Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

Το βίτσιο της απαγγελίας

Αν διέθετα τη μεγαλοφυΐα του Θερβάντες, ο οποίος θεράπευσε την Ισπανία από τη μόδα των περιπλανώμενων ιπποτών, θα έγραφα ένα βιβλίο για να αποκαθάρω την Ιταλία, αλλά και τον πολιτισμένο κόσμο, από ένα βίτσιο και το οποίο, αν λάβουμε υπόψη τα ελαστικά μας ήθη, και ίσως και κατ’ απόλυτη έννοια, δεν είναι λιγότερο απάνθρωπο και βάρβαρο από τα υπολείμματα της μεσαιωνικής βαρβαρότητας που καυτηριάστηκαν από τον Θερβάντες. Μιλώ για το βίτσιο να διαβάζει κανείς και να απαγγέλει στους άλλους το λογοτεχνικό του έργο: είναι ένα κακό που καλλιεργείται ήδη από την αρχαιότητα, το οποίο όμως παρέμεινε σε ανεκτά όρια επί μακρόν, δεδομένης της σπανιότητας του. Τώρα όμως που όλος ο κόσμος ασχολείται με τη συγγραφή και δεν υπάρχει δυσκολότερο πράγμα από το να βρεθεί κάποιος που να μην είναι συγγραφέας, το βίτσιο αυτό εξελίχθηκε σε μάστιγα, δημόσια συμφορά και μια επιπλέον οδύνη για την ανθρωπότητα. Δεν αστειεύομαι όταν λέω ότι αυτή η μανία καθιστά τις σχέσεις ύποπτες και τις φιλίες επικίνδυνες. Κανείς στ’ αλήθεια δεν είναι πουθενά ασφαλής και όλοι ανά πάσα στιγμή κινδυνεύουν να υποστούν το βασανιστήριο της απαγγελίας μιας ατελείωτης πρόζας ή χιλιάδων στίχων, ακόμα και σήμερα που το πρόσχημα το οποίο δικαιολογούσε για μεγάλο διάστημα αυτές τις συγκεντρώσεις, δηλαδή η γνώμη του ακροατή, δεν ισχύει πλέον.

Στην πραγματικότητα όλα γίνονται με τέτοιον τρόπο ώστε να δίνεται στον συγγραφέα η ικανοποίηση να ακουστεί και να δεχτεί στο τέλος τα απαραίτητα συγχαρητήρια. Πιστεύω ειλικρινά ότι λίγες είναι οι περιπτώσεις όπου αναδεικνύεται τόσο πολύ η βαθιά παιδικότητα του ανθρώπου και όπου η φιλαυτία τον οδηγεί σε τέτοιο βαθμό τύφλωσης και ανοησίας. Είναι αξιοσημείωτο ως ποιο σημείο μπορεί να απατηθεί το πνεύμα μας: όλοι γνωρίζουν πράγματι καλά την ανείπωτη πλήξη της ακρόασης του έργου των άλλων και όταν κανείς με τη σειρά του θελήσει να ακουστεί το δικό του, δεν είναι δυνατόν να μην αντιλαμβάνεται ότι οι καλεσμένοι του χλομιάζουν και προβάλλουν διάφορες δικαιολογίες για να εξαφανιστούν. Αλλά τίποτε δεν τον σταματά. Με σιδηρά επιμονή και αδηφαγία πεινασμένου θηρίου γυρεύει τη λεία του σε όλη την πόλη και, μόλις τη βρει, την οδηγεί στη θλιβερή της μοίρα. Ίσως αντιληφθεί κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης από τα χασμουρητά, τους μορφασμούς, τις γκριμάτσες και μύρια τέτοια σημάδια τη θανατερή αγωνία να περισφίγγει το ακροατήριό του, αλλά συνεχίζει με περισσότερη μανία την απαγγελία του, κραυγάζοντας τόσο ώστε να κλείσει η φωνή του για ώρες, τι λέω, για ολόκληρες μέρες και νύχτες. Και οι ακροατές του έχουν πάθει προ πολλού συγκοπή όταν πια αυτός παραδίδεται στην κούραση, εξαντλημένος, αλλά όχι χορτασμένος. Είναι βέβαιο ότι τη στιγμή που ο άνθρωπος δολοφονεί με τέτοιον τρόπο τον πλησίον του, αισθάνεται μια επουράνια ικανοποίηση, σχεδόν υπερβατική, αλλιώς δε θα βλέπαμε τόσους ανθρώπους να εγκαταλείπουν χάριν αυτού όλες τις άλλες απολαύσεις, μέχρι που ξεχνούν να φάνε και να κοιμηθούν και αποξενώνονται από τη ζωή και τον κόσμο.

Ο άνθρωπος είναι πεπεισμένος ότι προκαλεί το ενδιαφέρον σε όλους όσους απευθύνεται  γιατί διαφορετικά θα πήγαινε να απαγγείλει στην έρημο και όχι μπροστά σε κοινό. Αλλά καθένας ξέρει από πείρα τι ευχαρίστηση αισθάνεται εκείνος που παρακολουθεί παρόμοιες απαγγελίες (λέω παρακολουθεί και όχι ακούει), και γνωρίζω πολλούς που θα προτιμούσαν οποιαδήποτε σωματική τιμωρία αντί γι’ αυτό. Η σφαγή αυτή παρασύρει ακόμη και τα ωραιότερα, τα πιο ξεχωριστά αφηγήματα, τα οποία μόλις ο συγγραφέας διαβάσει δημόσια γίνονται θανασίμως βαρετά. Σχετικά μ’ αυτό, ένας γνωστός μου φιλόλογος έλεγε ότι, αν είναι αλήθεια πως η Οκταβία λιποθύμησε ακούγοντας τον Βιργίλιο να διαβάζει το έκτο βιβλίο της Αινειάδας, αυτό μάλλον δεν οφειλόταν στη θύμηση του γιου της Μάρκελλου, αλλά στην πλήξη που αισθάνθηκε από την ανάγνωση. Έτσι είναι οι άνθρωποι. Και αυτή είναι η αρρώστια που μολύνει το ανθρώπινο γένος: μια μανία βάρβαρη, γελοία και ανάξια ενός λογικού πλάσματος, μια πραγματική μάστιγα, κοινή στους πιο εκλεπτυσμένους λαούς, σε όλους τους χαρακτήρες και σε όλες τις εποχές. Ιταλοί, Γάλλοι, Άγγλοι, Γερμανοί, μεγαλοσύμβουλοι, γεμάτοι ταλέντα και αρετές, τέλειοι άνθρωποι του κόσμου, με λεπτούς τρόπους, έτοιμοι να ανακαλύψουν και να σατιρίσουν τους γελοίους, μεταβάλλονται όλοι σε ανυπόφορα παιδιά μόλις τους δοθεί η ευκαιρία να απαγγείλουν τα γραπτά τους. Αυτό το βίτσιο δεν είναι κληρονομιά μόνο της εποχής μας, υπήρξε επίσης κλήρος και της εποχής του Οράτιου, ο οποίος το έβρισκε ανυπόφορο, και εκείνης του Μάρσιου, ο οποίος σε έναν κόλακα που τον ρώτησε γιατί δε διαβάζει τους στίχους του απάντησε: «Για να μην υποχρεωθώ να ακούσω τους δικούς σου». Το ίδιο συνέβαινε και στη χρυσή εποχή των Ελλήνων: ο Διογένης ο Κυνικός μια μέρα βρισκόταν παρέα με κάποιους ανθρώπους που πέθαιναν από πλήξη μπροστά σε μια ανάλογη απαγγελία. Βλέποντας το συγγραφέα να φτάνει στο τέλος του χειρογράφου του, αναφώνησε: «Κουράγιο φίλοι μου, βλέπω στεριά».

Ωστόσο, στις μέρες μας το φαινόμενο έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις, που οι ακροατές, ακόμη και υπό το κράτος καταναγκασμού, μετά βίας μπορούν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των συγγραφέων. Έχοντας επίγνωση του προβλήματος και πεπεισμένοι ότι η απαγγελία των έργων του καθενός αποτελεί μέρος των φυσικών αναγκών του ανθρώπου, κάποιοι επιτήδειοι που ξέρω σκέφτηκαν να τη μετατρέψουν σε πηγή κέρδους. Προς τούτο, πρόκειται να ανοίξουν μια σχολή, μια ακαδημία ή ένα εκπαιδευτήριο ακροάσεων. Εκεί, οποιαδήποτε ώρα της μέρας ή της νύχτας οι ίδιοι ή μισθωμένο προσωπικό θα ακούν όσους θέλουν να διαβάζουν τα έργα τους με ειδικές τιμές: για την πρόζα ένα σκούδο την πρώτη ώρα, δύο τη δεύτερη, τέσσερα την τρίτη, οκτώ την τέταρτη και ούτω καθεξής, με γεωμετρική πρόοδο. Για την ποίηση τα διπλά. Και για κάθε κομμάτι που ξαναδιαβάζεται μια λίρα ανά στίχο. Αν ο ακροατής αποκοιμηθεί, θα γίνεται μια έκπτωση ενός τρίτου επί του συνόλου. Σε περίπτωση σπασμών, συγκοπής και άλλων λιγότερο ή περισσότερο σοβαρών ατυχημάτων που τυχόν παρουσιαστούν κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, το ίδρυμα θα παρέχει άλατα και φάρμακα δωρεάν. Έτσι, εκμεταλλευόμενοι εμπορικά ένα όργανο ελάχιστα ανταποδοτικό όπως τ’ αφτιά θα ανοίξουμε νέους ορίζοντες στη βιομηχανία και θα συνεισφέρουμε στον γενικό πλουτισμό.

Τζάκομο Λεοπάρντι, Στοχασμοί, Εκδόσεις Ροές, Μετάφραση Κατερίνας Βασιλικού.

Δεν υπάρχουν σχόλια: