Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Είμαστε όλοι Χρυσαυγίτες

Εξανέστη ο γενικός γραμματέας της Χρυσής Αυγής από την πρώτη κιόλας φράση του Κωνσταντίνου Μπογδάνου. Το κόμμα του δεν εισήλθε βίαια στο πολιτικό σκηνικό αλλά διά της λαϊκής βούλησης η οποία για ένα πήδημα αποδεικνύεται εξαιρετική τελικώς λύση, ειδικά όταν το εκλογικό σώμα ανοίγει τα μπούτια του εντελώς απρόσμενα: «Με το ζόρι μπήκαμε στο Κοινοβούλιο ή με το μνημόνιο, την πείνα και τις αυτοκτονίες» αναρωτήθηκε ο Μιχαλολιάκος δίχως να το καταλάβει, συμφωνώντας εντέλει με τον παρουσιαστή μέσω παρακαμπτηρίου. Ψιλά γράμματα κι οι ύμνοι στον Αδόλφο. «Όλοι οι δημοσιογράφοι είστε ψεύτες» παραληρούσε επί μία ώρα, υπερασπιζόμενος καθώς φαίνεται τον Γιόζεφ Γκαίμπελς.

Το να ξεκινάς πάντως ένα νέο talk show επειδή όλοι κάτι έχουν να πουν όπως λέει η διαφήμισή σου, καλώντας κάποιον που αποδεδειγμένα δε λέει τίποτα, είναι μία επιλογή που κατανοώ εν μέρει. Ο λόγος των νεοναζί είναι φρέσκος, αδοκίμαστος και βγαίνει και σε σαπούνι. Ποιος άλλος αρχηγός κόμματος έχει κάτι καινούριο να προτείνει εκτός από εκνευριστικά μισόλογα; Η Χρυσή Αυγή παρουσιάζει το θάνατό σου σε πρώτη πανελλήνια μετάδοση: βρήκε ερείπια και αλωνίζει, βρωμιά και κυλιέται, αοριστία και υβρίζει, διαφθορά και οργίζεται ωσάν παρθένα, έδαφος πρόσφορο και προελαύνει. Είσαι φασίστας, τόσο το καλύτερο, πιάσε κι δυο γάλατα να έχεις, πάρε κι ένα εκπτωτικό κουπόνι, πέρνα κι αύριο να μισήσουμε όλοι μαζί. Το πόσο αντισυστημικό είναι το κόμμα που όλους τους σφάζει κι όλους τους μαχαιρώνει, το ξέρουμε. Πόσο αδιάφθορο, μπορούμε σιγά-σιγά να φανταζόμαστε.

Ωστόσο, για να πει κανείς όχι στο φασισμό, δεν αρκεί να διαδηλώσει. Χρειάζεται το σθένος και δίπλα στο εγώ του να βάλει επιτέλους ένα ίσως που ξέχασε τόσα χρόνια. Να βρει το κουράγιο και δίπλα στην αποψάρα του να βάλει ένα μικρό ενδεχομένως. Να ανακαλύψει 27 εαυτούς όπως ο Πεσσόα και να τους αγκαλιάσει και τους 27. Να ισορροπήσει σε ένα τεντωμένο σχοινί. Να βρει έστω μερικούς φίλους. Οι Έλληνες μας έμαθαν πως η φιλοσοφία είναι ερώτηση και αμφιβολία. Ο κρητικός ορισμός της ελευθερίας από τον Αριστείδη Χαιρέτη είναι το ζητούμενο: «Πέτε μου έναν άνθρωπο να τα ‘χει λύσει όλα, γιατί εγώ δεν τα ‘λυσα μα δε με γνοιάζει κιόλα». Μα δε με γνοιάζει κιόλα. Είμαι ψεύτης και μη με προκαλείτε γιατί θα σας πω κι άλλα ψέματα μέχρι να με ερωτευτείτε. Όλα είναι ένα ψέμα, μια ανάσα, μια πνοή, σα λουλούδι κάποιο χέρι θα μας κόψει μια χρυσή αυγή. Το λέει και το τραγούδι.

Έχει άδικο επομένως κι ο Φάνης κι η Λιάνα. Συμφωνώ με το χατζιδακικό αφορισμό της:« Αν αρχίσουμε να αστειευόμαστε με το δράμα δίπλα μας, θα εξοικειωθούμε με το τέρας». Πάντα μάλωνα τους πλακατζήδες όταν το παράκαναν ή όσους τα έβαζαν με τους αδύναμους. Μα άθελά της χθες, τα έβαλε με κάποιον που δε χρειαζόταν. Άλλα είναι τα τέρατα του Σκάϊ κι όχι ο συνεργάτης της Συντέλειας που αναγνώρισε κι η ίδια στο διάδρομο. Δε θέλω να υποτιμήσω ούτε την τρομάρα της ούτε την αστοχία του αστείου. Είναι όμως γεγονός ότι η Κανέλλη δεν διατήρησε την ψυχραιμία της όπως τότε που τη γρονθοκοπούσε ο Κασιδιάρης κι ένα παιδί ίσως χάσει τη δουλειά του, ενώ ένα είναι βέβαιο: Ο Μπάμπης και ο Άρης πάλι αύριο θα πουν μάθημα! Χαβαλετζήδες σαν τον φαρσέρ, που είναι ακόμα σα μωρά, είναι μάλλον δικοί μας άνθρωποι, ακόμα κι όταν γίνονται κακόγουστοι. Αν κι αυτή ονειρεύεται έναν κόσμο που θα αποτελείται από ομοίους της, δεν τη χωρίζουν πολλά με τους φασίστες.

Τι θα κάνουμε αν λείψουν οι άλλοι; Ποιος θα άντεχε τέτοια μοναξιά; Ο έρωτας θα εξαφανιζόταν μονομιάς κι η ζωή θα ήταν πιο ανίσχυρη κι από διαπραγμάτευση με την τρόικα. Καλύτερη χίλιες φορές μια γεμάτη κόλαση παρά ένας άδειος παράδεισος, καιρός να το πάρουμε χαμπάρι. Αν δηλαδή υποθέσουμε ότι στη χώρα έχουν απομείνει διεφθαρμένοι και τραμπούκοι, αν δεχτούμε πως οι βασικές κατηγορίες πολιτικών είναι αυτές οι δύο, δίχως δεύτερη σκέψη, θα επέλεγα και πάλι τους πρώτους. Μπορεί να είμαι κι εγώ υπάνθρωπος όπως είπε η υπεράνθρωπη Ελένη Ζαρούλια, αλλά αυτό θα έκανα και μάλιστα με μεγάλη μου χαρά, μετά την εμφάνιση των χιτλερίσκων. Θα σταύρωνα τον Άκη στο ψηφοδέλτιο των «Μεγάλων Επαναστατών» με ένοχη ηδονή μέχρι να μου ζητήσει συγγνώμη για όσα έκλεψε, ωσότου μου κλείσει μία βραδιά στη σουίτα που πήγαινε τη Βίκυ να ηρεμήσω κι εγώ λιγάκι. Το ανησυχητικό δεν είναι ότι τα τέρατα αρνούνται το παρελθόν τους όταν εμφανίζονται δημόσια, όπως διαπίστωνε διαρκώς ο ιδιαιτέρως ευάλωτος σε επιθέσεις δημοσιογράφος του Σκάϊ, αλλά ότι αποκρύπτουν το παρόν και το μέλλον. Κρύβουν ότι έρχεται η ώρα όλων μας όπως ευθέως φώναξε ο Παναγιώταρος έξω από το «Χυτήριο». Στις 27 Ιανουαρίου του 1932, ο μεγάλος δάσκαλος των φιλομνημονιακών τηλεαστέρων, έγραφε στο διάσημο «Ημερολόγιό» του:« Οι εικασίες των εφημερίδων σχετικά με τις θέσεις μας εξακολουθούν. Μα κανείς δεν ξέρει τι πραγματικά θα κάνουμε».

Τελειώνω σήμερα κιόλας τα βαρυσήμαντα κείμενα εναντίον του τέρατος. Όχι άλλα δάκρυα, Λιάνα. Όποιος κατάλαβε τι τον περιμένει, κατάλαβε. Το κτήνος θέλει έρωτα και πράγματα αφανέρωτα. Αν δε σκεφτεί ο καθένας μόνος του γιατί τον γέννησε η μανούλα του, δε θα το κάνει κανείς για λογαριασμό του. Αφού καλά παιδιά είναι πια αυτά που έχουν αίμα και τιμή, ώρα να γίνουμε τυχοδιώκτες. Μόνο το χιούμορ, το άγιο, το ζωοποιό, μπορεί να καταστρέψει όσους τόσο ανεπιτυχώς παριστάνουν τους Έλληνες, ουχί οι κακές πλάκες. Ως γραφικοί μπήκαν στο παιχνίδι κι ως τέτοιοι είναι ανάγκη να εκτεθούν. Καθημερινά καταλήγω στο συμπέρασμα πως οποιαδήποτε σοβαρή προσπάθεια αποκάλυψής τους είναι καταδικασμένη. Κανείς δεν ακούει πια κανένα. Είμαστε όλοι Χρυσαυγίτες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: