Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2010

Ευχαριστούμε τους Γερμανούς

Το μόνο που μπορούσε να μας ενώσει, ήταν ένα ανθελληνικό δημοσίευμα. Γι ’αυτό οφείλουμε να πούμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στο γερμανικό περιοδικό που μας αδίκησε και μας προσέβαλε. Προσέφερε σπουδαία υπηρεσία στη χώρα. Δημιούργησε έναν αμυντικό πατριωτισμό για λάθος λόγους. Τον χρειαζόμασταν ακόμα κι έτσι.

Το εξώφυλλο του Focus ήρθε πάνω στην ώρα. Οι ανθέλληνες ήταν παρόντες και δεν είχαν καμία σχέση με τους ελεγκτές της Ε.Ε. Ένα ωραίο παιχνίδι κερδοσκοπίας είχε στηθεί πάνω από την Ελλάδα μόνο που ελάχιστοι το έβλεπαν να ξεδιπλώνεται. Το παρακολουθούσαν όμως με κομμένη την ανάσα και ‘μεις με κομμένα τα φτερά. Η παντοδύναμη χώρα μας είχε θέσει σε κίνδυνο ολόκληρο το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, που μέχρι πριν από λίγο κατέρρεε και επαιτούσε. Η ελληνική αναίδεια το εξόργισε και βάλθηκε να μας καταβροχθίσει. Ποιοι είμαστε εμείς που θα το συναγωνιστούμε στις κλοπές;

Την ελληνική αντεπίθεση, αν εξαιρέσουμε κάποια ανοίγματα του πρωθυπουργού, ξεκίνησε αρχές Φλεβάρη ο πολιτογραφημένος Έλληνας Ντανιέλ Κον Μπεντίτ στην Ευρωβουλή. Μας υπερασπίστηκε χαρίζοντάς μας σπάνια συναισθήματα ψυχικής ανάτασης. Πολύ αργότερα ήρθε η απάντηση του Σωτήρη Νίνη στην Ανγκέλα Μέρκελ. Το πρώτο διάστημα είχε σωπάσει ο ποδοσφαιρικά λαλίστατος μικρός του Παναθηναϊκού. Ο «Κόκκινος Ντάνι» μίλησε για τα τεράστια ποσά που δαπανά η χώρα μας στους εξοπλισμούς λόγω της Τουρκίας και για την αδιαφορία της Ένωσης να βοηθήσει. Εξαιτίας μάλιστα του έντονου ύφους του, μου φάνηκε πως μίλησε περισσότερο σαν τον Καρατζαφέρη παρά σαν αριστερός. Είναι ακροδεξιός ο άνθρωπος- σύμβολο του Μάη του ’68; Δεν νομίζω. Είπε απλά κάτι αυτονόητο. Το αυτονόητο όμως εδώ στην Ελλάδα το έχουμε παραχωρήσει στο ΛΑΟΣ. Ο μέσος Έλληνας έφτασε να εκφράζεται μέσω του Άδωνι. Και είναι κατάντια και του δικομματισμού και της αριστεράς αλλά και του μέσου Έλληνα.

Ο Καμύ είχε γράψει στον «Επαναστατημένο Άνθρωπο» ότι οι Έλληνες ακόμα και στα πιο ακραία τολμήματά τους, έμεναν πιστοί στο μέτρο που είχαν θεοποιήσει. Μα οι Έλληνες είναι πλέον ένας λαός διαιρεμένος σε εκατομμύρια κομμάτια όταν μιλούν. «Έλληνες θα ειπεί το πρωί να γελάς σαν παιδί. Το μεσημέρι να κουβεντιάζεις φρόνιμα. Και το δείλι να δακρύζεις περήφανα» έλεγε ο Δημήτρης Λιαντίνης. Μα που να βρεις Έλληνα διαθέσιμο; Ελάχιστοι συνειδητοποίησαν την κρισιμότητα της περίστασης. Ο ένας κατηγορούσε τον άλλον και ουδείς σκεφτόταν πριν μιλήσει ή προτού γράψει.

Η κολοκυθιά των ευθυνών είναι το αγαπημένο μας παιχνίδι. Και δεν διανοηθήκαμε να το αποχωριστούμε ούτε αυτήν την ύποπτη στιγμή που η Ελλάδα βρέθηκε με την πλάτη στον τοίχο. Ήταν ώρα να υπερασπιστούμε την πατρίδα-εννοώ κυρίως τα παιδιά της- και δηλώσαμε απόντες με τον άκριτο λόγο μας. Επρόκειτο για την ίδια μας την ύπαρξη και αποφασίσαμε να την υπονομεύσουμε διά της απουσίας της σύνεσής μας. Έλληνες πολιτικοί, αρθρογράφοι και άνθρωποι που αρνούμαι να τους ονομάσω πνευματικούς, δεν αντιλήφθηκαν ότι δεν ήταν τώρα η ώρα για να λύσουν τις προσωπικές τους διαφορές. Οι δε δημοσιογράφοι επέδειξαν μια ασχετοσύνη και μια δουλοπρέπεια, εθνικά επικίνδυνη και επιζήμια. Τις πρώτες μέρες διαβάζοντας τα ξένα δημοσιεύματα, νόμιζαν ότι έχουν να κάνουν με τους αγίους τόπους της αντικειμενικότητας. Και κατέβασαν το κεφάλι. Η ανεπάρκειά τους συνδέθηκε αυτή τη φορά με μια ασυγχώρητη έλλειψη πατριωτισμού.

Τις πταίει; Το σύστημα που επιτρέπει αυτό το γενικευμένο χάος και την κερδοσκοπία; Οι πολιτικοί που χειροτονήθηκαν από το σύστημα και ξεβρακώθηκαν; Οι καλομαθημένοι πολίτες; Ο καθένας είχε την άποψή του και έτρεξε να την καταθέσει μέσα στη προθεσμία που μας έδιναν για τα νέα μέτρα, συνοδευόμενη συνήθως από λέξεις που είχαν χάσει την ψυχραιμία τους. Πατριωτισμός την συγκεκριμένη χρονική στιγμή θα ήταν να υπερασπιστείς την αμαρτωλή πατρίδα σου, όταν οι άλλοι της επιτίθενται εκ του πονηρού. Εμείς διακριθήκαμε στο αυτομαστίγωμα, βαρέσαμε προσοχή στους Financial Times και αφήσαμε τους ξένους να μας υπερασπιστούν. Κι αυτό το αποκρύψαμε τις τελευταίες μέρες που τα βάλαμε με τον Χίτλερ, ξεχνώντας ηθελημένα ότι μας στήριξε ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του διεθνούς τύπου. Η Liberation και οι Times που αποκάλυψαν το παιχνίδι της Goldman Sachs εις βάρος της ελληνικής οικονομίας, η Corriere della Sera που έγραψε ότι είμαστε όλοι Έλληνες επαναλαμβάνοντας τα λόγια του Πέρσι Σέλει, o Independent κ.α. Έπρεπε να βγει η Υπουργός Οικονομίας της Γαλλίας και να πει ότι έξι οίκοι παίζουν με την Ελλάδα. Σε εμάς δεν είχε φτάσει η πληροφορία. Ο Στίγκλιτς στήριξε τον Παπανδρέου. Ούτε αυτό μας άρεσε. Μας υπερασπίστηκαν ακόμα και διαβολικά γερμανικά έντυπα ξεσκεπάζοντας τις ευθύνες της δικής τους ηγεσίας. Α, και μια-δυο ελληνικές εφημερίδες. Και δημοσιογράφοι όπως ο Ρούσσος Βρανάς στα Νέα. Ο μοναδικός λόγος να τα αγοράζεις πια τις καθημερινές.

Η γελοιότητα συναγωνίστηκε τη σύγχυση. Δεν υπάρχει άνθρωπος σχεδόν που είδα να μιλάει αυτές τις μέρες και να μη μου φάνηκε ανεύθυνος. Οι περισσότεροι Έλληνες που εξέφρασαν δημόσιο λόγο, αναλώθηκαν σε αλληλοκατηγορίες και το διασκέδασαν με την ψυχή τους. Άλλοι τα έβαζαν με τους δεξιούς, άλλοι με τους αριστερούς, άλλοι με τους συνωμοσιολόγους. Αρκετοί μας περνούσαν πάνω-κάτω για ηλίθιους που νομίζαμε ότι μας επιτίθενται γιατί είμαστε ο περιούσιος λαός. Κάποιοι δεν ντράπηκαν κι έκαναν περήφανη κωλοτούμπα, όταν σιγά σιγά ξεφεύγαμε από τα σχοινιά και θυμηθήκαμε ότι και άλλες χώρες έχουν χρέη και ελλείμματα, ότι κι άλλες χώρες της Ευρωζώνης έκρυβαν τα πραγματικά μεγέθη της οικονομίας τους. Όταν άρχισαν να μας υπερασπίζονται από το εξωτερικό, αυτοί που θα ονομάζαμε σύγχρονοι φιλέλληνες.

Μπορεί να μη σπαταλάμε πλέον χρόνο από τις ιλιγγιώδεις ζωές μας για να δούμε τους φίλους μας, αλλά πάντα βρίσκουμε λίγη ώρα για να μιλήσουμε για τις ευθύνες των πολιτικών μας. Απολύτως θεμιτό και απαραίτητο. Όταν, όμως, η χώρα γίνεται στόχος ενός απάνθρωπου, άπληστου και διεφθαρμένου συστήματος, αν διέθετες κοινό νου, θα καταλάβαινες ότι είναι ώρα να υπερασπιστείς την πατρίδα σου και τους πολίτες της, που σίγουρα δεν τρώνε με χρυσά μαχαιροπίρουνα. Αυτόν τον μαλάκα τον μέσο Έλληνα που καλείσαι να προστατεύσεις, ενώ τον υποτιμάς και τον σιχαίνεσαι όσο η Μενεγάκη. Τους έντιμους και τους αδύναμους ανθρώπους που δεν έχουν φωνή-ακόμη και ένας να είχε απομείνει από δαύτους, θα όφειλες να γράφεις γι'αυτόν τον ένα. Τη γερασμένη πολιτεία που μας αντέχει στη ράχη της «με τις μικρότητες μας, τις κακίες, τις έχτρες μας, με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας, τα γερατειά μας» όπως έλεγε ο Ρίτσος. Γιατί δεν τη διευκόλυνες λιγάκι; Δεν την είδες πώς ήταν; Γιατί δεν της κράτησες λιγάκι τα παιδιά και ό,τι της είχε απομείνει μέχρι να πάει να σκουπίσει το πρόσωπό της από τα δάκρυα; Τι σημαντικότερο είχες να κάνεις;

