Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010

Ποιος αγαπάει τέτοια ώρα;

Στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του ανθρώπου ξέχασαν δύο δικαιώματα: της αντίφασης και της φυγής. Μπωντλαίρ.

Το κουρασμένο μυαλό προκαλεί την καρδιά σε μονομαχία. Της επιβάλλει να εκφραστεί για να επωφεληθεί πνευματικά και συναισθηματικά. Κι υποθέτω πως περιμένει απ' αυτήν να αποδώσει δικαιοσύνη, να συντρίψει τους προστατευτικούς εγωισμούς και να αποφύγει τους συναισθηματισμούς.

Τίποτα εύκολο δεν είναι ωραίο. Και το ψέμα το σιχαίνομαι. Το σιχαίνομαι γιατί το ‘χω πει, την ώρα που η αλήθεια αύξανε τις απαιτήσεις της. Γιατί μόνο όταν με ανακάλυψα είδα καθαρά την ανθρωπότητα. Η αδυναμία μας να αγαπήσουμε τους άλλους είναι αδυναμία να αγαπήσουμε τον εαυτό μας, αποφάνθηκα, καταλήγοντας στο σωστό συμπέρασμα ενός βιαστικού πορίσματος.

«Αγαπήστε με, αγάπησέ με, αγάπα με». Η ικεσία μας δεν είχε εξαρχής καμία τύχη. Ο ανώνυμος άνθρωπος της πόλης απέκτησε άμεσα προβλήματα συγκέντρωσης και συσσώρευσε σύγχυση αιώνων. Βγαίνοντας στην κοινωνία, έγινε πρόθυμος να υπηρετήσει οποιονδήποτε σκοπό και αφέντη, να πει και να φορέσει οτιδήποτε για να τον προσέξουν, να πέσει πάνω μας στο δρόμο μόνο και μόνο για να μας ζητήσει συγγνώμη. Φανταστείτε πόσο μακρινή άρχισε να του φαίνεται η απόσταση που τον χωρίζει από τους άλλους, πόσο απρόσιτη να του φαίνεται η αγάπη-και πόσο ανίκανος να γίνεται γι’αυτήν.

Σε περίοδο οικονομικής κρίσης ο έρωτας προστέθηκε κι εκείνος με τη σειρά του στα συνειδησιακά βάρη. Αφού καταστρέψαμε τους συμπολίτες μας συνολικά, τους αναλαμβάνουμε και ξεχωριστά. Υπάρχουν φυσικά ακόμα άνθρωποι που σε κρίνουν από τις φωτογραφίες που έχεις στο πορτοφόλι σου και όχι από το περιεχόμενό του και σε παρασύρουν. Και πάει καιρός που αποδέχτηκα επιστρατεύοντας όλο μου το θάρρος ότι δεν προσφέρω μόνο εγώ φιλί, χάδι και αγκαλιά, πως κανείς και τίποτα δε μου ανήκει.

Ο Μπωντλαίρ έλεγε ότι στον έρωτα όπως και σε όλες σχεδόν τις ανθρώπινες υποθέσεις, η εγκάρδια συνεννόηση είναι αποτέλεσμα μίας παρεξήγησης. Όταν αυτή η παρεξήγηση εκλείψει, το θέμα θέλει προσπάθεια που δεν έχει κανείς κουράγιο να κάνει. Οι αυτοματισμοί ξεχνιούνται και τα πείσματα ευνοούνται. Όταν δύο εγώ μαλώνουν στην έδρα του έρωτα, το δίκιο και το άδικο δεν τα χωρίζουν, απλώς τα καθυστερούν.

Το υπεράνθρωπο «προτιμώ να ‘χουν δίκιο οι άλλοι» του Μπόρχες, όσο κι αν προσπαθείς να το εφαρμόσεις, αρχίζει να ακούγεται υποκριτικό όταν ξεθωριάζει ο πειρασμός της πρόκλησης για επιμονή, όταν ναρκοθετείται η ανάγκη για συνεννόηση, όταν τα ίδια λάθη επαναλαμβάνονται, όταν το στόμα σου σα μια πληγή δε ζητά παρά να σφαλίσει(Ρίλκε). Η ανάγκη και η ανασφάλεια θα συνεχίσουν να κάνουν τις σχέσεις περισσότερο δυνατές απ’ όσο μπορεί η ελευθερία, που σε αφήνει πάντα μόνο με το τίμημά της: να είσαι ο κακός της υπόθεσης.

Ευτυχώς όμως, ο άνθρωπος επιβιώνει. Όσο κι αν ορκίζεται σε ό,τι ιερότερο έχει, δε θέλει να αγαπηθεί γι’αυτό που είναι-όχι για πολύ καιρό τουλάχιστον. Μια τέτοια απόλυτη αγάπη, που δεν τον καλεί να αλλάξει, θα ήταν μια αβάσταχτη υπενθύμιση της θνητότητάς του, μια προετοιμασία για το θάνατο. Η αχαριστία του είναι μια απόλυτα υγιής αντίδραση που τον προστατεύει από αυτό το ναυάγιο. Στην πραγματικότητα διψάει για δράση- όσο ακόμα την αντέχει και αντλεί από αυτή ικανοποιήσεις. Θέλει δύναμη, εξουσία, κολακείες, συγκινήσεις, προδοσίες, ονειροπολήσεις, εξάψεις, προσωρινές λυτρώσεις, περιπέτειες με αίσιο τέλος, ελεγχόμενους κινδύνους, νικηφόρους πολέμους και απεριόριστες δυνατότητες αυτοκαταστροφής.

Δημιουργεί ανώδυνες απουσίες, σκοτώνει μέσα του ανθρώπους πριν γεννηθούν και τους αποβάλει, ενθουσιάζεται με το καινούριο, λοξοκοιτάζει προς την ευτυχία, διασκεδάζει με τιμωρίες και ψέματα, αναμιγνύει ακίνδυνα ή και επικίνδυνα δηλητήρια. Επιθυμεί να εξαφανιστεί από τη γη χωρίς συνέπειες, να σαλπίσει τα θαύματα, να διαχειριστεί την κόλαση, να προκαλέσει αναστάσεις, διαψεύσεις και απογοητεύσεις, να ταράξει τα νερά, να βυθιστεί στις απολαύσεις μένοντας ανικανοποίητος, να αναβάλλει όλα τα δικαστήρια που του ετοιμάζουν οι συνάνθρωποί του.

Τα θρεπτικά του λάθη, που συνήθως αξίζουν και με το παραπάνω την συντριβή της στρεβλής και κοινωνικά ορθής ηθικής του, έχει συνηθίσει να τα κρύβει ντροπιασμένος στην άμμο, κυριαρχώντας εκ των υστέρων επάνω τους ανακουφισμένος. Μειώνοντας την αξία τους, υποβιβάζει τη σημασία τους, προσποιούμενος ότι η ύπαρξή του, το κρίσιμο διάστημα της τέλεσης του «εγκλήματος», δεν του ανήκε ολοκληρωτικά.

Παρόλο που με τα λάθη του είναι επιεικής, αν δεν θεωρεί τον εαυτό του ικανό να δημιουργήσει και να ζήσει ένα πάθος, δεν προσπαθεί να δικαιολογηθεί. Γίνεται ικανός για όλα, βουλιάζει στη θλίψη και επιβιώνει μονάχα χάρη στις εμμονές του. Όταν επιτίθεται, το πράττει αιφνιδιαστικά και με έναν ενστικτώδη ενθουσιασμό. Κι αν αφήσει την ειλικρίνειά του να τα φυλάει, πολλοί από εμάς θα ξυπνήσουν μέσα στα αίματα.

Από τον εραστή του ζητεί μόνο το ωφέλιμο κομμάτι του, το ευπροσάρμοστο, το λογικό, το ανώδυνο, το πιο απάνθρωπο και τεχνολογικό. Το πάθος του για ταχύτητα τρέφει την ανυπομονησία του και την ψευδαίσθηση. Ο πόθος του ευνοεί τα αντικείμενα. Γι’αυτό συνήθως ο σωτήρας που επιθυμούσε αποδεικνύεται περιορισμένων δυνατοτήτων, ένας άγιος που δεν γνωρίζει το δρόμο για τον παράδεισο, που δεν κατέχει ούτε τα βασικά της σωτηρίας. Τότε μεμιάς, σαν πληγωμένος τυχοδιώκτης, τον ξεφορτώνεται και ελαφρύτερος πια χτυπάει παλιές, βολικότερες πόρτες. Δεν κάνει έρωτα, μόνο σεξ. Δε ζει, κρύβεται. Δε σμίγει, εξαιρείται. Δεν καταλαβαίνει, πιστεύει. Η μοναξιά που αισθάνεται τον εμποδίζει να την παρακάμψει και να της επιβληθεί έστω προσωρινά-η απουσία του τον κυνηγά. «Καθένας θα έπρεπε να είναι ταγμένος στη μοναξιά του αλλά επιλέγει να επιτηρεί την μοναξιά των άλλων» γράφει ο Τσοράν πολύ πριν το Facebook.

Η ικανότητά μας να ξεχνάμε μας κάνει κατάλληλους για τον κόσμο. Λίγη κακία όμως είναι απαραίτητη αν θέλει να επιβιώσει κανείς. Αν περιφρονείς το εγώ σου, πώς περιμένεις να ασκήσεις τη ζωή; Όσο θλιβερό ωστόσο κι αν ακούγεται η μεγαλύτερη μου φιλοδοξία μέσα στη μοναξιά μου είναι να είναι καλά αυτοί που αγαπώ. Τα λάθη μου είναι λάθη μοναχικού ανθρώπου που έχει πειστεί πως η μόνη υποφερτή λύση είναι να μοιραζόμαστε και είχε αποφασίσει μέχρι πρότινος να κόβει δρόμο αγαπώντας.

Στο εξής να φοβάμαι να ζήσω κάτι όμορφο; Να φοβάμαι γιατί μετά θα το θυμάμαι; Έτσι όπως ‘γιναν οι ζωές μας, μας φαίνεται σχεδόν ανώφελο να αγαπηθούμε. Αηδίες! Μη με ακούσει ο Νίτσε. Θα μου ‘λεγε ότι δε φέρνω τίποτα στο τραπέζι, μήτε μια πείνα της προκοπής. Ο έρωτας, αυτή η φωτεινή όψη της απελπισίας, δεν αξίζει ούτε στους τεμπέληδες ούτε στους φυγόμαχους.

Είχα πειστεί. Αν μεταφράσεις τις καρδιές λένε όλες το ίδιο πράγμα με διαφορετικά λόγια. Μία ακόμη βεβαιότητά μου γκρεμίστηκε-σιγά την απώλεια. Θέλει απλά να αγαπηθεί ο άνθρωπος… Τι είναι απλό σε ό,τι τον αφορά για να είναι αυτό; Απορώ ώρες-ώρες με την αφέλειά μου!

Δεν υπάρχουν σχόλια: