Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Πλήξη μέχρι θανάτου

«Μπορεί να θεωρηθώ χοντροκέφαλος αλλά δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται κάποιος να αφιερώνει τριάντα σελίδες για να περιγράψει πώς στριφογυρίζει στο κρεβάτι του προτού τον πάρει ο ύπνος». Με αυτό το σκεπτικό ένας αναγνώστης του εκδοτικού οίκου Ollendorf απέρριψε το Αναζητώντας του Προυστ. Το 1851 ο Μόμπι Ντικ απορρίπτεται στην Αγγλία με το παρακάτω σχόλιο:« Δεν πιστεύουμε ότι μπορεί να λειτουργήσει στην αγορά της παιδικής λογοτεχνίας. Είναι μακροσκελές, το ύφος του ξεπερασμένο και θεωρούμε ότι δεν αξίζει τη φήμη που φαίνεται να απολαμβάνει». Το 1856 απορρίπτουν την Μαντάμ Μποβαρί του Φλωμπέρ με την παρακάτω επιστολή: «Κύριε, θάψατε το μυθιστόρημά σας κάτω από ένα βουνό λεπτομερειών που είναι μεν καλογραμμένες αλλά εντελώς περιττές». Και το 1862 απορρίπτεται το πρώτο χειρόγραφο με ποιήματα της Έμιλι Ντίκινσον με τον εξής τρόπο: «Αμφίβολο. Οι ομοιοκαταληξίες είναι όλες λανθασμένες».

Στον αιώνα μας τώρα, να μερικά παραδείγματα. Κολέτ, Η Κλοντίν στο σχολείο, 1900:«Δεν θα μπορούσε να πουλήσει ούτε δέκα αντίτυπα». Χένρι Τζέιμς, Η Ιερή Πηγή, 1901:«Είναι αναμφίβολα εκνευριστικό. Δυσανάγνωστο. Η αίσθηση της προσπάθειας γίνεται αφόρητα αντιληπτή. Δεν υπάρχει πλοκή». Τζέιμς Τζόις, Το Πορτραίτο του Καλλιτέχνη, 1916:«Στο τέλος όλο το βιβλίο γίνεται συντρίμμια. Τόσο η γραφή όσο και οι ιδέες εκρήγνυνται σε μουσκεμένα θραύσματα, σαν βρεμένη στάχτη». Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Δώθε από τον Παράδεισο, 1920: «Η ιστορία δεν καταλήγει πουθενά. Ούτε ο χαρακτήρας ούτε η καριέρα του ήρωα φαίνονται να φτάνουν σε ένα σημείο που να δικαιολογεί το τέλος. Με λίγα λόγια πιστεύω ότι η ιστορία δεν ολοκληρώνεται». Φωκνερ, Sanctuary: «Θεέ μου, Θεέ μου, δεν γίνεται να το εκδώσουμε. Θα βρεθούμε όλοι στη φυλακή».

Τζορτζ Όργουελ, η Φάρμα των Ζώων, 1945: «Δεν γίνεται να πουληθούν ιστορίες με ζώα στις Η.Π.Α».  Μπέκετ, Molloy, 1951:«Δεν έχει νόημα να το δημοσιεύσουμε. Το κακό γούστο του αμερικανικού κοινού δεν συμπίπτει με το κακό γούστο της γαλλικής αβάνγκαρντ». Για το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ, 1952: «Αυτή η κοπέλα δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερη αντίληψη ή συναίσθηση του πώς μπορεί αυτό το βιβλίο να αναχθεί πέρα από το επίπεδο ενός απλού αξιοπερίεργου». Ναμπόκοφ, Λολίτα, 1955:« Θα πρέπει να είναι υλικό ενός ψυχαναλυτή, πράγμα που μάλλον ισχύει, και στη συνέχεια να μεταπλάστηκε σε μυθιστόρημα που περιέχει ορισμένα καλογραμμένα αποσπάσματα αλλά είναι εξαιρετικά αηδιαστικό ακόμα και για τους πιο φωτισμένους φροϋδικούς. Προτείνω να θαφτεί επί χίλια χρόνια». Τζόζεφ Χέλμερ, Comma 22, 1961: «Δεν μπορώ να καταλάβω τι ήθελε να κάνει αυτός ο άνθρωπος. Πρόκειται για μια ομάδα Αμερικανών στρατιωτών στην Ιταλία που πέφτουν στο κρεβάτι ο ένας με τη γυναίκα του άλλου και με Ιταλίδες πόρνες, αλλά χωρίς το πράγμα να παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον. Ασφαλώς ο συγγραφέας ήθελε να γίνει διασκεδαστικός, ίσως να κάνει σάτιρα, αλλά δεν τα καταφέρνει σε κανένα πνευματικό επίπεδο. Έχει δύο ευρήματα, χείριστα και τα δύο, και τα χρησιμοποιεί αδιάκοπα. Ατέρμονη πλήξη». Χ. Τζ. Γουέλς, Η Μηχανή του χρόνου, 1895: «Ελάχιστα ενδιαφέρον για το μέσο αναγνώστη κι όχι ιδιαίτερα βαθύ για τον καταρτισμένο αναγνώστη». Περλ Μπακ, Η καλή γη, 1931: «Λυπάμαι αλλά το αμερικανικό κοινό δεν ενδιαφέρεται καθόλου για οτιδήποτε συμβαίνει στην Κίνα». Λε Καρέ, Ο Κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο, 1963: «Ας τον αποχαιρετήσουμε. Ο Λε Καρέ δεν έχει μέλλον».

Για να περάσουμε από τις εκδοτικές αποφάσεις στη μαχόμενη κριτική, να τι έγραψε ο Eugene Poitou στην Revue des Deux Mondes του 1865 για τον Ονορέ Ντε Μπαλζάκ: «Στα μυθιστορήματά του δεν υπάρχει τίποτα που να προδίδει ιδιαίτερη φαντασία, ούτε η πλοκή ούτε οι χαρακτήρες των ηρώων. Ο Μπαλζάκ δεν θα καταλάβει ποτέ σημαντική θέση στη γαλλική λογοτεχνία». Όσο για την Έμιλι Μπροντέ: «Στα Ανεμοδαρμένα Ύψη , τα μειονεκτήματα της Τζέιν Έιρ (πόνημα της αδερφής της, της Σαρλότ) πολλαπλασιάζονται επί χίλια. Αν το καλοσκεφτούμε η μόνη παρηγοριά που μας απομένει είναι η σκέψη ότι το μυθιστόρημα δεν θα γίνει ποτέ δημοφιλές» (James Lorimer, North British Review, 1849). Έμιλι Ντίκινσον: «Η ασυναρτησία και η έλλειψη μορφής των ποιητικών ορνιθοσκαλισμάτων της- δεν μπορώ να τα χαρακτηρίσω αλλιώς- είναι τρομακτικές» (Thomas Bailey Aldrich, The Atlantic Monthly). Τόμας Μαν: «Οι Μπούντενμπρουκ δεν είναι άλλο παρά δύο ογκωδέστατα βιβλία, όπου ο συγγραφέας αφηγείται ασήμαντες ιστορίες ασήμαντου είδους με ασήμαντο στυλ» (Eduard Engel, 1901). Χέρμαν Μέλβιλ: «Το Μόμπι Ντικ είναι ένα θλιβερό, ζοφερό, επίπεδο, εντελώς γελοίο βιβλίο. Κι αυτός ο τρελός πλοίαρχος είναι πλήξη μέχρι θανάτου» (The Southern Quarterly Review, 1851). Γουόλτ Γουίτμαν: «Ο Γουόλτ Γουίτμαν έχει με την τέχνη την ίδια σχέση που έχει ένα γουρούνι με τα μαθηματικά» (The London Critic, 1855).

Ουμπέρτο Έκο, Αναμνήσεις επί χάρτου, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, μετάφραση Έφης Καλλιφατίδη.

2 σχόλια:

δύτης των νιπτήρων είπε...

Αχ αυτές οι μεταφράσεις! Comma 22 είναι η ιταλική βερσιόν του (πολύ γνωστότερου ως) Catch-22.

Να πω την αμαρτία μου όμως, είναι από τα λίγα βιβλία που δεν κατάφερα να τελειώσω, βαρέθηκα. Να ξαναπροσπαθήσω, άραγε;

pasaenas είπε...

Δύτη, ευχαριστώ για την επισήμανση! Δεν το έχω διαβάσει ούτε εγώ. Κι αυτό και άλλα 2-3 που αναφέρει το απόσπασμα. Είμαι μετρ στο να παρατάω βιβλία στη μέση, οπότε θα σου έλεγα να μην ξαναπροσπαθήσεις!