Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Παύλος Φύσσας, ετών 34

«Όταν έπεσε ο φασισμός ήμουν 34 ετών: είχα φτάσει στο mezzo del cammin* της ζωής μου» έγραφε ο Ιταλός φιλόσοφος Νορμπέρτο Μπόμπιο ξεκινώντας την αυτοβιογραφία του. 'Οταν αναβίωνε ο φασισμός, ο Παύλος Φύσσας ήταν 34 ετών. Στα μισά του δρόμου της δικής του ζωής.

«Αν αυτή η θεομηνία συνέβαινε κάπου αλλού, σ' άλλη χώρα, και το μαθαίναμε απ' τις εφημερίδες, αν το βλέπαμε αναπαυτικά καθισμένοι στα καναπεδάκια, στην τηλεόραση, θα μπορούσαμε να κουβεντιάσουμε το πρόβλημα ωραία, ωραία και με την ησυχία μας! Να αναλύσουμε το θέμα από κάθε πλευρά και να βγάλουμε ανεπηρέαστα και αντικειμενικά συμπεράσματα. Θα προγραμματίζαμε ακαδημαϊκές συζητήσεις, θα καλούσαμε μελετητές, συγγραφείς, νομομαθείς, γυναίκες, επιστήμονες, μέχρι και καλλιτέχνες. Θα φωνάζαμε ακόμα και απλοϊκούς καθημερινούς ανθρώπους. Θα είχε τρομερό ενδιαφέρον. Θα ήτανε εποικοδομητικό, συναρπαστικό. Αλλά, όταν βρεθείς ο ίδιος παγιδευμένος, όταν βρεθείς, ξαφνικά, αντιμέτωπος με τη σκληρή πραγματικότητα μιας παρόμοιας κατάστασης, δεν γίνεται να παραμείνεις αδιάφορος, να λες ότι δεν σε αφορά, να μένεις ψύχραιμος».

Ο Ιονέσκο περιγράφει στον Ρινόκερο την άνοδο του ναζισμού, θέμα αδιάφορο κάποτε για τη χώρα που, πριν την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος, είχε θέσει ως μείζονα εθνικό της στόχο την κατάκτηση της Γιουροβίζιον. Η συγκυρία όμως τα έφερε έτσι που το απόσπασμα έγινε επίκαιρο μέσα σε μερικά χρόνια. Η εμμονή του γράφοντος στο συγκεκριμένο ζήτημα δεν του έχει κοστίσει ακόμα κάποιο μαχαίρωμα. Κόστισε όμως τη ζωή του Παύλου, λίγες ώρες αφότου εδώ στην συμπρωτεύουσα τελείωνε τη συναυλία του ο Ross Daly, ο άνθρωπος στον οποίο θα ήθελα να μοιάσω- όποιος τον έχει δει να μιλάει ή έχει ακούσει για τον πολιτισμό που δημιουργεί στο μουσικό του εργαστήρι αυτός ο απίθανος Έλληνας, καταλαβαίνει τι εννοώ. Μόλις μια μέρα νωρίτερα, η Πλατεία Θησείου μετονομαζόταν σε πλατεία Ζακλίν Ντε Ρομιγί. Θυμάμαι ακόμα μια συνέντευξη της πιο πιστής ερωμένης του Θουκυδίδη στα Νέα, όπου μιλούσε κατά του φασισμού.

Όχι, επομένως, ή εμείς ή αυτοί. Ή η Ζακλίν και ο Ρος ή αυτοί. Η Ζακλίν και ο Ρος είναι η πατρίδα μου-δεν ξέρω για τη δική σας. Είναι ώρα ευθύνης για τους πολίτες που υπερασπίζονται ακόμα την υπόθεση που ονομάζουμε ζωή. Δεν ξέρω γιατί έχουμε αργήσει τόσο να διαβάσουμε την εποχή. Έχουν αποθρασυνθεί οι λύκοι. Το μνημόνιο, χωρίς παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας, μαζικές ιδιωτικοποιήσεις και τρομακτική ανεργία, μπορεί και να 'ταν ευλογία για τον τόπο. Ομολογουμένως αρμένιζε στραβά, του χρειαζόταν ένα χαστούκι. Διακυβεύεται ωστόσο πια η ίδια η ελπίδα, η ελευθερία του λόγου, το οξυγόνο που θα αναπνέουν οι απολυμένοι για να αντέχουν στα χημικά. Η Ελλάδα που γέννησε τη Δημοκρατία γίνεται κιόλας παγκόσμιο ανέκδοτο, διαστροφική φάρσα της Ιστορίας, ενώ οι Χρυσαυγίτες, όταν θα τους παραχωρήσουμε κι άλλη εξουσία, στην καλύτερη περίπτωση θα κάνουν πολιτιστικές εκδηλώσεις όπου κάποιος ανόητος θα ισχυρίζεται εν μέσω θερμών χειροκροτημάτων πως ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, αν ζούσε, θα υποστήριζε το νεοναζιστικό μόρφωμα (το βίντεο κυκλοφορεί στο Youtube). Τη χειρότερη ας μην τη συζητήσουμε γιατί θα δυσκολευτούμε να τσιμπήσουμε κάτι το μεσημέρι. Εκείνοι που, δικαιολογημένα, έχουν λυγίσει από τη λιτότητα και προσδοκούν ότι: «η κατάσταση δεν μπορεί να πάει άλλο, θα διδαχθούν μια μέρα πως για τον πόνο του μεμονωμένου ατόμου καθώς και των κοινοτήτων ένα μονάχα όριο υπάρχει πέρα απ' το οποίο δεν μπορεί να πάει: ο αφανισμός». Όλοι τότε θα νιώσουν στο πετσί τους τι σημαίνει αυτό που εκμυστηρευόταν στον Αντόρνο ο συγγραφέας του χωρίου, Βάλτερ Μπένγιαμιν, πως η ολοκλήρωση του βιβλίου του ήταν ένας αγώνας δρόμου ενάντια στον πόλεμο, στο απόλυτο κακό, στο τυφλό σκοτάδι. Άνθρωποι θα αυτοκτονούν ή θα δολοφονούνται σαν εκείνον, χωρίς να μάθει ποτέ κανείς τι ακριβώς απέγιναν. Κανείς δεν θα μάθει ποτέ τι συνέβη με τους Έλληνες.

Χθες η μέρα ήταν οριακή. Ευκαιρία να ξεμπερδέψουμε προς το παρόν με δαύτους. Αφορμή για να δράσει το φοβισμένο, αυταρχικό και ανεπαρκές πολιτικό σύστημα που βολεύεται ακόμα με τους μπράβους και να μην επιστρατεύσει ξανά την ανιστόρητη θεωρία των δύο άκρων. Μάταια περιμένω κάποιον να βγει και να πει ότι στη Δημοκρατία, στο «χειρότερο πολίτευμα αν εξαιρέσουμε όλα τα υπόλοιπα», κάθε πολίτης είναι και από ένα άκρο. Κάθε πολίτης μπορεί να την υπερασπίζεται ή να την υπονομεύει με τις πράξεις του. Ωστόσο, ακόμα κι αν βγει εκτός νόμου η νεοναζιστική συμμορία, είμαι βέβαιος πως θα κάνει πανηγυρική επιστροφή. Η ηρωοποίησή της θα μπορούσε να αποβεί μοιραία. Δεν ξέρω τι πρέπει να γίνει. Δεν έχω ιδέα. Περισσότερο χρειάζονται «νέοι ανθρώποι να οδηγήσουν τη βλακεία στην τελευταία της κατοικία» και αυτοί για την ώρα μεταναστεύουν. Ποιος τους αδικεί; Διόλου, επίσης, δεν ωφελεί να επαναλαμβάνουμε πως 500.000 άνθρωποι έχουν στα χέρια τους αίμα. Φοβάμαι πως το μόνο που μένει να κάνουμε, εδώ που φτάσαμε, είναι να τους περιμένουμε να σκεφτούν μέχρι την τελευταία στιγμή. Αν τα καταφέρουν, υπάρχει μία πιθανότητα να μη γίνουμε το θεατρικό του Ιονέσκο ή εκείνο το: «Πηγαίνω στην κόλαση και σε παίρνω μαζί μου». Πάντως, χρόνος δεν υπάρχει για όσους ονειρεύονταν να μην τους θάψει ζωντανούς η ιστορία. Το ότι παραδώσαμε τη χώρα στους δανειστές δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να την παραδώσουμε και στους φασίστες. Μια ομαδική αυτοκτονία θα ήταν πιο παραγωγικό μέτρο.

Την Κυριακή ο Άγγελος Στάγκος υποστήριξε στην Καθημερινή πως «θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κάποιος ότι η χώρα διολισθαίνει σταδιακά, αλλά και σταθερά προς τον φασισμό», αγνοώντας τις δημοσκοπήσεις που δείχνουν σαφή άνοδο των ρινόκερων ανάμεσά μας. Χθες είχαμε Τετάρτη κι έναν ακόμα νεκρό. Στις 11 το πρωί κηδεύτηκε ο Παύλος Φύσσας. Το 15% περίπου των Νεοελλήνων ενδεχομένως και να συμφωνεί.

*Η έκφραση έχει ληφθεί από τη θεία κωμωδία του Δάντη.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: