Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Βιβλία και έρωτας

Η Έκθεση βιβλίου συνιστά ίσως την πιο ευθεία υπονόμευση του βιβλίου. Ικανοποιεί τους περίεργους, εντυπωσιάζει τους αδιάφορους, καθησυχάζει τους σχετικούς. Δίνει το μήνυμα: δεν τρέχει τίποτα, δεν πρόκειται για κάτι επικίνδυνο, δεν γίνεται εδώ κάτι ανατρεπτικό. Το βιβλίο, φυσικά, υπακούοντας στους νόμους της αγοράς, είναι αναγκασμένο να κάνει πιάτσα για να βγάλει το μεροκάματο. Ελάχιστοι είναι αυτοί που το αναζητούν τακτικά στα βιβλιοπωλεία και οι κάθε λογής Εκθέσεις ελαφραίνουν τις τύψεις, χαρίζοντας μια αίσθηση επισημότητας σε μία φαινομενικά αντικοινωνική πράξη όπως η συγγραφή. Οι εκτεθειμένοι απέναντί του παραμένουμε ωστόσο εμείς οι ίδιοι, το μυστικό είναι κοινό.

Επιπλέον, για να συνεχίσω τον παράτολμο συλλογισμό μου, η βιβλιοπαρουσίαση πρόκειται για μια άκρως αποπροσανατολιστική διαδικασία, οι συναθροίσεις πολλές φορές παραείναι βαρετές και αυτάρεσκες, η ζωντάνια κρίνεται πνευματικώς ύποπτη από την κυρίαρχη σοβαροφάνεια. Με δυο λόγια, το βιβλίο δεν είναι τάπερ. Δεν επιδεικνύεται, ούτε παρουσιάζεται αν σκοπός μας δεν είναι να το αδρανοποιήσουμε πριν ζωντανέψει στα χέρια κάποιου. Είτε το διαβάζουμε και αναμετριόμαστε μαζί του είτε όχι. Όποιος τολμήσει να γίνει συγγραφέας, συνεπές θα ήταν να πάρει από το χέρι τον άνθρωπό του και να μην πατήσει στην παρουσίαση του βιβλίου του-ο Πίντσον για παράδειγμα παραμένει άφαντος. Αν έχει καταφέρει να γράψει όντως λογοτεχνία, η οποία υπάρχει από τη στιγμή που το πρώτο ενικό γίνεται τρίτο όπως ορθά έγραψε κάποιος, η ναρκισσιστική πλευρά του θα έχει εξαφανιστεί. Μπορεί μάλιστα να αναθέσει σε πέντε-έξι ανθρώπους που εκτιμά να κριτικάρουν το πόνημά του. Ο φιλόδοξος συγγραφέας, που ελάχιστη σχέση έχει με τον ματαιόδοξο, ψάχνει τρόπους να απουσιάζει ουσιαστικά από το γραπτό του. Οι ήρωες μιλούν για λογαριασμό του.

Το γιατί κάποιος γράφει έχει απασχολήσει υπερβολικά τους απανταχού γραφιάδες. Βρίσκει κανείς άπειρες θεωρίες και απαντήσεις, άλλοτε ειλικρινείς και ενδιαφέρουσες, όπως ότι είναι ο μόνος τρόπος να μιλάς χωρίς να σε διακόπτουν, και άλλοτε όχι. Το γιατί δεν διαβάζουμε, παραμένει ωστόσο το μέγα ερώτημα. Τι απαιτείται για να γίνει κάποιος αναγνώστης; Γιατί να με νοιάζει τι είπε ο ένας κι ο άλλος; Πώς ανοίγεις ένα ογκώδες βιβλίο δίχως να βγάλεις μια κραυγή απόγνωσης; Πώς περνάς για πρώτη φορά το κατώφλι του βιβλιοπωλείου χωρίς να πανικοβληθείς; Δεν έχω την απάντηση. Ξέρω όμως ότι είναι από τα λίγα πράγματα που αξίζει να τολμήσει κανείς στη ζωή του. Για να ταξιδέψει αρκεί να ρίξει μια ματιά στα second hand ή να κοιτάξει στις προσφορές, για να μη μείνει άνεργος αρκεί να έχει ακόμα βιβλία αδιάβαστα στη βιβλιοθήκη. «Αν η εμπειρία του βιβλίου σας τρομάζει, αρχίστε να διαβάζετε στην τουαλέτα. Θα ανακαλύψετε πώς κι εσείς έχετε ψυχή» προτρέπει ο Έκο.

Ασφαλώς δεν αποτελεί καινούρια συνήθεια για τις φυλές των ευφυών, που τώρα αναπαύονται στο σοσιαλμιντιακό τους θρόνο, η χαριτωμένη απαξίωση των σπουδαίων έργων. Δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν αν αυτοσαρκαστούν για την αναπηρία τους. Στην αντίπερα όχθη υπάρχει ένα κοινό που επειδή θαυμάζει υπερβολικά το έργο ορισμένων ανθρώπων, εξακολουθεί να το κοιτά από απόσταση ασφαλείας, χωρίς να εισχωρεί πιο βαθιά. Η ανάγνωση, μία κατεξοχήν ενεργητική εμπειρία, απορρίπτεται συχνά σαν παθητική. Αυτό που ανακάλυψε ο Πεσσόα, πως στην ψυχή είμαστε όλοι όμοιοι, αντί να δώσει το έναυσμα ώστε να υπολογίσουμε τον καθένα, γίνεται αγώνας μέχρι τελικής επικράτησης, αγώνας ανάξιος τελικά. Το σφρίγος δεν αντέχει την απομόνωση. Η χαιρεκακία της υστέρησής μας περιμένει στη γωνία το ατόπημα της διάσημης ποιήτριας. Εξάλλου ιερές αγελάδες και αυθεντίες ορθώς δεν υπάρχουν. Δεν γίναμε όμως καλύτεροι.

Η μεγάλη λογοτεχνία αποτελεί φάρμακο κατά του εγωτισμού, αντίδοτο για το φασισμό, αντίβαρο στην εξουσία, παράγοντας αποσταθεροποίησης, τρομοκρατική ενέργεια, χαστούκι για τα ανθρωπάκια. Σε περιβάλλοντα σχετικής ελευθερίας προσπάθησε σιωπηλά να αποτελέσει μοχλό απελευθέρωσης και εστία αντίστασης απέναντι σε αυτό που οριζόταν ως εθνικώς συμφέρον ή ηθικό από τις εκάστοτε κοινωνίες. Όταν δεν υποβιβαζόταν σε ευτελή προπαγάνδα, απέμενε η μοναδική ένδειξη ζωής στον πλανήτη που τον κυβερνούσε ο θάνατος και οι λοιποί σφαγείς. Σε καμία περίπτωση τα βιβλία δεν κρύβουν μέσα βεβαιότητες, όπως βλακωδώς δήλωσε σε συνέντευξή του συγγραφέας-ραδιοφωνικός παραγωγός που πρόσφατα αποθεώθηκε στο Tedx Thessaloniki. Αν κάτι κάνουν σε εκείνον που τα διαβάζει, αν υπάρχει κάποιος λόγος για τον οποίο τραβάνε πιστόλι οι νεοναζί όταν ακούνε κουλτούρα, είναι γιατί τον ανιδιοτελή αναγνώστη τον διασπούν ιδεολογικά. Το χάος θριαμβεύει, η αμφιβολία διασπείρεται-χωρίς να γίνεται αυτοσκοπός ούτε και υπεκφυγή-, η φαντασία και η πολυπλοκότητα της αλήθειας αρχίζει να κυβερνά τα μυαλά. Συνήθως, δυστυχώς, δεν υπάρχει η ικανή και αναγκαία συνθήκη για μια ολοκληρωτική μεταμόρφωση. Αν κάτι δεν μπορεί ο άνθρωπος να αποχωριστεί είναι η πνευματική οκνηρία του. Η επανάσταση συνεχίζει να είναι εκείνη η σφαγή για την οποία όλοι ανυπομονούν με πρώτα και καλύτερα τα ΜΜΕ. Η δειλία του αίματος και της πίστης καλά κρατούν.

Παρόλο που τα περισσότερα βιβλία αρνούνται ότι δίνουν απαντήσεις, σε αλλάζουν δίχως να το επιδιώκουν, τα βάζουν με φόβους και προκαταλήψεις, προσθέτουν στη ζωή. Όποιος προσβλέπει σε παρηγοριά, μπορεί να επιλέξει τις εκκλησίες, δεν υπάρχει καμία διαφορά. Γίνομαι αναγνώστης όμως σημαίνει πως αναγνωρίζω καθοριστικά την αξία κάθε ανθρώπινης ζωής, συμφιλιώνομαι με το θάνατο, βυθίζομαι στην ουσία της ύπαρξης, κατορθώνω ούτε να λατρεύω αλλά ούτε και να σιχαίνομαι τον εαυτό μου. Τα βιβλία προτείνουν ένα διαφορετικό τρόπο να βλέπεις τον άλλο, να σκέφτεσαι με το μυαλό σου, να ζεις ελεύθερα, να προσπαθείς για την αγάπη. Στα ξεχασμένα ναρκοπέδια όπου κείτεται το άταφο σώμα της ανθρωπότητας, τις βιβλιοθήκες του κόσμου, η λογοτεχνία μοιράζει το δίκιο ενώ η ποίηση νομοθετεί από την αρχή πάνω στη γλώσσα και την ψυχή. Να γιατί μας είναι ανυπόφορες.

Εκτός των άλλων, η διδασκαλία της λογοτεχνίας, με τον τρόπο που γίνεται στα σχολεία, έχει προλάβει να καταστρέψει αναγνώστες. Ολόκληρος Τοντόροφ ανακαλύπτει μάλλον καθυστερημένα ότι πρέπει να επιστρέψουμε στην ουσία των λογοτεχνικών κειμένων, αφήνοντας στους επαΐοντες την πολυτέλεια να θεωρητικολογούν. Ο κόσμος που ανατέλλει στη χώρα μας, ένας βρομερός καινούριος κόσμος που εξορίζει την αμφισβήτηση, τη φιλοσοφία, τη συμπόνια, τη σύνεση, την ανησυχία, τον ίδιο τον άνθρωπο, είναι ο κόσμος των φασιστοειδών που καίνε βιβλία για να καυλώσουν από το μέγεθος της βλακείας τους. Μερικοί δημιουργικοί καβγάδες με τις σελίδες είναι ίσως η μόνη ευκαιρία να ξαναγεννηθούν κι αυτοί κι εμείς. Υστέρα μπορούμε να βγούμε από το δωμάτιο και να δοκιμάσουμε να ζήσουμε. Πολλά πράγματα θα μας φανούν καινούρια.

Προσωπικά, στα βιβλία αναζητώ τον έρωτα. Μπορεί να είναι ένα απόσπασμα, μία φράση, μία περιγραφή, μία λεπτομέρεια ή μία γνώση που μου διέφευγε και πάντα θα μου διαφεύγει. Αν δεν περίμενα να ερωτευτώ, δεν θα διάβαζα.

2 σχόλια:

Κατερίνα Μαλακατέ είπε...

Έχω διαβάσει πολλά κείμενα με το θέμα που πραγματεύεσαι (το έχουν οι μανιακοί της ανάγνωσης να ανασκαλεύουν τέτοια άτοπα ερωτήματα). Σπάνια βρέθηκα να κρυφοκοιτάω τον εαυτό μου, όπως με αυτό.

pasaenas είπε...

Χαίρομαι πολύ. Ίσως το βλέπω έτσι επειδή μπορώ να ζω χωρίς τα βιβλία. Δεν θέλω όμως. Δεν ήμουν ποτέ τακτικός με το διάβασμά μου. Πρέπει να έχω πάλι καμία εικοσαριά μισοτελειωμένα. Αν τολμήσω, δε, να γράψω κάτι που θα μοιάζει με βιβλίο, σίγουρα θα οργανώσω μία βιβλιοπαρουσίαση εναντίον μου! Σε μία τέτοια, μπορεί και να πήγαινα!