Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

Αναλήθειες της αλήθειας

Το Yahoo αντικρίζοντας τις προάλλες τις νέες διαρροές από το Wikileaks, έβαλε τη λέξη αλήθεια, την αλήθεια που υποστηρίζει ότι αποκάλυψε ο οργανισμός για τον πόλεμο του Ιράκ, σε εισαγωγικά. Σε αυτή του την ενδιαφέρουσα επιλογή το ακολούθησαν η Καθημερινή και ο Σκάι-φαντάζομαι ακολούθησαν κι άλλοι γενναίοι. Τα χείλη του Τζούλιαν Ασάνζ, ιδρυτή της ιστοσελίδας, προκαλούν σε μερικά Μ.Μ.Ε αυτά τα συμπτώματα υπερευαισθησίας, εμπνέοντάς τους τον αντικειμενικότερο τους εαυτό. Τα βασανιστήρια, οι θάνατοι αμάχων που δεν ήταν γνωστοί, τα εγκλήματα πολέμου και οι υπόλοιπες αποκαλύψεις δεν είναι σίγουρα αρκετές για να μας πουν το πιο ωραίο παραμύθι που ανακάλυψε ο ανθρώπινος νους, μία έννοια την οποία οι άνθρωποι πολέμησαν και απαγόρεψαν συστηματικά σύμφωνα με τον Νίτσε. Τα χιλιάδες έγγραφα που ήρθαν στην επιφάνεια ωστόσο συμβάλουν αναμφισβήτητα στην υπόθεσή της, ακόμα κι αν πρόκειται για τη δυσάρεστη υπενθύμισή της. Τι σημαίνουν λοιπόν αυτά τα εισαγωγικά;

Η κραυγή αγωνίας του ανθρώπου τον 20ο αιώνα είχε το άκουσμα μίας βόμβας ή μίας σφαίρας. Αυτή η σκέψη υπονομεύει τα τελευταία χρόνια την επιθυμία μου να γίνω δημοσιογράφος και συνδέεται κατά κάποιο τρόπο με την υπόθεση του Wikileaks. Συνειδητοποίησα καθυστερημένα πως δεν υπάρχει και δεν υπήρξε ποτέ καμία είδηση που να λέει ουσιαστικά κάτι καινούριο. Αυτό θα γινόταν μόνο σε περίπτωση που καταστρέφαμε όλα τα αρχεία των εφημερίδων, όλες τις βιβλιοθήκες, όλα τα ιστορικά ντοκουμέντα και, τέλος, την πιο εύκολη αντίπαλο, την ανθρώπινη μνήμη. Στην επικαιρότητα δεσπόζουν μονάχα ολοκαίνουρια θύματα. Μια φράση του Ουάιλντ ή του Μπρεχτ σου αποκαλύπτει πολλά περισσότερα απ’όσα θα μπορούσαν όλα τα ρεπορτάζ του κόσμου-αφού φυσικά έχεις μπει στον κόπο να διαβάσεις σημαντικό αριθμό από αυτά. Η αποστολή του δημοσιογράφου στις μέρες μας γίνεται πολύ πιο σύνθετη και απαιτητική. Οφείλει να πάρει μια βαθιά ανάσα από τις πληροφορίες που τον κατακλύζουν, να βουτήξει στα βιβλία και να απογαλακτιστεί από τη μανία του ρεπορτάζ.

Ο λόρδος Durham στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, επιστρέφοντας από τον Καναδά, έγραψε μια εξαιρετικά επικριτική αναφορά για την βρετανική αποικία. Η κυβέρνηση, θορυβημένη, πρότεινε να δημοσιοποιήσει την αναφορά αλλά με κάποιες διορθώσεις. Οι Times εκείνης της εποχής την αγνόησαν, εξασφάλισαν το πλήρες κείμενο και το δημοσίευσαν. Όλα αυτά στο μακρινό 1839. Δύο αιώνες σχεδόν μετά, το Πεντάγωνο, η κυρία Κλίντον και οι Βρετανοί καταδικάζουν τις διαρροές και επαναλαμβάνουν σαν να κατάπιαν την ίδια καραμέλα ότι η δημοσιοποίηση απόρρητων εγγράφων θέτει σε κίνδυνο τα συμμαχικά στρατεύματα και τις «εκπαιδευτικές εκδρομές» τους. Η αλήθεια είναι ότι το Wikileaks κινδυνεύει περισσότερο. Πριν από δύο μήνες ο Ασάνζ είχε κατηγορηθεί για το βιασμό μίας γυναίκας και καταζητείτο. Για μερικές ώρες-τόσο κράτησε η ενοχή του- ίσχυε αυτό που είπε κάποτε ο Ουίλιαμ Χάζλιτ: «Αν δεν μπορούν να βρουν ψεγάδια στα επιχειρήματά σου, θα βρουν σίγουρα στην υπόληψή σου». Η κατηγορία ως διά μαγείας αποσύρθηκε ξαφνικά.

Στην περίπτωση της Σακινέχ Μοχαμαντί Αστιανί, της 43χρονης γυναίκας που κατηγορήθηκε για μοιχεία που ποτέ δεν διέπραξε, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η ιστορία της, που συγκεντρώνει όλη τη βαρβαρότητα που κυριαρχεί ακόμα στον Ισλαμικό κόσμο, ταιριάζει με τα συμφέροντα της Δύσης. Δε χρειάζεται αυτή την περίοδο να είσαι σέλεμπ ή είδος υπό εξαφάνιση για να κινήσεις το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας. Αρκεί να κινδυνεύεις από τον Αχμαντινετζάντ. Μια απορία μου γεννήθηκε αυθόρμητα όταν είδα να επιστρατεύονται για τη σωτηρία της ηχηρά ονόματα όπως ο Μάικλ Ντάγκλας, ο Χιου Τζάκμαν, η Γκουίνεθ Πάλτροου, η Κάθριν Ζέτα Τζόουνς, ο Πίτερ Γκάμπριελ, η Ανι Λένοξ, ο Στινγκ, η Γιόκο Όνο, η Κάρλα Μπρούνι, η Σεγκολέν Ρουαγιάλ, η Ιζαμπέλ Ατζανί. Γιατί όλη αυτή η παγκόσμια κινητοποίηση για τη δύστυχη γυναίκα; Ποιο δράμα χωράει τόση γκλαμουριά; Γιατί να σώσουμε εκείνη(;) συγκεκριμένα, ήταν το προκλητικό μου ερώτημα. Γιατί όχι κάποια άλλη;

Όταν το 1762 ρωτούσαν τον Βολταίρο γιατί είχε βαλθεί να ξεσηκώσει ολόκληρη την Ευρώπη υπέρ ενός και μόνο ανθρώπου είχε απαντήσει: «Επειδή είμαι άνθρωπος». Ο Μπερνάρ Ανρί Λεβί, τη ρηχότητα και τον ναρκισισμό του οποίου είχε εντοπίσει πρώτος ο Καστοριάδης, δεν λέει ακριβώς αυτό. Ο Γάλλος σουπερστάρ νεοφιλόσοφος είναι αυτός που πρωτοστατεί στην υπόθεση της Σακινέχ. Στον ιστότοπο που έχει δημιουργηθεί καλούμαστε να υπογράψουμε, όχι επειδή είμαστε άνθρωποι, αλλά επειδή πληροφορούμαστε ότι ο λιθοβολισμός είναι βάρβαρος. Είναι όμως λιγότερο βάρβαρη η ένεση που σκότωσε πριν ένα μήνα την Τερέζα Λιούις στην Βιρτζίνια των Η.Π.Α; Και ποιος άκουσε οτιδήποτε για αυτή τη γυναίκα;

Ανοίγω εδώ μια παρένθεση: Αλίμονό μας αν εντοπίζουμε κάποια ουσιώδη διαφορά μεταξύ της ένεσης και του λιθοβολισμού. Θα ήταν σα να δεχόμαστε ότι μπορούμε να σκοτώνουμε τον συνάνθρωπό μας αν πρώτα δεν τον βασανίζουμε. Θα ήταν σαν να βάζουμε τιμές σε μια βαρβαρότητα που μόνο πάνω από κάποιο όριο θα ήταν επικίνδυνη. Κάποιος θα πει ότι η Σακινέχ δεν έχει διαπράξει κανένα έγκλημα. Πράγματι. Σε περίπτωση δηλαδή που είχε διαπράξει, θα είχαμε δικαίωμα να τη λιθοβολήσουμε;

Η 41χρονη Τερέζα Λιούις, με δείκτη νοημοσύνης 72, πιθανότατα έπασχε από νοητική υστέρηση. Πόσο ικανή ήταν να οργανώσει τη δολοφονία του γιου και του συζύγου της; Και τι IQ έχουν τα δικά μας συστήματα απόδοσης δικαιοσύνης που επιτρέπουν ακόμα τη θανατική ποινή; Προφανώς στα διεστραμμένα μυαλά ορισμένων, όλα κρίνονται από το πώς τελικά θα προκύψει ο θάνατός του κατηγορούμενου, από το πώς θα φτάσουμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Οι πολιτισμένοι δυτικοί βρήκαν τη λύση, τιμωρώντας το στυγνό έγκλημα με ένα έγκλημα γεμάτο ανθρωπιά.

Φυσικά δεν προτείνω να μείνουμε με σταυρωμένα τα χέρια. Όσο προκλητικό κι αν είναι το ερώτημα, γιατί να σώσουμε συγκεκριμένα τη Σακινέχ, παραμένει απείρως προκλητικότερη η βαναυσότητα και η παράνοια με την οποία αντιμετωπίζονται οι γυναίκες στο Ισλάμ. Η Ιρανή κινδυνεύει ακόμα. Η κινητοποίηση βοήθησε. Η επιτυχία της όμως δεν μπορεί παρά να είναι βραχυπρόθεσμη. Ο τρόπος δράσης μας θα καταδείξει πόσο ειλικρινές και έντιμο τελικώς είναι το ενδιαφέρον μας.

Η βαρβαρότητα βρίσκεται δίπλα μας. Υπεκφεύγουμε εάν θεωρούμε ότι πρέπει να ταξιδέψουμε για να τη συναντήσουμε. Θα επιλέξουμε να δράσουμε αυταρχικά, κουνώντας το δάχτυλο σε ένα Ιράν που γίνεται περισσότερο βίαιο όταν αντιλαμβάνεται τις προσπάθειες παρέμβασης της δίκαιης Δύσης ή με όχημα τον πολιτισμό και την αγάπη μας, σαν κοινωνίες που έχουν διδαχτεί από τα λάθη τους; Η αγορά επένδυσε έγκαιρα στη γοητεία που ασκεί στους ανθρώπους, νομιμοποιώντας ιδιοφυώς το ρόλο της. Η Δύση αν θέλει πράγματι την ειρήνη και τη δικαιοσύνη, πρέπει να ξελογιάσει το Ιράν δίχως βιασύνες, παραμένοντας ταυτόχρονα πρόθυμη να αποδεικνύει ανά πάσα στιγμή ότι η γυναίκα του Καίσαρα είναι τίμια. Είναι όμως; Ο Μόροου έλεγε ότι δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε την ελευθερία στο εξωτερικό έχοντας την εγκαταλελειμμένη στη πατρίδα μας. Για την ώρα όλοι γνωρίζουν ότι αυτό που την καίει, δεν είναι η Σακινέχ, αλλά το πυρηνικό πρόγραμμα του νέου απαραίτητου εχθρού.

«Μέχρι και ο Χίτλερ ήταν άνθρωπος και όχι τέρας, οφείλουμε να μη του στερήσουμε την ανθρωπινότητά του, την πολυπλοκότητά του», έλεγε ο Μορέν. Ο Τριαρίδης, παίρνοντας τη σκυτάλη, θέτει βασανιστικά ερωτήματα. Πόσο είναι σε θέση η ανθρωπιά μας να μας κρατήσει μακριά από εγκλήματα που έκαναν άνθρωποι; Δυστυχώς δεν είμαι αισιόδοξος. Ο Έρικ Έρικσον, ένας υπερσυντηρητικός συγγραφέας, με την ευκαιρία της εκτέλεσης της 41χρονης γυναίκας, ζήτησε από τη συχνότητα του CNN και άλλες θανατικές ποινές σα να έλεγε το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου. Γνωρίζει πολύ καλά ότι σε μια Αμερική που συντηρητικοποιείται σφοδρότερα μετά την έκλαμψη Ομπάμα, αυτό που θα πει θα έχει απήχηση. Αθεράπευτα ρομαντικός και δίκαιος, δεν εξαιρεί τον εαυτό του από την έκκλησή του. Κάποια δικαστική πλάνη, από αυτές που στέλνει συνήθως αθώους στην ηλεκτρική καρέκλα, μπορεί να αφορά κάποτε και τον ίδιο. Για να δει όμως συνανθρώπους του νεκρούς, είναι διατεθειμένος, ως γνήσιος φασίστας, να το ρισκάρει.

Οι κυβερνήσεις που συνεχίζουν να ψεύδονται για όσα συμβαίνουν σήμερα, εμμένοντας στο δόγμα «αληθές το εθνικόν», δεν έρχονται σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση όταν είναι να απολογηθούν μετά από χρόνια για τις ματωμένες Κυριακές και τα πειράματα της Γουατεμάλα. Ζητούν συγγνώμη ετεροχρονισμένα, τώρα που ακόμα και οι νεκροί έχουν ξεχάσει. Ανίκανες και απρόθυμες να αναλάβουν τις ευθύνες τους καθολικά απέναντι στους ανθρώπους, υπηρετώντας τα αιώνια οικονομικά συμφέροντα των εντάσεων και των διενέξεων, το μόνο που καταφέρνουν είναι να επιβαρύνουν το μέλλον με ανάλογες πράξεις ανειλικρινούς μεταμέλειας.

Θα αποδεχτούμε άραγε την πρόκληση που μας απευθύνει η ζωή; Ζω, εκτός των άλλων, σημαίνει συνεχίζω από εκεί όπου σταμάτησαν οι άλλοι. Όταν διαδεχτήκαμε τους προγόνους μας στη βασιλεία του κόσμου, μας κληροδότησαν την πρόοδο, τα επιτεύγματα, τις τραγωδίες και τις αμαρτίες τους. Εμείς, χαμένοι στις αναλήθειες της αλήθειας μας, αρχίσαμε βιαστικά. Οι λέξεις που επινοήσαμε δεν στάθηκαν αρκετές για να αγαπήσουμε τους ανθρώπους. Θα μπορούσαμε εναλλακτικά, αν αποφασίζαμε κάποια στιγμή ότι μας ενδιαφέρει, να αρχίσουμε και να τις εφαρμόζουμε, βγάζοντας την αλήθεια από τη φυλακή των εισαγωγικών, πληρώνοντας την εγγύηση.

Ο Φόκνερ το 1948 παραλαμβάνοντας το Νόμπελ είπε:«Αρνούμαι να δεχτώ το τέλος του ανθρώπου». Αν ο άνθρωπος επιθυμεί να επιζήσει, θα χρειαστεί να επανεφεύρει τον εαυτό του. Να μη σιωπά για όσα ξέρει. Να θέλει να αλλάξει τον κόσμο και όχι τη θέση του μέσα σ’αυτόν. Ο Ουγκό μας καλεί να βιαστούμε. «Ας σπαταλήσουμε φως» λέει. Ας ποντάρουμε όλα τα λεφτά μας στον άνθρωπο. Υπάρχει εξάλλου άλλη επένδυση;

Για την ώρα, με την κρίση να θερίζει, μια τέτοια σπατάλη φαίνεται αρκετά παρακινδυνευμένη. Η επόμενη συγγνώμη, εφόσον η ύφεση του πνεύματος συνεχίσει να βαθαίνει κανονικά, θα ακουστεί από τα επίσημα χείλη με την καθιερωμένη καθυστέρηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: