Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Ευαίσθητοι αλλήθωροι

Ο Λυκούργος Κομίνης στην «Κρίση του Τύπου», βιβλίο γραμμένο το 1985, αφηγείται μία διδακτική ιστορία σχετικά με την αξιοπιστία του: Κάποια στιγμή η εφημερίδα όπου εργαζόταν ως μαθητευόμενος συντάκτης έβαλε μία είδηση που υποτίθεται ότι ερχόταν από την μακρινή και πρωτοπόρο ΑμερικήΟ βασιλικός πολτός θεραπεύει τον καρκίνο». Την επομένη, όμως, ο αρχισυντάκτης του τοποθέτησε την αγγελία ενός παραγωγού μελιού που δήθεν έφτιαχνε βασιλικό πολτό στις πρώτες σελίδες μαζί με 12.000 δραχμές στο λογαριασμό του, γράφοντας μία χρυσή σελίδα στην ιστορία της δεοντολογίας.

Οι οίκοι αξιολόγησης όχι μόνο αντέγραψαν αλλά κατάφεραν να ξεπεράσουν την επιτυχία του συγκεκριμένου μοντέλου, αναλαμβάνοντας ουσιαστικά το ρόλο του Τύπου των αγορών. Οι εφημερίδες δεν αντιλήφθηκαν εγκαίρως την κοσμογονική μετατόπιση εξουσίας που συνέβη. Το μαγαζί που άνοιξε απέναντι κέρδισε μεγάλο κομμάτι της πελατείας και της επιρροής τους: Οι πρώτοι ξεκινούν να αξιολογούν οικονομίες, οι δεύτερες κουτσά- στραβά πληροφορίες. Οι πρώτοι ζητούν λεφτά για ευνοϊκή μεταχείριση (είναι γνωστή η υπόθεση της Hannover Re), οι δεύτερες εκβιάζουν για ένα καλό δημοσίευμα και μία διαφήμιση. Οι πρώτοι δημιουργούν έναν φτωχό, οι δεύτερες έναν ηλίθιο. Και οι δύο ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις αλλά ο Τύπος μένει πλέον δεύτερος και καταϊδρωμένος.

Στην ελληνική τηλεόραση το ρόλο των Οίκων κατείχαν και εξακολουθούν να κατέχουν οι πάλαι ποτέ γκουρού-σχολιαστές. Μέχρι σήμερα ανακοινώνουν απτόητοι διαθέσεις και υποθέσεις σε παράθυρα που ακόμα δεν έχουν πέσει να τους πλακώσουν. Ενδεχομένως η κρίση να άγγιξε την τσέπη τους, δεν άλλαξε ωστόσο το ύφος τους. Η αποτυχία της χώρας δεν συμπεριλαμβάνει τη δική τους. Παρόλο που απέτυχαν να προειδοποιήσουν την κοινωνία για αυτό που έρχεται, αποδεικνύονται μετρ στο να της παραδίδουν μαθήματα δωρεάν, κατόπιν εορτής. Χωρίς να συσπάται το πρόσωπό τους, τα λόγια τους περιγράφουν μια επιδημία συναισθημάτων. Ακόμη πιστεύουν, έχουν την αίσθηση, νομίζουν, πάντως δεν γνωρίζουν ούτε και θέλουν να γνωρίζουν επειδή στη συνέχεια ίσως θα ήταν υποχρεωμένοι και να μας πουν. Απαντούν με αυτόν τον τρόπο ετεροχρονισμένα στην αγαπημένη ερώτηση των πιο ανάλαφρων συναδέλφων τους που ζητούσαν απεγνωσμένα να μάθουν τόσα χρόνια:«Πώς αισθάνεστε;». Εφόσον τα μεσημεριανά δεν πήραν καμία πειστική ή ικανοποιητική απάντηση, με αυταπάρνηση ανέλαβαν να την απαντήσουν οι ίδιοι.

Ο Jean- Noel Jeanneney μας θυμίζει ότι στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, οι ομολογίες πίστεως των δημοσιογράφων της εποχής χαρακτηρίζονται από το φόβο και την αγωνία όχι μήπως ξεγελάσουν τον λαό, αλλά μήπως του πουν πολλά. Η αγωνία αυτή σήμερα διαχέεται μέσω μονόπλευρων και πρόχειρων άρθρων που αποφεύγουν να κοιτάξουν το δάσος. Εκείνοι που τα γράφουν έχουν δίκιο σε όλα όσα γράφουν και όσα λένε, και άδικο σε όλα όσα δεν γράφουν και δε λένε. Η άγνοια που επικαλούνται ξαφνικά δεν είναι η σωκρατική αλλά της οκνηρίας, του «έχω λύσει το πρόβλημά μου», της επιτυχίας. Θα μπορούσαν να έχουν ενημερώσει τον κόσμο εάν έκλειναν όλες τις ηλεκτρονικές συσκευές και άνοιγαν τα βιβλία ή έστω και καθυστερημένα τις οικονομικές σελίδες που τις γράφουν κάτι άλλοι, λιγότερο γνωστοί συνάδελφοί τους. Επειδή όμως πλησιάζει ο καιρός που θα πάψουν εμμέσως να στηρίζουν, επιλέγουν τον πιο ξέγνοιαστο τρόπο για να τιμήσουν το λειτούργημά τους. Και οι αλήθειες σκονίζονται σε βιβλιοθήκες.

Οι ειδήσεις εξάλλου σπάνια προσφέρονταν όλα αυτά τα χρόνια της αμεριμνησίας για ανεξάρτητες αναλύσεις. Όσοι έμπαιναν στον κόπο, είχαν συχνότερα από πίσω συμφέροντα παρά νοικοκυριά που βρίσκονταν στο κόκκινο. Τώρα οι σύμμαχοι που βρίσκει ο λαός είναι στην καλύτερη περίπτωση λαϊκιστές που προτείνουν τα δικά τους φιλολαϊκά μέτρα για την αύξηση της ανεργίας. Δύο πόλοι ανταγωνίζονται, οι μισοί κοιτούν τους έξω, οι άλλοι μισοί σιχαίνονται τους μέσα, ή προδότες οι πολιτικοί ή σωστοί επαγγελματίες οι τροικανοί, ένα από τα δύο. Το δίλημμα συνοψίζει εξάλλου το όλο κλίμα: Ή εγώ ή εσύ.

Οι πληροφορίες που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή ανθρώπων είναι ανάλογες με το είδος του ανθρώπου που θέλει να κατασκευάσει κανείς, γράφει ο Ράουτερ στην «Κατασκευή Υπηκόων». Βλέποντας ωστόσο την εκπομπή του Βαξεβάνη για τον Μάκαρο, άρχισα να δίνω ξανά ελαφρυντικά σε κάτι παιδιά που τα λέγανε αλήτες στις πορείες. Κάτι είπαν, κάτι ψέλλισαν, κάτι έγραφαν όλα αυτά τα χρόνια. Αλλού σκάλωνε συνήθως το πράγμα. Ελάχιστοι αλλά επίμονοι και ευαίσθητοι ευτυχώς οι αλλήθωροι, αυτοί που κοιτούν σε πολλές πλευρές και πολεμούν για κάθε λέξη, κατόρθωσαν να δώσουν άλλοθι σε έναν Τύπο που εάν δεν υπήρχε, δεν θα έπρεπε να τον ανακαλύψουμε σύμφωνα με τον αφορισμό του Μπαλζάκ.

2 σχόλια:

Ναπoλέων είπε...

Πασαένε,
αφού προφανώς «ποιείς τας διατριβάς σου» στους θαλάμους της λεγόμενης "τέταρτης εξουσίας", σού αφιερώνω διασκευή παλιότερου ευφυολογήματος για τους 4 Ευαγγελιστές:
Οι τέσσερις εξουσίες ήταν τρεις, οι εξής δύο, το χρήμα...

Και μιά ...γεροντική συμβουλή:
Βάλε περισσότερες δικές σου σκέψεις-γνώμες και λιγόστεψε τα "τσιτάτα".

Καλή βδομάδα.

pasaenas είπε...

Συγγνώμη που άργησα να απαντήσω! Το blog δεν έχει συνηθίσει να δέχεται σχόλια και μόλις πριν λίγο το είδα! Σε ευχαριστώ για τη συμβουλή. Το κείμενο που διάβασες το έγραψα βιαστικά. Δε νομίζω ότι του φταίνε τα τσιτάτα. Το να μιλάω με στόματα άλλων είναι εξάλλου συνειδητή επιλογή. Όλα έχουν ειπωθεί, εγώ απλώς τα επαναλαμβάνω ή τέλος πάντων κάνω το ελάχιστο: Τους ξαναδίνω ζωή. Δεν είμαι και σαν εκείνο τον αρθρογράφο των Νέων που έχει παρει το Λεξικό του έξυπνου λόγου του Μανδραβέλη και κάθε φορά στο τέλος πετάει και από μία εξυπνάδα. Θέλω να πιστεύω ότι κάτι καλύτερο διαβάζει όποιος μπαίνει, αν μπαίνει, που δε νομίζει να μπαίνει στο blog! Κυρίως χάρηκα για όσα έγραψες στο blog του Elika. Είναι ωραίο να μην αισθάνεσαι μόνος. Ουτοπικά κείμενα για ξενέρωτους λοιπόν. Το καλύτερό μου! Θα σε προσθέσω και στις επαφές!