είναι για όλους η δουλειά.

«Ο Ολυμπιακός και το Αιγάλεω να κερδάνε και όλοι οι άλλοι να πα να γαμηθούνε». Έτσι θεμελιώθηκε η παράγκα του ποδοσφαίρου αλλά και αυτή της «διανόησης». Ο κύριος Χωμενίδης και η κυρία Διβάνη ίσως θα έπρεπε να ενταχθούν στο μέτρο της κινητικότητας για τους πνευματικούς ανθρώπους. Κι αν κανείς, κάποτε, δεν τους θυμάται, ένας ποιητής μπορεί να πει πως αποδόθηκε δικαιοσύνη.

Υ.Γ. Πλησιάζει η ώρα του πιο αξιοκαταφρόνητου ανθρώπου, εκείνου που δεν θα μπορεί πλέον να περιφρονεί τον ίδιο τον εαυτό του. Φρειδερίκος Νίτσε. 

Ηθικά συνταρακτικό

Όταν ανθούσε η παιδεία, η βαρβαρότητα ήταν εξ ορισμού ένας εφιάλτης από το παρελθόν. Τώρα πια ξέρουμε πως δεν είναι έτσι. Ξέρουμε πως η τυπική υπεροχή και η αριθμητική επέκταση της εκπαίδευσης δεν αντιστοιχούν σε μεγαλύτερη κοινωνική σταθερότητα και σε πολιτική ορθολογικότητα. Οι ευαπόδεικτες αρετές του γυμνασίου ή του λυκείου δεν εγγυώνται το πώς και το αν θα ψηφίσει η πόλη στο επόμενο δημοψήφισμα. Τώρα πια συνειδητοποιούμε ότι οι ακρότητες της συλλογικής υστερίας και της αγριότητας μπορεί να συνυπάρχουν με την παράλληλη συντήρηση και βεβαίως, με την περαιτέρω ανάπτυξη των θεσμών, της γραφειοκρατίας και των επαγγελματικών κωδίκων της υψηλής παιδείας. Μ’άλλα λόγια, οι βιβλιοθήκες, τα μουσεία, τα θέατρα, τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά κέντρα, στα οποία και μέσω των οποίων γίνεται κυρίως η μετάδοση των ανθρωπιστικών σπουδών και επιστημών, μπορεί κάλλιστα να ευδοκιμούν δίπλα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η διακριτικότητα και η ζωντάνια του έργου τους δεν αποκλείεται να υποφέρει κάτω από την περιβάλλουσα εντύπωση της βίας και του ελέγχου. Υποφέρει όμως απροσδόκητα λίγο. Η ευαισθησία (ιδιαίτερα του καλλιτέχνη), η νοημοσύνη, η επιμέλεια στη γνώση συνεχίζουν σαν να βρίσκονται σε ουδέτερη ζώνη. Επιπλέον γνωρίζουμε- κι εδώ η γνώση είναι απολύτως τεκμηριωμένη αλλά επ’ουδενί, για την ώρα, σε μια έλλογη ψυχολογία-ότι φανερά χαρίσματα λογοτεχνικής εμβάθυνσης και αισθητικής λεπτότητας μπορεί κάλλιστα να συνυπάρχουν με μια βάρβαρη, σαδιστική συμπεριφορά στο ίδιο άτομο. Άνθρωποι όπως ο Χανς Φρανκ, που οργάνωσε την Τελική Λύση στην ανατολική Ευρώπη, ήταν παθιασμένοι γνώστες και σε ορισμένες περιπτώσεις ερμηνευτές του Μπαχ και του Μότσαρτ. Γνωρίζουμε ότι μες στη γραφειοκρατία των βασανιστών και των υπευθύνων για τους φούρνους υπήρχαν άτομα που εντρυφούσαν στον Γκαίτε, που αγαπούσαν τον Ρίλκε. Η εύκολη δικαιολογία πως αυτοί οι άνθρωποι δεν καταλάβαιναν τα ποιήματα που διάβαζαν ή τη μουσική που γνώριζαν και που την έπαιζαν τόσο καλά, δεν ευσταθεί. Απλούστατα δεν υπάρχει απόδειξη ότι όλοι αυτοί ήταν λιγότερο ευαίσθητοι στην ανθρώπινη μεγαλοφυΐα, στις ζωντανές ηθικές δυνάμεις της μεγάλης λογοτεχνίας και της τέχνης από οποιονδήποτε άλλο.

George Steiner, Στον Πύργο του Κυανοπώγωνα, Εκδόσεις Scripta, Μετάφραση Σεραφείμ Βελέντζα.

Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

Περνάμε τέλεια

Το συνθηματικό σφράγισε την εποχή του lifestyle όπως θα την ονομάσουν οι ιστορικοί του μέλλοντος, άνοιξε επαγγελματικές πόρτες και κέρδισε φοιτητικές εκλογές. Η δήλωση πίστης στη θρησκεία του καταναλωτισμού περνούσε από τη συγκεκριμένη φράση. Στο ένα χέρι το τσιγάρο, στο άλλο χέρι το ποτήρι: η κωμική τραμπάλα ανάμεσα στα δύο λάβαρα της απελευθέρωσης δεν σήκωνε πια όλο το βάρος. Υπήρχαν τα γκάτζετς, οι μάρκες και χίλια δυο πράγματα που θα σε έκαναν μάγκα. Η νεολαία δεν είχε κανένα λόγο να μην ορκίζεται στα ποτήρια που τσούγκριζε ότι περνάει τέλεια. Περνούσε όμως;

Η απάντηση είναι αδιάφορη. Η επανάσταση εξαντλήθηκε εξάλλου με το πρώτο σφηνάκι. Οι νταβατζήδες είχαν πετύχει το στόχο τους. Οι νέοι λαίμαργα ρούφηξαν το δόγμα και λάτρεψαν τις καινούριες τους αλυσίδες. Τώρα δεν ήθελαν να ψυχαγωγηθούν αλλά να διασκεδάσουν. Δεν ήθελαν να απολαύσουν αλλά να ξεσπάσουν. Δεν ήθελαν να σκεφτούν τα δύσκολα αλλά να δουλέψουν για τα εύκολα. Δεν ήθελαν να πιουν αλλά να ξεράσουν. Δεν ήθελαν να κάνουν έρωτα αλλά σεξ, βιντεοσκοπώντας την πράξη. Δεν ήθελαν με τίποτα να περάσουν υπέροχα όπως λέει μία κοπέλα και σπεύδει η φίλη της να τη διορθώσει, φοβούμενη ίσως ότι κάποιος θα τους πετάξει έξω για το λάθος της, αλλά να τραβήξουν φωτογραφίες για το Facebook και να περάσουν τέλεια. Τέλεια ασφαλώς ήταν μόνο η λοβοτομή.

Κάπως έτσι έμαθαν, στοιβαγμένοι όπως ξημεροβραδιάζονταν πριν μερικούς μήνες στις βιβλιοθήκες των Πανεπιστημίων, ότι ο άλλος δεν διαφέρει πολύ από τους ίδιους κι ότι άξιζε μία ευκαιρία πριν τον μισήσουν. Τα πτυχία δεν μοιράζονταν σε ελεύθερους ανθρώπους αλλά κατά κύριο λόγο σε σκλάβους κάθε μπαρούφας που προωθούσε η κλεπτοκρατία. Την ασέλγεια πάνω στην ανάμνηση της παιδικής ηλικίας αναλάμβανε η καθημερινή κραιπάλη. Η κακομοιριά της ψυχής αντικατοπτριζόταν στην αναπηρία της μουσικής. Η μονότονη επανάληψη του ίδιου μοτίβου στη διαπασών δεν ήταν αλληλεγγύη προς τους κουφούς, όπως νομίζαμε μερικοί. Ήθελε απλώς να αποκλείσει κάθε υποψία σκέψης, απαγορεύοντας ταυτόχρονα τη διαφορετικότητα στους δέκτες του μπιτ. Η εξίσωση προς την κατάσταση του ζώου ήταν επιταγή της νύχτας. Τα «πριόνια» έκοβαν τη γλώσσα από τη βάση. Η επικοινωνία είχε απαγορευτεί. Δεν θα μιλούσες αν ήθελες να ανήκεις στους τέλειους. Το ότι εκεί μέσα δεν ήταν ντροπή η απουσία συγκροτημένης προσωπικότητας, ήταν το πιο απελευθερωτικό αίσθημα από όλα. Όλοι ήταν δυνάμει ερωτεύσιμοι με τον ίδιο τρόπο που τα ζώα είναι δυνάμει σφαγιασμένα. Το άδειο βλέμμα ήταν το δικαιολογητικό που σου εξασφάλιζε την είσοδο.

Το πιο φρικιαστικό είναι ότι όντως κάποιοι τα περνούσαν τέλεια. Δεν είχαν μέτρο σύγκρισης. Ήταν φανατικοί ψηφοφόροι του κλαμπ, το οποίο, με τη σειρά του, εφάρμοζε το δικό του μνημόνιο. Αν ακολουθούσες τους κανόνες του, θα περνούσες τέλεια. Αν δεν έβγαινες από την υπαρξιακή σου κρίση, θα έφταιγες εσύ κι όχι η συνταγή. Η έντονη διασκέδαση ήταν άλλωστε φαινομενικά μια δραστική αντιμετώπιση της δυστυχίας, των υποχρεώσεων που αύξαναν και της καταπίεσης που δεν σταματούσε. Ο φασισμός, ασφαλώς, δεν ήταν ότι δεν μπορούσες σε καμία περίπτωση να περάσεις καλά. Ο φασισμός ήταν ότι σπάνια είχες την επιλογή να υπονοήσεις ότι πλήττεις. Το περνάμε τέλεια ήταν εν πολλοίς συνωμοτικό. Πλήττουμε τέλεια. Αλλά αν επαναλαμβάναμε το ψέμα με ένταση, η αλήθεια θα φανερωνόταν στα προφίλ μας-ήμασταν ήδη ψηφοφόροι του Χίτλερ.

Τα ηχεία μεγάλωναν γερούς φασίστες. Το άδειο ήταν το υγιές. Όποιος ήθελε να πηδήξει, ήταν κουλ. Όποιος προσπαθούσε να νιώσει, έπρεπε να τάξει αιώνια αγάπη στο ταίρι του για να γίνει ανταγωνιστικός. Η νεύρωση για την επίτευξη της καλοπέρασης είχε πάρει διαστάσεις ανεξέλεγκτες. Δεν ζούσαμε εμείς αλλά τα είδωλά μας. Αν ήμασταν τυχεροί και περνούσε και μία κάμερα, θα νιώθαμε επιτέλους ολοκληρωμένοι σα διάσημοι. Το σεξ γινόταν πια χωρίς ενοχές ή προφυλάξεις αφού τι άλλο θα μπορούσαν να μοιραστούν τα σώματα εκτός από υγρά; Τα λόγια πληγώνουν, ας ζήσουμε σα ζώα, εκλιπαρούσαν. Οι ιερόδουλες ικανοποιούσαν τουλάχιστον μία σου ανάγκη με διακριτικότητα. Στο κλαμπ κακοποιούσαν απλώς το γούστο και τις αισθήσεις σου. Έτσι πρωτόγονα, μαθαίνοντας ότι δεν χρειάζεται να ακούς κανένα για να περνάς τέλεια, το μπούλινγκ γινόταν αποδεκτό, η βία έμοιαζε απαραίτητη, η ασυδοσία ένα μικρό θαύμα για τις ευθύνες που επέβαλε η κακή κοινωνία που πλέον κανείς δεν επιθυμούσε να αλλάξει.

Στην πραγματικότητα οτιδήποτε τρέντι, στα χρόνια της φούσκας, ανέδιδε μπόχα συντηρητισμού. Πολλά από τα αγόρια κοιμόντουσαν από τότε με τον Παΐσιο στο προσκεφάλι τους, γνωρίζοντας τη φιλοσοφική θεώρηση του Γέροντα για την κόλαση αλλά όχι του Σαρτρ. Τα κορίτσια θα έβγαιναν από εκεί μέσα έτοιμα να παντρευτούν τον πρώτο που θα τους πουλούσε ασφάλεια, ενώ τα πιο εντυπωσιακά κάποιον που θα τις αγόραζε. Αυτό που έπρεπε να μας υποψιάσει είναι ότι όλη αυτή η ομοιομορφία, η πειθαρχία των Νεοελλήνων στην τυποποιημένη τους διασκέδαση, θα τους έβγαινε στην πορεία σε Χρυσαυγιτισμό. Έχω την αίσθηση ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έτοιμο για να αποθεώσει τον Κασιδιάρη από ένα κλαμπ γεμάτο καχεκτικές υπάρξεις. Ένας πνευματικός άνθρωπος που δεν σουφρώνει τα χείλη του, οπωσδήποτε, είναι αδύνατο να απευθυνθεί σε αυτή την πολύ καλά εκπαιδευμένη στην Κατερίνα Στικούδη μάζα. Οι μελαγχολικοί, οι εσωστρεφείς, οι ανήσυχοι, περάσαμε περιόδους που οι τέλειοι μας περνούσαν για άρρωστους επειδή δεν προσαρμοζόμασταν με τίποτα στη σάχλα, στον χαβαλέ που έπαιρνε συνεχώς θάρρος και γινόταν πιο χυδαίος. Συνήθως τα κέντρα διασκέδασης δεν ήταν παρά κέντρα εκπαίδευσης που προετοίμαζαν εργαζόμενους χωρίς δικαιώματα κι αφεντικά χωρίς συνείδηση.

Ακόμα κι ο συνωστισμός στο λιμάνι του μπάρμαν ήταν απόδειξη της απόστασης που μεγάλωνε. Της μεταξύ μας και της απόστασης από τον τόπο μας. Η μοναξιά δεν θα υποχωρούσε. Σε κάθε περίπτωση, φαινόμασταν αποφασισμένοι να εκδικηθούμε μέχρι τέλους εκ μέρους των παππούδων μας που δεν είχαν την ευκαιρία να περάσουν τέλεια. Οι επισκέψεις στο χωριό αραίωναν γιατί είχαμε να εκδικηθούμε και τους εαυτούς μας. Έτσι είχα φτάσει στο σημείο όταν ήμουν πρωτοετής να ντρέπομαι που στην Κρήτη δεν πάω στα Μάλια αλλά στον Νιπιδιτό, ένα χωριό έξω από το Ηράκλειο, έτσι άκουσα μια συμφοιτήτρια να μου λέει ότι κάνει παρέα με την τάδε επειδή μένει κοντά της κι έχει σημειώσεις για τα μαθήματα, έτσι αντιγράψαμε για να γίνουμε μια μέρα πλούσιοι, έτσι πέσαμε τώρα σε κατάθλιψη, έτσι γεράσαμε πριν τα νιάτα μας. Στα καλύτερά μας χρόνια δεν κάναμε τίποτα άλλο παρά να υπακούμε απρόθυμα σε παραγγέλματα της τηλεόρασης, της μόδας και των ντιτζέι. Δεν είχε κανένας φανταστεί πως όταν ο νεοπλουτισμός ζοριζόταν, θα το έριχνε στα συσσίτια με την ευλογία των σελέμπριτις που μεσουράνησαν στα χρόνια του, πιστός πάντοτε στη βαρβαρότητα και το μίσος του για την ομορφιά. Με αυτή τη μέθοδο, ή μάλλον και με αυτή, δημιουργήθηκαν οι πρώτοι νεοναζί. Καθώς θα ερήμωναν οι χώροι διασκέδασης,  το τέρας θα εγκαινίαζε τα γραφεία του.

Στο τρίτο έτος είχα μάθει από τα λάθη μου. Πλήρωσα είσοδο, περπάτησα πάνω σε πόδια για να φτάσω μέχρι το μπαρ, έκανα μεταβολή και βγήκα έξω. Σπάνια με θυμάμαι τόσο χαρούμενο. Είναι μία χαρά που δεν συμμερίζονται ακόμα τα γυμνασμένα κορμιά με τα ανέκφραστα μάτια, μάλλον γιατί κοστίζει πιο ακριβά από το ποτό τους η επικοινωνία με τους άλλους και με το μέσα τους. Δεν θα κλάψουν γιατί πονούν. Θα κλάψουν μόνο για να τους προσέξουν. Οι γονείς δεν ήξεραν πώς να αγαπήσουν τα παιδιά τους, αυτό είναι όλο. Για αυτό το λόγο τα προγραμμάτισαν να περνάνε τέλεια, τέλεια ανυποψίαστα πως η δυστυχία κάνει τις πιο βαρυσήμαντες δηλώσεις την κρίσιμη στιγμή: Αίμα, τιμή, Χρυσή Αυγή και άλλες τέτοιες μαλακίες, που γίνονται εύκολα προφάιλ πικ, στάτους απντέιτ, νέα άλμπουμς αφιερωμένα σε άρρωστα εγώ και τίτλοι τέλους μια χώρας που δεν υπήρχε ποτέ εκεί που την ψάχναμε. Έπρεπε να το είχαμε φανταστεί: αυτό που μας υποδείκνυαν δεν ήταν παρά ένα πτώμα.