Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

Οι τροχονόμοι της οργής

Η σύγχυση που επικρατεί ανάμεσα στους νέους υπουργούς και υφυπουργούς όσον αφορά στις αρμοδιότητές τους δεν συμπαρέσυρε ορισμένους δημοσιογράφους. Με την πρώτη απεργία αυτοανακηρύχθηκαν Υφυπουργοί Προστασίας του Πολίτη. Ο συμπαθής Μανώλης Όθωνας δεν πρόλαβε να κάτσει στην καρέκλα του και απέκτησε άμεσα αθέμιτο ανταγωνισμό.

Η κρίση βρήκε τα Μίντια και τα χτυπάει αλλά εκείνα δεν πρωτοτυπούν. Ελέγχουν με επιείκεια την εξουσία και με το μαστίγιο την πηγή της. Ο λαός που έμαθε να είναι διεφθαρμένος πρέπει τώρα να δώσει το καλό παράδειγμα και να εμπνεύσει τους ισχυρούς με την αυτοθυσία του. Το παιχνίδι προϋποθέτει την ενεργό συμμετοχή του. Η επιβίωσή του εξαρτάται από το πόσο καλή διάθεση θα δείξει απέναντι στις μεταρρυθμίσεις, πόση επιμονή στην αδιαφορία, πόσο φανατισμό στην «κρίσιμη» εκλογική αναμέτρηση του Νοεμβρίου.

Οι κυβερνήσεις σε όλες τις πολιτισμένες χώρες του κόσμου παίζουν διπλή ζώνη άμυνας. Η πρώτη γραμμή είναι οι δημοσιογράφοι της. Δε θα έριχναν κατευθείαν δακρυγόνα καθώς καταλαβαίνουν την αδυναμία των χημικών μπροστά στη δύναμη της προπαγάνδας-οι λέξεις είναι η πρώτη διμοιρία. Όταν επιχειρηματολογούν, δεν μπαίνουν στον άδικο κόπο να πείσουν για τα πλεονεκτήματα του ανοίγματος των κλειστών επαγγελμάτων. Πρέπει προφανώς όλα να ελευθερωθούν ούτως ώστε η ζούγκλα να τελειοποιηθεί για να μπορέσει η χώρα να βγει από την αγωνία των κρίσεων της τρόικας-ας καταδικαστούμε μια ώρα αρχύτερα. Ας ακολουθήσουμε καθυστερημένα όλες τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και τις συνταγές της ύφεσης-μπορεί και να έχει μείνει λίγη και για μας.

Ο μεγαλοδημοσιογράφος δεν έχει σκοπό να αποτελειώσει. Είναι η πρώτη φορά που παίρνει το μέρος του κόσμου κι γι’αυτό δεν ξέρει να το κάνει κομψά. 'Ολες τις υπόλοιπες φορές ταυτίζεται με τον Πάγκαλο που είναι και φίλος του. Η ωμότητα συμβαδίζει με την ωριμότητα και το ανόητο με το αυτονόητο και την πολυδιαφημισμένη επανάστασή του. Η τέχνη της υπογράμμισης των επιμέρους ζητημάτων καλύπτει πια συντριπτικό κομμάτι της επικαιρότητας-περιλαμβάνει σε αποκλειστικότητα για τους τηλεθεατές και το μουνί που χτενίζεται. Το Βατοπαίδι, εξάλλου, όλοι ξέραμε και δεν τολμούσαμε να παραδεχτούμε ότι δεν ήταν σκάνδαλο αλλά ένα κοινό εξώγαμο- όλες οι συμμορίες μπορούν να μιλούν για σκευωρίες. Αν σε λίγο, στις συνθήκες έκτακτης εικονικής πραγματικότητας που ζούμε, μας πουν ότι ούτε ο Καραμανλής διατέλεσε πρωθυπουργός, επιβεβαιώνοντας τους φόβους μας ότι δεν το είχε εγκαίρως αντιληφθεί, είμαι βέβαιος ότι θα σπεύσει να το επιβεβαιώσει κι εκείνο με μια λιτή και απέρριτη επιστολή.

Στη σύγκρουση με τους τελευταίους ανυπάκουους, για τους οποίους μπορεί εύκολα να πει κανείς πολλά, το σθένος των παρουσιαστών των κεντρικών δελτίων ήταν παροιμιώδες. Τους ξεπέρασαν στις φωνές δίνοντας σάρκα και οστά στο σύνθημα «Είμαστε όλοι φορτηγατζήδες»-ο πρόεδρας μπροστά τους έμοιαζε με ξεφωνημένη αδερφή. Μετά την αποτυχία της ιστορικής αναζήτησης της αλήθειας, οι δημοσιογράφοι των μεγάλων τηλεοπτικών σταθμών δοκίμασαν την υστερική της αναζήτηση στην οποία πάντοτε έδιναν περισσότερες πιθανότητες τηλεθέασης. Υπεράνω πάσης υποψίας μερικοί από αυτούς, αριστεροί στα μικρά και δεξιοί στα μεγάλα, σκανδαλίστηκαν από το ανεύθυνο γέλιο των «επαναστατών» στα μπλόκα. Ως οπαδοί του σούσι, απέρριψαν το σουβλάκι ως αντεπαναστατικό και το καταδίκασαν σαν εχθρό του λαού. Δεν έχει που δεν έχει να φάει ο πολίτης, ας μη ταλαιπωρείται να γυρίσει και σπίτι του. Δεν κινείται που δεν κινείται η αγορά, ας υπάρχουν τουλάχιστον προϊόντα να γεμίζουν τα θλιμμένα ράφια. Αυτά τα τέρατα, που μπλοκάρουν τους δρόμους και τα λιμάνια, γελούν εις βάρος σας και είναι εξοργιστικό να προσπαθούν να μας συναγωνιστούν σε κάτι που κάνουν πανθομολογούμενα με μεγαλύτερη επιδεξιότητα οι δικοί μας κώλοι.

Παρόλο που οι ελιές δεν ήταν άγνωστες ούτε στην Λίζα Παπασταύρου, κι ακόμα κι αν δεχτούμε πως η κουτοπόνηρη ειρωνική προσέγγιση αποδίδεται σε δημοσιογραφική διαστροφή ή εφιστά την προσοχή στις διατροφικές συνήθειες των εξεγερμένων, η παρουσίαση του θέματος εξακολουθεί να έχει έναν και μόνο στόχο: μετά το τέλος του άρθρου να έχεις κολλήσει την άποψη που χρειάζεται αυτήν την ώρα η πατρίδα. Το ζητούμενο απλό: Καμία απεργία, καμία αντίδραση. Τίποτα δε θα μείνει αμόλυντο αφού πρόκειται για τη σωτηρία της χώρας. Ό,τι δεν ισοπέδωσε η κρίση, θα το ισοπεδώσει η πέννα. Διαίρει και βασίλευε και όποιον πάρει ο Χάρος και η τρόικα.

Υπάρχουν ακόμα ανθρώπινα είδη που χρήζουν υπεράσπισης; Άγνωστο. Υπάρχουν αυτοαπασχολούμενοι μικρομεσαίοι ιδιοκτήτες φορτηγών που έχουν μισή ή μία άδεια; Ποτέ δε θα μάθουμε. Υπάρχει ή δεν υπάρχει αδικία με το νέο νομοσχέδιο; Ποιος μπορεί να πει με σιγουριά; Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι η νέα κατάσταση θα είναι ωφέλιμη και οι πιο ενθουσιώδεις ότι θα αναστήσει την νεκρή μας οικονομία. Στην πραγματικότητα φαίνεται να τους καλύπτει η αντικατάσταση της αδικίας από μία νέα αδικία. Αν κάποιοι εντελώς συμπτωματικά και απρόσμενα θίγονται, δεν μπορούν να απαιτούν να γίνουν πρώτο θέμα-πόσο μάλλον να είναι στους δρόμους. Πρέπει να γίνει ιδεολόγημα ότι είναι ενοχλητικό ακόμα και να μοιράζεσαι τους ίδιους δρόμους με ασυνείδητους νταλικέρηδες ενώ θα μπορούσες κάλλιστα να έχεις τους δικούς σου.

Ο άπιστος υπηρέτης του Τύπου δεν πολεμάει για κάτι που θα εξασφαλίσει δικαιοσύνη αλλά για οτιδήποτε νομιμοποιεί την αυταρχικότητα της εξουσίας και τη μηδενική της ανοχή απέναντι σε όλους όσοι δεν την υποστηρίζουν. Ενώ η ίδια η κυβέρνηση αναπαράγει την ανησυχία και την ανασφάλεια μέσω των νομοθετημάτων της, δίχως να αποκλείει το ενδεχόμενο να αποτύχουν, οι «λογικοί» δημοσιογράφοι επιμένουν να θεωρούν παράλογη οποιαδήποτε αντίδραση και συνιστούν σύνεση και σοβαρότητα σε χαπάκια της AGB. Ο στόχος της ημέρας είναι η οργή που συσσωρεύεται να κατευθύνεται προς τα κάτω, σε αυτούς που κλείνουν τους δρόμους και όχι σε όσους τους υπερκοστολόγησαν. Ο ρόλος τους μοιάζει με εκείνον τον τύπο των ταινιών που υποδεικνύει τον λάθος άνθρωπο στον ήρωα την ώρα που αυτός δέχεται από κάποιον άγνωστο το πρώτο πισώπλατο χτύπημα και καταφέρνει τελικά να αποδράσει από το μαγαζί που μετατρέπεται σε πεδίο μάχης.

«Οι εντυπωσιακές χειρονομίες του εξεγερμένου συγκαλύπτουν συχνά την πιο επαχθή χαμέρπεια, την κοινωνική αναισθησία και τη λιγοψυχία» γράφει ο Γιανκελέβιτς. Όσο όμως ο κλέφτης καλείται να απωλέσει προνόμια που υπό την ανοχή και τις ευχές της εξουσίας διατηρούσε, όσο ο ανέντιμος επιβραβεύεται και ο έντιμος αδικείται, όσο οι πλούσιοι δεν συμμορφώνονται, η μόνη λύση είναι να λαϊκίζουμε, τουλάχιστον προσωρινά. Αυτό που ενοχλεί όσους παρακολουθούν παγωμένα και μοιρολατρικά τη σειρά τους να έρχεται είναι η υποκρισία και η περίεργη αίσθηση ότι τελικά προτιμούν τη ζωώδη αγριότητα των φορτηγατζήδων, τις άκομψες χειρονομίες και τις απειλές τους από την γραβατωμένη, διαλεκτική και προπαγανδιστική αθλιότητα των τηλεαστέρων.

Ο κόσμος που τελικά θα βγει μαζικότερα στους δρόμους, δε θα το κάνει για να θρηνήσει τα προνόμιά του αλλά εξαιτίας της εντεινόμενης αβεβαιότητας, των επικαιροποιήσεων του μνημονίου, της αυξανόμενης ανεργίας και της ακρίβειας, της προδιαγεγραμμένης αποτυχίας των πολιτικών που καθησυχάζουν τους δανειστές μας και ξυπνούν από το λήθαργο τους λαούς της Ευρώπης. Δε φοβάται τόσο τη βελόνα των μέτρων και την αλλαγή όσο αυτό που περιέχει η ένεση της σωτηρίας του.

«Ερευνητική δημοσιογραφία σημαίνει ότι, εκτός από τις απόψεις των πολιτικών και των τεχνοκρατών, αφουγκραζόμαστε και τη γνώμη, τις εμπειρίες του λαού, ενός είδους που δεν έχει ακόμα εκλείψει. Λες κι εμείς οι δημοσιογράφοι ζούμε σε έναν αεροστεγή γυάλινο πύργο, μακριά από τους στεναγμούς, την ανάσα και τον ιδρώτα της καθημερινής ζωής» αναγκάστηκε να γράψει η Μαριάννα Τζιαντζή της συντηρητικής Καθημερινής με αυτά που βλέπει. Η Φαλάτσι, στο συγκλονιστικό βιβλίο της «Ένας άντρας», έλεγε ότι ο Παναγούλης στις απεργίες πείνας του είχε καμία φορά κρυμμένη μια σοκολάτα. Ακόμα και απεργίες πείνας να ξεκινούσαν αυτοί που «ξεβολεύονται», αυτοί που μένουν άνεργοι, αυτοί από τους οποίους στερούν τμήμα της αξιοπρέπειάς τους, οι φιλοκυβερνητικοί δημοσιογράφοι, ανακαλύπτοντας ξανά την ερευνητική δημοσιογραφία, θα αποκάλυπταν ότι κάποιος απεργός εθεάθη να μασουλάει αέρα την 38η μέρα. Αν ζούσαν επί χούντας οι κύριοι αυτοί, η μισοφαγωμένη σοκολάτα του Αλέκου θα γινόταν πρωτοσέλιδο.

Στο τέλος κάθε αποτυχημένης διαμαρτυρίας, η ήττα της εκάστοτε κοινωνικής ομάδας της ανήκει. Οι δημοσιογράφοι, αντιθέτως, συχνά πανηγυρίζουν νίκες που δεν είναι δικές τους. Το ψάρι, που βρωμάει απ’το κεφάλι, κάποιοι συνεχίζουν να το κοιτούν ανάποδα. Αν αγαπούσαν κάτι πέρα από τον εαυτό τους, το στυλό τους θα τρυπούσε επιτέλους το χαρτί και θα μουντζούρωνε το γραφείο με αλήθειες. Τι άδικο που οι συντάκτες δεν απολύονται πια για τόσο σοβαρούς λόγους. Ο Καμύ προειδοποιούσε: «Αν η ελευθερία βρίσκεται σε ύφεση στο μεγαλύτερο τμήμα του κόσμου ευθύνεται το ότι ποτέ δεν υπήρξαν καλύτερα εξοπλισμένες και τόσο κυνικές οι πρωτοβουλίες υποδούλωσης των ανθρώπων». Οι εξοπλισμοί τους, μισό αιώνα περίπου μετά, έχουν γίνει πιο άρτιοι και πιο δολοφονικοί από ποτέ, είτε έχουν στο στόχαστρό τους τη σάρκα είτε το πνεύμα.

Ο Ντεριντά κάποτε μίλησε για το καθήκον της ανευθυνότητας που δικαιούνται να έχουν οι δημοσιογράφοι, όχι της ανεντιμότητας. Δε γουστάρω όσους έχουν 30 άδειες. Δε γουστάρω το κομμάτι της Αριστεράς που τους αγκάλιασε όλους. Όμως όταν σας διαβάζω, όταν σας ακούω, χωρίς δισταγμό αναφωνώ: «Γκαίμπελς και πάλι Γκαίμπελς». Όποιος είπε ότι δεν είναι καλά τα ελληνικά Πανεπιστήμια, δεν ήταν αναγνώστης σας.

Υ.Γ. Ο Καστοριάδης είχε γράψει ότι αρκούσε να διαβάσει κανείς έξι αράδες του Στάλιν για να καταλάβει πως η επανάσταση δεν μπορούσε να είναι αυτό. Λιγότερες αράδες των δημοσιογράφων που περιγράψαμε για να καταλάβει ο pasaenas πως η δημοσιογραφία δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι αυτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: