Παρασκευή, 2 Απριλίου 2010

Ο Μικρός Πρίγκιπας


Του την είχαν στημένη από παντού. Ο κλοιός είχε αρχίσει να σφίγγει ασφυκτικά γύρω από τον Χαμί. Για πόσο καιρό θα διέφευγε το θάνατο; Η τύχη του, παρόλες τις κακουχίες, δεν φαινόταν ωστόσο να τον εγκαταλείπει. Ήταν αυτή που τον είχε φέρει μέχρι το κτίριο της Ελληνικής Εταιρείας Διοίκησης Επιχειρήσεων. Ας το παραδεχτούμε. Θα μπορούσε να είχε πεθάνει πολύ νωρίτερα.

Οι γονείς του παιδιού βρήκαν το θράσος να έρθουν από το Αφγανιστάν στην Ελλάδα πριν από μερικούς μήνες, μέσα σε μια βάρκα, για να διεκδικήσουν την ελπίδα. Παρανομώντας ουσιαστικά απέναντι στη μοίρα τους, είχαν κατά νου ένα σατανικό σχέδιο: να καταχραστούν τα σκουπίδια μας. Σε μια χώρα που ήθελαν να ζήσουν όπως είπε ο πατέρας του Χαμί, επειδή θαύμαζαν τον πολιτισμό της. Το αίτημά τους όμως δεν ικανοποιήθηκε. Ο 15χρονος βρήκε το δώρο του θανάτου του στο δρόμο, σταλμένο κατευθείαν από την πατρίδα του όπου εδρεύει σε μόνιμη βάση η δικτατορία της φτώχειας και του πολέμου. Η αδερφή του, η μικρή Φερστέ, σκέφτηκε πως μπορεί κάποια κούκλα να βρίσκεται στη σακούλα, σαν κι εκείνες που ανακάλυπτε πεταμένες κάτω και στη συνέχεια τις έπλενε και τις χτένιζε. Τώρα κινδυνεύει να μείνει τυφλή.

Στο μέτωπο του αίματος, παρατηρούμε πια μια συνεργασία αστυνομίας και τρομοκρατίας, που συναντιέται τυχαία σε ένα νέο στόχο: να βγάλει τους ξένους από τη μέση. Οι σφαίρες και οι βόμβες έχουν συνάψει συμφωνία τιμής και αφαιρούν ζωές για να αποδώσουν δικαιοσύνη. Τα όπλα είναι εξάλλου φτιαγμένα για αυτό το σκοπό. Για να συνεργάζονται. Οι τρομοκράτες μπορούν κάλλιστα να αρχίσουν να σκοτώνουν ακόμα πιο αθώους, τροποποιώντας λιγάκι τις θεωρίες τους, τοποθετώντας βόμβες σε παιδικά πάρτυ και χαρές, σε ίντερνετ καφέ, μαιευτήρια, κατασκηνώσεις, σχολεία, νηπιαγωγεία και σταθμούς. Συμβολικά μπορούν να χτυπούν τα φροντιστήρια για να συντρίψουν την παραπαιδεία ή τις βάρκες που μαζεύουν ψυχές σα σκουπίδια και τις πετούν απέναντι σαν πυρηνικά απόβλητα. Συμβολικά θα μπορούσαν να χτυπούν παντού, γιατί όχι; Οπουδήποτε μπορεί να βρίσκονται οι πιο αθώοι. Χωρίς φυσικά να προηγείται τηλεφώνημα. Δίχως καμία προειδοποίηση. Ο αιφνιδιασμός θα είναι το νέο όπλο στη φαρέτρα των «επαναστατών». Και την ευθύνη θα την αναλαμβάνει η μάνα που είχε δώσει στο νεκρό ζωή.

Το αποτέλεσμα, που προκύπτει από την αντίσταση των πόλεων, είναι ένα ακόμη νεκρό παιδί. Και αυτό το ακόμη φοβάμαι ότι αφαιρεί από το γεγονός τη σημασία του. Ένα ακόμη παιδί που δεν το γνωρίσαμε ως παιδί αλλά σαν νεκρό παιδί. Ένα παιδί που δεν μπορούμε να το φανταστούμε να παίζει. Και λες και δε συνέβη τίποτα, η ζωή συνεχίζεται, παρέα με το μακάβριο ανθρωποκυνηγητό εναντίον της, δίχως καμία υποψία πλήξης. Αυτή είναι που καταζητείται και διώκεται, διότι αδυνατούμε να επινοήσουμε τρόπους για να αγαπάμε τους ανθρώπους που μας κάνουν να θυμώνουμε, τους άλλους γύρω μας που μόνο εύκολη τη ζωή δεν μας κάνουν.

Η ευαισθησία των λέξεων, που κάποτε οφείλει να γίνει ευαισθησία των πράξεών, δεν προέρχεται από κάποιον ελιτίστικο φιλοτομαρισμό. Δε φοβάμαι μήπως πεθάνω για το τίποτα. Φοβάμαι όμως μη ζήσω για το τίποτα. Γιατί το μόνο σίγουρο είναι η ζωή -ο θάνατος αμφισβητείται. Και οι μετανάστες στον κόσμο των τραπεζιτών, των κερδοσκόπων και των εκλεγμένων κυβερνήσεών τους, γι’αυτό τιμωρούνται. Επειδή υπάρχουν. Η ύπαρξη αθώων ανθρώπων και κυρίως παιδιών είναι αυτή που καταφέρνει να ενοχοποιεί ακόμα τον κόσμο μας.

Ένας κόσμος που πολύ γρηγορότερα απ’ό,τι θα περιμέναμε θα γεμίσει με τυφλούς και νεκρούς. Από κοντά θα παρακολουθούμε κι εμείς που θα προσπαθούμε να τους μοιάσουμε με την αδιαφορία μας και τις ασήμαντες υπάρξεις μας. Την επόμενη φορά που κάποιος Χαμί θα σκαλίζει τα σκουπίδια ας τον ρωτήσουμε μήπως θέλει να τον βοηθήσουμε. Είναι σίγουρο ότι ψάχνει και για εμάς εκεί μέσα.

Ούτε δίδακτρα, ούτε εγγραφές, ούτε τετράδια, ούτε βιβλία λοιπόν, γιε μου. Τώρα θα εξερευνείς τα όρια της σάτιρας στα κακόγουστα αστεία των Χαχανούληδων των τρομοκρατικών οργανώσεων που γνωρίζουν πρωτόγνωρη άνθηση. Σε μια από αυτές θα σε γράψω να τελειώνουμε.

Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο γράφει στους «Καθρέφτες» του: «Η πείνα που σκοτώνει σιωπηλά, σκοτώνει όσους δεν έχουν φωνή. Οι ειδικοί, οι πτωχολόγοι, μιλούν αντί γι’ αυτούς, για να μας ενημερώσουν πού δεν δουλεύουν, τι δεν τρώνε, πόσο δεν ζυγίζουν, πόσο ψηλοί δεν είναι, τι δεν έχουν, τι δεν σκέφτονται, τι δεν ψηφίζουν, τι δεν πιστεύουν. Μας απομένει μόνο να μάθουμε για ποιον λόγο οι φτωχοί είναι φτωχοί. Μήπως γιατί η πείνα τους μας θρέφει και η γύμνια τους μας ντύνει;».

Στη Βιρμανία, μετά τον πόλεμο, οι γυναίκες ξεκίνησαν να περπατούν μπροστά από τους άντρες. Για να σκοτώνονται εκείνες από τις νάρκες. Λέω να κάνουμε το ίδιο με τους μετανάστες. Φαίνεται να τα καταφέρνουν σε αυτό το ρόλο. Αλήθεια, δε σε ρώτησα γιε μου. Εσύ σε ποιανού 15χρονου νεκρού το φαν κλαμπ είσαι μέλος; Στου Έλληνα ή στου ξένου;

Δεν υπάρχουν σχόλια: