Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Η παράγκα της διανόησης

Δε ζωγραφίζουμε όλοι μας, ούτε είμαστε όλοι μουσικοί, όλοι μας όμως μιλάμε. Αυτό γεννά στο λογοτέχνη μια ειδική ευθύνη απέναντι σε όσους μιλάνε την ίδια γλώσσα. T.T Eliot.

Αν οι άνθρωποι μπορούσαν να πετάξουν, δεν θα ονειρεύονταν ιδανικές κοινωνίες. Απλά θα απογειώνονταν κι η κόλαση θα βρισκόταν από κάτω τους. Δεν θα χρειάζονταν τον έρωτα, την τέχνη μα ούτε και τα εισιτήρια για να μετακινούνται ελεύθερα.

Ο 19χρονος Θανάσης ήταν ένα ακόμα παιδί από αυτά που δεν πετούσαν. Κι αν και είχαμε Δεκαπενταύγουστο, δεν βούτηξε καν στη θάλασσα. Βούτηξε από το τρόλεϊ, το πιθανότερο με έναν ελεγκτή να κρέμεται πάνω του. Μια καθηγήτρια πανεπιστημίου έκανε από τη Γενεύη sign in για να διαγκωνιστεί πάνω από το σώμα. Δεν περίμενε να μάθει τι έγινε. Η γνώμη της κατουριόταν: «Οι ελεγκτές δεν πρέπει να κάνουν τη δουλειά τους γιατί κάποιος τζαμπατζής μπορεί να πηδήξει έξω από το όχημα. Λογικό». Ασφαλώς και δεν είναι. Η κυρία Διβάνη έσπευσε λίγες ώρες μετά το θάνατο του νεαρού αγοριού να το επισημάνει στο 99,9% των χρηστών του Τουίτερ. Μόνο αυτό. Δεν το συμπλήρωσε. Δεν το μάζεψε. Δεν χρησιμοποίησε τις δυνατότητες του Μέσου για να μας εξηγήσει την επιλογή του σχολίου της μπαίνοντας στον κόπο να κάνει μερικά ακόμα τιτιβίσματα. Μπορεί κάποιοι να περιμέναμε μία στάλα κοινού νου για να την δικαιολογήσουμε. Τουναντίον, επέμεινε σε έναν εγωισμό αμφιβόλου ποιότητας και σε μία κακομοίρικη υπεροψία.

Τόσο κυνικά, έγινε το θέμα. Ήταν σειρά της να υπερασπιστεί τη νομιμότητα. Να αντιδράσει σθεναρά στην υπερβολή της Αριστεράς που χωρίς λόγο, έτσι λένε, έχει στοχοποιήσει συγγραφείς και καλλιτέχνες. Στην πραγματικότητα, ήταν προγραμματισμένη εδώ και χρόνια για αυτή τη στιγμή. Η ψυχή έδωσε την εντολή. Το τουίτ ήταν η αλήθεια της. Ίσως να σόκαρε ακόμα και την ίδια. Το πνευματικό της ρολόι είχε επιτέλους συγχρονιστεί με την βαρβαρότητα. Λίγες μέρες αργότερα, θα επινοήσει δικαιολογίες που δεν είναι του γούστου μου. Προσωπικά, προτιμώ το τροχαίο του Κεντέρη και της Θάνου. Στοιχειώδης ευαισθησία θα την έκαναν να γράψει κάτι που θα αφορούσε στην αδικοχαμένη ζωή ή να σωπάσει. Γιατί το τουίτ της, εκτός των άλλων, την ακυρώνει ως συγγραφέα. Από έναν άνθρωπο των γραμμάτων, κι όχι απλώς των πιο γαμάτων, περιμένεις να κατανοεί πως οι λέξεις είναι στρατός. Και γι’αυτό πρέπει να είναι πρόκες. Δουλειά της είναι υποτίθεται η ανθρώπινη ψυχή, οι όψεις της πραγματικότητας, η πολυπλοκότητα της αλήθειας. Το ατόπημα δεν αφορούσε την πυρηνική φυσική αλλά το λόγο. Δεν νοείται λάθος. Αρκούσε να φανταστεί τον Θανάση σαν ήρωα κάποιου μελλοντικού της διηγήματος. Τι είδους τζαμπατζής είναι αυτός που πηδάει από ένα όχημα; Πώς εξηγείται το περιστατικό λογοτεχνικά, όπως τουλάχιστον παρουσιάστηκε αρχικά; Αυτό ρωτάει ένας συγγραφέας τον εαυτό του. Η αποτυχία της δεν καταδεικνύει απλώς την προστυχιά και το ρόλο του “δειλού δυναμιτιστή” που συνεχίζουν να παίζουν τα παιδιά του συστήματος-είναι προφανές ότι δεν έχουν πονέσει ούτε τις λέξεις τους-αλλά προδίδει το ακριβές μέγεθος της φτηνής πνευματικότητάς τους.

Η παρέα δεν την άφησε αβοήθητη. Μετά τον Πέτρο Τατσόπουλο, ο Χρήστος Χωμενίδης έσπευσε να βρεθεί στο πλευρό της κατακρεουργημένης. Φωνάζει ο κλέφτης όχλος, να φοβηθεί ο νοικοκύρης πνευματικός κόσμος. Φωνάζει ο τζαμπατζής να φοβηθεί ο ελεγκτής, σα να λέμε. Με ένα κείμενο χαρακτηριστικό της αφελούς αυταρέσκειας με την οποία πορεύεται, απογοητευμένος πολλάκις από τη μάζα που τον έχει αυτοκτονήσει στο τσακίρ κέφι, ο Χωμενίδης δήλωσε ξανά τον αποτροπιασμό του για το λιντσάρισμα της Διβάνη σαν αναστατωμένη φάσιον μπλόγκερ από το Πανόραμα που επισκέφτηκε βράδυ τον Εύοσμο. «Κρίνομαι από τους αναγνώστες βάσει του έργου μου, το οποίο -ευτυχώς- δεν συνοψίζεται σε κανένα σύνθημα, δεν χωράει στα 140 ψηφία του τουίτερ». Αργά το θυμήθηκε ο κύριος- θα βγούμε από την κρίση σε δύο χρόνια -που είχε φροντίσει να μαλώσει με κάθε καρυδιάς καρύδι και να μιλήσει χυδαία στη Μυρσίνη Λοΐζου πριν κλείσει αηδιασμένος το λογαριασμό του. Τώρα γράφει μανιφέστα και κάνει αγγαρεία όταν δίνει εξηγήσεις. Κάνει αγγαρεία όταν μας συνετίζει. Κάνει αγγαρεία όταν δεν υπογράφει βιβλία. Και αντιδρά σαν αδικημένη υποψήφια καλλιστείων επειδή κάποιος επαναστάτησε στις πεποιθήσεις και στις δοξασίες του.

Αυτό που φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται κανένας τους είναι πως η κόλαση είναι κοινή για όλους. Γι’αυτό ακριβώς ο συγγραφέας τρέμει όταν βρεθεί αντιμέτωπος με την άγνοια. Γι’αυτό στύβει το μυαλό του να βρει έναν τρόπο να απευθυνθεί στον κόσμο. Να τον διδάξει με τη στάση του. Να τον ζορίσει με το λόγο του. Να τον κεντρίσει να ανοίξει τα βιβλία. Να του βάλει το μικρόβιο. Δεν συγκαταλέγει στον όχλο όποιον έχει διαφορετική άποψη. Δεν βολοδέρνει στα Social Media για να στηρίξει πόνους μνημονίων και γέννες νέων φασιστών δημιουργώντας θόρυβο. Δεν συντάσσεται με εξουσίες επειδή κι ο ίδιος αισθάνεται σωτήρας. Δεν λέει φταίει η μάζα, δηλαδή οι ξένοι. Κι ο κύριος Χωμενίδης το έχει γράψει επανειλημμένως πως πιστεύει στην Ευρώπη-αν είναι η Ευρώπη των τοκογλύφων δεν φαίνεται να τον απασχολεί. Μάλιστα ανακηρύσσει την παρέα του σε πνευματικούς ταγούς γιατί εκείνοι είναι ό,τι δηλώσουν. Αρνούνται να αξιολογηθούν. Είναι αδύνατο να εκπέσουν του αξιώματός τους ή να αμφισβητηθούν. Είναι σπουδαίοι γιατί έγραψαν κάποια βιβλία και εμείς δεν έχουμε παρά να συναινέσουμε πως ήτανε κι αυτά σπουδαία. Είναι διανοούμενοι και δε θα το συζητήσουμε. Είναι οι δανειστές μας. Είναι ο περιούσιος λαός. Είναι οι Άριοι του πνεύματος. Και επειδή κάθε εξουσία έχει ανάγκη από έναν εχθρό, ο όχλος, δηλαδή οι άλλοι, θα μπει σε θαλάμους αερίων και θα εξοντωθεί.

Ασφαλώς, ο φόβος μπροστά στη γνώση συμβαδίζει με το φόβο μπροστά στην ελευθερία. Αυτό το ξέρει ο Χωμενίδης, συχνά το επισημαίνει και κάπως διασώζεται. Το μέτρο ωστόσο έχει χαθεί. Αν υπήρχε κάτι με το οποίο συμφώνησα με την Δημουλά μετά το πρόσφατο ατόπημά της με τα παγκάκια, ήταν ότι δεν πρέπει να ανεβάζουμε τους πνευματικούς ανθρώπους σε βαθμό εξουσίας, ωσάν όλοι οι άλλοι άνθρωποι να είναι ηλίθιοι. Κανείς δεν είναι ηλίθιος. Τις μετριότητες που ευνόησε το σύστημα, το κοινό αρέσκεται να τους αποκαλεί πνευματικούς ανθρώπους για να βγάλει από πάνω την ευθύνη που έχει να τους ανακαλύπτει. Ο κύριος Χωμενίδης δεν λέει αυτό. Δεν λέει ότι υπάρχει πνευματικός κόσμος αλλά δεν είμαστε εμείς. Λέει ότι ο όχλος επιτρέπεται να παραμείνει όχλος με τον όρο να διαβάζει τα βιβλία του για να μπορεί να βιοπορίζεται. Το μόνο που έχει να προσφέρει η διανόησή του σε έναν τόπο που δεν είναι αντάξιός του, είναι να τον διχάζει σαν κακομαθημένη σταρ που δεν βρήκε στο καμαρίνι της όσα ζήτησε. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν έχουν αποφασίσει ακόμα αν θέλουν να κάνουν πολιτική καριέρα ή λογοτεχνία, είναι τόσο ντοπαρισμένοι από την παιδεία τους που αποκλείουν το ενδεχόμενο να έσφαλαν τραγικά, δεν καταδέχονται να κρίνονται αυστηρά, πόσο μάλλον να ζητούν συγγνώμη. Δεν φλερτάρουν με το μεγαλείο ούτε σε στιγμή αδυναμίας. Το ηθικό τους ανάστημα δεν τους το επιτρέπει. Εκείνοι είχαν μάθει να επικυρώνουν, να νομιμοποιούν και να αποθεώνονται. Η τρόικα(Διβάνη-Τατσόπουλος-Χωμενίδης) ζητάει απλώς την απομάκρυνση των κακομαθημένων και των αντιδραστικών, αν θέλει το αναγνωστικό κοινό να λάβει την επόμενη δόση και να μην χρεοκοπήσει πνευματικά.

Αντιθέτως, η διανόηση, όταν είναι διανόηση, δεν είναι πλαδαρή. Αυτοκαταστρέφεται ησύχως και γνησίως. Όταν κάνει λάθος είναι επειδή παθιάζεται κι όχι επειδή συναλλάσσεται. Οι αληθινά πνευματικοί άνθρωποι δεν δικαιολογούνται, δεν στέκονται στη γωνία του δρόμου για να κάνουν τουίτς, η έγνοια τους δεν μυξοκλαίγεται. Δεν επιδιώκουν τίτλους από αξιοπρέπεια και αυτοσεβασμό, μιλάνε τελευταίοι από χρέος κι όχι για να έχουν τον τελευταίο λόγο, δε συμμετέχουν σε ριάλιτι για εγωκεντρικούς συγγραφείς. Δεν βλέπουν όχλους αλλά ανθρώπους, δεν κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν, δεν κάνουν κώλο για να χέσουν τον κόσμο όλο. Δεν χρησιμοποιούν την αγάπη του κοινού για να ξεφύγουν όπως η κυρία Διβάνη. Οργίζονται, δεν γκρινιάζουν. Σκέφτονται, δεν προπαγανδίζουν. Εργάζονται γιατί απελπίζονται. Εξαρτώνται μόνο από τη συνείδησή τους και όταν συμβαίνει το θαύμα να εμφανίζονται, διαπιστώνουμε πως είναι καθαροί σαν τον βυθό του Αιγαίου στο φως της μέρας. Ειδάλλως τρέφουν τον όχλο. Συναρμολογούν την ηλεκτρική σκούπα του φασισμού. Και τα αγοράκια που δεν έπαιρναν τα γράμματα, φουσκώνουν από μίσος, την πιάνουν και αρχίζουν να μαρσάρουν. Αρκετά, σου λέει, με τον πολιτισμό σου κύριε Ρέμο, κύριε Σμαραγδή, κύριε Σαββόπουλε, κύριε Χωμενίδη. Είστε βρώμικοι. Τα κουβαδάκια σας και σ’ άλλη παραλία. Τώρα έχει μόνο καταστροφή, διώξεις, ανώτερες φυλές, άγνοια, αμορφωσιά, ένστικτα και σκατά. Γι’αυτό ακριβώς δεν είναι για όλους η δουλειά.

«Ο Ολυμπιακός και το Αιγάλεω να κερδάνε και όλοι οι άλλοι να πα να γαμηθούνε». Έτσι θεμελιώθηκε η παράγκα του ποδοσφαίρου αλλά και αυτή της «διανόησης». Ο κύριος Χωμενίδης και η κυρία Διβάνη ίσως θα έπρεπε να ενταχθούν στο μέτρο της κινητικότητας για τους πνευματικούς ανθρώπους. Κι αν κανείς, κάποτε, δεν τους θυμάται, ένας ποιητής μπορεί να πει πως αποδόθηκε δικαιοσύνη.

Υ.Γ. Πλησιάζει η ώρα του πιο αξιοκαταφρόνητου ανθρώπου, εκείνου που δεν θα μπορεί πλέον να περιφρονεί τον ίδιο τον εαυτό του. Φρειδερίκος Νίτσε.