Δε δέχομαι ότι διαφθαρήκαμε. Η τράπουλα που μας έδωσαν να παίξουμε ήταν σημαδεμένη. Η αποτυχία είναι συνολική. Γι’ αυτό δεν χρειαζόμαστε κανέναν να αναλάβει την ευθύνη. Η παγίδα του συστήματος που μας ανέθρεψε, μας έπιασε. Αν ήμασταν εντάξει, θα το καταγγέλαμε όταν τρώγαμε το τυρί. Όχι τώρα που οι κανόνες της φάρμας των ζώων άλλαξαν εις βάρος μας. Θα έπρεπε να το περιμένουμε.

Οι νέοι έχουμε ελαφρυντικά. Ποτέ δεν ακούσαμε τους δασκάλους να μιλούν. Μείναμε ορφανοί από στοχαστές. Δεν γεννάει πια η χώρα πλάσματα ευαίσθητα και τολμηρά. Δεν συνυπάρχουν τόλμη και ευαισθησία συνήθως. Η φιλοδοξία και η αδιαφορία βαδίζουν πιο αγαπημένες. Η Αριστερά δεν πείθει πια πως νοιάζεται. Περισσότερο με πείθει πως γκρινιάζει. Αν μας ενδιέφερε λιγάκι ο άνθρωπος που υποτίθεται ότι υπερασπιζόμαστε, θα δημιουργούσαμε και θα του απευθυνόμασταν με μεγαλύτερη σοφία και πολλαπλάσιο κέφι. Θα ήμασταν πιο ειλικρινείς. Τώρα που μας απορρόφησε το πνεύμα και η διαφωνία, κανείς μας δεν ξέρει τι πρέπει να πει για να κερδίσει τον άλλον.

Μονάχα η Ελλάδα μας θα μπορούσε να είναι ο ήλιος του ανθρώπου. Η παρηγοριά και η αγάπη. Ποιος έχει όμως το κουράγιο να ψάχνει μουσικές και αλήθειες ξενυχτώντας παρέα με τη νύχτα που σε καρφώνει σε σταυρούς, με αναμνήσεις και χαμόγελα από το παρελθόν; Τι πάει να πει κουραστήκαμε; Ας γείρουμε πάνω στον διπλανό μας, ας ξεκουραστούμε και ας ξαναρχίσουμε.

Στην τρελή μας κούρσα προς το άγνωστο, ας ξαναδώσουμε μια ευκαιρία στους εαυτούς μας. Είναι σκέτη τρέλα να πηγαίνουμε προς τα εκεί στα τυφλά. Καθήκον μας είναι να απογοητευόμαστε λιγότερο. Και να στρέφουμε το μοναδικό μας όπλο, τη γλώσσα μας, ενάντια στους αληθινούς ενόχους. Διαφορετικά, δεν θα μάθουμε ποτέ καλά να τη μιλάμε. Αυτό θα είναι το μοναδικό κριτήριο για τη σωτηρία μας. Να λέμε όπως ο Καζαντζάκης: «Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω». Ποιος σας είπε ότι το παιχνίδι της ζωής δεν έχει ευθύνες; Ποιος σας είπε ότι δεν στηρίζονται τα ερείπια; Ποιος σας είπε ότι δεν υπάρχει ζωή κάτω από αυτά; Όποιος νομίζει ότι δεν υπάρχει πια τίποτα για να σωθεί, δεν ήταν ποτέ διατεθειμένος να πέσει στη φωτιά.

Η έκκληση απευθύνεται σε σωστικά συνεργεία και εθελοντές
. Όχι σε επικίνδυνα αυτάρεσκους προστάτες. Τα ερείπια ξαναχτίζονται και χωρίς την χαριστική βοήθειά τους. Μας υποσχεθήκατε 20 δύσκολα χρόνια, σας υποσχόμαστε 20 δημιουργικά χρόνια. Δεν μας αφορούν οι απειλές σας. Αποτύχατε. Πιθανότατα θα σας διαδεχτούμε. Ο μικρός πρίγκιπας είπε πως τα παιδιά πρέπει να δείχνουν μεγάλη κατανόηση στους μεγάλους. Κάποτε θα χρειαστούμε κι εμείς την επιείκειά του.

Update: Η οργίλη αντίδραση ορισμένων πολιτικών επιβεβαιώνει τη βαθιά τους υποκρισία. Ο Μαύρος Γάτος έχει δίκιο. Το ότι τους αφήνω να αναπνεύσουν λιγάκι, είναι καθαρά ζήτημα συμπόνοιας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: