Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Όρεξη βρε

Επικοινωνείτε με το περιβάλλον κύριε Κασιδιάρη; Επιτέλους κάποιος ρώτησε. Ο Αθανάσιος Νάκος, όσο έβλεπα το επεισόδιο στη Βουλή, γινόταν ήρωάς μου. Σκεφτόμουν σε ποιο σημείο του κορμιού μου θα ήθελα να μου υπογράψει. Μπήκα στο σάιτ της Βουλής να βρω το βιογραφικό του. Δεν κρατήθηκε όμως: «Τις απειλές σας εκεί που ξέρετε». Όχι δεν θα περάσει ο φασισμός. Όχι τις απειλές σας πουθενά. Όχι τις απειλές στον κώλο σου μαλάκα. Δεν θα είχε και νόημα να διαγραφεί από τα πρακτικά κάποιος άκομψος χαρακτηρισμός για έναν τόσο ευειδή νεοναζί. Εκεί που ξέρει. Σκέτο. Με κλείσιμο ματιού. Και ξέρει αυτός.

Τελευταία είναι της μοδός η αποδόμηση. Σε μπλογκ κομμουνιστικής προπαγάνδας για παράδειγμα μπαίνει στο μικροσκόπιο η αποδοχή του Φρειδερίκου Νίτσε στα χρόνια της Μεταπολίτευσης από τους ατομιστές μικροαστούς. Αν δεν φταίει η στρεβλή κατανόησή του για τη διαφθορά και το χάλι της χώρας, ποιος φταίει; Βεβαίως ο Γερμανός φιλόσοφος προέβλεψε ότι ο τελευταίος άνθρωπος δεν θα μπορούσε να περιφρονήσει τον εαυτό του κι αυτό είναι κάτι που ούτε οι ινστρούχτορες ούτε το Κόμμα γίνεται να εγκρίνουν. «Ανόητα αριστερούς» θα τους έλεγε ο Γιώργος Ιωάννου, ασθενείς που πυροβολούν τους προφήτες αντί να ακούσουν τι έχουν να τους πουν (λούμπεν στοιχεία),  τυφλοί που επιφυλάσσουν στους αντιπάλους τους ό,τι ο Μπίστης στον Λαζόπουλο: Αυτός με ενοχλεί, αυτός φταίει για ό,τι θέλω να τον κατηγορήσω, για την άνοδο της Χρυσής Αυγής εν προκειμένω. Έτσι κι ο Σταύρος Θεοδωράκης, θιασώτης εδώ και καιρό του διαίρει και βασίλευε, πήρε θάρρος και επιχείρησε ένα πλήγμα στην αξιοπιστία του Μαρκ Μαζάουερ. Το τηλεοπτικό κοινό, που φέρνει ακόμα διαφημίσεις στους Πρωταγωνιστές του, επιτρέποντάς του τίποτα να μην τον αφορά «παρά μόνο σχεδόν», αγνοεί το γεγονός ότι ο ίδιος έχει χάσει προ πολλού τη δική του ανάμεσα σε 16χρονα κορίτσια, τα μπλογκ των οποίων δεν θα έκανε τον κόπο να επισκεφθεί ούτε αν είχαν χάσει τη ζωή τους στον εμπρησμό της Μαρφίν.

Κι ενόσω η καθεστωτική σκέψη αντιμετωπίζεται με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, η αλαζονεία σου ανάβει τα λαμπάκια. Έχοντας χάσει προ πολλού την ικανότητά μου να χάνω την ψυχραιμία μου,  εκπλήσσομαι όταν ο Σκάι μου επιβάλει μια εξαίρεση. Δεν μπορεί κανένας άντρας να ισχυριστεί πως δεν καταλαβαίνει τις γυναίκες αν παρακολουθήσει ενημερωτικές εκπομπές του σταθμού παραπάνω από δέκα λεπτά. Δεν είναι τόσο αυτό που λένε, αλλά ο τρόπος που στο λένε. Τον Μέργο είναι επόμενο να τον ενδιαφέρει ό,τι δεν τον απασχολεί, τουτέστιν ο υψηλός κατώτατος μισθός. Θέλει να κατέβει κι άλλο, όχι γιατί έχει φάει κανένα κόλλημα με την ανάπτυξη ο άνθρωπος, αλλά επειδή γνωρίζει από τι υλικά φτιάχνεται μια κατάρρευση κι ένας εμφύλιος. Δεν είναι τυχαίο που τις αγνές προθέσεις του μόνο ένας δημοσιογράφος της ανιδιοτέλειας του Άρη Πορτοσάλτε καταφέρνει να αντιληφθεί. Το σύνθημα που προτρέπει σε ξύλο και καράτε, μακάρι να μη γίνει πραγματικότητα αλλά να στρέψει τη νεολαία που βρίσκει διέξοδο στο ρατσισμό, πίσω στον αθλητισμό. Αυτό κάνω με το φίλο μου τον Γιάννη το καλοκαίρι όταν παίζουμε ρακέτες σε ερημικές παραλίες. Εμφανίζονται παιδάκια από το πουθενά και προσπαθούν να μας μιμηθούν. Η φαντασίωσή μου είναι κάποτε να λέμε, βρέχοντας τα πόδια μας, πως αλήτες και ρουφιάνοι δεν ήταν ο Πρετεντέρης, ο Καψής κι ο Χασαπόπουλος όπως λέει ο πολύς κόσμος, αλλά ο Όργουελ, ο  Χέμινγουεϊ, ο Μπέρναρντ Σω, ο Λόντον, ο Στάινμπεκ κι ο Καμύ. Επειδή είμαι όμως σκληρός διαπραγματευτής σαν την τρικομματική, με ένα ζευγάρι καινούριες ρακέτες συμβιβάζομαι. Εξάλλου ο κακός Νίτσε βάζει την οργή μου στη θέση της: «Ίσως ο πιο άχρηστος, ο πιο βλαβερός άνθρωπος να είναι ο πιο χρήσιμος για τη συντήρηση του είδους. Γιατί ο άνθρωπος αυτός συντηρεί στον εαυτό του ή στους άλλους ανθρώπους, διάφορα ένστικτα που χωρίς αυτά η ανθρωπότητα θα είχε εδώ και πολύ καιρό αποχαυνωθεί και διαφθαρεί».

Οι σχέσεις μου με τη χώρα παραμένουν τυπικές. Οι λέξεις μου οπωσδήποτε άρρωστες, βάλω δε βάλω θερμόμετρο. Θα το βούλωνα ευχαρίστως παραχωρώντας τις γραμμές που ξοδεύω σε κάθε Φαήλο Κρανιδιώτη αν ο κίνδυνος βρισκόταν μόνο στο μυαλό μου, αν δεν αισθανόμουν τη λυτρωτική αυταπάτη πως κάτι κάνω. Τη μέρα που θα διασπείρουμε αμφιβολίες για όλα εκτός απ’το μνημόνιο, αν μου το πείτε εγκαίρως, θα πάρω μέρος. Προς το παρόν, σαν εντιμότατος νεκρός, έχω το μέλλον μπροστά μου. Όταν στεναχωριέμαι υπερβολικά, δηλαδή συχνά, ληστεύω τους γονείς μου και περιμένω κάποιος να με συλλάβει. Το βιοτικό μου επίπεδο εξαρτάται απ’ το βλέμμα μιας γυναίκας που πέφτει πάνω μου ενώ συνοδεύεται, από ψέματα που αληθεύουν και ζωντανές ηχογραφήσεις που ανεβάζει στο Youtube κάποιος Γιώργος απ’ το Δεμάτι. Καθόλου άσχημα.

Για ένα είμαι βέβαιος. Η αλήθεια βρίσκεται στο: «Ώπα βρε όρεξη». Ο Ψαραντώνης σε εκείνα τα φεστιβάλ στην Αυστραλία θα το ‘χε μουρμουρίσει στον Κέιβ. Πολλές μερίδες θλίψης μαζεύτηκαν και τα συσσίτια έχουν να ταΐζουν χορτασμένους μέχρι σκασμού. «Δεν έχετε όρεξη και θα σταματήσομε» προειδοποιεί ο Σταυρακοβασίλης. Κι αν σταματήσουμε να ονειρευόμαστε, να ταξιδεύουμε, να συζητάμε, θα είναι επειδή θα έχουμε φύγει, θα έχουμε πάει στο διάολο.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: