Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014

Ναι, είναι δυνατό

Είναι γελοίο. Κάθουμαι εδώ στη μικρή κάμαρή μου, εγώ ο Μπρίγκε, που έγινα είκοσι οχτώ χρονώ και που κανένας δεν ξέρει. Κάθουμαι εδώ και δεν είμαι τίποτα. Και όμως αυτό το τίποτα αρχίζει να σκέπτεται, και σκέπτεται, πέντε σκάλες ψηλά, ένα γκρίζο παρισινό δειλινό, τούτη τη σκέψη: Είναι δυνατό, σκέπτεται, να μην είδε κανείς, να μη διέγνωσε και να μην είπε ακόμα τίποτα το πραγματικό και αξιόλογο; Είναι δυνατό να ‘χε κανείς στη διάθεσή του αιώνες για να ιδεί, να σκεφτεί και να σημειώσει και ν’ άφησε τους αιώνες να περάσουν σαν ένα σχολικό διάλειμμα, οπότε τρώγει κανείς το βουτυρωμένο του ψωμί κι ένα μήλο; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό, μ’όλες τις εφευρέσεις και τις προόδους, μ’ όλον τον πολιτισμό, τη θρησκεία και την κοσμική σοφία, να ‘μεινε κανείς στην επιφάνεια της ζωής; Είναι δυνατό, κι αυτή ακόμα την επιφάνεια, που θα ‘τανε πάντα κάτι, να την εσκέπασαν μ΄ένα απίστευτα ανιαρό ρούχο, ώστε να δείχνει σαν έπιπλο σαλονιού τις καλοκαιρινές διακοπές; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό να ‘χει παρεξηγηθεί ολόκληρη η παγκόσμια ιστορία; Είναι δυνατό να ‘ναι το παρελθόν ψεύτικο, επειδή πάντα μίλησαν για τις μάζες του, ακριβώς σα να διηγούνταν για ένα συρφετό πολλών ανθρώπων, αντί να μιλήσουν για τον ένα, γύρω απ’ τον οποίο στεκόντανε αυτοί, επειδή ήταν ξένος και πέθανε; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό να πίστεψε κανείς πως πρέπει να αναπληρώσει ό,τι έχει συμβεί προτού γεννηθεί; Είναι δυνατό πως θα ‘πρεπε κανείς να υπενθυμίσει στον καθένα ότι έχει γεννηθεί από όλους τους προηγούμενους, και συνεπώς το ήξερε και δε θα ‘πρεπε ν’ ακούσει τους άλλους που ήξεραν άλλα; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό όλοι αυτοί οι άνθρωποι να γνωρίζουν με ακρίβεια ένα παρελθόν που ποτέ δεν υπήρξε; Είναι δυνατό να μη σημαίνουν τίποτα γι’αυτούς όλες οι πραγματικότητες; Πως η ζωή τους κυλάει ολότελα ασύνδετη, σαν ένα ρολόγι μέσα σε μια άδεια κάμαρη; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό να μην ξέρει κανείς τίποτα για τα κορίτσια, που ωστόσο ζούνε; Είναι δυνατό να λέγει κανείς «οι γυναίκες», «τα παιδιά», «τ’αγόρια» και να μη μαντεύει (να μη μαντεύει παρόλη τη μόρφωση) πως αυτές οι λέξεις από καιρό πια δεν έχουν πληθυντικό, παρά αμέτρητους ενικούς; Ναι, είναι δυνατό. Είναι δυνατό να υπάρχουν άνθρωποι που λένε Θεός και πιστεύουν πως αυτό είναι κάτι κοινό; Κοίταξε μονάχα δύο παιδιά του σχολείου: αγοράζει το ένα ένα μαχαιράκι, και την ίδια μέρα αγοράζει κι ο γείτονάς του ένα εντελώς όμοιο. Και τα δείχνουν ο ένας στον άλλον ύστερα από μιαν εβδομάδα τα δυο μαχαιράκια, και προκύπτει πως έχουν μονάχα ασήμαντες πια ομοιότητες. Τόσο διαφορετικά καταντήσανε σε διάφορα χέρια. Είναι δυνατό να πιστεύει κανείς πως θα μπορούσε να ‘χει έναν Θεό χωρίς να τον μεταχειρίζεται; Ναι, είναι δυνατό. Όταν όμως όλα αυτά είναι δυνατά, όταν έχουν έστω και μια πιθανότητα δυνατότητας-τότε πρέπει βέβαια, για χάρη όλων στον κόσμο, κάτι να γίνει. Ο πρώτος τυχών, εκείνος που έκανε αυτή την ανησυχαστική σκέψη, πρέπει να αρχίσει κάτι ν’αναπληρώνει απ’ τα παραμελημένα, έστω κι αν είναι ένας οποιοσδήποτε, όχι εντελώς ο αρμοδιότερος: επειδή ακριβώς δεν υπάρχει άλλος. Αυτός ο νεαρός, ασήμαντος ξένος, ο Μπρίγκε, πρέπει να καθίσει, πέντε σκάλες ψηλά, και να γράψει, μέρα και νύχτα: ναι, να γράψει, αυτό θα ‘ναι το τέλος.

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Οι σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε, Εκδόσεις Ροδακιό, Μετάφραση  Δημ. Στ. Δήμου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: