Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Οι πελάτες και οι νέοι έχουν πάντα δίκιο.

Παρακολουθώντας πρόσφατα το Love Bites είδα το σοκ μίας Ελληνίδας μπροστά σε μια ατάκα που της είπε ένα παλικάρι. Που μπήκε μάλιστα και στον άδικο κόπο να της μαγειρέψει. Τι είπε αυτός ο τύπος και κοκάλωσε το κορίτσι; Δεν τον ενδιέφερε είπε να βγάζει περισσότερα λεφτά(χοντρό). Επέλεξε να επιστρέψει στην Ελλάδα, να βλέπει ήλιο και να ζει αξιοπρεπώς, με λιγότερα. Η κοπελιά σοκαρίστηκε. Πώς τόλμησε ο ξεφτίλας;

Εκείνη, προφανώς, έψαχνε σπόνσορα… Ανήκει στην κατηγορία των γυναικών με ειδικές ανάγκες. Περιττό να σας πω ότι κόντεψε να της βγει η ρόκα από τη μύτη. Η πρωταγωνίστρια της εβδομάδας βίωνε μια απίστευτη απογοήτευση επειδή κατά τα άλλα το παιδί της άρεσε εμφανισιακά. Η συζήτηση άναψε, η ηλίθια υποστήριζε με πάθος τις απόψεις της για τον άντρα τον λεφτά και το παλικάρι ένιωσε την ανάγκη να απολογηθεί στη βασίλισσα.

Το στιγμιότυπο αυτό μαζί με την ανεκδιήγητη Βίκυ Καγιά που έβγαζε αφρούς και ρωτούσε τα κακόμοιρα κορίτσια: «Θέλετε να βγάλετε λεφτά;» δεν μας κάνει εντύπωση, αλλά μας θλίβει. Είναι αποτέλεσμα μιας αντίληψης λατρείας του πλούτου, η οποία γεννάει αυτά τα αδιανόητα φαινόμενα. Αλλά τι περιμένετε όταν ένας καφές στην Αριστοτέλους κάνει 4,5 ευρώ και «η Πτώση» του Καμύ στο κοντινότερο βιβλιοπωλείο 3,58; Δεν υπάρχουν αξίες σήμερα, υπάρχουν τιμές.

Στο άκουσμα της λέξης νέος, στα τηλεοπτικά παράθυρα θα έχετε παρατηρήσει ότι σημαίνει σιωπητήριο. Τον ξεβράζει τον νέο που και που η θάλασσα σε κάτι στούντιο του Ευαγγελάτου και η αντιμετώπιση που έχει είναι ακριβώς αυτή: Ενός ναυαγού. Τον συμπονούν όλοι, του δίνουνε νερό, τον βάζουνε να φαίνεται στο πλάνο κι αν είναι και καλό παιδί, του δίνουν και το λόγο. Ο νέος είναι ο ντόπιος μετανάστης με τη διαφορά ότι κανείς δεν λέει ότι πρέπει να φύγει, ούτε καν ο Καρατζαφέρης. Μιλάει που λέτε φίλοι μου ο νέος, συνήθως επειδή είναι όμηρος σε κάτι Stage είναι και φορτισμένος και δεν τους τα χώνει όσο καλά μπορεί, και μετά όλοι μένουν με ανοιχτό το στόμα. Κουνάνε συγκαταβατικά το κεφάλι, ο δημοσιογράφος επαναλαμβάνει τα λόγια του με ευλάβεια, χαμηλώνοντας δραματικά τη φωνή, ότι και καλά τον νιώθει γιατί και αυτός ήταν κάποτε νέος και ξέρει από καλό πόνο. Θα λέγαμε λοιπόν ότι ο δημοσιογράφος είναι ο πιο καλός φίλος του νέου μετά τον παπά.

Όταν ακούγεται στην τηλεόραση ότι οι νέοι έχουν δίκιο, είναι προφανώς επειδή κάποιοι θέλουν να τους κρατούν ευχαριστημένους, όπως ακριβώς γίνεται με τους πελάτες. Στόχος: Να κατευνάσουν την οργή τους, να τους καλοπιάσουν, να πνίξουν την δημιουργικότητά τους, να τους αποπροσανατολίσουν. Φοβούνται τους ενοχλητικούς, τους μη αποβλακωμένους, αυτούς που δεν τους καλύπτει η κοινωνία της σαχλαμάρας, της φτήνιας και του καταναλωτισμού και προσπαθούν να πολλαπλασιάσουν τους ηλίθιους.

«Είναι νέος. Θέλει να ζήσει; Καθυστερήστε τον. Απόσπάστε του την προσοχή». Αυτό το μήνυμα ακούγεται αν πιάσεις τα κρυφά σήματα από τον ασύρματο της τηλεόρασης. Η φράση «Οι νέοι έχουν δίκιο» δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ακόμη επιδοκιμασία της προσαρμοστικότητάς μας στα ψευδή πρότυπα, της ήπιας αποδοχής μας στην κατάσταση που δε σηκώνει ρομαντισμούς. Είναι το χάδι επιβράβευσης στον ήσυχο σκύλο τους.

Η αντιμετώπιση της νεολαίας από την τηλεόραση είναι σαν εκείνη που έχει η σταρ, που ενώ όλοι ξέρουμε από την αρχή ότι «Είναι φανταστική, πανέμορφη, πιο ευτυχισμένη από ποτέ», τρώμε στη μάπα το ρεπορτάζ της επιβεβαίωσης της λάμψης της. Τι γίνεται όμως αν η σταρ μας είναι συνειδητοποιημένη και καταλαβαίνει ότι την γλείφουν οι κόλακες;

Το μήνυμα αποκρυπτογραφημένο μιλάει για ανάγκη από μεριάς μας καταπίεσης της δημιουργικότητας. Η δημιουργικότητα είναι ο απαγορευμένος καρπός, που αργά η γρήγορα θα πρέπει να ξεχάσουμε. Για το καλό μας πάντοτε φυσικά. Δεν είδες τον Κωστάκη της Τασούλας που τακτοποιήθηκε; Σκάσε και βολέψου. Είναι σαν αυτό που έλεγαν οι συγγενείς από παλιά: «Να το δείτε το παιδί όπως επιθυμείτε». Ε ρε καταπίεση.

Τίποτα κακό δεν υπάρχει στο «βόλεμα» αν οι νέοι άνθρωποι παραμένουν ζωντανοί. Απλά μας ανησυχεί η ελαφρότητα με την οποία λένε πολλοί για παράδειγμα ότι θα γίνουν δάσκαλοι, επειδή θα διοριστούνε γρήγορα. Δεν μπορεί να είναι βόλεμα ο δάσκαλος. Πρέπει να υπάρχει μεράκι. Είναι προτιμότερο να βολεύεις το όνειρο. Αν ωστόσο αυτό που γουστάρεις να κάνεις σου υπόσχεται ανεργία, είσαι διατεθειμένος να υπομείνεις το προξενιό.

Οι νέοι ξαπλώνουν, πληγωμένοι ή αδιάφοροι, κουβαλώντας στην πλάτη τους τα λάθη των γονιών, τα προβλήματα, τα άγχη και τις ανασφάλειες τους. Βλέπουμε παρόλα αυτά ότι έχουν την ωριμότητα να τιμωρούν μια ψεύτικη σε όλα της κυβέρνηση, δημιουργώντας ουσιαστικά εκείνοι την μεγάλη διαφορά. Είναι μια πρόοδος αυτό το ισχυρότατο ράπισμα, ασχέτως αν δεν το καταλαβαίνουμε ακόμα. Νωρίς για να το συνειδητοποιήσουμε, αλλά είναι μια επιτυχία. Και αν αναλογιστούμε ότι πρόκειται για μια νεολαία που βγαίνει μέσα από μια τηλεόραση που ασχολείται καθημερινά 8-10 ώρες τουλάχιστον με ένα μακιγιαρισμένο τίποτα, η αισιοδοξία μεγαλώνει. Άλλωστε αν δεχτούμε ότι το παιδί γίνεται λίγο καλύτερο από τον γονιό, η κοινωνία προοδεύει αργά αλλά σταθερά. Τα ΜΜΕ, οι κυβερνήσεις, τα οικονομικά συμφέροντα είναι εκεί για να μας βάζουν τρικλοποδιές.

Το σύνθημα δεν είναι το απλουστευμένο: Να διεκδικήσουμε αυτό που μας ανήκει. Εγώ για τον εαυτό μου μπορεί να πιστεύω ότι μου ανήκει να κυβερνήσω τον κόσμο, να αποκτήσω αμύθητη περιουσία, να πάω με όλες τις τσούλες της γης και πολλά ακόμα. Αυτή η σύγχυση υπάρχει γενικά. Το όνειρο είναι συνήθως να γίνω κάποιος, να μετράω, να με δείχνει η τηλεόραση. Φτηνή εποχή, φτηνά και τα όνειρα.

Συχνά ωστόσο διεκδικούμε μια καλύτερη ζωή με αδικαιολόγητες ενοχές, σαν να μη μας αξίζει. Με μια αυστηρότητα αυτογνωσίας, καιρός να αγωνιστούμε για αυτό που υποψιαζόμαστε ότι μας ανήκει. Να δημιουργήσουμε τις συνθήκες, όπως έγραψε ο Τσε. Για μια επανάσταση γνώσης, παιδείας, συνείδησης, αγάπης, αλληλεγγύης. Ξεκινώντας να συζητάμε επιτέλους αυτά που μας αφορούν.

Σε αυτό το λεωφορείο δεν θα σηκωθούμε εμείς. Θα σηκωθούν αυτοί. Αρκεί να βρεθεί μια Ρόζα Παρκς να κάνει την αρχή. «Πότε θ’ ανθίσουνε τούτοι οι τόποι, Πότε θα ρθούνε καινούριοι ανθρώποι να συνοδεύσουνε τη βλακεία στην τελευταία της κατοικία;» έγραψε ο Γκάτσος. Ένα ερώτημα που σύμφωνα με το Χατζιδάκι ταιριάζει να γίνει προσευχή μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: