Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Ο Χίτλερ στα παρασκήνια

Για να περιγράψει κανείς αυτό τον πληθωρισμό με τα απίστευτα σημεία του, θα χρειαζόταν βιβλίο ολόκληρο που στους σημερινούς αναγνώστες θα φαινόταν παραμύθι. Ήρθαν οι μέρες που για μια πρωινή εφημερίδα έπρεπε να πληρώσω πενήντα χιλιάδες μάρκα, ενώ το απόγευμα της ίδιας μέρας έπρεπε να πληρώσω εκατό χιλιάδες μάρκα. Όποιος είχε ξένα νομίσματα, τα εξαργύρωνε τμηματικά, γιατί στις τέσσερις η ώρα μπορούσε να πετύχει καλύτερη τιμή απ’ό,τι στις τρεις και στις πέντε ακόμα καλύτερη απ’ό,τι πριν μια ώρα. Παράδειγμα, έστελνα στον εκδότη μου ένα χειρόγραφο που το δούλευα ένα ολόκληρο χρόνο. Για να εξασφαλιστώ, ζητούσα έναντι των δικαιωμάτων μου μια προκαταβολή πάνω σε δέκα χιλιάδες αντίτυπα. Ώσπου να καταθέσει το τσεκ, το ποσό που εισέπραττα μόλις μου έφτανε να καλύψω τα ταχυδρομικά που είχα πληρώσει για να στείλω πριν μια εβδομάδα το δέμα. Το εισιτήριο στα λεωφορεία κόστιζε εκατομμύρια. Μεταφέρανε με κάρα τα χαρτονομίσματα από τη Ράιχσμπανγκ στις άλλες τράπεζες κι ένα δεκαήμερο αργότερα έβλεπες στα αυλάκια των δρόμων εκατοντάδες χιλιάδες χαρτονομίσματα, που τα είχε πετάξει κάποιος ζητιάνος περιφρονητικά. […]

Ούτε η Ρώμη του Σουετωνίου δεν είχε γνωρίσει τέτοια όργια σαν κι εκείνα των κολασμένων χορών του Βερολίνου, όπου εκατοντάδες άντρες ντυμένοι γυναίκες και άλλες τόσες γυναίκες ντυμένες άντρες χόρευαν κάτω από τα καλοπροαίρετα μάτια της αστυνομίας. Με την πτώση όλων των αξιών, ένα είδος τρέλας κυρίεψε τον κόσμο των αστών, που μέχρι τότε έμενε ακλόνητος στις αρχές του. Νεαρά κορίτσια καυχιόντουσαν για τη διαστροφή τους και σε οποιοδήποτε σχολείο του Βερολίνου λογαριαζόταν σα μεγάλη ντροπή για μια δεκαεξάχρονη η υποψία της παρθενίας. Κάθε κορίτσι ήθελε να είναι σε θέση να διηγείται περιπέτειες όσο γινόταν πιο εξωφρενικές. Αλλά το χειρότερο από όλα σε αυτό τον παθητικό ερωτισμό ήταν η πλαστότητά του. Στο βάθος της αυτή η περίοδος των οργίων, που ξέσπασε στη Γερμανία μαζί με τον πληθωρισμό, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια πυρετική απομίμηση. Εύκολα καταλάβαινε κανείς ότι αυτά τα κορίτσια των καλών αστικών οικογενειών θα ένιωθαν πολύ καλύτερα αν έκαναν στα μαλλιά τους ένα απλό χτένισμα αντί να τα κόβουν αντρικά κι ότι θα έτρωγαν με μεγαλύτερη ευχαρίστηση μια μηλόπιτα με κρέμα σαντιγύ αντί να πίνουν δυνατά ποτά. Ήτανε έκδηλο παντού πόσο βάραινε αυτή η υπερένταση που είχε γίνει ακόμα πιο έντονη από την καθημερινή φρίκη του πληθωρισμού. Ολόκληρο το έθνος κουρασμένο από τον πόλεμο το μόνο που ζητούσε ήταν η τάξη, η ησυχία, λίγη ασφάλεια και μια αστική ζωή. […]

Όποιος έζησε εκείνους τους μήνες της αποκάλυψης στα χρόνια εκείνα, σιχάθηκε, πικράθηκε και αισθάνθηκε τον ερχομό μιας συμφοράς, μιας φοβερής αντίδρασης. Στα παρασκήνια, χαμογελώντας, με το ρολόι στο χέρι περίμεναν οι ίδιοι εκείνοι που είχαν οδηγήσει το γερμανικό έθνος στο χάος: «Όσο χειρότερα πάνε τα πράγματα στη χώρα μας, τόσο το καλύτερο για μας». Τίποτα δεν στάθηκε πιο μοιραίο για τη Γερμανική Δημοκρατία όσο η ιδεαλιστική απόπειρα να δώσει ελευθερία όχι μονάχα στο λαό αλλά και στους εχθρούς της. Ο τόσο πειθαρχικός γερμανικός λαός δεν ήξερε τι να την κάνει την ελευθερία του και κοίταζε ανυπόμονα στην κατεύθυνση εκείνων που θα του την έπαιρναν. Τίποτα δεν πίκρανε τον γερμανικό λαό τόσο πολύ-αυτό είναι σημαντικό και πρέπει να το θυμόμαστε-, τίποτα δεν τους έκανε τόσο μανιακούς από μίσος και τόσο ώριμους για τον Χίτλερ, όσο ο πληθωρισμός.

Στέφαν Τσβάιχ, Ο χθεσινός κόσμος, Απόδοση Τάκη Μενδράκου, εκδ. Α.Χ Ρούγκα, 1962.

Δεν υπάρχουν σχόλια: