Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Θρήσκευμα: Άουσβιτς



Επί σχεδόν τέσσερις εβδομάδες δεν προχώρησα σε τούτες τις σημειώσεις. Στην αρχή με εμπόδιζε μια κάποια ορισμένη εξάντληση ύστερα από τις παραπάνω αναμνήσεις, ταυτόχρονα όμως και καθημερινά γεγονότα, αλλεπάλληλα, προβλεφθέντα στη λογική ακολουθία τους, κατά κάποιο τρόπο επιθυμημένα και, ωστόσο, πηγή έκπληκτης φρίκης, τα οποία ο άμοιρος λαός μας, αποκαμωμένος από θρήνο και φρίκη, ανίκανος να καταλάβει, τα δέχεται με απαθή μοιρολατρία, στα οποία ήταν εκτεθειμένη όμως και η δική μου ψυχή, καταπονημένη από παλιά θλίψη, παλιά φρίκη, η δική μου παλιά, φρικτά κουρασμένη ψυχή. Ήδη από τα τέλη Μαρτίου- τώρα είναι 25 Απριλίου αυτού του μοιραίου έτους 1945- στα δυτικά της χώρας η αντίστασή μας βρίσκεται εμφανώς σε τροχιά πλήρους κατάρρευσης. Οι εφημερίδες, ήδη σχεδόν αποδεσμευμένες, καταγράφουν την αλήθεια, τον ψίθυρο που, θρεμμένος από ραδιοφωνικές ειδήσεις του εχθρού, από τις εξιστορήσεις προσφύγων, δεν τον πιάνει λογοκρισία και περιφέρει τα καθέκαστα της ταχύτατα εξαπλούμενης καταστροφής σε όσες περιοχές του Ράιχ δεν έχουν ακόμη καταβροχθιστεί, δεν έχουν ακόμα απελευθερωθεί- μέχρι και στο κελί μου. Δεν υπάρχει πια κράτημα: το παν παραδίδεται και διαλύεται. Οι συντετριμμένες και αποκαμωμένες πόλεις μας πέφτουν σαν ώριμα φρούτα. Ντάρμστατ, Βύρτσμπουργκ, Φραγκφούρτη, Μάνχαϊμ και Κάσελ, ακόμη και το Μύνστερ και η Λειψία υπακούουν στους ξένους. Ξαφνικά μια μέρα οι Εγγλέζοι πατούσαν στη Βρέμη και οι Αμερικανοί στο Χοφ της ανατολικής Φραγκονίας. Η Νυρεμβέργη, η πόλη των γιορτών που άγγιζαν τις άμυαλες καρδιές, παραδόθηκε. Ανάμεσα στους μεγάλους του καθεστώτος που κυλιούνταν στην εξουσία, στον πλούτο και στο άδικο, λυσσομανά η δίκη της αυτοκτονίας.

Ρωσικά σώματα στρατού που, μετά την κατάληψη του Καίνιγκσμπεργκ και της Βιέννης, απελευθερώθηκαν για το πέρασμα του Όδερου, προήλασαν, μια στρατιά εκατομμυρίων, κατά της ερειπωμένης, εγκαταλελειμμένης ήδη από όλες τις δημόσιες υπηρεσίες πρωτεύουσας του Ράιχ, ολοκλήρωσαν με το βαρύ τους πυροβολικό ό,τι από καιρό είχε γίνει από αέρος και πλησίαζαν τώρα στο κέντρο της πόλης. Ο αποτρόπαιος άνδρας που πέρυσι μόλις ξέφυγε ζωντανός- με μια τρεμάμενη ζωή παράφρονων πια αναλαμπών- από την απόπειρα απελπισμένων πατριωτών, οι οποίοι επιδίωκαν να σώσουν την τελευταία ικμάδα, το μέλλον, διέταξε τους στρατιώτες του να πνίξουν την επίθεση κατά του Βερολίνου σε ωκεανό αίματος και να τουφεκίσουν κάθε αξιωματικό που θα μιλούσε για παράδοση. Η διαταγή αυτή εκτελέστηκε πολλές φορές. Ταυτόχρονα, περίεργες, επίσης όχι πια τελείως έλλογες ραδιοφωνικές εκπομπές σε γερμανική γλώσσα, περιπλανιόντουσαν στους αιθέρες: τόσο ορισμένες που ζητούσαν την ευμένεια των νικητών για τον πληθυσμό, ακόμη και τους σμπίρους της Γκεστάπο, ως πολυσυκοφαντημένους, όσο και άλλες που μιλούσαν για ένα απελευθερωτικό κίνημα με την ονομασία «Βέρβολφ»: έναν σύνδεσμο μανιακών αγοριών, τα οποία, κρυμμένα σε δάση απ’ όπου επέδραμαν τις νύχτες, είχαν ήδη προσφέρει υπηρεσίες στην πατρίδα με ανδρείους φόνους εισβολέων. Ω, αξιοθρήνητη γελοιότητα! Έτσι αποκαλούνται ως το τέλος, και όχι χωρίς τη γνώριμη απήχηση, το ωμό παραμύθι, το άγριο ίζημα των θρύλων στην ψυχή του λαού.

Εν τω μεταξύ, ένας υπερατλαντικός στρατηγός βάζει τον πληθυσμό της Βαϊμάρης να παρελαύνει μπρος στα κρεματόρια του εκεί στρατοπέδου συγκεντρώσεως και κηρύσσει- μπορεί να πει κανείς : αδίκως;-, κηρύσσει αυτούς τους πολίτες, οι οποίοι φαινομενικά εντίμως ασχολούνταν με τις δουλειές τους και προσπαθούσαν να μην ξέρουν, μολονότι ο άνεμος φυσούσε τη δυσωδία του καμένου ανθρώπινου κρέατος στις μύτες τους, τους κηρύσσει συνενόχους στις θηριωδίες που αποκαλύπτονται τώρα και τους καταναγκάζει να τις δουν με τα μάτια τους. Ας κοιτάξουν- κοιτάζω μαζί τους, αφήνω με τη σκέψη μου να με σπρώχνουν οι αράδες τους κοιτάζοντας με απάθεια ή αναριγώντας. Το χοντρότοιχο υπόγειο μαρτυρίων στο οποίο μετέτρεψε τη Γερμανία μια δεσποτεία ανάξια, εξαρχής ορκισμένη στο μηδέν, διερράγη, και η καταισχύνη μας απλώνεται έκδηλη μπροστά στα μάτια του κόσμου, των ξένων επιτροπών, στις οποίες τώρα επιδεικνύονται, όπου βρεθούν, αυτές οι απίστευτες εικόνες και οι οποίες εξιστορούν στους τόπους τους: ό,τι έχουν δει ξεπερνά σε φρίκη όσα θα μπορούσε να φανταστεί ανθρώπου νους. Λέω: η καταισχύνη μας. Γιατί, είναι μήπως υποχονδρία να ομολογείς στον εαυτό σου ότι καθετί γερμανικό, ακόμα και το γερμανικό πνεύμα, η γερμανική σκέψη, ο γερμανικός λόγος έχουν πληγεί από αυτή την ατιμωτική αποκάλυψη και έχουν κατακρημνιστεί σε βαθιά αμφισβήτηση; Είναι νοσηρή συντριβή να αναρωτιέσαι πώς θα μπορέσει στο μέλλον η Γερμανία εν γένει με οποιαδήποτε μορφή της να αποθρασυνθεί και να ανοίξει το στόμα μιλώντας για ανθρώπινα ζητήματα;

Αυτά που έρχονται σήμερα στο φως μπορεί κανείς να τα ονομάσει σκοτεινές δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης εν γένει- όμως είναι γερμανοί άνθρωποι, μυριάδες, εκατοντάδες χιλιάδες που τα έκαναν αυτά, μπρος στα οποία ανατριχιάζει η ανθρωπότητα και, ό,τι και αν έχει ποτέ υπάρξει με γερμανικό τρόπο, είναι δακτυλοδεικτούμενο ως βδέλυγμα και ως δείγμα του κακού. Πώς θα είναι να ανήκεις σε έναν λαό που η ιστορία του κυοφορούσε αυτή τη φρικτή αποτυχία, έναν λαό σαστισμένο με τον εαυτό του, ψυχικά αποκαμένο, ο οποίος παραδέχεται ότι έχει χάσει κάθε ελπίδα πως μπορεί να αυτοκυβερνηθεί και θεωρεί ότι το καλύτερο είναι να γίνει αποικία ξένων δυνάμεων, σε έναν λαό που θα αναγκαστεί να ζει αποκλεισμένος με τον εαυτό του όπως οι Εβραίοι του γκέτο, επειδή φοβερό, συσσωρευμένο μίσος γύρω του δεν θα του επιτρέπει να βγει από τα σύνορά του- σε έναν λαό που δεν μπορεί να βγει στο φως;

Κατάρα, κατάρα στους διαφθορείς, που έβαλαν στο σχολείο του κακού ένα είδος ανθρώπων στην αρχή έντιμο, δικαιόφρον, τόσο φιλομαθές, που τόσο του άρεσε να ζει στη θεωρία! Πόσο καλό κάνει να τους αναθεματίζεις, πόσο καλό θα έκανε το ανάθεμα αν έβγαινε από στήθος ελεύθερο και ξέγνοιαστο! Μια αγάπη όμως για την πατρίδα, η οποία θα είχε το θάρρος να ισχυριστεί ότι το κράτος του αίματος, που τώρα ζούμε το ξεφύσημα της αγωνίας του, που για να μιλήσω όπως ο Λούθηρος, «φόρτωσε στο σβέρκο του» ακαταμέτρητα εγκλήματα, που το μούγκρισμα των διακηρύξεών του, οι ακυρωτικές για τα ανθρώπινα δικαιώματα εξαγγελίες του παρέσυραν το πλήθος σε υπερευτυχές παραλήρημα, κάτω από τις φανταχτερές σημαίες του οποίου η νεολαία μας παρήλαυνε με αστραφτερά μάτια, λάμποντας αυτάρεσκα με ακλόνητη πίστη- ότι αυτό ήταν κάτι απολύτως ξένο προς τη φύση του λαού μας, κάτι εκβιασμένο και δίχως ρίζες μέσα της- αυτού του είδους η αγάπη για την πατρίδα θα μου φαινόταν περισσότερο μεγαλόψυχη παρά ευσυνείδητη. Αυτή η δεσποτεία δεν ήταν λόγω και έργω απλώς η στρεβλωμένη, εκχυδαϊσμένη, βδελυρή πραγματοποίηση ενός φρονήματος και μιας αντίληψης του κόσμου, στον χαρακτήρα της οποίας πρέπει να αναγνωρίσει κανείς αυθεντικότητα και την οποία με δέος ο οπαδός του χριστιανικού ουμανισμού βρίσκει αποτυπωμένη στα χαρακτηριστικά των μεγάλων μας, των σε παράστημα και επιβλητικότητα ενσαρκώσεων της γερμανικότητας; Ρωτώ- και μήπως ρωτάω πολλά; Αχ, είναι μάλλον κάτι παραπάνω από απλό ερώτημα το ότι αυτός ο λαός στέκει τώρα με το βλέμμα χαμένο μπροστά στο μηδέν, ακριβώς επειδή η τελευταία και πιο ακραία προσπάθειά του να βρει την ολωσδιόλου δική του πολιτιστική μορφή καταβυθίζεται σε τόσο φρικτή αποτυχία.

Τόμας Μαν, Δόκτωρ Φάουστους, Εκδόσεις Πόλις, Μετάφραση Θόδωρου Παρασκευόπουλου.

Υ.Γ Δεν αντέγραψα το απόσπασμα για να απαιτήσω τις γερμανικές αποζημιώσεις, να κατηγορήσω την κακιά Μέρκελ ή να αποτρέψω μια ψήφο στη Χρυσή Αυγούλα- φάνηκε λίγη μπροστά στο Κράτος που πρώτα την ανέστησε κι έπειτα την εξολόθρευσε. Μεγάλες συζητήσεις και οι τρεις που ασφαλώς έχουν τη σημασία τους. Το ανεβάζω γιατί αφορά ό,τι έχει απομείνει από την κοινωνία μας, η οποία εντίμως ασχολείται με τη δουλίτσα της και δεν διανοείται ότι μπορεί να αυτοκυβερνηθεί αξιοπρεπώς κάποια μέρα. Ο Ρομπέρ Αντέλμ απαντούσε με μία λέξη κάθε φορά που του έλεγαν θρήσκευμα χριστιανός: Άουσβιτς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: