Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

Γιατί άραγε

Η διαδικασιοκρατική αντίληψη, αν θέλει να διατηρήσει τη λογική της συνοχή, είναι αναγκασμένη να εισαγάγει λαθραία- ή να καταλήξει σε- δύο τουλάχιστον αποφάσεις, αποφάσεις ουσίας και πραγματικότητας: α) οι πραγματικοί, δεδομένοι θεσμοί της κοινωνίας είναι, ως έχουν, συμβατοί με την λειτουργία αληθινά δημοκρατικών διαδικασιών, β) τα άτομα όπως κατασκευάζονται απ'την κοινωνία μπορούν να θέσουν σε λειτουργία τις καθιερωμένες διαδικασίες σύμφωνα με το πνεύμα τους και να τις υπερασπιστούν. Αυτές οι αποφάσεις απαιτούν πολλές προϋποθέσεις και επιφέρουν πολλές συνέπειες. Θα αναφέρω μόνο δύο. Η πρώτη είναι πως συναντάμε και πάλι εδώ το θεμελιώδες ζήτημα της δίκαιης εφαρμογής, όχι με την έννοια της ουσίας, αλλά κατ' αρχήν με τη στενή λογική έννοια, την οποία είχαν ήδη επεξεργαστεί ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Υπάρχει πάντοτε έλλειψη αντιστοιχίας ανάμεσα στο υπό κρίσιν υλικό και την ίδια τη μορφή του νόμου- το υλικό είναι αναγκαστικά συγκεκριμένο και μοναδικό, ο νόμος αφηρημένος και καθολικός. Η έλλειψη αντιστοιχίας μπορεί να ξεπεραστεί μόνο χάρη στη δημιουργική εργασία του δικαστή, «ο οποίος βάζει τον εαυτό του στη θέση του νομοθέτη»- πράγμα που σημαίνει ότι καταφεύγει σε συλλογισμούς ουσίας. Αυτό ξεφεύγει κατ' ανάγκην από τα όρια της οποιασδήποτε διαδικασιοκρατίας.
 
Η δεύτερη είναι πως, για να είναι τα άτομα ικανά να θέσουν τις δημοκρατικές διαδικασίες σε λειτουργία σύμφωνα με το «πνεύμα» τους, θα πρέπει ένα σημαντικό μέρος της εργασίας της κοινωνίας και των θεσμών της να είναι στραμμένο προς την παραγωγή ατόμων που θα αντιστοιχούν σε αυτόν τον ορισμό, δηλαδή δημοκρατικών έστω και με την αυστηρά διαδικασιοκρατική έννοια του όρου, ανδρών και γυναικών. Τότε όμως πρέπει να αντιμετωπίσουμε το δίλημμα: είτε αυτή η αγωγή των ατόμων είναι δογματική, αυταρχική, ετερόνομη-οπότε η δήθεν δημοκρατία γίνεται το πολιτικό ισοδύναμο μιας θρησκευτικής τελετουργίας. Είτε τα άτομα που πρέπει να «εφαρμόσουν τις διαδικασίες»- να ψηφίσουν, να νομοθετήσουν, να εκτελέσουν τους νόμους, να κυβερνήσουν- έχουν διαπαιδαγωγηθεί με τρόπο κριτικό. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, η θέσμιση της κοινωνίας πρέπει να προσδώσει θετική αξία στο κριτικό πνεύμα καθαυτό-και τότε ανοίγει το κουτί της Πανδώρας με την αμφισβήτηση των δεδομένων θεσμών, η δημοκρατία ξαναγίνεται κίνημα αυτοθέσμισης της κοινωνίας, δηλαδή νέος τύπος καθεστώτος, με την πλήρη έννοια του όρου.
 
Τόσο οι δημοσιογράφοι, όσο και οι πολιτικοί φιλόσοφοι, που φαίνεται πως αγνοούν τα πάντα σχετικά με τις μακροχρόνιες έριδες των δύο τελευταίων αιώνων γύρω από τη «φιλοσοφία του δικαίου», μας μιλούν συνεχώς για το «κράτος δικαίου». Αν όμως το «κράτος δικαίου» (Rechtsstaat) δεν ταυτίζεται με το «κράτος του νόμου» (Gesetzesstaat), αυτό οφείλεται αποκλειστικά στο ότι προχωρεί πέρα από την απλή συμμόρφωση προς τις «διαδικασίες». Οφείλεται στο ότι το ζήτημα της δικαιοσύνης τίθεται και θίγει ακόμα και τους ήδη ισχύοντες κανόνες δικαίου. Το ζήτημα όμως της δικαιοσύνης είναι το ζήτημα της πολιτικής, από τη στιγμή που η θέσμιση της κοινωνίας έχει πάψει να είναι ιερή ή παραδοσιακή. Η «βασιλεία του νόμου», στο εξής, δεν μπορεί να παρακάμψει το ερώτημα: ποιοι νόμοι, γιατί αυτός ο νόμος κι όχι κάποιος άλλος; Ακόμα και η «τυπικά δημοκρατική» απάντηση: ο νόμος είναι νόμος γιατί είναι απόφαση των περισσοτέρων (αφήνω φυσικά κατά μέρος εδώ το ζήτημα του αν είναι πράγματι έτσι) δεν μπορεί να αποκλείσει το ερώτημα: και γιατί άραγε πρέπει να είναι έτσι;

Κορνήλιος Καστοριάδης, Η άνοδος της ασημαντότητας, Εκδόσεις Ύψιλον/Βιβλία, Μετάφραση Κώστα Κουρεμένου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: