Τρίτη 30 Αυγούστου 2011

Διαδίκτυο προσωπικοτήτων.

Ένα έθνος που φοβάται να αφήσει τους ανθρώπους του να κρίνουν την αλήθεια και την αναλήθεια, είναι ένα έθνος που φοβάται τους ανθρώπους του. Τζον Κένεντι.

Η εξουσία δεν σερβίρεται ξεροσφύρι. Συνοδεύεται από μία σειρά έμμονες ιδέες. Η πιο παλιά από αυτές βασανίζει τους φιλότιμους υπηρέτες της που δεν μπορούν να κλείσουν μάτι τα βράδια εξαιτίας της ίδιας επίμονης υπόνοιας: το να λέει ο καθένας ό,τι του κατέβει στο κεφάλι δεν μπορεί παρά να είναι απολύτως αντίθετο με την ελευθερία της έκφρασης. Έτσι, επιπόλαια, η ιδρωμένη αϋπνία γίνεται αυτονόητη προτροπή για δράση, ανακοινώσεις και αυστηρότερες ποινές με τη διαδικασία του κατεπείγοντος. Δεν είναι δα και οι πρώτοι που υπερεκτιμούν την καρέκλα τους.

Στις ελληνικές μέρες του πρόζακ οι κουκουλοφόροι των blogs, ύστερα από πρόταση του περιοδικού Ciao, γίνονται πρώτη ύλη στο διαδίκτυο των επωνύμων. Μπροστά στην προοπτική της διασημότητας για όλους που ανοίγει η μεταρρύθμιση της κυβέρνησης, ποιος θυμάται το όραμα περί Δανίας του Νότου; Προετοιμαστείτε ψυχολογικά. Ο εφιάλτης του ονοματεπώνυμου δεν πρόκειται να επιδείξει έλεος. Κανενός η φωνή δεν θα έχει χώρο στο διαδίκτυο των σταρς. Τώρα, πια, θα υπογράφουμε αυτόγραφα κάτω από την άποψή μας για την οποία καίγεστε, σας βλέπω. Το σημείο της γόνιμης διαφοροποίησης του καθενός, θα είναι σπατάλη που θα περικόπτεται από τον ίδιο. Το μενού της αυτολογοκρισίας και του savoir vivre θα περιλαμβάνει αποκλειστικά αβρότητες και φιλοφρονήσεις. Ή απόλυτα αρσενικά ή άντρες της χρονιάς. Ένα από τα δύο.

Σέβομαι οποιονδήποτε εκφράζεται επώνυμα. Θέλω κι εκείνος να σεβαστεί το ενδεχόμενο ότι σε ένα παιχνίδι δημοφιλές και συνάμα βαθύ όπως η γραφή, το όνομά μου μπορεί να έχει μικρή σημασία για το χαρτί. Ας αρχίσουμε όμως από κάτι ξεκαρδιστικό. Το οξύμωρο του πράγματος φωνάζει από χιλιόμετρα. Για ποια ανωνυμία μου μιλάς από τη στιγμή που έχω σύνδεση στο Ίντερνετ; Οι άνθρωποι του Facebook και της Google θα ξεσπούσαν σε γέλια. Το Debate θα είχε τόσο ενδιαφέρον όσο και ένα που θα πραγματευόταν εάν θα υπάρχει παρθενία στις πουτάνες.

Μήπως οι δημοσιογράφοι αναφέρονται ξανά στην ανωνυμία που κοστίζει ζωές; Κι αφού έχουν αμνησία και ξεχνούν τις ψευδώνυμες στήλες των εφημερίδων και την ανωνυμία των πηγών τους, τι γνώμη έχουν για την απείρως πιο τρομακτική και επικίνδυνη ανωνυμία του Economist; Ποιος βρίσκεται πίσω από τα κείμενά του αν όχι ο ίδιος ο Big Brother, ο Θεός των αγορών; Και για να συνεχίσουμε το παιχνίδι των ερωτήσεων, ποιες είναι οι αγορές που έχουν και Θεό; Τις έχει δει ποτέ κανείς; Γιατί γκρεμίζονται τα χρηματιστήρια; Τι έχει να μας πει ο επώνυμος δημοσιογράφος για όλα αυτά εκτός από το επώνυμό του; Εκείνος δεν είναι που δεν πηγαίνει πουθενά χωρίς την Standard & Poor’s του; Ως πότε θα παριστάνουν τα mainstream Μίντια ότι δεν καταλαβαίνουν τι συμβαίνει; Πόσες ακόμα ομολογίες άγνοιας και αμηχανίας για τις οποίες μιλούσε ο Νικήτας Λιοναράκης μπορούν να αντέξουν τηλεθεατές και αναγνώστες;

Αυτό που διαφεύγει από την ηλιοκαμένη κυβέρνηση είναι πως η μοναδική αξιοπρέπεια που είχε μείνει μέχρι τώρα στους bloggers ήταν η ανωνυμία τους. Και μιλάω γι’αυτούς που συνήθως αξίζει να διαβάζεις. Η μετάβαση σε ορισμένους από αυτούς δεν θα κοστίσει τίποτα. Συμπεριφέρονται ήδη σαν διασημότητες, Σε έναν τόπο όμως όπου ακόμα ανθίζει η φιγούρα, όπου ακόμα πουλάνε τα αδιανόητα τίποτα, όπου ο ανταγωνισμός γίνεται η νέα εθνική αφήγηση, τα ευφάνταστα ονόματα των blogs μας, η αίσθηση ελευθερίας που μας έδιναν, η άρνηση του σκληρού εγώ μας, ήταν το όπλο με το οποίο πολεμούσαμε. Ήθελε αρετή και τόλμη η ανωνυμία-με το mail σου πιο δίπλα να δίνει φόρα παρτίδα να στοιχεία σου σε όσους δυσφημείς. Ο πασαένας που είχα διαλέξει να συνοδεύει τα γραπτά μου, αυτό και μόνο προσπάθησε να πει στον πασαένα. Να μη φοβάται τις σκέψεις του, να τις κάνει ακόμα κι αν αναγκαστεί να τις φάει ο ίδιος, ακόμα κι αν αποδειχθούν ασήμαντες, μα πάνω απ’όλα να μην ντρέπεται να το λέει, να το φωνάζει αν χρειαστεί, ότι είναι και θα είναι ο πασαένας, ότι έτσι όπως έγιναν τα πράγματα μόνο ο πασαένας θέλει να είναι: όχι επειδή μόνο αυτό θα μπορεί να είναι από εδώ και στο εξής αλλά διότι μόνο αυτό θα έχει αξία.

Θα προσυπέγραφα ευχαρίστως το tweet του περιοδικού Ποιείν:«Η ανωνυμία είναι η παιδική ασθένεια των μπλόγκερς. Βγάλτε τα παντελονάκια σας πιτσιρίκια. Φορέστε βερμούδες» αν δεν πόσταρε μερικά λεπτά αργότερα ένα ποίημα του Ρεμπώ που είχε οσμιστεί το πρόβλημα νωρίς:«Εγώ είναι ένας άλλος». Τρέχα γύρευε. Σε οποιαδήποτε ερμηνεία της, η φράση του δεν παύει να μαρτυρά το αναπόφευκτο της ανωνυμίας. Μιας ανωνυμίας που ως μοναδική δυνατότητα λαμβάνει διαστάσεις παγκόσμιας επιδημίας: τη θέση μου θα την πάρει ο άλλος. Δεν υπάρχει τρόπος να αποφευχθεί η τραγωδία. Τα νεκροταφεία είναι γεμάτα αναντικατάστατους. Ένας άγνωστος θα είναι πάντα πρόθυμος να απειλήσει με την αλήθεια του. Η πληροφορία θα διαχέεται με ταχύτητες μεγάλες. Το κουβάρι θα ξετυλίγεται θέλει δε θέλει η εξουσία, θέλει δε θέλει η λογοκρισία. Η κρίση του καθενός θα ασκείται θέλει δε θέλει ο εγκέφαλός του να μπει σε περιπέτειες, θέλει δε θέλει ο δάσκαλός του να το επιτρέψει. Έτσι θα γίνει πολίτης. Έτσι θα αποκτήσει την αγωγή και τα βιβλία που δεν του δίνει το νέο σχολείο. Έτσι θα λείψουν οι Μπρέιβικ. Διαφορετικά κινδυνεύει κάθε κυβέρνηση σύμφωνα με τον Δήμου να μοιάζει με τον Ξέρξη που διέταξε το μαστίγωμα της θάλασσας προκειμένου να γαληνέψει.

Αν η αδιαφορία λύγισε ποιητές και λογοτέχνες, μπορεί σίγουρα να αποθαρρύνει μερικούς κοινούς συκοφάντες. Την ανωνυμία, λοιπόν, ως τεστ συνείδησης και μόνο, αξίζει να την υπερασπιστούν όλοι όσοι γράφουν. Ως διαχείριση ελευθερίας, ως αγαθό για το οποίο διώκονται και δολοφονούνται σε ανελεύθερα καθεστώτα, ως παιδί της ανώνυμης δημοκρατίας που συρρικνώνεται, ως φόρος τιμής σε όλους όσοι είχαν ένα μικρό ατυχηματάκι επειδή μίλησαν, ως άνθρωποι που καταλάβαμε περισσότερη ιστορία απ’ όση διαβάσαμε. Η πρόθεση της κυβέρνησης δεν είναι ασφαλώς να μας χαλάσει το παιχνίδι. Κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για μία ακόμη επίδειξη αδυναμίας. Όσο για εκείνους που αδιάφορα βλέπουν στην ανωνυμία ένα αναγκαίο κακό, φοβάμαι ότι με την ίδια αδιαφορία θα αντιμετώπιζαν και τη λογοκρισία σε ένα ανελεύθερο καθεστώς και θα συνέχιζαν να αρθρογραφούν.

Στην Κίνα οι πολίτες, μέσω του Sina Weibo, κατορθώνουν και παρακάμπτουν την προπαγάνδα. Πιο τυχερός ο Μπράντλεϊ Μάνινγκ, περιμένει να καταδικαστεί από την αμερικανική Δικαιοσύνη με την κατηγορία του ήρωα. Οι ηττοπαθείς κοινωνίες, που όλο και συχνότερα συγκρίνονται από τους ειδικούς με χύτρες ταχύτητας, δεν πρόκειται να σκάσουν εάν οι κυβερνήσεις ευφυώς αφήσουν στη θέση τους τις βαλβίδες αποσυμπίεσης. Όταν, επομένως, ο Μιλτιάδης Παπαϊωάννου μιλάει για ταυτοποίηση των διαχειριστών στα ελληνικά ιστολόγια, ο απώτερος σκοπός του δεν μπορεί να είναι άλλος παρά η προετοιμασία της σοσιαλιστικής επανάστασης. Κάθε προοδευτικός άνθρωπος θα έπρεπε να στηρίξει την ποινικοποίηση της ελεύθερης έκφρασης. Ίσως τότε γινόταν από όλους κατανοητό ότι με κάποιον πολύ καινούριο ολοκληρωτισμό αρχίζουν να μοιάζουν όλα όσα απαθώς και φοβισμένα παρακολουθούμε να συμβαίνουν εντός και εκτός των συνόρων μας.

Οι άνεργοι έχουν μείνει χωρίς όνομα. Πότε θα γίνει άρση της ανωνυμίας τους; Ας μην εθελοτυφλεί η κυβέρνηση: το ερώτημα δεν θα έχει μικρότερη σημασία στο διαδίκτυο των προσωπικοτήτων. Η πραγματικότητα την υπονομεύει, όχι η ανωνυμία. Θα ήταν απείρως αποτελεσματικότερη αν ξεκινούσε να ραδιουργεί εναντίον της. «Το σκοινί δεν κρεμάει, η γη έλκει» συμπύκνωνε ο Ουγκό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: