Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

Γιατί γράφουμε

Με αφορμή την έκθεση βιβλίου που δεν επισκέφτηκα.

Η γραφή είναι λέπρα. Κάφκα.

Η ποίηση είναι το τραγούδι που ξεγελάει το χρόνο. Μπρετόν.

Αν ένα πουλί μπορούσε να πει με ακρίβεια τι τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, και τι είναι αυτό που το κάνει να τραγουδάει, δεν θα τραγούδαγε. Πωλ Βαλερύ.


«Αλήθεια, ποιος δεν έχει περάσει αυτή τη φρικτή εμπειρία, να βρίσκεται καθισμένος μπροστά σε μια λευκή σελίδα, με το φαφούτικο στόμα της να του γρυλίζει: Για τόλμα να απλώσεις χέρι επάνω μου». O Άμος Οζ περιγράφει κάτι πολύ οικείο. Σαν εκείνο τον Ιρλανδό του ανεκδότου που όταν τον ρώτησαν κάποιοι πώς θα φτάσουν στον προορισμό τους κούνησε το κεφάλι και είπε: «Στη θέση σας δεν θα ξεκινούσα από εδώ», έτσι και εμείς μπροστά στο γυμνό φύλλο. Πώς θα νικήσεις την παντοδύναμη λευκή σελίδα δίχως να την καταστρέψεις, δίχως να ενοχλήσεις τις λέξεις (Μόντης), αποφεύγοντας να προσθέσεις επιπλέον ντεσιμπέλ στον καρκινογόνο θόρυβο των Social Media;

Γιατί αψηφούμε τον κίνδυνο και γράφουμε; Το ερώτημα επιδέχεται όσους ορισμούς έχει υποστεί η επικοινωνιολογία από τους επικοινωνιολόγους. Είναι μια προσπάθεια να αποκτήσουμε προβλήματα; Δεν έχουμε τίποτα χειρότερο να κάνουμε; Ψάχνουμε το δρόμο προς τις γυναίκες; Ας ξεκινήσουμε από κάτι δεδομένο: Όσοι γράφουν δεν είναι ευχαριστημένοι. Κάτι τους λείπει, γράφουν για να το βρουν ή μέχρι να το βρουν, αποφεύγοντας να επιβαρύνουν τους άλλους με την μοναξιά τους. «Γράφουµε γιατί φοβόµαστε τον θάνατο; Γιατί φοβόµαστε να ζούµε; Γιατί νοσταλγούµε την παιδική µας ηλικία;» ρωτάει ο Ταµπούκι. «Γράφω γιατί δεν μπορώ να κάνω μια κανονική δουλειά, όπως οι άλλοι άνθρωποι» απαντάει ο Παμούκ, «γράφω για κείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν» λέει ο Λειβαδίτης, «μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω, να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή, όσο μπορώ, κι όσο κρατήσω» συμπληρώνει ο Πατρίκιος. Ο τελευταίος μάλλον αδικεί τους ποιητές θεωρώντας τους πιο υστερόβουλους από τους ηθοποιούς • ο Χάιντεγκερ με την ίδια λογική αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Σωκράτη τον αγνότερο όλων των δυτικών στοχαστών διότι «δεν έγραψε». Αν δεχτούμε τον ισχυρισμό του ποιητή περί αλήθειας, η υπόθεση περιπλέκεται: Ο Λεοπάρντι είπε κάποτε πως το ανθρώπινο γένος δε μισεί τόσο αυτόν που πράττει το κακό, ούτε το ίδιο το κακό, όσο αυτόν που το αποκαλεί με το αληθινό του όνομα. Όσοι διασώζουν επομένως κομμάτια της αλήθειας, δικαίως μπορούν να θεωρούνται οι δολοφόνοι του και μάλιστα οι πλέον κακοπληρωμένοι-ο Πόε προτιμά ένα ποίημα της απόλαυσης.

Η διακήρυξη του Μαλλαρμέ ότι ο πραγματικός σκοπός του σύμπαντος είναι η δημιουργία ενός υπέρτατου βιβλίου δεν είναι βεβαίως παρά μια υπερβολή, μια σκέτη τρέλα. Ο αναγνώστης επόμενο είναι να σκεφτεί πως κι άλλοι αγάπησαν τη δουλειά τους, πως κι άλλοι λάτρεψαν το εγώ τους, αλλά δεν έκαναν έτσι. Ο κόσμος-νομίζω ότι το έχω γράψει και παλαιότερα- εκτιμά τους συγγραφείς και τους ποιητές όχι επειδή είναι σπουδαίοι-σπανίως είναι- αλλά επειδή αφιερώνουν το χρόνο τους σε μια πράξη ρομαντική και μοναχική, χρόνο που εκείνοι δεν θα αφιέρωναν με τίποτα. Η προδοσία της καθημερινότητας- και η ταυτόχρονη ανάληψη του μέλλοντος- που συνεπάγεται η συγκεκριμένη ασχολία φαίνεται αδικαιολόγητη ακόμα και στους ίδιους καθώς υποψιάζονται ότι υπάρχουν ανθρώπινες λειτουργίες απείρως φυσικότερες και αληθινότερες από το γράψιμο, μία παραξενιά πολυτελείας, αλλά και μία αναγκαία τελικώς έκφραση. Αν «όλη η δυστυχία των ανθρώπων προέρχεται από το ότι δεν μπορούν να κάτσουν ήσυχοι σε ένα δωμάτιο» όπως υποστηρίζει ο Πασκάλ, οι συγγραφείς και οι ποιητές θα έπρεπε να είναι όλοι ευτυχισμένοι-κι αυτό δεν συμβαίνει. Ο Φωστιέρης μπορεί να πιστεύει ότι θα βγουν από το ποίημα ζωντανοί • δεν μας λέει όμως για πόσο.

Για τον Σαρτρ τα κίνητρα δεν είναι ευγενικά: «Κανείς δεν μπορεί να με ξεχάσει ούτε να με αποσιωπήσει: είμαι ένα μεγάλο, εύχρηστο και τρομερό φετίχ. Η συνείδησή μου έχει γίνει θρύψαλα: τόσο το καλύτερο. Με ανέλαβαν άλλες συνειδήσεις. Με διαβάζουν, τραβώ τα βλέμματα• μου μιλούν, είμαι μέσα σε όλα τα στόματα, γλώσσα παγκόσμια και μοναδική• γίνομαι εξερευνήσιμο αξιοθέατο για εκατομμύρια βλέμματα• για όποιον ξέρει να με αγαπά, είμαι η πιο μύχια ανησυχία του αλλά αν θελήσει να με αγγίξει σβήνομαι, εξαφανίζομαι: δεν υπάρχω πια πουθενά, επιτέλους είμαι! Είμαι παντού: παράσιτο της ανθρωπότητας, οι ευεργεσίες μου την κατασπαράσσουν και την υποχρεώνουν αδιάκοπα να ανασταίνει την απουσία μου». Την ίδια μεγαλομανία συναντάμε στον ΠίνδαροΌταν η πόλη που δοξάζω θα έχει καταρρεύσει, όταν οι άνθρωποι για τους οποίους ψάλλω θα έχουν εξαφανιστεί στη λήθη, οι λέξεις μου θα διαρκούν ακόμα». «Δώστε μου τη χάρη να παράγω μερικούς ωραίους στίχους, που θα αποδείξουν σε μένα τον ίδιο ότι δεν είμαι ο έσχατος των ανθρώπων, ότι δεν είμαι κατώτερος εκείνων που περιφρονώ» γράφει ο δύστροπος Μπωντλαίρ. Όσοι στερούνται ανάλογης ματαιοδοξίας, ελπίζουν οι εμμονές τους να αποδειχθούν αρκετές ή ακόμα καλύτερα ότι θα γεννηθούν μετά θάνατον, όπως έλεγε ο Νίτσε. (Ο Ντιντερό είχε το θάρρος να αποκαλύψει το αντικείμενο των πόθων του που δεν ήταν άλλο από το να μην πεθάνει. Τι άλλο ήταν τα γραπτά του παρά το καταδικασμένο να μην εγκριθεί αίτημα αθανασίας του;).

Η νίκη ωστόσο του Γάλλου φιλόσοφου είναι κενή περιεχομένου. Παίρνει το ματς, αλλά στα χαρτιά. Ο Φλωμπέρ είναι απαρηγόρητος τη στιγμή που φεύγει. Η φημισμένη φράση του, ότι «το να γράφω είναι ένας τρόπος να ζω», επισκιάζεται από την επιθανάτια κραυγή του ενάντια στην «πόρνη Μποβαρύ» που θα τη γλιτώσει, συνεχίζοντας τη ζωούλα της μετά από αυτόν. Δε βρίσκει καλή ιδέα την υστεροφημία-θέλει τη ζωή του. «Χρειάζομαι απομόνωση για να μπορώ να γράφω, όχι σαν ερημίτης αλλά σαν νεκρός. Να γράφεις μ’αυτή την έννοια είναι ένας βαθύτερος από τον συνηθισμένο ύπνος, άρα θάνατος, κι ακριβώς όπως δε γίνεται να βγάλουν ένα νεκρό από τον τάφο του, δεν θα μπορούν τη νύχτα να με σηκώσουν από το γραφείο μου» μας λέει ο Κάφκα. Αν δεχτούμε την εξήγηση του συγγραφέα της Δίκης, η ταραχή του Φλωμπέρ δεν είναι μόνο εκείνου που έχει ζήσει σαν ζωντανός-νεκρός και περιμένει ευνοϊκότερη αντιμετώπιση, αλλά του ανθρώπου που έκανε αθάνατη μία γυναίκα κι ίσως περίμενε να του χαριστεί η ζωή. Ο Χριστός θυσιάστηκε για να σώσει τον άνθρωπο ενώ εκείνος μία Μαντάμ, τη δική του Μαγδαληνή που περιμένει τον επιθανάτιο ρόγχο προκειμένου να του αφαιρέσει τα καρφιά.

Το αντίπαλον δέος του Σαρτρ, ο Αλμπέρ Καμύ, μας φαίνεται καθ’όλα έντιμος: «Γράφω σημαίνει είμαι ανιδιοτελής» λέει και προσθέτει:«Αν ο κόσμος μου φαινόταν ότι έχει κάποιο νόημα, δεν θα έγραφα». «Ο λιγότερο φιλόδοξος συγγραφέας βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια» πιστεύει ο Μπέλοου, «η αληθινή λογοτεχνία οφείλει να διδάσκει ή να υπόσχεται την ελευθερία» συμπληρώνει ο Τσέχοφ, σκέψεις που θα συνυπέγραφε νομίζω ο Γαλλοαλγερινός συγγραφέας. Ποιος μας λέει ωστόσο ότι ο πραγματικός Καμύ δεν είναι ο υποκριτής δικηγόρος της Πτώσης, εκείνος που νιώθει ενοχές όταν οι φίλοι του τον θεωρούν καλύτερο απ’ό,τι ο ίδιος νιώθει πως είναι; Ποιος ήρωας των συγγραφέων κουβαλάει τις αμαρτίες τους; Ποιον χαρακτήρα τους να πρωτοπιστέψουμε; Ο Μαρσέλ Προυστ υποστήριξε κάποτε ότι το λογοτεχνικό εγώ είναι διαφορετικό από το πραγματικό-το πόσο όμως δεν μας λέει ούτε αυτός. Από την άλλη, ποιος είναι τόσο αφελής που δεν υποψιάζεται ότι υποκρίνεται ακόμα και την ειλικρίνειά του και ποιος τόσο κουτός ώστε να πιστεύει ότι γνωρίζει στ’αλήθεια τον εαυτό του;

Ξεφυλλίζοντας βιογραφίες φαίνεται να ξεχνάμε κάτι βασικό: Οι αδυναμίες, τα ελαττώματα και τα σκοτάδια κάθε ανθρώπου νοηματοδοτούν τις τέχνες. Αν ήμασταν όλοι τέλειοι, θα επικοινωνούσαμε απρόθυμα και θα συνεννοούμασταν με χασμουρητά. «Το έργο που παράγει ο άνθρωπος είναι ιερό κι ας μην είναι ιερός αυτός ο ίδιος» μας λέει σχετικά ο Άγγελος Τερζάκης και προσθέτει: «Όλη η μυστική διαδικασία της Τέχνης σε αυτό στηρίζεται. Στο να παράγεις ιερότητα από την αμαρτία σου» • ο Χριστιανόπουλος το λέει αξιοποίηση αποβλήτων. Δυστυχώς η περιέργεια των βιογράφων στρέφει απότομα τους αναγνώστες στο κουτσομπολιό και την ανάκριση: Η μεγάλη αποκάλυψη ενός καθηγητή συγκριτικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ ήταν ότι ο Μπρεχτ δεν μύριζε μανούλα • για τον Σαρτρ υπάρχουν παρόμοιες καταγγελίες. Κανένας σάλος ωστόσο δεν ξέσπασε, ούτε ο πιο φθηνός, επειδή τα ποιήματά του κάθε φορά που τα διαβάζουμε μοσχομυρίζουν το ίδιο ή ακόμα και διαφορετικά. Μήπως ο Τσαρλς Μπουκόφσκι βίαζε μικρά κοριτσάκια επειδή περιέγραφε την αποτρόπαια πράξη στο βιβλίο του; «Έμπλεξα σε φασαρίες με πολλά από τα σκατογραπτά μου» ομολογεί. Ο Μέιλερ υπογραμμίζει αυτό το φόβο των νεαρών συγγραφέων και κυρίως εκείνον που αφορά στις πληγές που ενδέχεται να ανοίξουν σε δικούς τους ανθρώπους, μέσα από τα πορτραίτα τους. Ξεκίνησαν να γράφουν για να λυτρωθούν αλλά δεν υπολόγισαν τις παγίδες. Όσο για την ιδεολογική τοποθέτηση τους, δεν αποτελεί παρά έναν επιπλέον βραχνά. «Είστε κομμουνιστής κύριε Κούντερα; Όχι, είμαι μυθιστοριογράφος. Είστε διαφωνών; Όχι, είμαι μυθιστοριογράφος. Είστε αριστερός ή δεξιός; Είμαι μυθιστοριογράφος» επιμένει να απαντάει ο Τσέχος συγγραφέας απογοητεύοντας πολλούς.

«(Στη σύγχρονη ελληνική ποίηση) Οι αιδήμονες "χαμηλοί τόνοι", οι τελετουργικές δηλώσεις ταπεινοφροσύνης, η καταθλιπτική ρητορεία της απώλειας, της ήττας, της απελπισίας δίνουν και παίρνουν. Κάθε ποιητικό ιδίωμα, τωρινό ή περασμένο, που προσεγγίζει την έξαρση, τη ρώμη, την αυτοπεποίθηση θεωρείται μεγαλομανία ή ασύγγνωστη αφέλεια, κάθε ομολογία πίστεως στις δυνατότητες και την χρήση της ποιητικής ομιλίας φαρμακερή αυταπάτη» σημειώνει ο Κώστας Κουτσουρέλης, φωτίζοντας ένα ακόμη πρόβλημα της καλλιτεχνικής έκφρασης. Μονίμως εξόριστη η ποίηση, μάταια περιμένει να αποκτήσει ισχύ νόμου. Η εποχή, εξάλλου, όπου θα την έβρισκε κυρίαρχη, θα ήταν αναμφίβολα βαθιά αντιποιητική. Εκτός κλίματος, μεταδίδοντας τύψεις για το ότι προσθέτει μοναξιά στη μοναξιά, αφήνοντας μεγαλύτερα περιθώρια παρερμηνείας απ’ό,τι η λογοτεχνία, φοβάμαι πως θα παραμένει αιωνίως στα αζήτητα σε έναν κόσμο που διψάει για ακρίβεια και μικρές μπουκίτσες εύπεπτων πληροφοριών. Αντί να μεμψιμοιρεί, θα ήταν προτιμότερο να κερνάει τα ποιήματά της με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, διορθώνοντας τον κόσμο(Ουάιλντ) με εντιμότητα και πάθος και όχι για να απαγγέλει τα πονήματά της, την εκφυλιστική ασθένεια που χτυπάει, δίχως εξαίρεση, κάθε έναν από τους ποιητές.

Τι κάνει λοιπόν εκατομμύρια ανθρώπους να γράφουν τις σκέψεις τους, να απομονώνονται γρατζουνώντας λέξεις που δε σε βγάζουν τις περισσότερες φορές πουθενά και που καταφέρνουν μόνο να σε βάζουν λίγο πιο ήρεμο για ύπνο; Η γενίκευση με διευκολύνει αλλά αναμφίβολα αδυνατεί να φωτίσει την μοναδικότητα του καθένα ξεχωριστά. «Αγόρι μου, ο κόσμος έτσι που είναι δεν σου φαίνεται αρκετά άσχημος, αλλά θέλεις και να τον παραστήσεις στο θέατρο;» ρωτάει η μάνα του τον αμήχανο Τένεσι Ουίλιαμς. Αισθάνεται ένοχος που δεν μπορεί να απαντήσει ευθέως στην ερώτησή της και συνεχίζει να γράφει: μόνο έτσι ξορκίζει όσα τον καταθλίβουν. Ποιος μπορεί να σταματήσει τον Ιάκωβο Καμπανέλλη που μαγεύεται από το θέατρο, θέλει απεγνωσμένα να γίνει ηθοποιός-αλλά δεν μπορεί εξαιτίας του απολυτηρίου γυμνασίου που δεν έχει- και πιάνει το μολύβι; Η επιθυμία του είναι ακαταμάχητη, η ανάγκη του ασυμβίβαστη • οι σελίδες δειλά και με κόπο αρχίζουν να γεμίζουν.

Ο Πολ Ελυάρ παρατηρεί: «Αν ο Μπωντλαίρ, ο Λωτρεαμόν και ο Ρεμπώ φαίνονται γεμάτοι τύψεις αυτό συμβαίνει γιατί η μοναξιά τους δεν έχει σύνορο. Αυτοκατηγορούνται που δεν έχουν πάνω στον κόσμο μια απόλυτη, άμεση εξουσία». Τι είναι επομένως το γράψιμο; Πρόκειται τελικώς για προσπάθεια απόκτησης εξουσίας ή για την ολοκληρωτική άρνησή της; Απόπειρα απόκτησης ελέγχου σε ένα ακατανόητο σύμπαν, αποκατάσταση της θεωρίας σε σχέση με την πράξη ή απλώς πείραμα αθανασίας;

Ο συγγραφέας, σε αντίθεση συχνά με τους θαυμαστές του, έχει γνώση της πολυπλοκότητάς του. Δίχως να γνωρίζει ακριβώς ποια είναι αυτή, δοκιμάζει να την αποκαλύψει. Την αθλιότητα των άλλων μπορεί να την αντιμετωπίσει • τη δικιά του δεν την ανέχεται. Αν αγαπάει αλλά και ενοχλείται από το καθετί, καταλαβαίνει ότι πρέπει να ξεδώσει στο χαρτί προκειμένου να μην γίνει αφόρητος, γκρινιάρης ή τρελός. Εκεί, εντελώς ξεκούραστα, τα βάζει με όλους-και εκείνοι ούτε που το φαντάζονται. Καλύτερα να τα βρουν μια μέρα γραμμένα. Γράφοντας, νίπτει τας χείρας του. Βγάζει γλώσσα στην ξερόλα δασκάλα, τη ζωή. Ανταγωνιζόμενος τον Θεό, τον προκαλεί να μιλήσει-δεν έχει ερωτηθεί για αυτό που ζει. Επιτέλους τα προβλήματα της ανθρωπότητας μπορούν να γίνουν δικά του! Καιρός να τα λύσει! Εργοδότης του είναι ο κόσμος και μόνο σε εκείνον λογοδοτεί. Καθισμένος στην καρέκλα του κάνει παρέα με όλη την ανθρωπότητα και το μόνο που εύχεται είναι να μην αρχίσει να πονάει η μέση του. Το πόσο καλός θα γίνει εξαρτάται από το πόσο σύμπαν μυρίζει σε κάθε του εισπνοή, από το πόσο καλά ακούει τις μικρές ώρες, από το πόσο του αρέσει να παίζει το παιχνίδι, τελικά από το πόσο επιθετικά και υπομονετικά θα φλερτάρει το όραμά του, χρησιμοποιώντας όλες τις οδούς, όλες τις χαραμάδες και όλα τα τεχνάσματα. Εμπνευσή του φυσικά η παρατήρηση, η αυθεντική διασκέδαση κάθε συγγραφέα-μερικές φορές απαιτείται μεγάλη φαντασία για να καταλάβεις ότι ισχύει για σένα αυτό που παρατήρησες στους άλλους, φαντασία που δεν διαθέτουν ούτε οι καλύτεροι συγγραφείς. Γράφει γιατί αντιλαμβάνεται πως έχει φωνή, γιατί δεν ξέρει να παίζει μουσική, γιατί δε θέλει να προσβάλλει κανέναν, για να ενημερώσει πολλές φορές σε πείσμα της ενημέρωσης, μα πάνω από όλα για να πει στις γυναίκες της ζωής του ότι τις αγαπάει. Η συγγραφή μπορεί να πάρει χίλιες δυο μορφές: εξονυχιστική εξέταση, συμβόλαιο με τον εαυτό, άμυνα του καταπονημένου οργανισμού, βομβαρδισμός ανθρωπιστικής βοήθειας, επείγουσα έκκληση απεγκλωβισμού, σημειώσεις μυστικές που σε περνούν στο μάθημα της ζωής, ανακωχή αλλά και πόλεμος μαζί.

Ρωτάει ο Ρίλκε τον νεαρό ποιητή: «Θα πεθαίνατε τάχα αν σας απαγόρευαν να γράφετε;». Αν απαντήσει ναι, μία φράση του Ρουσό θα ήταν αρκετή για να τον προβληματίσει:«Κάθε αφοσίωση είναι σημάδι ανεπάρκειας». Ποιος νέος άνθρωπος θέλει να είναι ανάπηρος; Ο Λόντον γίνεται αμέσως ο δικηγόρος του διαβόλου: «Αν δεν μπορείς να βρεις χρόνο, να είσαι βέβαιος ότι ο κόσμος δεν θα βρει χρόνο για να σε ακούσει». «Η γραφή μας επιτρέπει να συνδιαλεγόμαστε με τους νεκρούς, με τους απόντες, με αυτούς που ποτέ δεν γεννήθηκαν, διασχίζοντας όλες τις αποστάσεις του χρόνου και του χώρου» διαπίστωνε ο Άβρααμ Λίνκολν, «όποτε αφήνω το χαρτί και το μολύβι σκοντάφτω» λέει η Καρυστιάνη • ο Καββαδίας ζαλίζεται στη στεριά. «Να 'μαι ποιητής δεν είναι δική μου φιλοδοξία. Είναι ο τρόπος μου να είμαι μόνος» λέει ο Πεσσόα, «πίδακας από αίμα η ποίηση, τίποτα δεν την σταματάει» μας εκμυστηρεύεται η Πλαθ, ο Τσοράν, όποτε γράφει, «κλαίει διακριτικά».

«Το γράψιμο δε με ενδιαφέρει παρά στον βαθμό κατά τον οποίο ενσωματώνεται στην πραγματικότητα μιας μάχης, στην καθαρότητα ενός εργαλείου, μιας τακτικής, μιας φωτοχυσίας. Δεν θα ήθελα παρά να είναι τα βιβλία μου ένα είδος νυστεριού, βόμβας μολότωφ ή νάρκης και να απανθρακώνονται μετά τη χρήση όπως τα πυροτεχνήματα» σημειώνει ο Φουκό περιγράφοντας μία γραφή γενναιόδωρη -σε μερικούς, όπως ο Χέγκελ, θα έφτανε να γίνουν έστω και λιγάκι κατανοητοί. Μοιάζει σε αυτό ο συγγραφέας με τη νοικοκυρά: φτιάχνει ένα κείμενο περιμένοντας όχι απλά κάποιον να το δοκιμάσει αλλά να του αρέσει κιόλας. Η διαφορά είναι πως εκείνος παραμένει ορφανός όσο δεν βρίσκει αναγνώστες-συνεχίζει όμως να μαγειρεύει για δική του ευχαρίστηση.

«Καινούριοι καιροί, καινούρια καθήκοντα» γράφει ο επίκαιρος Ουγκό. «Δε φτάνει πια να στοχάζεσαι, πρέπει και να αγαπάς. Δεν φτάνει πια να στοχάζεσαι και ν’ αγαπάς, πρέπει να δρας. Δεν φτάνει πια να στοχάζεσαι, ν’αγαπάς και να δρας. Πρέπει και να υποφέρεις». Τα κριτήρια φαντάζουν αυστηρά. Ο ίδιος ο έλεγχος στα γραπτά οφείλει να αυστηροποιηθεί. Με άλλα λόγια θα λέγαμε πως επιτρέπεται εντέλει στους συγγραφείς να γράφουν με μία προϋπόθεση: να γίνουν σπουδαίοι, να μην είναι χλιαροί, να μην είναι οι ποιητές-γιαούρτια του Λιαντίνη. Διαφορετικά ο Έκο θα προσθέσει στον ταξιτζή-τον άνθρωπο που δεν έχει ποτέ ρέστα- τον συγγραφέα-τον 40άρη που δεν ξέρει να ψήσει καφέ όπως ομολογούσε ο Μπένγιαμιν. Ποιος θα τον αδικήσει;

«Η απειλή σήμερα» βλέπει ο Ζίζεκ «δεν είναι η παθητικότητα αλλά η ψευδοδραστηριότητα, η παρόρμηση να είμαστε ενεργοί, να συμμετέχουμε, συγκαλύπτοντας το τίποτα που στην πραγματικότητα συμβαίνει. Άνθρωποι παρεμβαίνουν συνεχώς, κάνουν κάτι, ακαδημαϊκοί παίρνουν μέρος σε ανόητες αντιπαραθέσεις». Ποιος θα διαφωνούσε; Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί παρουσιάζουμε τα βιβλία. Βαριόμαστε να τα διαβάσουμε; «Τα πιο μεγάλα γεγονότα» μας λέει ο Νίτσε «δεν είναι οι πιο θορυβώδεις ώρες μας αλλά οι ώρες της μεγάλης σιωπής». Βρίσκει όμως χρόνο να σωπάσει κανείς; «Η μάχη να δίνεται μετά την αηδία και την επίγνωση της ματαιότητας» συμβουλεύει με τη σειρά του ο Αναγνωστάκης σε ένα στίχο που θα θέλαμε επίσης να ξεχάσουμε-άκρως επικίνδυνο να τραυματίζεις αυταπάτες.

«Όσοι ξεκινούν για την περιπέτεια της τέχνης θα πρέπει να ξέρουν πως η ιστορία της ομορφιάς συμπληρώθηκε, δεν περιμένει εκείνους που θα την αποσώσουν. Και εκείνο που κάνουν πάντα οι αφοσιωμένοι της δεν είναι παρά ένας αγώνας να ξαναβρούν αυτό που χάθηκε, ξαναβρέθηκε , ξαναχάθηκε κάτω από βοηθητικές ή αντίθετες συνθήκες, ένας αγώνας δύσκολος και ασταμάτητος» σημειώνει ο Λορεντζάτος. «Η τελευταία λέξη του κόσμου για τον κόσμο δεν έχει ειπωθεί. Ο κόσμος είναι ανοιχτός και ελεύθερος. Όλα είναι ακόμη, και θα είναι για πάντα, μπροστά μας» μας ενθαρρύνει περισσότερο ο Μπαχτίν. Οι συγγραφείς, αδιόρθωτοι εγωιστές, πάντα θα ψάχνουν στο έργο τους να πουν την τελευταία λέξη, να γράψουν το τελευταίο βιβλίο, να ψιθυρίσουν ντροπαλά το αλαζονικό “You must listen to me” του Αλί, ελπίζοντας πως όλο και κάποια τρίχα από τα μυστικά του Θεού θα ξεριζώσουν (Miguel De Unamuno), πως όλο και κάποιος θα αναγνωρίσει το χαμένο νόημα στη δική τους φωνή. Η τέχνη τους όσο πιο περιττή θα αρχίσει να μας φαίνεται, τόσο περισσότερο αναγκαία για την ίδια την πραγματικότητα θα είναι.

«Το ειπωμένο εξακολουθεί να μην είναι αρκετό» έλεγε ο Ντελακρουά, ζωτικό ψεύδος(Ίψεν) που χρειάζονται όλοι οι καλλιτέχνες για να δράσουν και να κινητοποιηθούν, αυταπάτη ώστε να μην παγώσουν στη σκέψη πως ό,τι και να πουν είναι πια εκπρόθεσμο. Σε ένα από τα πιο γνωστά παραδείγματα ταύτισης, ο Βίττγκενσταιν επαναλαμβάνει τη θέση του Επίκουρου περί θανάτου δίχως καν να το υποψιάζεται. Προφανώς, για να μην πεθάνεις, πρέπει ορισμένα πράγματα να τα ρισκάρεις.


Κινδυνεύω και το καλύτερο πράγμα που σκέφτηκα είναι να γράψω αυτό το κείμενο που κανείς δε θα διαβάσει. Αν δεν το έγραφα ωστόσο, εξαγριωμένοι ιδανικοί αναγνώστες θα μου επιτίθονταν. Θα κοιμηθώ ήσυχος-μικρό πράγμα είναι αυτό; Με την πλάτη στον τοίχο, δεν αισθάνομαι ανίκητος. Έδωσα όμως νόημα στη ζωή μου. Είναι αυτονόητο πως ανησυχώ για την τύχη του ψέματός μου. Θέλω να σταθεί τυχερό. Δίχως ταπεινά κίνητρα η εκκίνησή μου από τους βατήρες ήταν-παραδέχομαι-νωχελική. Δε ζητάω από τους αυριανούς εργοδότες μου να αναγνωρίσουν την αξία μου ή να νοιαστούν για την αξιοπρέπειά μου. Μου αρκεί να μου την πληρώνουν. Έχω κι εγώ δικαίωμα, όπως όλοι, να ζήσω από το παιχνίδι μου. Αν με εμπιστευθείτε, δε θα χάσετε. Δεν κοιμάμαι ούτε κλαίω εν ώρα υπηρεσίας. Στο μυαλό μου- δεν σας κρύβω- έχει κολλήσει μια φράση του Χορν: «Είμαι ψευδοσεμνός. Είμαι ψευδομετριόφρων. Θέλω να κάνω αυτό που θέλω».

Διαβάζω ακόμα. Διαβάζω επειδή με νοιάζει τι είπε ο ένας και ο άλλος. Διαβάζω παρόλο που ξέρω ότι βάζω σε κίνδυνο τον εαυτό μου-οι άνθρωποι βλέπουν ευκολότερα το πιο τρομακτικό θρίλερ ενώ τρομάζουν στην ιδέα ενός καλού βιβλίου. Το κάνω επειδή δεν έχω ιδανική παρέα, αρκετά χρήματα και χρόνο για να ταξιδέψω. Τυχερός μέσα στην ατυχία μου, κατάφερα να πηγαίνω σε μέρη όπου κανένα αεροπλάνο δε μπορούσε να προσγειωθεί, κανένα πλοίο να πιάσει λιμάνι, κανένα τρένο σταθμό. Τα βιβλία ήταν το διαβατήριό μου. Συν τοις άλλοις, κανείς δεν τολμά να με υπολογίσει στα στατιστικά του στοιχεία-δε μένω άνεργος όσο έχω ακόμα βιβλία αδιάβαστα. Σε αυτό το blog επιμένω συχνά να μιλάω με λόγια αλλονών όχι για να κάνω επίδειξη γνώσεων, όπως μου είπε πρόσφατα ένας άνθρωπος που περίμενα να με ξέρει καλύτερα. Πέρα από τη δημοκρατικότητα της επιλογής μου, το κάνω επειδή φοβάμαι πως είναι ο μόνος τρόπος να επιτύχουμε τελικώς το διάλογο μεταξύ των ανθρώπων, πως υπάρχει σημαντική πιθανότητα όλοι αυτοί οι σπουδαίοι που παρέθεσα, παρά τις κοινές τους ανησυχίες, να μην άντεχαν ο ένας τα χνώτα του άλλου για περισσότερο από ένα λεπτό, εάν ποτέ τους μαζεύαμε σε ένα δωμάτιο-θα αισθάνονταν ότι πνίγονται. Η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζαμε πάντοτε εμείς οι πολιτισμένοι είναι η ίδια: Να αγαπιόμαστε. Να αγαπιόμαστε ως εάν αυτό να ήταν δυνατό.

Σε έναν κόσμο όπου τινάζεται στον αέρα κάθε μέρα, όπου η ελπίδα θα πεθάνει από αηδία, όπου σε πρώτο πλάνο σήμερα είναι η οικονομία-λες και χθες ήταν ο έρωτας, όπου η ζωή με απόλυτη ευθύνη μας προήχθη σε διαδικτυακή μπούρδα, δε με εκπλήσσει που τον τελευταίο καιρό διάφοροι συνάνθρωποί μου μπήκαν στο blog για τους εξής λόγους: «Κανονες απο νταντα αμεσου δρασεως, ζαλμας γκευ, στεκια στριπτιτζουδες, ρεμπεκα γουανγκ, λογαράς πούστης, o kolos tis misel obama». Μέσα σε δευτερόλεπτα τους έχασα από πελάτες μου καθώς δεν στάθηκα ικανός να τους εξυπηρετήσω. Ώρα να τους λάβω υπόψη μου!

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

vilanova panta se diabazw me endiaferon! xtes se skeftomoun k simera m ekanes add sto msn, tixeo? den nomizw! ston idio logariasmo p ekanes add gia msn, stile 1 email na se kanw k egw add giati exei skalwsei to msn mou k prepei na kanw k egw add gia na oloklirwthei i diadikasia. stile m lipon 1 email wste na exw tin diefthinsi s!

pasaenas είπε...

Πιστέ αναγνώστη, το έκανα! Είδαμε αποτέλεσμα;