Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Της πόλης

Εισιτήρια έχετε; Όχι, απαντά η περιπτερού. Κοφτά. Όχι απόγνωσης. Θαρρείς πως της τα έκλεψαν. Άλλα όμως σκέφτεται. Ότι δεν βγαίνει, σκέφτεται. Ότι δε θέλει να βγει ούτε από το κουβούκλιο να εξυπηρετήσει το παιδάκι που ψάχνει το Sporty. Οχυρώνεται. Παλιά, πριν την κρίση, θεωρούσα πως οι περιπτερούχοι βρίσκονταν σε αποστολή. Ό,τι κι αν μας ζητήσεις, με την αγένειά μας, σου  χαλάμε τη διάθεση. Τώρα δεν διαβάζεις εφημερίδες. Ρίχνεις μια ματιά στο βλέμμα τους κι ενημερώνεσαι.  

Ζευγάρι στο δρόμο μαλώνει. Το αγόρι έχει πιάσει το κορίτσι, το τραντάζει. «Σε πρόδωσα ποτέ; Πες μου». Τέλος του έρωτα, αρχή του μίσους. Τα μάτια του έχουν ήδη εγκληματήσει. «Σ’αγαπώ. Σ’αγαπώ. Σ’αγαπώ. Το καταλαβαίνεις; Δεν μπορώ χωρίς εσένα. Κι αν δε με θες, θα σε σκοτώσω και θα σε αγαπώ. Πάντα θα σε αγαπώ.  Νεκρή ειδικά, ακόμα περισσότερο». «Μας βλέπει κόσμος, μωρό μου, ησύχασε. Ίσως αργότερα».

Φίλη είχε χάσει τη μαμά της ξαφνικά. Δεν πρόλαβε να της πει πόσο την αγαπούσε. Πριν λίγους μήνες έφυγε κι η γιαγιά της. Τέλη Νοέμβρη την έψαχνα αλλά δεν την έβρισκα. Τροχαίο ο πατέρας της. Σε κώμα. Δύο εβδομάδες μετά, τον αποχαιρέτησε. Νεκρή κι αυτή, τα Χριστούγεννα κάνει απόπειρα αυτοκτονίας. Της μιλάω έκτοτε, γελάει πότε πότε, είμαι καλός στα λόγια, όχι στα θαύματα. Ο ψυχολόγος της ανακοίνωσε ότι πάσχει από κατάθλιψη. Επιστήμονας, όχι αστεία.

Μία συνάδελφός του παραβιάζει το στοπ και την προτεραιότητα, πατάω βίαια φρένο, τη βρίσκω στην πόρτα. «Έτρεχες αγόρι μου» μου λέει. Θα με πέρασε για ασθενή. Δεν έχω όρεξη να της μιλήσω. Να τη βρίσω θέλω αλλά τη συμπονώ. Και άσχετη και φοβισμένη. Δεν έχω ζημιά, μόνο εκείνη. Στη δήλωσή της γράφει ότι τη χτύπησα εν στάσει. Περνούσε κάθετα το δρόμο, εν στάσει. Καμία ένσταση για την αψυχολόγητη. Τα αμάξια μας συναντήθηκαν, εμείς άλλη φορά.

Ο αποκάτω είναι φοιτητής. Μάλλον. Το μόνο που ξέρω σίγουρα είναι ότι έχει ηχοσύστημα. Ακούει Εισβολέα κι ένα τραγούδι με το στίχο: «Ο κώλος σου από πίσω έχει γίνει κουμπαράς». Πολλές φορές τον έχουμε παρακαλέσει να σκεφτεί ότι δεν ζει μόνος του. Δεν νιώθει. Πριν κανένα χρόνο, σε περίοδο εξεταστικής, είχε έρθει μαζί με τη μαμά του να διαμαρτυρηθεί επειδή περπατούσαμε. Μαζί κάνουν τους μπάφους. Χθες γύρω στις 12, ένιωσε υπερήφανος για μια ανοησία που ανακάλυψε και θέλησε να τη μοιραστεί με την πολυκατοικία. Δεν εκτίμησα τον αλτρουισμό. Οπλίστηκα με υπομονή και φώναξα: «Δε θα περάσει ο φασισμός».

«50 λεπτά έχεις»; Όχι, λέει στο ζητιάνο ένας νεαρός και τον προσπερνάει. Ο ζητιάνος τον παίρνει από πίσω. «Να προσέχεις. Να δίνεις όταν σου ζητούν. Θα με βρεις μπροστά σου. Έχεις διαβάσει την Καινή Διαθήκη»; Ο νεαρός εκνευρίζεται. «Με απειλείς; Δεν έχω ρε. Ορίστε. 30 λεπτά έχω πάνω μου. Τα θέλεις; Άνεργος είμαι». Δυο άνθρωποι, δυο μοναξιές, δυο δίκια.

Δυο κι οι άστεγοι κάτω από τη γέφυρα στο Μακεδονία Παλλάς. Ένας άντρας και μία γυναίκα. Πίσω από το τοιχάκι, να κόβει κάπως το κρύο. Κάτι συζητούν. Δεν καταφέρνω να ακούσω. Έχει αέρα. Το κουρασμένο τους χαμόγελο μου ‘βαλε δύσκολα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: