Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

Η εξουσία γυμνή

Ελευθερώστε τους προφήτες. Σκεπάστε τον ουρανό με ποιήματα. Τρομοκρατήστε τον κόσμο! Ν. Κάλας.

Ο Βύρων Λεοντάρης, σε ένα παλιό τεύχος του περιοδικού Σημειώσεις, 17 χρόνια πριν, οργιζόταν με μία καμπάνια μάρκετινγκ που έθετε ως στόχο την επιστροφή της ποίησης στα εκδοτικά πράγματα, προτάσσοντας στιχάκια που την αντιπροσωπεύουν όσο αντιπροσωπεύουν π.χ οι στίχοι: «Τα μονοκοτυλήδονα και τα δικοτυλήδονα ανθίζανε στον κάμπο» την ποίηση του Σεφέρη. «Έτσι παραπλανητικά διαφημισμένοι», έγραφε, «παραμορφωμένοι και διασυρμένοι επιστρέφουν στο εκδοτικό προσκήνιο οι «σιωπηλοί», «αντισυμβατικοί» δημιουργοί για να πάρουν τη θέση των «μαϊντανών που θα μείνουν έξω από το παιχνίδι». Έτσι και η ποίησή τους. Με ελαφρολαϊκές κειμενικές και εξωκειμενικές συνδηλώσεις και παραδηλώσεις, στη μανουσοφασσική εκδοχή της. Και με συνοδευτικά γελάκια, χαριεντισμούς και με κλείσιμο ματιού των εκδοτών προς το κοινό με νόημα. Ότι, τέλος πάντων, δεν είναι και τόσο δυσπρόσιτη και σοβαρή υπόθεση η ποίηση, έχει κι αυτή την πλάκα της».

Ήταν τότε που στο εσωτερικό των λεωφορείων είχαν αναρτηθεί στίχοι των σημαντικότερων ποιητών μας. 12 μήνες, 12 ποιητές. Ο Λεοντάρης κατέληγε ότι μία ποίηση που πουλάει, μία ποίηση που γίνεται για το κοινό, είναι μία ποίηση ενάντια στο κοινό. Η παρατήρηση δεν ήταν πρωτότυπη. Το γεγονός αποτελούσε το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, όπως διάβαζα πρόσφατα. Σημείωνε η Ζακλίν Ντε Ρομιγί πως, από ένα διάστημα και μετά, έπαψε να υπάρχει ουσιαστική ελευθερία του λόγου αφού ο λαός ήθελε να ακούει μόνο όσους κολακεύουν τις επιθυμίες του. Ας είμαστε επομένως ειλικρινείς. Ποιος περίμενε τίποτα περισσότερο από αυτούς που κλείνουν βιβλιοθήκες, νοσοκομεία, την ΕΡΤ; Είναι τόσο άσχετοι που ούτε μία σοβαρή προπαγανδιστική αποστολή δεν μπορούν να φέρουν εις πέρας. Καβάφη απήγγειλαν μόνο όταν έλεγαν το μεγάλο όχι της παραίτησης, αφού νωρίτερα είχαν μεθύσει στο πάρτυ της διαπλοκής. Για εκείνους, τώρα, το μνημόνιο είναι το σημαντικότερο κείμενο στη χώρα. Ούτε το Σύνταγμα, ούτε καν ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν. Και πιθανόν, όταν το επιβατικό κοινό βαρεθεί τους στίχους του Καβάφη, να του δώσουν την ευκαιρία να απαγγείλει στίχους από τα νέα μέτρα. Γιατί όχι, να διαβάσουμε μια μέρα πως: «Είναι επικίνδυνον πράγμα η βία» πάνω στις ασπίδες των Ματ. Αυτό κι αν θα ήταν ποπ νότα.

Η βία όμως είναι η βιασύνη. Το ξεκαθαρίσαμε. Όσοι τοποθέτησαν το στίχο πάνω στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, θα ισχυριστούν ότι το γνώριζαν. Κι αν όλη η υπόλοιπη φασαρία γίνεται πάλι για το δίκιο μας, είναι απολύτως περιττή. Αν γίνεται για να γελάσουμε, το χαμόγελο παραμένει πικρό. Τι κάνουμε αν στους περισσότερους αρκεί η ψευδαίσθηση μίας κάποιας παιδείας; Αν η διακωμώδηση είναι κάτι που οι περισσότεροι πιστεύουν ότι αξίζει στην ποίηση; Τι συμπεραίνουμε όταν οι περισσότεροι κάνουν το ίδιο με αυτό που κατηγορούν, δηλαδή τη διαβάζουν αποσπασματικά και μόνο με τρόπο που τους βολεύει; Η πολιτική φρόντιζε επανειλημμένα να απογοητεύει τους ποιητές εκείνους που πίστεψαν στη δύναμή της. Ό,τι, καμία φορά, ωστόσο, δεν κατάφερναν τα ποιήματα να προσφέρουν σε γνώση ή απόλαυση, το επέστρεφαν σε διδάγματα οι αστοχίες και τα όνειρα των ποιητών. Οι ιδεολόγοι, από την άλλη, επιφορτισμένοι με το θεάρεστο έργο της τύφλωσης των μαζών, φρόντιζαν να τιμωρούν τους «προφήτες» που αμφισβητούσαν τη μία και μοναδική αλήθεια. Επέπλητταν κι ενίοτε συνέτριβαν την εντιμότητα και την τόλμη που υπήρξαν πάντοτε τα πιο ριζοσπαστικά ποιητικά μέσα.

Τα μεγάφωνα του Λάσκαρη, για παράδειγμα, χάσκουν ακόμα πάνω από όποιον νομίζει ότι η ποίηση είναι απλά ένα όπλο που παίρνεις στον πόλεμο. Η Αριστερά, από την οποία οι απαιτήσεις είναι αυξημένες, με εξαίρεση το πιο ζωντανό πνευματικά κομμάτι της, απασχολημένη με τον εχθρό, φαίνεται να ξεχνάει έναν μεγαλύτερο: τον ίδιο τον εαυτό της. Συνοδεύει με στίχους τα προτάγματά της επειδή μπορεί, συχνά, να χρησιμοποιεί την ποίηση κι εκείνη αλά καρτ, αντλώντας αξία από τον ανήθικο αντίπαλο. Επειδή η Σώτη κι ο Φαήλος είναι αυτοί που είναι, αγνοεί ή και χαϊδεύει όλους όσοι μέσα από τις τάξεις της ετοιμάζονται πάλι να τορπιλίσουν την προσπάθεια. Θέλω να πω πως, αν κοιτάξει κανείς γύρω του προσεκτικά, χάνει τον ύπνο του. Διότι το απόθεμα σε ανθρώπους ενδέχεται ξανά να αποδειχτεί μικρό. Και ο αγώνας πιο δυσάρεστος και αντίξοος απ'όσο θέλει να υπολογίζει. «Μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο», έγραψε εξάλλου κάποτε ο Νίκος Καρούζος. Όχι για να μας αποτρέψει φαντάζομαι από το να διεκδικήσουμε το δίκιο αυτό, αλλά για να μας προειδοποιήσει. Δίκιο που δεν μπορεί να καταναλωθεί από ψεκασμένους, γερασμένους και κακομαθημένους, γυρίζει μπούμερανγκ.

Η ποίηση ως προπαγάνδα δεν θα ήταν εξάλλου αρνητική εξέλιξη. Υπό την έννοια ότι, ακόμα και πάνω σε Μ.Μ.Μ, άτεχνα πετσοκομμένη λες και είναι σλόγκαν ή σύνθημα, διατηρεί το ασυμβίβαστο φως της. Η εξουσία ομολογεί την αδυναμία της όταν επιστρατεύει εκείνο που μέχρι χθες υποτιμούσε. Παρουσιάζεται επιτέλους γυμνή μπροστά στην αυθεντία, την αθανασία και την αλήθεια των ποιητών. Εκτίθεται αλλά και ενθαρρύνει τους πολίτες να πάρουν τη ζωή και το μέλλον στα χέρια τους. Παραδέχεται με τυμπανοκρουσίες πως δεν είναι η καταλληλότερη για να κυβερνάει κι ότι, τέλος πάντων, ένας άλλος κόσμος ενδεχομένως και να είναι εφικτός. Εκείνη σίγουρα γνωρίζει πως δεν υπηρετεί παρά μόνο το τομάρι της. Και νιώθει σαν το ατρόμητο παιδί που φωνάζει πρώτη φορά στη ζωή του τη μάνα του για να το σώσει.

«Η ποίηση στις μέρες μας, τα τελευταία τριάντα χρόνια ας πούμε, σύμφωνα και με τον Ευγένιο Αρανίτση, αφού περιέγραψε τις ήττες του κόσμου, υμνεί άμεσα ή έμμεσα και τη δική της ήττα. Όταν λέμε πως υμνεί, ίσως υπερβάλουμε: είναι ακριβώς η αδυναμία να υμνήσει την ήττα της, που αποτελεί την προσωπική της ήττα» έγραφε πρόσφατα στο Bibliotheque ο Σωτήρης Παστάκας. Να λοιπόν που απρόσμενα η ποίηση βρήκε έναν τρομοκρατημένο σύμμαχο, ο οποίος δεν αναγνωρίζει την ήττα. Ζητεί συγγνώμη και αποκαλύπτει ότι έκλεβε. Το πλεόνασμα το έχουν πάλι οι ποιητές. Εσείς είστε εξουσία, λένε τώρα σύσσωμα τα Υπουργεία.  Ο λόγος σας κι όχι οι πράξεις μας. Εσείς είστε «οι μη αναγνωρισμένοι νομοθέτες της ανθρωπότητας». Κι ενώ υποκρίνονται, καθώς ποτέ δεν έμαθαν να κάνουν τίποτα άλλο, δεν υπάρχει λόγος να μην τους πιστέψουμε. Τώρα που ζορίζουν τα πράγματα, ρίχνουν αλλαγή τον Αλεξανδρινό να καθαρίσει. Ζήτω η ποίηση!

Ο Καβάφης δεν έχει να φοβηθεί τίποτα επομένως. Και χαρτί υγείας να γίνει για να μοιράζεται δωρεάν σε πρώην Υπουργούς που το έχουν ανάγκη όπως ο Θεόδωρος Πάγκαλος, πάλι δεν κινδυνεύει. Ίσα-ίσα. Η ποίηση, περισσότερο, απειλείται από τους κακούς ποιητές και από όσους δεν την διαβάζουν με πάθος. Από όσους νομίζουν ότι είναι δειλία, τεμπελιά και ρομαντισμός να γράφεις στιχάκια. Η ποίηση στα καλύτερά της, η ποίηση ως καθημερινή πνευματική εμπειρία, όχι μόνο ως τέχνη αλλά κι ως επιστήμη, εκτός από τη λύτρωση που προσφέρει, μας βάζει ξανά στο λαβύρινθο του Καστοριάδη, εκεί που κάθε ιδεολογία δεν θέλει να πλησιάζουμε. Εκεί που είμαστε υποχρεωμένοι πάλι να σκεφτούμε, να συζητήσουμε και να αποκτήσουμε συνείδηση. Εκεί που δεν μπορείς να ξεμπερδέψεις με τον τυφλοσούρτη που απαιτούν οι τηλεοπτικές ακροδεξιές γιάφκες του σκοταδισμού ή όλων όσοι εθελοτυφλούν επειδή έχουν καλές προθέσεις.

Ο Αντώνης Αντωνάκος υπενθυμίζει πως:«Η ποίηση ήταν το μέγα σκάνδαλο γιατί δεν είχε ποτέ κερδοσκοπία». Η ποίηση, με λίγα λόγια, συνιστά πράξη αντίστασης, ούτως ή άλλως. Ο Κάβαφης γίνεται το πρώτο, παρ’ ολίγον, success story μίας κυβέρνησης που ζήλεψε την προηγούμενη του Καστελόριζου κι αρχίζει να απαρτίζεται κι αυτή με τη σειρά της από αντιεξουσιαστές στην εξουσία. Για δες. Μπορεί και να ανατρέπονται τα καθεστώτα. Κυρίως τα καθεστώτα που βρίσκονται στα στομάχια, όπως είπε πάλι κάποιος ποιητής. Ο χαμένος τα παίρνει όλα. Οι ποιητές το ήξεραν κι επέλεξαν να πληρώσουν το τίμημα. Ας το μάθουν κι οι αναγνώστες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: