Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

Η ιδιαίτερη τρέλα μου

Περιοριζόμενος εδώ να εκθέσω το ζήτημα όσο το δυνατόν πιο γενικά, θα πω ότι επεδίωξα πάντα να δίνω την αόριστη εντύπωση ότι διέθετα σπουδαία διανοητικά, ακόμα και καλλιτεχνικά, προσόντα τα οποία όμως προτίμησα να στερήσω απ’ την εποχή μου, που δεν μου φαινόταν άξια της χρήσης τους. Πάντα βρίσκονταν άνθρωποι που θλίβονταν για την απουσία μου και, παραδόξως, με βοηθούσαν να τη διατηρήσω. Αυτό δεν μπόρεσα να το καταφέρω παρά μόνον επειδή ποτέ δεν έσπευσα προς αναζήτηση κάποιου, οπουδήποτε. Ο περίγυρός μου δεν αποτελείτο παρά μόνον από εκείνους που ήρθαν μόνοι τους και ήξεραν να γίνονται αποδεκτοί. Δεν ξέρω αν έστω και ένας τόλμησε να φερθεί όπως εγώ, την εποχή εκείνη. Οφείλω επίσης να παραδεχτώ ότι η αποσάθρωση όλων των υφιστάμενων συνθηκών εμφανίστηκε ακριβώς την ίδια στιγμή, λες για να δικαιώσει την ιδιαίτερη τρέλα μου.

Οφείλω να παραδεχτώ παρομοίως, επειδή τίποτα δεν μπορεί να παραμείνει εντελώς αναλλοίωτο στο διάβα του χρόνου, ότι ύστερα από καμιά εικοσαριά χρόνια ή και λίγο περισσότερο, μια προχωρημένη μερίδα ενός εξειδικευμένου κοινού φάνηκε ν΄αρχίζει να μην απορρίπτει πλέον εντελώς την ιδέα ότι μπορούσα κάλλιστα να διαθέτω πολλά αληθινά ταλέντα, αξιοσημείωτα κυρίως σε σύγκριση με τη μεγάλη φτώχεια των ευρημάτων και των αναμασημάτων που είχαν επί μακρόν πιστέψει ότι όφειλαν να θαυμάζουν και παρά το γεγονός ότι η μόνη ορατή χρήση των χαρισμάτων μου οφείλει να θεωρηθεί τελείως ολέθρια. Και τότε, εγώ ήμουν φυσικά που αρνήθηκα, με κάθε τρόπο, να δεχτώ ν’αναγνωρίσω την ύπαρξη των ανθρώπων αυτών, οι οποίοι άρχιζαν, για να το πω έτσι, ν’ αναγνωρίζουν κάτι δικό μου. Είναι αλήθεια πως δεν ήταν έτοιμοι ν’ αποδεχθούν τα πάντα και πάντοτε έλεγα ευθέως ότι θα έπρεπε ν’αποδεχτούν ή όλα ή τίποτα, θέτοντας έτσι οριστικά τον εαυτό μου στο απυρόβλητο των ενδεχόμενων συγκατανεύσεών τους. Σ’ ό, τι αφορά την κοινωνία, οι προτιμήσεις και οι ιδέες μου δεν άλλαξαν, παραμένοντας οι πλέον αντίθετες με ό,τι εκείνη ήταν καθώς και με ό,τι ανάγγειλε ότι ήθελε να γίνει.

Η λεοπάρδαλη πεθαίνει με τις κηλίδες της και εγώ ποτέ δεν διανοήθηκα ούτε πίστεψα ότι ήμουν ικανός να βελτιωθώ. Δεν διεκδίκησα αληθινά κανενός είδους αρετή, εκτός ίσως απ’ τη σκέψη ότι μόνο κάποια εγκλήματα ενός νέου είδους, που σίγουρα δεν είχαμε ακούσει να αναφέρονται στο παρελθόν, θα μπορούσαν να είναι αντάξιά μου, και απ΄τη σκέψη ότι δεν έχω αλλάξει, έπειτα από ένα τόσο κακό ξεκίνημα. Σε μια κρίσιμη στιγμή των ταραχών της Σφενδόνης, ο Γκοντί, ο οποίος τόσο σπουδαία δείγματα των ικανοτήτων του επέδειξε στο χειρισμό των ανθρωπίνων υποθέσεων και κυρίως στον αγαπημένο του ρόλο του διασαλευτή της δημόσιας τάξης, αυτοσχεδίασε επιτυχώς ενώπιον του Κοινοβουλίου του Παρισιού, δίνοντας μιαν όμορφη παράθεση, που απέδωσε σ΄έναν αρχαίο συγγραφέα, του οποίου το όνομα μάταια αναζήτησαν όλοι, αλλά, που ταίριαζε καλύτερα στο δικό του πανηγυρικό: «In difficillimis Reipublicae temporibus, urbem non deserui. In prosperis nihil de publico delibavi. In desperatis, nihil timui». Την μεταφράζει ο ίδιος έτσι:« Στους χαλεπούς καιρούς, ποτέ δεν εγκατέλειψα την πόλη, στους αίσιους, ποτέ δεν επωφελήθηκα και στους ζοφερούς, δεν φοβήθηκα τίποτα».

Γκυ Ντεμπόρ, Πανηγυρικός, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, Μετάφραση Κώστα Οικονόμου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: