Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Αρπαχτή

Πρόπερσι τον Δεκέμβρη το Νόμπελ Ειρήνης πήγε στον Ομπάμα ως διά βλακείας. Ακριβώς ένα χρόνο μετά, τα βραβεία συνέχισαν να εκπλήσσουν με τις επιλογές τους. Ο Παπανδρέου μπορεί να μην κατάφερε, τελικά, να κατακτήσει το βραβείο του χειρότερου πρωτοεμφανιζόμενου πρωθυπουργού χάρη σε μερικές ψήφους του ΛΑ.Ο.Σ, αλλά αναδείχτηκε 79ος γκλόμπαλ θίνκερ από το Foreign Policy, επιτυχία που αποδεικνύει ότι κάτι σημαντικό κάνει για τους ανθρώπους του, η ταυτότητα των οποίων είναι δυστυχώς σκοτεινή και αόριστη ακόμα και ανάμεσα στο επιτελείο της Βίκυς Χατζηβασιλείου. Το ωραίο θα ήταν η διάκριση να είχε συνοδευτεί από χρηματικό έπαθλο ανάλογο με αυτό που δόθηκε στους χαμηλοσυνταξιούχους και ο πρωθυπουργός να το χάριζε σε εκείνον που το έχει περισσότερο ανάγκη-όχι σε όσους τον βραβεύουν για τις εξυπηρετήσεις που τους προσφέρει.

Ουδείς ωστόσο προφήτης στον τόπο του. Ο καθηγητής Γιανναράς στην Καθημερινή πυροβολεί τον απροσδόκητο ανταγωνιστή του μεταφέροντας την άποψη του Ευθ.-Φοίβου Παναγιωτίδη, επίκουρου καθηγητή Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου: «Αν η γλώσσα που παράγουμε είναι ενδεικτική της νόησής μας… αν ο εκφραστικός πλούτος υποδηλώνει, ανεξαιρέτως, βάθος σκέψης και ικανότητα για συνθετική συλλογιστική, ποιος θέλει στο τιμόνι (της χώρας) κάποιον που γνωρίζει μόνο δύο πτώσεις;». Σκωτζέζικο ντους για τον πρωθυπουργό η διάγνωση. Κάθε μεγάλος στοχαστής βεβαίως είχε ανέκαθεν και τους εχθρούς του. Εντοπίζοντας όμως το «οξύτατο και δραματικό σήμερα για τον Ελληνισμό πρόβλημα επάρκειας του τιμονιέρη» στη γλωσσική του ικανότητα, το υποβαθμίζουμε.

Τα μαργαριτάρια του Γ.Α.Π είναι για εσωτερική κατανάλωση-δεν παρακολουθούν Ελληνοφρένεια οι ευρωπαίοι εταίροι. Ο πρωθυπουργός στο εξωτερικό εντυπωσιάζει, θεωρητικά τουλάχιστον, με την ευχέρειά του στις ξένες γλώσσες, γεγονός που τον διασώζει από τη γελοιοποίηση τη δεδομένη στιγμή. Το να απαιτείς από τον αρχηγό ενός κράτους να γνωρίζει την επίσημη γλώσσα του, διαθέτει ισχυρή βάση και κατανοητό σκεπτικό. Δεν μπορεί όμως να αποτελεί την αποκλειστική ένστασή σου. Με την ίδια λογική θα μπορούσε ένα λογιστής να τον μέμφεται για το ότι δεν έχει ιδέα από οικονομικά μεγέθη, ένας μαέστρος για τη νωχελική διεύθυνση της κυβέρνησής του, ένας κτηματομεσίτης για την άγνοιά του όσον αφορά στο οικόπεδο Ελλάδα, ένας ναυαγοσώστης για το ότι δεν κρατάει σωσίβιο, ένας θηριοδαμαστής για την έλλειψη δεξιοτεχνίας του στο μαστίγιο κατά των τοκογλύφων, ένας ποδοσφαιριστής για την αδυναμία που τρέφει στο ποδήλατό του. Δεν είναι ακριβώς το ίδιο, αλλά δεν ακούγεται και πολύ διαφορετικό. Όλοι μπορούν να έχουν την ίδια παράλογη αξίωση: Εφόσον με κυβερνά, πρέπει να κατέχει το αντικείμενό μου εξίσου καλά με εμένα. Έχουμε όμως δικαίωμα να τον κατηγορούμε τη μόνη φορά που υπήρξε ειλικρινής απέναντί μας; Στο ζήτημα των ελληνικών του, μας είχε ξεκάθαρα και επανειλημμένα προειδοποιήσει.

Αν φορέσουμε τα γυαλιά μας, προλαβαίνουμε το δάσος. Πιο καίρια ερωτήματα προηγούνται: Πώς κοιμάται τα βράδια; Πώς νιώθει ως εκπρόσωπος τύπου των κατοχικών στρατευμάτων; Πότε θα μας πει αλήθεια; Μπορεί να εκπροσωπήσει τη χώρα της Ρομιγί και όχι της Μανωλίδου; Μπορεί να ζητήσει την άμεση αναδιάρθρωση του χρέους; Μπορεί να επιχειρήσει κάτι αντίστοιχο με αυτό που έκανε ο Κορέα στον Ισημερινό; Μπορεί να παίξει έναν πιο ενεργό ρόλο στην επιβεβλημένη αλλαγή πορείας του Τιτανικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Ο κύριος Γιανναράς όσο κακό βαθμό και να του βάλει, όσο κι αν τα ψάλλει στη Μαργαρίτα, το καμάρι της θα παραμένει ο δημοκρατικά εκλεγμένος πρόεδρος της τάξης, το παιδί για όλες τις δουλειές των αγορών, ο ανασφάλιστος που καθαρίζει τα τζάμια τους και κινδυνεύει λόγω ελλιπών μέτρων ασφαλείας να σκοτωθεί, παίρνοντας κι άλλους στο λαιμό του.

Ο Μητροπολίτης Άνθιμος, όμως, είναι εκτός συναγωνισμού. Εντύπωση προκάλεσε η πρόσφατη αρπαχτή του με τον Γκαίτε. «Πνευματικός άνθρωπος χωρίς Χριστιανισμό δεν υπάρχει» αποφάνθηκε, στηρίζοντας το συμπέρασμά του σε έναν αφορισμό του Γερμανού ποιητή και πεζογράφου που λέει ότι «τελικά ο αγώνας μέσα στον κόσμο είναι μεταξύ πίστεως και απιστίας». Δεν κατάλαβε τι διάβασε ή δεν τον ενδιέφερε να το κατανοήσει; Ο καθένας μπορεί να υποπτευθεί πως η σκέψη του συγγραφέα δεν ταυτίζεται με εκείνη του Μητροπολίτη. Ο ίδιος ωστόσο δεν πτοήθηκε και εκμεταλλεύτηκε βάναυσα τον αφορισμό του. Κοίταξε να εξυπηρετηθεί από τη φράση, φέρνοντάς την στα μέτρα του ράσου του, πονηρά και άγαρμπα, χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς αντιλαμβάνονται τον ελεύθερο στοχασμό όσοι τον θαυμάζουν και ταυτόχρονα τον υποτιμούν, όσοι σκοντάφτουν πάνω του τυχαία.

Ο Φάουστ είναι ξεκάθαρος: «Ποιός καλή μου θα τολμήσει να πει πως στο Θεό πιστεύει; Όταν είσ’ όλη ευτυχισμένη στο αίσθημά σου, πες το όπως θέλεις τότε, πες το ευτυχία, καρδιά, έρωτα, Θεό. Όνομα εγώ γι’αυτό δεν έχω. Αίσθημα είναι όλα». Η θετική πλευρά του ατοπήματός του Άνθιμου είναι πως τόλμησε να αναφερθεί σε έναν κανονικό άνθρωπο-όχι σε κάποιον απόστολό ή άγιο- χωρίς να ζητήσει πιστοποιητικό ιδεολογικών φρονημάτων όπως θα έκανε ένας πολιτικός που θα παρέθετε μόνο τον αρχηγό του κόμματος. Οφείλουμε να είμαστε δίκαιοι και να αναγνωρίσουμε την υπέρβασή του, επισημαίνοντας παράλληλα τη στρέβλωση και την ιδιοτέλειά στην κρίση του, κακό σύμμαχο κάθε αναγνώστη.

Ο αφορισμός είναι μία πολύ έξυπνη πρόταση ειδικά σχεδιασμένη για να λέει τη μικρή αλήθεια ενός μεγαλύτερου ψέματος, που δεν είναι άλλο από την ψευδαίσθηση που σου χαρίζει ότι τα «είπες όλα». Στην περίπτωση που εξετάζουμε υπάρχουν μάλιστα πολλά περιθώρια παρερμηνείας. Ακόμα κι αν υποθέσουμε πως ο Γκαίτε προσπαθεί να καταλήξει στο συμπέρασμα του Άνθιμου και δεν μπορεί, η γνώμη του δεν θα έφτανε. Στα 60 του χρόνια ο Γερμανός συγγραφέας είχε χάσει εντελώς το κουράγιο του:«Η άγια ελευθερία του Τύπου: Τι χρησιμότητα, τι καρπούς, τι πλεονεκτήματα μας προσφέρει;». Θα μπορούσε κανείς να στηρίξει ολόκληρη στρατιωτική δικτατορία πάνω σ'αυτή τη φράση. Απέναντι στους κινδύνους της αυθεντίας, η κρίση μας οφείλει να δουλεύει στο φουλ-όχι να υποχωρεί δίχως μάχη. Η επίκλησή της δεν είναι αρκετή · διαπιστώνουμε ότι έχει κι εκείνη τις κακές της μέρες. Ένας κόσμος εξάλλου που θεωρεί ακόμα αμάρτημα την κάθε είδους απιστία και όχι την πίστη, πίστη στον πόλεμο, στους μεσσίες της πολιτικής, στον έναν και μοναδικό Θεό, στα θεόσταλτα πλούτη, στις αγορές, στην ανωτερότητα της φυλής, είναι ξεκάθαρα ένας κόσμος πολύ ανώριμος για να ελπίζει στη σωτηρία του.

Αυτός που μπορεί να είναι ειλικρινής με το χαρτί, μπορεί να καμώνεται πως είναι ειλικρινής με τον εαυτό του. Το «εχέμυθο αυτί του» όπως θα έλεγε η Δημουλά καταγράφει τα πάντα, ιδιαίτερα αν έχεις συμπληρώσει πολλές ώρες πτήσης στην ανάγνωση: συναισθήματα, ανεπάρκειες, κίνητρα, εμμονές. Δυστυχώς η ανάγκη να καταστήσουμε το γραπτό μας ξεχωριστό, ασυνείδητα, ενισχύει την προπαγάνδα του. Το γράψιμο, αναμφίβολα, ρισκάρει την υπόληψη και τον εξοστρακισμό του προς τα ναρκοθετημένα χωράφια της πειθούς, όταν αρχίζει να αρνείται τη μοναξιά του, το οξυγόνο που εμπνέει το πιο μαχητικό κομμάτι του.

Ξαναδιαβάζοντας χθες την σπαρακτική ποίηση της Γώγου δεν μπόρεσα να μην διακρίνω, σε αντίθεση με το κείμενο του σεβάσμιου Μητροπολίτη, την εντιμότητα του πεσιμισμού της. Οι λέξεις της είναι «σουγιαδιές»: σε πυροβολούν, σε παίρνουν στο κυνήγι, σε αναστατώνουν. Το στυλό της λυγίζει επειδή οι στίχοι την βαραίνουν. «Οι φίλοι την φοβούνται» όσο και οι αναγνώστες της. Εντέλει η ποιήτρια δεν λυτρώθηκε ποτέ, ανακουφίστηκε παρά μόνο προσωρινά, κάηκε παρά τις λέξεις της, έγραψε ό,τι ήξερε και βγήκε από την τάξη, δεν δέχτηκε να πιλατεύει ένα γραπτό που ό,τι και να έκανε δεν θα την ικανοποιούσε, αφού η ζωή πεισματικά δεν θα άλλαζε. Είναι δύσκολο να πεις αν η ποίηση τελικά επιβράδυνε ή προκάλεσε το τέλος της. Βιαστική λόγω ιδιοσυγκρασίας, ίσως δεν αποδέχτηκε ότι δεν έχουμε να πάμε πουθενά- ή το κατάπιε και δεν μπόρεσε να ζήσει μ’αυτό. Το πηγάδι της απελπισίας μαγνητίζει όποιον επίμονα το κοιτάζει. Ο Ρεμπώ το είχε καταλάβει από νωρίς. «Νομίζω ότι βρίσκομαι στην κόλαση, άρα βρίσκομαι» έγραψε και έγινε έμπορος όπλων. Η Κατερίνα περίμενε μέχρι την τελευταία στιγμή τους φίλους της:«Πού στην ευχή είσαστε; Πού, ρε;».

Ο Ζυλ Ρενάρ έλεγε ότι «το γράψιμο είναι ένας τρόπος να μιλάς χωρίς να μπορεί κανείς να σε διακόψει». Η Γώγου θα συμφωνούσε ως προς τον εγωκεντρισμό του. Καθόλου άβολα δεν ένιωθε ξεμπροστιάζοντας την ίδια της την τέχνη. Ίσως και να πρόλαβε να τη μισήσει ολοκληρωτικά μέσα στα επικίνδυνα βάθη που την έριξε. Η συγγραφή δεν επιλέγει τα πειραματόζωά της όπως η έρευνα. Εκείνα της προσφέρονται. Την ίδια στιγμή που ζητάει την ευαισθησία σου, απαιτεί την αναίδειά σου. Δίχως να ξεχνάμε λοιπόν να της βγάζουμε πού και πού τη γλώσσα, θα ήταν προδοτικό να την αφήσουμε να γίνει εκκλησιαστικό κήρυγμα που επιτρέπει χειροκροτήματα εκμεταλλευόμενο την εύνοια του Θεού ή άσκηση υψηλής δυσκολίας για νάρκισσους των γραμμάτων που παίζουν τη γλώσσα στα δάχτυλα.

Μπροστά στο φαινόμενο Σαίξπηρ, τον κάτοχο ενός λεξιλογίου τριάντα χιλιάδων λέξεων, ο Βιττγκενστάιν ρωτάει: «Είναι αρκετή η γλώσσα;». Θεωρώντας σύμβαση μεταξύ των αιώνων τον εγκωμιασμό του, φτάνει στο σημείο να πει: «Δε μου αρέσει» (Ich mag es nicht). Ο Στάινερ συμμερίζεται τον προβληματισμό του:«Υπάρχει ένας πολύ πραγματικός τρόπος, συντριπτικός, σχεδόν τρομακτικός με τον οποίο ο Σαίξπηρ κατανοεί και λέει τα πάντα. Κατανοεί όμως και λέει τίποτε άλλο;» αναρωτιέται.

Χάνοντας πολύτιμο χρόνο στα μαργαριτάρια του Γ.Α.Π, καθυστερούμε να εξορύξουμε τα πραγματικά. «Πρέπει να αναζητήσουμε αποσπάσματα, σκλήθρες, κομμένα νύχια, οτιδήποτε έχει μετάλλευμα μέσα του, οτιδήποτε είναι ικανό να νεκραναστήσει το σώμα και την ψυχή». Η φράση του Χένρι Μίλερ από τον Τροπικό του Καρκίνου αποτελεί αιώνιο κάλεσμα προς όλους τους πνευματικούς ανθρώπους · σε περίοδο Δ.Ν.Τ γίνεται συναγερμός και κάλεσμα στα ορύγματα. Η μείωση της σπατάλης του πνεύματος δεν αποτελεί όρο του μνημονίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: