Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

Οι πόλεις συνθηκολόγησαν

Τι ήταν αυτή η μουσική, από πού είχε ξεφυτρώσει αυτό το συγκρότημα, πώς ήταν δυνατόν ν’ακούνε μουσική όλοι μαζί, νέοι, γέροι και παιδιά, να τρώνε και να πίνουν μαζί, να σηκώνονται όλοι μαζί και να χορεύουν; Από κάπου ερχόταν αυτή η παράνομη μουσική που δεν την έπαιζε ποτέ το ραδιόφωνο. Έμοιαζε να κρύβεται, να παίρνει χίλιες προφυλάξεις, να κυκλοφορεί από μυστικά μονοπάτια στα βουνά και να διασχίζει μεταμφιεσμένη τις πόλεις.


Γνώριζαν αυτή τη μουσική και ντρεπόντουσαν, αισθανόντουσαν ήσυχες με τη μουσική του ραδιοφώνου ενώ αυτή εδώ η μουσική τις αναστάτωνε, τις έκανε να ανατριχιάζουν, τις έκοβε στα δύο. Αυτό το συγκρότημα στο πάλκο ερχόταν από πολύ μακριά, φαινόταν να έχει διασχίσει κάμπους και βουνά, έμοιαζε ταλαιπωρημένο, τα μέλη του δεν είχαν καμία διαφορά από αυτούς που διασκέδαζαν.


Η μουσική στο ραδιόφωνο έμοιαζε αέρινη, δαντελένια, άσπιλη, αμόλυντη. Ουράνιες γυναικείες φωνές προειδοποιούσαν ξύπνα αγάπη μου, αλλά αυτή εδώ η μουσική ανακάτευε τα σωθικά και σε τίναζε στον αέρα, ήταν τόσο πραγματική ώστε γινόταν αφόρητη, αυτό το ταλαιπωρημένο συγκρότημα σε έβαζε κάτω και κάποια στιγμή σε σήκωνε ψηλά, σε πέταγε χωρίς να το καταλάβεις, ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που χόρευαν πιασμένοι ο ένας με τον άλλο σε κύκλο, αλλιώς κινδύνευαν να φύγουν ψηλά και να μην ξαναγυρίσουν ποτέ πίσω.


Υπήρχε μια μουσική παράνομη, ταλαιπωρημένη, αφόρητα πραγματική. Κοίταζε στα μάτια τον πόνο, δεν τον εξόριζε όπως το ραδιόφωνο, τον άφηνε να κυλάει και τον έστελνε εκεί όπου για μια στιγμή έπαυε να είναι πόνος και γινόταν κάτι άλλο, πολύ παράξενο. Ερχόταν από πολύ μακριά, κανείς δεν ήταν σε θέση να πει από πού είχε ξεκινήσει, ήταν αναγκασμένη να κρύβεται γιατί κανείς δεν άντεχε πια τόσο πολύ πόνο, στις πόλεις είχαν συνθηκολογήσει, είχαν αποφασίσει να μην πονάνε πια, μόνο να χαίρονται με μικρές, άσπιλες και αμόλυντες μελωδικές δόσεις.


Η μουσική που έπαιζαν τα αγγλικά συγκροτήματα φαινόταν λίγο παράνομη, δεν ήταν τόσο άσπιλη, τόσο αμόλυντη, σε ανακάτευε λίγο, όχι τόσο πολύ όσο εκείνη των πανηγυριών, αλλά πάντως σε τσίμπαγε, προσπαθούσε να φέρει μια αναστάτωση και τα κατάφερνε. Συμβιβάστηκαν με μεγάλη ανακούφιση μ’ αυτή τη μουσική γιατί ήταν κάπως παράνομη και πόναγε όσο χρειαζόταν, πόναγε λίγο, ελάχιστα, όσο ακριβώς μπορούσες να αντέξεις και μετά γιατρευόσουν αμέσως γιατί κοίταζες τις φωτογραφίες των συγκροτημάτων και οι άνθρωποι εκεί δεν έμοιαζαν ταλαιπωρημένοι ούτε ήταν αναγκασμένοι να οργώνουν τα βουνά, φαινόντουσαν ευχαριστημένοι ακόμα κι όταν έπαιρναν μουτρωμένες πόζες, κατά βάθος ήταν πολύ ευχαριστημένοι, πολύ άνετοι, πολύ ευτυχισμένοι παρ’ όλο που έκαναν τους βασανισμένους .Δεν ήταν βασανισμένοι γιατί τότε δεν θα τους ήξερε κανείς, δεν θα ούρλιαζε κανείς μπροστά τους, θα περνούσαν απαρατήρητοι, δεν θα προκαλούσαν καμιά υστερία. Είχαν καταλάβει ότι έπρεπε να περάσουν λίγο πόνο στη μουσική τους για να τα καταφέρουν, αυτή τη μικρή δόση πόνου που χρειάζεται οποιαδήποτε μουσική ώστε να μην είναι τόσο ραδιοφωνική, τόσο αμόλυντη, τόσο ανύπαρκτη. Συνθηκολόγησαν με τον πόνο και πήραν μερικές πόζες παρανομίας μπροστά στους φωτογράφους. Πρότειναν μια μακρινή υποψία παρανομίας στις συνθηκολογημένες πόλεις και τα κατάφεραν με τη βοήθεια των φωτογράφων, τρύπωσαν στο ραδιόφωνο που χρειαζόταν μια ελαφριά δόση πόνου και τα κατάφεραν, κατάλαβαν ότι έπρεπε να παριστάνουν τους πονεμένους κι εξελίχθηκαν σε δεξιοτέχνες του είδους, κατάλαβαν καλά ότι θα κατακτούσαν τον κόσμο αν έπλεκαν το εγκώμιο του πόνου χωρίς να πονάνε πραγματικά.


Συζητούσαν συνέχεια για την ελαφρά πονεμένη μουσική που τρύπωσε στις εφημερίδες και το ραδιόφωνο, τη μουσική των συνθηκολογημένων πόλεων. Συζητούσαν με μανία, σήκωναν μπαϊράκι κι έλεγαν ότι αυτή είναι η μουσική, έδιναν μια μάχη πολύ σημαντική, έπρεπε να περάσει αυτή η μουσική, να κατακτήσει τα πάντα, ν’ ακούγεται παντού, να μη μείνει τίποτα όρθιο, να κατακλύσει η ψευτοπονεμένη φωτογενής μουσική τις πόλεις, να φτάσει παντού, να διαδοθεί παντού, να μπει σ’ όλα τα σπίτια. Έδιναν έναν αγώνα κερδισμένο εκ των προτέρων, η άσπιλη μουσική δεν άντεχε πια και οι συνθηκολογημένες πόλεις χρειαζόντουσαν μια μουσική που να τις αποκοιμίζει διεγείροντάς τις, να τις ηρεμεί εκνευρίζοντάς τις, να τις κοιμίζει θορυβώντας, χρειαζόντουσαν ένα θόρυβο που θα έπαιρνε τη θέση της μουσικής και τα κατάφεραν. Έδιναν έναν αγώνα κερδισμένο γιατί οι πόλεις είχαν αποφασίσει να μην πονέσουν ποτέ πια και να κάνουν συνέχεια ότι πονάνε, να γκρινιάζουν συνεχώς, να μην ικανοποιούνται με τίποτα, να τα βάφουν μαύρα μέσα σε ανοιχτόχρωμα διαμερίσματα, να παραπονούνται ώστε να εξορίσουν τον πόνο για πάντα. Οι πόλεις συνθηκολόγησαν.


(Όλα τα αποσπάσματα από τη Γραμμή του ορίζοντος, του Χρήστου Βακαλόπουλου)

Δεν υπάρχουν σχόλια: