Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

Ο Hobsbawm για τη βία

Οι παρακάτω σκέψεις του Hobsbawm, που πέθανε την πρώτη του μήνα, δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό New Society το 1969. Με τους Ναζί να αλωνίζουν και τη συζήτηση για τα «άκρα» να φουντώνει, 43 χρόνια μετά είμαστε ακόμα στο:«Είναι πια καιρός» της τελευταίας παραγράφου.


Οι παλαιότερες μορφές βίας ίσως να αυξάνονται επειδή τα εδραιωμένα συστήματα τήρησης της δημόσιας τάξης που αναπτύχθηκαν κατά την εποχή του φιλελευθερισμού είναι όλο και πιο καταπονημένα, ενώ μορφές πολιτικής βίας όπως η άμεση βίαιη δράση και η τρομοκρατία είναι πιο διαδεδομένες απ’ό,τι στο παρελθόν. Η νευρικότητα και η σύγχυση αρχών, η αναβίωση των ιδιωτικών επιχειρήσεων σεκιούριτι ή νέων κινημάτων επαγρύπνησης, αποτελούν σαφείς ενδείξεις. Από μία άποψη, έχουν ήδη οδηγήσει στην εκ νέου ανακάλυψη της ελεγχόμενης βίας, όπως και στην επιστροφή των αστυνομικών δυνάμεων σε έναν παράξενο μεσαιωνισμό-κράνη, ασπίδες, πανοπλίες και τα τοιαύτα- και στην ανάπτυξη διαφόρων αερίων προσωρινής εξουδετέρωσης. […] Η ιδιωτική βία δε χρειάζεται, ή δεν μπορεί, να καταφέρει πολλά απέναντι στους πραγματικά μεγάλους και θεσμοποιημένους κατόχους της βίας, ανεξάρτητα με το αν αυτοί την ασκούν άμεσα ή την κρατούν ως εφεδρεία. Η ιδιωτική βία έχει λοιπόν την τάση να γίνει από πραγματική δράση ένα υποκατάστατο δράσης. […] Μερικές κατ’όνομα πολιτικές μορφές βίας (όπως τα σπασίματα ή κάποιες βομβιστικές ενέργειες νεοαναρχικών) είναι εξίσου ανορθολογικές, μια που στις περισσότερες περιπτώσεις το πολιτικό τους αποτέλεσμα είναι είτε αμελητέο είτε, συνηθέστερα, το αντίθετο απ’το επιδιωκόμενο.

Οι τυφλές βίαιες επιθέσεις δεν είναι απαραίτητα πιο επικίνδυνες (στατιστικά) για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα από τη βία των παραδοσιακών άνομων κοινωνιών, αν και πιθανότατα προκαλούν περισσότερες ζημιές στα πράγματα, ή μάλλον, στις εταιρίες που τα ασφαλίζουν. Από την άλλη όμως αυτές οι πρακτικές προκαλούν, δικαιολογημένα ίσως, μεγαλύτερο τρόμο γιατί είναι πιο τυχαίες και πιο ωμές, στο βαθμό που αυτό το είδος βίας είναι αυτοσκοπός. Όπως έδειξε η υπόθεση δολοφονίας Moors, το τρομακτικό με όλους αυτούς που φαντασιώνονται με ναζιστικές μπότες, και αναφύονται σήμερα μέσα σε διάφορους υποκόσμους και υποκουλτούρες της Δύσης, δεν είναι απλά ότι γυρίζουν πίσω στον Χίμλερ και τον Άιχμαν, στους γραφειοκράτες ενός μηχανισμού, οι σκοποί του οποίου συνέβαινε να είναι παρανοϊκοί. Είναι ότι για το αποπροσανατολισμένο περιθώριο, για τον αδύναμο και αβοήθητο φτωχό, η βία και η σκληρότητα-μερικές φορές με την πιο αναποτελεσματική κοινωνικά και προσωποποιημένη σεξουαλική μορφή της- είναι αναπληρώσεις ατομικής επιτυχίας και κοινωνικής δύναμης. Εκείνο που προκαλεί τρόμο στις αμερικανικές μεγαλουπόλεις είναι ο συνδυασμός της αναβίωσης μιας παλιάς και της ανάδυσης μιας καινούριας βίας μέσα σε καταστάσεις κοινωνικής έντασης και διάλυσης. Και αυτές ακριβώς είναι οι καταστάσεις τις οποίες η συμβατική σοφία των φιλελεύθερων ιδεών είναι εντελώς ανίκανη να αντιμετωπίσει, ακόμα και να εννοήσει. Εξ ου και η τάση να ολισθήσει και πάλι σε μια ενστικτώδη συντηρητική αντίδραση, η οποία είναι η άλλη σχεδόν όψη της αταξίας που επιδιώκει να ελέγξει. […]

Οδηγούμαστε καθώς φαίνεται, και πάλι προς μια εποχή βίας στο εσωτερικό των κοινωνιών, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την αυξανόμενη καταστροφικότητα των συγκρούσεων μεταξύ κοινωνιών. Πρέπει επομένως να κατανοήσουμε καλύτερα τις κοινωνικές χρήσεις της βίας, να μάθουμε και πάλι να κάνουμε διακρίσεις ανάμεσα στις διάφορες μορφές βίαιης δραστηριότητας και πάνω απ’όλα να δημιουργήσουμε ή να ξαναφτιάξουμε συστηματικούς κανόνες για τη χρήση της βίας. Πράγμα πάρα πολύ δύσκολο για ανθρώπους που ανατράφηκαν μέσα σε μια φιλελεύθερη κουλτούρα, με την πεποίθηση ότι κάθε είδους βία είναι χειρότερη από τη μη βία, κι όλα τα άλλα είναι ίδια(που δεν είναι). Φυσικά και η βία είναι χειρότερη, δυστυχώς όμως μια τέτοια αφηρημένη ηθική γενίκευση δε μας προσφέρει καμία καθοδήγηση σε πρακτικά προβλήματα βίας στην κοινωνία μας. Αυτό που κάποτε ήταν μία χρήσιμη αρχή κοινωνικής προόδου («ειρηνική και όχι βίαιη επίλυση των διαφωνιών», «ο αυτοσεβασμός δεν έχει ανάγκη την αιματοχυσία», κ.ο.κ) καταντάει απλή ρητορεία και αντι-ρητορεία. Αφήνει την αυξανόμενη περιοχή της ανθρώπινης ζωής όπου λαμβάνει χώρα η βία δίχως κανόνες και παραδόξως, δίχως καμία πρακτικά εφαρμόσιμη ηθική αρχή, όπως μαρτυρεί η οικουμενική επάνοδος των βασανιστηρίων από τις δυνάμεις του κράτους. Η κατάργηση των βασανιστηρίων αποτελούσε ένα από τα σχετικά λίγα επιτεύγματα για τα οποία ο φιλελευθερισμός μπορεί να πάρει ανεπιφύλακτους επαίνους, σήμερα όμως διαπράττονται και πάλι σ’ολόκληρο τον κόσμο, οι κυβερνήσεις κάνουν τα στραβά μάτια και τα μαζικά μέσα τα διαδίδουν.

Όσοι πιστεύουν ότι κάθε βία είναι εξ ορισμού κακή, δεν μπορούν να κάνουν καμία συστηματική διάκριση ανάμεσα στα διάφορα είδη της βίας στην πράξη ή να αντιληφθούν τα αποτελέσματά της τόσο σ’αυτούς που την υφίστανται όσο και σ’εκείνους που την επιβάλλουν. Το μόνο που θα κάνουν είναι να παράγουν, από αντίδραση, άνδρες και γυναίκες που θα θεωρούν κάθε μορφή βίας καλή, είτε από μία συντηρητική είτε από μια επαναστατική σκοπιά, που θα αντιλαμβάνονται δηλαδή την υποκειμενική ψυχολογική ανακούφιση που προσφέρει η βία δίχως να τους ενδιαφέρει καθόλου η αποτελεσματικότητά της. […]

Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι τέτοιες διακρίσεις αρχίζουν και πάλι σιγά σιγά και εμπειρικά να μαθαίνονται, μέσα όμως σε μία γενική ατμόσφαιρα αποπροσανατολισμού και υστερίας που καθιστά δύσκολη μια ορθολογική και περιορισμένη χρήση βίας. Είναι πια καιρός να θέσουμε αυτή τη διαδικασία μάθησης σε μία πιο συστηματική βάση κατανοώντας τις κοινωνικής χρήσεις της βίας. Μπορεί να πιστεύουμε ότι κάθε μορφής βία είναι χειρότερη από τη μη βία. Η χειρότερη όμως μορφή βίας είναι αυτή που ξεφεύγει από κάθε έλεγχο.

Eric Hobsbawm, «Ξεχωριστοί άνθρωποι, Αντίσταση, Εξέγερση και Τζαζ», Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθηνα 2001. Η μετάφραση είναι του Παρασκευά Ματάλα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: