Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Κόλλησε η τσίχλα και η βελόνα.

Δημοσιογράφος είναι και το παλικάρι στο Σταρ που επειδή έχει συνηθίσει να παίρνει δήλωση μόνο από τη Στέλλα Μπεζαντάκου, σχεδόν κατουριέται από τη χαρά του όταν του μιλάει ο Λάτσιος; Ζητώ συγγνώμη, δε το ήξερα. Ούτε που μου πέρασε από το μυαλό.

Αν δεχτούμε ότι η τηλεόραση στη μάχη της πληροφόρησης είναι καμένο χαρτί, παραφωνίες παρατηρούμε και στις εφημερίδες. Η δυσκολία της δημοσιογραφίας να ξεχωρίσει την είδηση είναι μεγάλη. Προχθές σε εφημερίδα τον ίδιο χώρο καταλάμβαναν μια ακόμη αυτοκτονία στην France Telecom και οι κολλημένες τσίχλες(!) στην πλατεία της Βαρκελώνης(μαθαίνουμε μάλιστα ότι και στην πλατεία Τιενανμέν έχουν το ίδιο πρόβλημα).

Η εφημερίδα λοιπόν διεκδικεί το δικαίωμα να μασάει και αυτή την τσίχλα της. Λείπει μερικές φορές και από αυτήν η ανθρωπιά, δεν είναι η πρωινή προσευχή όπως θα ήθελε ο Χέγκελ. Δεν είναι δυνατόν ωστόσο οι εφημερίδες να προσπαθούν να αποφασίσουν αν θα πετάμε κάτω τις τσίχλες μας ή τους ανθρώπους μας. Αυτό είναι τομέας της τηλεόρασης. Δεν έχει δικαίωμα να μπλέκεται στα πόδια της.

Γενικά, όλοι γνωρίζουμε ότι γινόμαστε αρεστοί όταν είμαστε ευχάριστοι. Σε αγαπάει ωστόσο αυτός που αντέχει τις σκέψεις σου. Η δημοσιογραφία που είναι εκ των πραγμάτων δυσάρεστη, είναι αναγκασμένη να προσπαθεί να πουλήσει την πληροφορία, ακόμα κι αν είναι μια ασήμαντη τσίχλα. Στο ίδιο καζάνι βράζουν και διάφοροι διανοούμενοι που μιλούν με κυνισμό για τη Δημοκρατία. Σε ένα πρόσφατο κινηματογραφικό αφιέρωμα της Μη κυβερνητικής οργάνωσης Steps International σε συνεργασία με το ARTE, to BBC και άλλους τηλεοπτικούς σταθμούς, ο δημοσιογράφος Τζον Χάμφρις λέει : «Αν η ψήφος άλλαζε κάτι, δεν θα μας άφηναν να ψηφίσουμε». Ο πολύς Σλαβόι Ζίζεκ υπερθεματίζει: «Μην μπείτε στον κόπο. Εγώ δεν ψηφίζω».

Κατανοώντας την ιστορία, κοιτάζοντας στα μάτια τους νεκρούς μας, θα μαθαίναμε να αγαπάμε κάθε κατάκτησή μας, όσα ψεγάδια κι αν έχει ακόμα. Το χρέος των διανοούμενων είναι δυστυχώς να εκπροσωπούν εκείνους τους πολίτες που συνειδητά υποτιμούν. Η "φωνή της ανθρωπότητας" παραφωνεί επικίνδυνα. Βλέπουμε ότι όσοι απολαμβάνουν περισσότερη δημοκρατία, την απαξιώνουν και περισσότερο. Την αποκληρώνουν, αδιαφορούν, υποτιμούν τους πολίτες περισσότερο και από τους πολιτικούς. Ο λαός είναι ηλίθιος, ενώ εγώ η ιδιοφυία αποστασιοποιούμαι. Με δυο τσιτάτα αμφιβόλου ποιότητας, κάνουν τη δουλειά τους. Ίσως να επιθυμούσαν να τους βασανίσουμε για να γράψουν κάτι σπουδαιότερο. Ξεχνάνε ότι το γράψιμο είναι κυρίως μια διαμαρτυρία απέναντι στον εαυτό μας. Δεν το ξεχνάνε δηλαδή, ενδεχομένως να μην το κατάλαβαν ποτέ.

Στη Γαλλία οι αυτοκτονίες συνεχίζονται. Διαλυμένες ανθρώπινες ψυχές λυγίζουν στον σκληρό ανταγωνισμό. «Είναι πάντα απλό να σκέφτεσαι λογικά. Μα είναι σχεδόν αδύνατο να σκέφτεσαι λογικά ως το τέλος», γράφει ο Καμύ στο Μύθο του Σισύφου, στο δοκίμιο του που πραγματεύεται την αυτοκτονία. Το βιβλίο το διάβασα τις πρώτες μέρες στο στρατό. Τα μεσημέρια, κουρασμένος, ακούγοντας μουσική κάτω από ένα δέντρο, αρνιόμουν να πάω για ύπνο και να χάσω τις λίγες ώρες ελευθερίας μου, αρνιόμουν όμως και να ακολουθήσω την σκέψη του. Συνειδητοποιούσα πόσο μου έλειπε η ζωή μου. Η στέρηση της ελευθερίας ,ναι, σαφώς, η αρχή της συνειδητοποίησής της. Το πρόβλημα που τον βασάνιζε, εμένα μου φαινόταν απλό. Δεν υπάρχει γενναιότητα στην αυτοκτονία, μόνο εγωισμός, μοναξιά, απελπισία. Ήθελα έστω μια έξοδο, μια βόλτα στη θάλασσα, μια ανάσα ελεύθερη.

«Είμαι ένα μηδενικό» έλεγε και ξαναέλεγε ο εργάτης που στις 20 Οκτώβρη του 2006 έπεσε στο κενό από τον 5ο όροφο της Ρενώ. Ο Ζαν Μισέλ, ένας 54χρονος τεχνικός της France Telecom και πατέρας τριών παιδιών έγραψε πριν φύγει: «Αν η πράξη μου μπορούσε να χρησιμέψει σε κάτι…Συγχωρέστε με που το έβαλα κάτω. Κι ευχαριστώ». Το άγχος γονάτισε αυτούς τους ανθρώπους, τους έκανε να αισθάνονται λίγοι, αδύναμοι, ανεπαρκείς, ανάξιοι. « Ο άνθρωπος δεν υποφέρει τόσο σήμερα από φτώχεια όσο από το γεγονός ότι κατάντησε ένας τροχός μιας μεγάλης μηχανής, ένα αυτόματο, που η ζωή του είναι άδεια και έχει χάσει τη σημασία της» γράφει ο Έριχ Φρομ.

Μπορεί τελικά να μη φταίει η France Telecom αλλά εμείς που ούτε λέμε καλημέρα στον διπλανό μας, ούτε απλώνουμε το χέρι στον φίλο μας και οι άνθρωποι επιλέγουν την αυτοκτονία, την μοναδική τους εξουσία απέναντι στο Θεό, ο μόνος τρόπος τους να του αντιταχθούν και να του πουν: Αρκετά. Η πρόοδος μοιάζει έλεγε ο Μαρξ «με αυτόν τον φοβερό ειδωλολάτρη Θεό που ήθελε να πιει το νέκταρ μόνο στο κρανίο των σκοτωμένων εχθρών του». Ο ποιητής το έγραψε ως εξής: «Γιατί το μάτι σου που αγκάλιαζε τον κόσμο ολόκληρο δεν συγκράτησε τον εργάτη που έπεφτε από τη σκαλωσιά»;

Δεν θα υποστηρίξω ότι πολλοί διανοούμενοι μας προτείνουν να αυτοκτονήσουμε. Οι 129 κατασκευαστές πλυντηρίων που συνιστούσαν Skip ήταν αναμφίβολα πιο σοβαροί. Θα το πούμε στη γλώσσα τους μπας και το καταλάβουν. Ο Νίτσε γράφει: «Στις πνευματικότερες ψυχές, αν παραδεχτούμε ότι είναι οι πιο θαρραλέες, έχει ανατεθεί να ζουν τις πιο οδυνηρές τραγωδίες. Γι’ αυτό όμως τιμούν τη ζωή, γιατί τους αντιτάσσει τον μεγαλύτερο ανταγωνισμό της». Ο Σεφέρης θα μας έλεγε ότι «βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες». Ο Χέλντερλιν έγραφε ότι κάποιοι «είναι αναγκασμένοι να πιάνουν τον κεραυνό με γυμνά χέρια». Να είναι «οι κλέφτες της φωτιάς» (Ρεμπό).

Οι διανοούμενοι προθυμοποιούνται αλλά τους λείπει η πίστη και η ευαισθησία πολλές φορές. Μπορεί απλά να τους λείπει η αγάπη. Ας δείξουμε κατανόηση. Κι ας πιστέψουμε μόνοι μας. Και ο Καμύ άλλωστε μας προτείνει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: