Σάββατο 8 Μαΐου 2010

Είμαστε εις το εγώ

Σκοπός της τιμωρίας είναι να κάνει καλύτερους εκείνους που τιμωρούν. Νίτσε.

Τι κινητοποιεί τον άνθρωπο; Η φιλοδοξία, η εξουσιομανία, ο έρωτας, το μίσος, η αγάπη; Εγώ που μεγαλώνοντας διακρίθηκα στην τελευταία κατηγορία, πέρασα και περνάω ακόμα πολλά διαστήματα άεργος. Είναι η αγάπη από μόνη της αδύναμη; «Τα πάθη, οι ιδιωτικές επιδιώξεις και η ικανοποίηση εγωιστικών επιθυμιών είναι αποτελεσματικότατες πηγές δράσης» έλεγε ο Χέγκελ.

Ο Μίλτον Φρίντμαν της Σχολής του Σικάγου τον άκουσε και είχε μια ιδέα: «Υποθέστε ότι εσείς και τρεις φίλοι περπατάτε στο δρόμο και βρίσκετε ένα χαρτονόμισμα των 20 δολαρίων στο πεζοδρόμιο. Θα ήταν βέβαια γενναιόδωρο εκ μέρους σας να το μοιραστείτε ή να τους κεράσετε ένα ποτό. Ας υποθέσουμε όμως ότι δεν το κάνετε. Νομιμοποιούνται οι άλλοι τρεις να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να σας υποχρεώσουν να μοιραστείτε τα λεφτά; Υποθέτω ότι οι περισσότεροι θα λέγατε όχι». Ο μεγάλος παραμυθάς των οικονομικών κατάφερε κάπως να δικαιολογήσει αυτή του τη γυφτιά κερδίζοντας εκατομμύρια πιστούς οπαδούς. Οι άνθρωποι άρχισαν να μοιάζουν ντεμοντέ, ξεπερασμένοι και συνηθισμένοι μπροστά στα νέα χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Το υποπτευόμασταν ότι μπορεί εκεί να οδηγηθούν τα πράγματα, αλλά παλαιότερα το είχαμε απορρίψει.

Από τις αρχές του 19ου αιώνα ο Λεοπάρντι διαπίστωνε ότι «μαζί με τη βιομηχανία επελαύνουν η μικρότητα, η αδιαφορία, ο εγωισμός, η πλεονεξία, η υποκρισία και η δόλια κερδοσκοπία». Ο κόσμος όμως είχε την τύχη να διαθέτει ηγεσίες. «Η Εργασία προηγείται του κεφαλαίου. Το Κεφάλαιο είναι μόνο ο καρπός της Εργασίας και δεν θα είχε υπάρξει ποτέ αν δεν είχε προηγουμένως υπάρξει εργασία. Η εργασία είναι ανώτερη του κεφαλαίου και δικαιούται με το παραπάνω την ύψιστη προσοχή» έλεγε ο Αβραάμ Λίνκολν. «Πάντα ξέραμε ότι η απεριόριστη αναζήτηση του εγωιστικού συμφέροντος ήταν ηθικά λανθασμένη. Τώρα γνωρίζουμε ότι είναι και οικονομικά λανθασμένη» διακήρυσσε ο Ρούζβελτ μετά το Κραχ. Ποιος τους θυμάται όμως αυτούς τους αισχρούς «κομμουνιστές»; Καραβάνια οικονομολόγων, τραπεζιτών και χρηματιστών έβαλαν σκοπό της ζωής τους να τους διαψεύσουν και περίμεναν για αυτή τη στιγμή υπομονετικά. Στην περίπτωση του νέου κραχ, δεν τηρήθηκαν καν τα προσχήματα. Η εξουσία που χάθηκε μέσα στη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα της απληστίας έπρεπε άμεσα να ανανεωθεί.

«Όσο περισσότερο η κυριαρχία που υφίσταται κάποιος είναι απρόσωπη και συνολική, τόσο εξαπλώνεται η ιδέα της αδυναμίας όσων βρίσκονται υπό κυριαρχία και υπό χειραγώγηση και τόσο η ιδέα ενός κοινωνικού κινήματος μοιάζει ψευδαίσθηση» λέει ο Μορέν που πιστεύει ότι ο καπιταλισμός είναι η κυριαρχία της οικονομίας επί της κοινωνίας μέσα στην οποία λειτουργεί. Ο Βαλερστάιν γράφει: «Ο φιλελευθερισμός ανακαλύφθηκε για να αντιμετωπίσει τη δημοκρατία. Η δημοκρατία είναι στη βάση της αντιεξουσιαστική. Είναι η απαίτηση για ίσο λόγο στην πολιτική διαδικασία σε όλα τα επίπεδα και ίση συμμετοχή στο κοινωνικοοικονομικό σύστημα ανταπόδοσης. Ο μεγαλύτερος φραγμός σε αυτήν την ώθηση υπήρξε ο φιλελευθερισμός με την υπόσχεση του για σταθερή πρόοδο».

Μια εξουσία έτσι όπως την διείδε ο Τόκβιλ όπου ο «αφέντης θα ήταν απολύτως ευχαριστημένος που οι άνθρωποι μπορούν να χαίρονται, αρκεί να μη σκέφτονται τίποτε άλλο εκτός από το να χαίρονται», απομακρύνεται εξαιτίας της οικονομικής ύφεσης που αγγίζει όλο και περισσότερο τη μεσαία τάξη, έγραφα πριν ενάμιση χρόνο. Ο κόσμος για να παραμένει υποταγμένος φαίνεται πως πρέπει να είναι τόσο φτωχός όσο χρειάζεται για να μην εξεγείρεται. «Μόνο η εξουσία μπορεί να σταματήσει την εξουσία» έγραψε ο Μοντεσκιέ. Και η νέα εξουσία στηρίχτηκε στην αφέλειά μας. Στην πεποίθηση μας ότι έχει δικαιώματα πάνω μας που δεν θα έπρεπε να βρίσκονται υπό διαπραγμάτευση, πόσο μάλλον να δίνεται σε κάποιους η δυνατότητα να ποντάρουν μέχρι και υπέρ της εξάλειψής τους.

Μα ο κόσμος δε βλέπει πέρα από τη μύτη του. Το περιβάλλον στο οποίο ζει ο καθένας μας είναι εικονικό. Οι ιδέες μας για περισσότερα κέρδη ξεχνούν να κάνουν τον κόσμο καλύτερο. «Πού βρίσκονται σας ερωτώ οι ελεύθεροι άνθρωποι, αυτοί που ζουν στα ψηλά, που δεν φυλακίζουν τη σκέψη τους στον στενό κύκλο ενός δόγματος και οι οποίοι πορεύονται ειλικρινά προς το φως, χωρίς να φοβούνται μήπως διαψευστούν αύριο, μη έχοντας άλλην έγνοια από το δίκαιο και το αληθινό;» αναρωτιέται ο Εμίλ Ζολά. Δύσκολα πράγματα.

Στο δρόμο κυκλοφορώ τώρα πια με ψιλά. Θα ‘κανε ο φτωχός το ίδιο με μένα(;), σκέφτεται ο άνθρωπος του συστήματος. «Οι περισσότεροι άγιοι ήταν φτωχοί, όμως αυτό δεν σημαίνει πως οι περισσότεροι φτωχοί είναι άγιοι» έλεγε ο Αμερικανός φιλόσοφος Raplh Waldo Emerson. Γιατί λοιπόν να υπερασπιστεί τον αχάριστο ευεργετούμενο; Είναι απλό. Γιατί η ανταμοιβή για την ενάρετη πράξη είναι η πραγματοποίησή της όπως είπε ο Σενέκας. Μη βάζεις λοιπόν σε κίνδυνο τα ψιλά σου. Επένδυσέ τα στις χούφτες των φτωχών προτού το «σώζων εαυτόν σωθήτω» του καπιταλισμού μεταβάλει την ανθρωπότητα σε αυτό που ο Νίτσε θα ονόμαζε «αστόχαστη σύμπτωση». Διαφορετικά, ας τους σκοτώσουμε αποδίδοντάς τους έτσι την αξιοπρέπειά τους όπως θα μας συμβούλευε ο Μποντλέρ.

Πίστη στις αγορές σημαίνει απιστία στο λαό. Και ο θείος Walt μου λέει να αντιστέκομαι πολύ και να υπακούω λίγο. Οι δυνάστες πρέπει στην ώρα τους να αντικαθίστανται από νέους που θα έχουν πάρει το μάθημά τους. Μπορεί η παιδεία να πετύχει εκεί όπου η εξουσία απέτυχε να βάλει τάξη; Η Αριστερά και Δεξιά, ακούραστες, μάχονται ακόμα για το ποια κόλαση θα επικρατήσει. Στην πραγματικότητα έγιναν όργανα σύγχυσης και αναμόχλευσης των παθών, σαν την επιληπτική κρίση εκείνου του άγνωστου άντρα ένα τέταρτο πριν τη δολοφονία του Κένεντι που βοήθησε τους εκτελεστές να πάρουν τη θέση τους μακριά από αδιάκριτα βλέμματα.

Αχάριστοι και τεμπέληδες ή ανταγωνιστικοί, φοβισμένοι και χωρίς δικαιώματα; Τι θα προτιμήσουμε τελικά; Την ασυδοσία του λαού ή της εξουσίας; Ακούγοντας προχθές μέσα σε ένα βιβλιοπωλείο μια πολιτική συζήτηση που πελαγοδρομούσε ανάμεσα σε κλισέ και καταγγελίες, σκέφτηκα περνώντας μπροστά από το «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι ότι ο μεγάλος Ρώσος συγγραφέας ακούει και γελάει με τις λύσεις και τις αναλύσεις τους. Πριν κοιμηθώ, σκέφτηκα ότι υπάρχει η πιθανότητα να γελάει και με τις δικές μου. Οφείλω να τον παραθέσω για να είμαι καλυμμένος.

«Τι μπορούμε να περιμένουμε από τον άνθρωπο, από το ον αυτό το προικισμένο με τόσες παράξενες ιδιότητες; Δώστε του πλούτη, πνίξτε τον στην ευτυχία, ενισχύστε τον όσο θέλετε χρηματικά για να μην κάνει τίποτα άλλο παρά να κοιμάται, να τρώει γλυκίσματα και να προλέγει το τέλος της παγκόσμιας ιστορίας και τότε ακόμη ο άνθρωπος, από αχαριστία και μοχθηρία, θα κάνει ατιμίες. Θα ριψοκινδυνέψει να χάσει τα γλυκίσματα του και θα επιθυμήσει σκόπιμα ουτοπίες που θα μπορούσαν να τον καταστρέψουν, πράγματα παράλογα και ανώφελα, μόνο και μόνο για να νοθέψει το θετικό ορθολογισμό με κάποιο στοιχείο της φαντασίας του, καταστροφικό».

Όσο πιο αδιάφορος ήταν κανείς, τόσο περισσότερο αίμα ζητάει τώρα. Ο κόσμος ξέρει το σωστό και γι’αυτό δεν το κάνει. Η χρεοκοπία είναι μια ευκαιρία να αλλάξει και γι’αυτό ακριβώς δεν πρόκειται να την εκμεταλλευτεί. Όταν το αποφασίσει, πρέπει να ψάξει τη φωνή του μέσα σε μια σιωπή και να την περιμένει να μεγαλώσει. Πόσο άνθρωπος άραγε θα αντέξει να γίνει; Θα εξαρτηθεί από τη θέληση και την υπομονή του. Για κάποιο διάστημα, οφείλει να το βουλώσει. Να σκύψει το κεφάλι. Να διαμαρτυρηθεί σιωπηλά και ειρηνικά. Διότι αδερφέ μου δε μάθαμε ακόμα να κουβεντιάζουμε ήσυχα κι απλά. Στρατηγέ Μακρυγιάννη, όπως θα κατάλαβες τις τελευταίες μέρες, δύο αιώνες σχεδόν μετά την έκκλησή σου, είμαστε ακόμα εις το εγώ κι όχι εις το εμείς.

Επαναλαμβάνοντας τις ουτοπίες

Με τα Μίντια όλα είναι εφικτά. Η υπερπληροφόρηση αποστήθισε τα λόγια της προπαγάνδας. Η τελευταία είναι πλέον περιττή. Οι μάσκες όμως πέφτουν. Τουλάχιστον τώρα με το Δ.Ν.Τ μπορούμε να ξαναρχίσουμε να μιλάμε ελεύθερα χωρίς τα σπρεντς πάνω από το κεφάλι μας.

Ο εγωκεντρισμός μας δε σηκώνει τίποτε παγκόσμιο. Θέλουμε πάση θυσία να κρεμάσουμε τους πολιτικούς που μας οδήγησαν εδώ και το θέλουμε τώρα. Αν τελειώσουμε με αυτούς και καταφέρουμε να ξυπνήσουμε αύριο έντιμοι και αλληλέγγυοι, μας λένε ότι θα μπορέσουμε να ελέγξουμε τα τερατουργήματα του παγκόσμιου καπιταλισμού. Η Μεταπολίτευση απέτυχε επιμένουν και δυστυχώς δε μας βρίσκεται κανένα πλάνο από το 1974 για να το επαληθεύσουμε. Τι βαθυστόχαστες ανοησίες. Ο αφελέστατος Νίτσε έκρινε κάποτε πως οι Έλληνες ήξεραν καλύτερα από τους άλλους λαούς πότε να φιλοσοφούν. Ώρες για περισυλλογή ξεκλέβαμε τότε σε στιγμές μεγαλείου και θριάμβου. Δεν είναι πια αλήθεια. Ποιος φταίει για την κρίση, σας ερωτώ! Ο Καραμανλής, ο Σημίτης, η Αριστερά, εμείς, η εκπομπή του Σπύρου Παπαδόπουλου στην ΕΡΤ, το ΠΑΜΕ που επειδή έχει φράξει το κεφάλι του πιστεύει ότι μπορεί να φράζει και το λιμάνι; Οι απαντήσεις δεν έχουν τελειωμό και αν ήμουν εξεταστής, θα τις έπαιρνα όλες σαν σωστές γιατί καθεμία κρύβει μια δόση αλήθειας.

«Το να γίνει κανείς συντηρητικός διανοούμενος κατέληξε να είναι καλή επιλογή καριέρας» γράφει ο Πολ Κρούγκμαν στο βιβλίο του «Η συνείδηση ενός προοδευτικού». Την ίδια μέρα που ο νομπελίστας οικονομολόγος πρότεινε μέσα από τις σελίδες των Νέων να υποβαθμίσουμε τους οίκους αξιολόγησης, τηλεδημοσιογράφος έγραφε ένα ακόμα κείμενο από αυτά που κατηγορούν τους διεφθαρμένους Έλληνες, τα σκουπίδια ή τα γουρούνια αν προτιμάτε. Την ίδια ώρα, που ο μέχρι πρότινος ήρωάς τους, ο Ομπάμα, προσπαθεί να περάσει νόμο που θα ελέγξει τη διαφθορά και την ασυδοσία της Wall Street δίχως όμως να αγγίζει τους οίκους, την ίδια στιγμή που στην άλλη άκρη του Ατλαντικού τα διευθυντικά στελέχη της Goldman Sachs καταθέτουν στους γερουσιαστές ότι αυτοί που αγόρασαν ασφάλειες από την εταιρεία τους ζήτησαν ρίσκο "and that's what they got", το ίδιο δευτερόλεπτο που ποντάρουν όχι μόνο πάνω στη χρεοκοπία χωρών αλλά και των ίδιων τους των πόλεων, εσύ ασχολείσαι με τον μανάβη που δεν κόβει απόδειξη. Σαν να φωνάζει το παιδί σου για βοήθεια και εσύ να το ρωτάς τι έφαγε σήμερα.

Η έλλειψη εναλλακτικής πρότασης της αντίπαλης ανεύθυνης πλευράς έγινε η επίσημη υπεκφυγή κάθε αναλυτή που σέβεται τον εαυτό του. Η εξουσία, με ένα μαγικό τρικ, έμαθε να συνεννοείται και να συναλλάσσεται σε όλες τις γλώσσες. Οι δικοί μας άνθρωποι πήραν το μέρος των εχθρών μας γιατί τελικά αποφάσισαν ότι αισθάνονται πιο κοντά τους. Ο κοντόφθαλμος ρεαλισμός έγινε ευαγγέλιο. Το χειρότερο είναι ότι μας έπεισαν ότι παίρνουμε και εμείς αυτό που αξίζουμε. Ότι αξίζουμε το χειρότερο γιατί είμαστε οι χειρότεροι. Με ποιο τρόπο; Μα φυσικά μαστιγώνοντας αυτούς που έκαναν το πάρτυ τόσα χρόνια. Τον ελληνικό λαό που τα κονόμησε χοντρά. Γνωρίζοντας, έξυπνοι καθώς είναι, ότι η οργή του κόσμου πρέπει να κατευθυνθεί σε συγκεκριμένους ανθρώπους, σε λίγα και καλά καθίκια, ενήργησαν προδοτικά και αγνόησαν επιδεικτικά την πραγματικότητα του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Κι εμείς, τα εύπιστα θύματα, κατηγορήσαμε τον εαυτό μας την πιο ακατάλληλη στιγμή, την ώρα που βόλευε συγκεκριμένα κάποιον Τζον Πόλσον. Οι πιο περήφανοι τα βάλαμε με τους ανίκανους πολιτικούς μας. Οι αποδιοπομπαίοι τράγοι που θα επιλεγούν από τις τάξεις τους περιμένουν υπομονετικά να μας λυτρώσουν με τη θυσία τους.

Οι έλληνες οικονομολόγοι, διανοούμενοι και δημοσιογράφοι έστρεψαν το όπλο πάνω στον λαό που υπηρετούν. Οι πολιτικά ορθοί έβαλαν πάλι τη στολή του Σούπερμαν για να μας σώσουν. Με την τετράγωνη λογική τους, που μας οδήγησε μέχρι εδώ με απόλυτη ασφάλεια, τώρα εκπονούν σχέδια εξόντωσης του πληθυσμού, πλήρως τεκμηριωμένα. Αυτή τη φορά βρήκαν τη λύση που θα μας ξελασπώσει. Κάτι καινούριο σκαρφίστηκαν που θα μας βυθίσει τελειότερα στον πάτο. Γιατί αλήθεια να τους εμπιστευτούμε; Το νέο τους παιχνίδι φαίνεται να τους έχει ενθουσιάσει. Μας αναλύουν τα συναισθήματα των αγορών και όχι τα δικά μας, μας παρουσιάζουν τις αντιδράσεις των ξένων στα νέα μέτρα και όχι τις δικές μας. Πλάκα δεν έχει; Όταν μας λένε να είμαστε αισιόδοξοι, ποιος θα διαφωνούσε ότι έχουμε σοβαρούς λόγους να αρχίσουμε να ανησυχούμε;

Αναλυτής συντηρητικής εφημερίδας γράφει: «Κι έτσι φθάσαμε σήμερα να έχουμε μια σοβιετικού τύπου οικονομία, έναν δημόσιο τομέα που γεννά την διαφθορά και μια κοινωνία που διέπεται από αξίες συνυφασμένες με την παρακμή των κομμουνιστικών καθεστώτων, όπως λ.χ. την επιδίωξη του χαμηλότερου δυνατού παρονομαστή ώστε να χωρούν όλοι παντού, την αντίληψη της τεμπελιάς ως φυσικό δικαίωμα και την πεποίθηση ότι το κράτος έχει την υποχρέωση να προστατεύει τον πολίτη ακόμη και από τις αναποδιές της τύχης». Δεν έχει; Για δες. Άλλος αναλυτής δημοκρατικής εφημερίδας αναρωτιέται: «Είναι η ελληνική κοινωνία που δεν αντέχει την προσαρμογή ή οι Έλληνες πολιτικοί; Μέχρι στιγμής προκύπτει σαφώς το δεύτερο». Τι φοβιτσιάρηδες που είστε. Πώς κάνετε έτσι για ένα μικροσφραγισματάκι; «Που πάνε τα λεφτά μας;» αναρωτιόντουσαν λέει οι Γερμανοί βλέποντας την Αθήνα να καίγεται. Σίγουρα, αγαπητέ συνάδελφε, ένας Γερμανός τηλεθεατής θα αναρωτιόταν. Ένας ενεργός πολίτης δεν θα το έκανε ποτέ.

Μη δεχτείς λοιπόν να παίξεις το παιχνίδι της προσωπικής σου ευθύνης. Μη κατηγορείς τον εαυτό σου την πιο άσχετη στιγμή. Βάλ’τα μαζί του όλες τις υπόλοιπες ώρες. Φταίμε σε όλες τις άλλες στιγμές εκτός από αυτήν που μας υποδεικνύουν. Το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου θα ήταν να πεις σε κάποιον ότι φταίει και να το πιστέψει. Δε χρειάζεται καν να το δεχτεί για τον ίδιο. Αρκεί να έχει την ελευθερία να υποδείξει τον διπλανό του. Στη μεταμέλεια του καθενός μας ή στην προθυμία του να ρίξει τις ευθύνες στους άλλους, στηρίζει τα θεμέλια της η εξουσία. Όταν τέτοιες ώρες σου ζητούν να αναλάβεις τις ευθύνες σου, είναι το ίδιο με το να σε εγκαλούν για το ότι ζεις. Μη τους αφήνεις να σου ζητούν το λόγο. Αν επιμείνουν ότι φταίει ο διπλανός μας, διαστρέφοντας πλήρως το «αγάπα τον πλησίον σου» στο οποίο κατά τα άλλα ως βαθύτατα θρησκευόμενοι ημι-δεξιοί ισχυρίζονται ότι πιστεύουν, ας μην απορήσουν όταν θα φτάσουμε και σε αυτούς.

Μερικοί αναλογίζονται τάχα μου τις ευθύνες τους αυτές τις μέρες. Γνωρίζουν ότι η οργή του κόσμου διαθέτει ένα ελαττωματικό στόχαστρο αλλά με αλάθητο ένστικτο. Η ξαφνική τους ευγένεια κι ο κόπος που έκαναν να αναφερθούν στην ειρηνική πορεία, η συναινετική τους διάθεση και η υποκριτική τους αυτοκριτική τους έχει προς το παρόν σώσει. Για να μην είμαστε όμως άδικοι, ούτε οι προοδευτικοί άνθρωποι δείχνουν πρόθυμοι να εκφράσουν συνετό λόγο. Η σιωπή τους κραυγάζει το βόλεμά και το φόβο τους. Πόσο γρήγορα ξέχασαν τους νέους που λάτρευαν. Ήδη μας δείχνουν την πόρτα της εξόδου. Για το καλό μας.

Προφανώς και δεν συμφωνούμε ως προς αυτά που μπορούμε να αλλάξουμε. Ρίξτε τους όμως μια ακόμη ματιά. Οι τύποι της Wall Street άλλαξαν. Γίνονται όλο και χειρότεροι, όλο και πιο άπληστοι, όλο και πιο γλοιώδεις. Γιατί οι πολίτες να μην έχουν τα ίδια δικαιώματά με αυτούς τους κυρίους που τζογάρουν εναντίον χωρών; Από αυτό το καζίνο, αργά ή γρήγορα, όλοι θα βγουν χαμένοι- γιατί δεν προβλέπετε τουλάχιστον αυτό; Δεν είναι ανάγκη οι Έλληνες να το φέρουμε βαρέως.

Επιπλέον, δεν έχουμε την πολυτέλεια να στηριχτούμε σε εμπνευσμένες ηγεσίες μέχρι να τις αποκτήσουμε. Προς το παρόν έχουμε έλλειμμα. Μόνο ένας Κον Μπεντίτ φωνάζει γιατί του έμεινε το κουσούρι από παλιά. Και το μόνο που δικαιολογεί την Ευρώπη για να παραφράσουμε τον Σταντάλ, είναι το ότι δεν υπάρχει. Ο Ρομπέρτο Ούνγκερ λέει ότι «μια πρόταση η οποία απέχει αρκετά από τον τρόπο που γίνονται τα πράγματα, χλευάζεται ως ενδιαφέρουσα αλλά ουτοπική». Ο Γιορν πίστευε ότι «μόνο εκείνος που είναι ικανός να απαξιώνει μπορεί να δημιουργήσει νέες αξίες». «Η τελευταία λέξη του κόσμου για τον κόσμο δεν έχει ειπωθεί» μας εμψυχώνει ο Μπαχτίν. Στο σημείο λοιπόν που φτάνουμε, τίποτα μη ουτοπικό δε πρέπει να μας αφορά. Ό,τι είναι ρεαλιστικό, μας αποπροσανατολίζει από το πρόβλημα: την τερατογένεση του παγκόσμιου καπιταλισμού των τραπεζών και τη δικτατορία των αγορών.

Η εξουσία βάζει προτεραιότητες στις πέννες των αναλυτών. Το μυαλό όμως δε λειτουργεί με επισημότητες. Οι σκέψεις είναι λίγες όταν ζέχνουν χειραψίες με τα λερωμένα χέρια των εξουσιαστών. Οι σοβαροί αναλυτές θέλουν να είναι άτεγκτοι και αυστηροί για να τιμούν την υποκρισία και τη σοβαρότητα της εφημερίδας που τους φιλοξενεί. Μυρίζω τα ακριβά τους αρώματα, βλέπω τα άδεια τους βλέμματα, διακρίνω τα ρολόγια τους που δε δείχνουν ποτέ την ώρα της αλήθειας. Δε θα συντονιστώ με τους δείκτες τους.

Ποιος θα μας φυλάξει από τους φύλακες; Ποιος θα λογικέψει τους λογικούς; Κι αν τα δύο πρώτα ερωτήματα απέτυχαν, το τρίτο σίγουρα θα σας ταράξει: Τι γίνεται αν δεν υπάρξουν τίμιοι και ικανοί; Τι κάνουμε σε περίπτωση που δεν εμφανιστούν; Ποιο είναι το plan b; Εγώ πάντως δεν έχω να προτείνω απολύτως τίποτα.

Μα για σταθείτε. Έντιμοι για να υπηρετήσουνε το κέρδος; Γαμώτο, κάτι δεν μου πήγαινε καλά από την αρχή σε αυτήν την αγγελία. Πάνω που σκεφτόμουν να βγω στις αγορές να δανειστώ μια εργασία με υψηλό επιτόκιο. Τελικά θα περιμένω. Σε λίγο, εξάλλου, έτσι όπως πηγαίνουν τα πράγματα δε θα συμφέρει καθόλου να δουλεύεις.

Και τι πάει να πει τι θα κερδίσετε αν βγείτε στο δρόμο; Από πότε σκέφτεστε με τους όρους του καπιταλισμού; Which side are you on boys? Αυτοί που σας ενημερώνουν και σας κυβερνούν, έχουν διαλέξει. Το σκέφτεστε ακόμα;

Υ.Γ: Δεχτείτε να φταίτε μόνο για αυτό που είπε ο Καζαντζάκης: «Αν δε σωθεί ο κόσμος, εγώ φταίω». Για τίποτα περισσότερο.

Πέμπτη 6 Μαΐου 2010

Τα νέα μέτρα θέλω να τα θέλεις εσύ

Ο Ηρόδοτος περιγράφει αν δεν κάνω λάθος σε μια ιστορία του ότι κατά τη διάρκεια του φονικού λοιμού στη Λυδία, ο κόσμος άρχισε να παίζει παιχνίδια. Οι άνθρωποι τη μια μέρα έπαιζαν ζάρια και την άλλη έτρωγαν. Από τον ενθουσιασμό του παιχνιδιού, ξεχνούσαν να φάνε και κατόρθωναν έτσι να επιβιώνουν. Έζησαν με αυτόν τον τρόπο 18 χρόνια.

Το Δ.Ν.Τ είναι τώρα εδώ, σαν έτοιμο από καιρό. Φταίξαμε. Κλέψαμε. Ψηφίσαμε τους ίδιους. Βολευτήκαμε. Χαίρω πολύ. Καθώς όμως μόνο μερικοί τα κονομούσαν, η Ελλάδα έμενε φτωχή. Οι αγορές, που μας απέλυσαν με συνοπτικές διαδικασίες κερδοσκοπίας, μας στέλνουν τώρα και την αποζημίωση. Κι αν τυχόν επρόκειτο για κάποιον οργανισμό που έχει βοηθήσει τις χώρες με τις οποίες έχει συνεργαστεί, θα ήμασταν υπέρ του. Παρακαλώ, περάστε, θα λέγαμε. Βοηθήστε μας. Πείτε μας τι να κάνουμε για να κινηθεί η οικονομία. Αντίθετα, το Δ.Ν.Τ ήρθε για να βάλει τάξη στην ανεργία. Γίναμε κι εμείς θύματα του Διεθνούς Ταμείου Εξαθλίωσης όπως το ονομάζει ο Στίγκλιτς. Το κηδειόχαρτο έχει τον ειρωνικό τίτλο «Μνημόνιο συνεννόησης», δείγμα αν μη τι άλλο οικονομικοπολιτικού πολιτισμού.

Φυσικά και ήταν «μια κάποια λύσις». Για όποιον δεν έχει επιλογές, είναι μάλιστα ιδανική. Στην ουσία καλέσαμε τον διασημότερο serial killer των κρατών να μας κάνει την κηδεία, δημοσία δαπάνη. Η τρόικα δεν ήρθε να σχεδιάσει την ανάστασή αλλά την ταφή μας. Μελέτησε με τους πολιτικούς μας τι μπορούμε να κάνουμε για να μην αναστηθούμε. Στους συνταξιούχους για παράδειγμα άφησε τόση αξιοπρέπεια όση τους χρειάζεται για να πηγαίνουν στη λαϊκή. Αυτό που διαπραγματευτήκαμε ήταν το πόσο λιτός και απέρριτος οφείλει να είναι ο τάφος μας για να μην προκαλέσουμε την οργή των αδέκαστων ελεγκτών οι οποίοι το μόνο που θέλουν είναι να τους επιτρέπεις να σε εξουσιάζουν. Είναι πολύ απλοί άνθρωποι.

Μισούν την ξεγνοιασιά που μας έχει απομείνει, τη γλυκιά μας ανευθυνότητα, το χαμόγελο που ακόμα θυμάται τα πρόσωπά μας. Και θέλουν να μας τα περικόψουν κι αυτά και να μας τιμωρήσουν για κάθε μας αδυναμία που μας κάνει ανθρώπους. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν διανοούνται ότι το διασκεδάζουμε ακόμα. Μας μισούν επειδή η δικιά μας αθλιότητα είναι πιο ζωντανή. Φοβούνται ακόμα τους Έλληνες, εκείνους τους υποψιασμένους τεμπέληδες. Τους κάνουμε έξαλλους που αδιαφορούμε. Ίσως αν δεχόμασταν σιωπηλά τα μέτρα, να τους δείχναμε πόσο τους περιφρονούμε. Αν δουν διαδηλώσεις, θα αισθανθούν επιτυχημένοι. Μπα, φοβάμαι ότι δεν τους νοιάζει ούτε αυτό. Φοβάμαι ότι μπορεί να νιώθουν ακόμα και άσχημα. Σίγουρα όταν γυρνούν σπίτι τους τα ξεχνούν όλα. Εμείς τα θυμόμαστε.

Για ένα μόνο είμαι βέβαιος. Θέλουν λαούς ηττημένους. Λαούς που θα πιστεύουν με τη βοήθεια των Μ.Μ.Ε ότι δικαιολογείται η τιμωρία τους, γιατί έτσι τους αξίζει. Οι ανέραστοι κύριοι της τρόικας έβαλαν τα στοιχεία στο τραπέζι αφού οι άνθρωποι δε χωρούν, έθεσαν τις υπάρξεις μας υπό διαπραγμάτευση, ακύρωσαν τα όνειρα μας.

Η Ελλάδα που θα θυμίζει γιάφκα σε λίγο καιρό είναι έτοιμη να υποδεχτεί τους Έλληνες. Οι πόλεις μας θα αρχίζουν να μοιάζουν σταδιακά με τα χωριά μας. Οι νέοι απώλεσαν σε σημαντικό βαθμό την ευλογία να παλεύουν για την πατρίδα τους εντός των συνόρων της. Στο αεροδρόμιο θα πηγαίνω πλέον κάθε μέρα διότι όλο και κάποιος φίλος θα φεύγει. Ετεροχρονισμένα, η γενιά του Αλέξη τιμωρείται και ο αγώνας του Κούγια δικαιώνεται.

Πολίτες και ηγεσία δεν κατάλαβαν ότι στη ζούγκλα για να επιβιώσεις πρέπει να γίνεις θηρίο. Κι εμείς δεν είχαμε ποτέ κοινή εξωτερική πολιτική εναντίον των αγορών. Η Τουρκία, όπως φοβόμασταν, δεν είχε κανένα χαρακτηριστικό που θα ταίριαζε σε έναν πραγματικό εχθρό. Και σήμερα φοβάμαι για όλα αυτά που θα γίνουν για μένα μπροστά σε εμένα.

Ο καπιταλισμός αυτοκαταστράφεται εδώ και καιρό. Τι σόι σύστημα είναι αυτό που λιγοστεύει τις ευκαιρίες και κάνει τον κόσμο φτωχότερο; Το Δ.Ν.Τ θα έπρεπε ήδη να κρατείται σε φυλακές υψίστης ασφαλείας για απόπειρα ανθρωποθυσίας. Όλες οι χώρες που «συνεργάστηκαν» μαζί του, βρέθηκαν απανθρακωμένες μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Καθώς οι κατακτήσεις του ανά την υφήλιο αυξάνουν, οι ιστορικές κατακτήσεις των εργαζομένων καταργούνται.

Για ένα μπορούν να είναι σίγουροι οι κύριοι της τρόικας. Ότι ο Έλληνας, παρά τη σύγχυσή του και τα προβλήματά του, θα τους διαολοστείλει εγκάρδια. Η τιμή θα είναι όλη η δική τους. Και εκείνοι έχουν μάθει να εκτιμούν κάθε μορφή της. Τι είναι 18 χρόνια μπροστά στην αιωνιότητα; Ελπίζω απλά να μη μας χρειαστούν φτωχούς για περισσότερα.

Θα επανέλθω με νέο κείμενο.

Πνίχ' τονε ρε Μήτσο


Μόλις τον συνέλαβα. Τον κρατάω. Αυτός είναι. Τον αναγνώρισα. Την κρίση ηλικίας του πληρώνουμε. Απάνω του αδέρφια. Να θυσιαστούμε. Να δει τη δύναμη μας. Αυτός είναι ο μεγαλύτερος εχθρός μας. Μα ξέχασα. Είμαστε σαν κι εκείνο το ανέκδοτο. Εμείς μελίτακες κι αυτός ελέφαντας. Ή απλά μαλάκες. Καιρός όμως να διεκδικήσουμε να μη μας πατούν όπου μας βρούνε. Ας βγούμε όλοι ξανά πάνω στο δέντρο. Έχουμε μια δεύτερη ευκαιρία.
Το ανέκδοτο που περιγράφει την κατάστασή μας είναι μετά το τρίτο λεπτό. Τα νούμερα βγαίνουν. Πρέπει κάποια στιγμή να συμφωνήσουμε στον βασικό εχθρό. Διά ανατάσεως της κεραίας.

Δε θα τους απασχολήσει πολύ

Έφυγαν τέσσερις άνθρωποι σήμερα και δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στην ελληνική αστυνομία. Γι’αυτό οι δολοφόνοι ας παραδοθούν από μόνοι τους.

Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

Από μικρό και από τρελό

Στο κείμενό μου μετά τις εκλογές έκλεινα ως εξής: «Ένα παιδάκι κοιτώντας την κάλπη ρώτησε αδιάφορα. «Γιατί τα μαζεύετε αυτά;». Το ΠΑ.ΣΟ.Κ καλείται να απαντήσει στο ερώτημα τα επόμενα τέσσερα χρόνια». Τότε δε γελάσα, σκοτείνιασα. Κάτι μου έλεγε ότι το παιδάκι δεν ξεστόμισε βλακεία με την απορία του, αλλα μια ανεπανάληπτη προφητεία. Δεν περίμενα όμως ότι ένας τρελός θα του έδινε την απάντηση. Πλέον είναι ξεκάθαρο. Χρειαζόμαστε ένα μικρό να ρωτάει και έναν τρελό να του απαντάει. Το μόνο που κάπως με παρηγορεί είναι ότι επιβεβαιώνεται η ορθότητα της ελληνικής παροιμίας. Οι αριθμοί μας παραμένουν σκέτη απελπισία.

Τρίτη 27 Απριλίου 2010

Αντιπρόταση στην πρόταση Παπαδόπουλου

Η πρόταση μου είναι απλή και δε διεκδικεί δάφνες σοβαρότητας. Απέναντι μάλιστα στην πρόταση ενός Παπαδόπουλου, Απρίλιο μήνα, με την προϊστορία εις βάρος μου, είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Τη συνοψίζω: αν αδιαφορήσουμε όλοι μαζί και ο καθένας χωριστά, αν αδιαφορήσουμε με όλη τη δύναμη της ψυχής μας και με όλη την ειλικρίνεια της αδιαφορίας μας, αν αδιαφορήσουμε με όλο το είναι της αδιαφορίας μας, δεν μπορεί, κάτι θα γίνει. Τότε θα αρχίσουν πραγματικά να μας φοβούνται.

Τι έπρεπε να κάνει η Ελευθεροτυπία

Για τη γιάφκα που εξαφανίστηκε, θα παραφράσω τον Κάφκα: στη διαμάχη ανάμεσα στον μπάτσο και τον επαναστάτη, διάλεξε τον μετανάστη.

Τετάρτη 21 Απριλίου 2010

Ρεμπώ ή παστίτσιο;

If you can think-and not make thoughts your aim. Kipling.

Στο έπος του Γιλγαμές που γράφτηκε στη Βαβυλώνα πριν 4.000 χρόνια, ο ήρωας θέλει να ανακαλύψει το μυστικό της αιώνιας ζωής. Ώσπου μια μέρα ο οδηγός του αποκαλύπτει το μεγάλο μυστικό. Πως δεν υπάρχει μυστικό. Τι κάνεις τότε; Καλύτερα να άνοιγε η γη να σε καταπιεί. Πώς περιμένεις να ζήσεις δίχως μυστικά;

Ο Τριαρίδης γράφει στα «Γυμνά Μάτια» πως ο Ντοστογιέφσκι ήξερε ότι το μεγάλο μυστικό του κόσμου βρίσκεται «εκεί, πίσω από την κουρτίνα». «Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα. Δεν έλυσα κανένα» μας λέει η Δημουλά. Εν οίδα ότι ουδέν οίδα σα να λέμε. Αν λοιπόν τα διαβάσματά μου συνεχίσουν να επαληθεύουν τους φόβους μου, αν τα μυστικά εκλείψουν, ο κόσμος παύει αυτομάτως να έχει υποχρεώσεις απέναντί μου, γεγονός άκρως ανησυχητικό. Του μένουν μονάχα δικαιώματα και έχει τη δύναμη να με παρασύρει όπου εκείνος θέλει. Η ζωή επιτρέπει την απαγωγή μου με καλές συνθήκες κράτησης. Και μερικές φορές δεν υπάρχουν καν αυτές.

Τι κάνω όμως με το ταξίδι; Το αφήνω στη μέση; Μένω με τη βάρκα μου ακυβέρνητη στα ανοιχτά και όταν πέσω στη θάλασσα σταματάω να κολυμπώ; Αν δεν δυσκολέψω τον εαυτό μου, θα μπω στον πειρασμό να τον διευκολύνω. Είμαι σίγουρος από την άλλη όμως ότι δεν είμαι αρκετά ηλίθιος για να υπερεκτιμήσω τη διαδικασία της σκέψης που είναι σπαρμένη από δυναμίτιδα και ισοπεδώνει; Θα φτάσουμε στην απάντηση παρακάτω.

«Και σεις τώρα νεαρέ συγγραφέα έχετε κάτι να πείτε ή μονάχα νομίζετε ότι έχετε κάτι να πείτε;» με ρώτησε αυστηρά προχθές το βράδυ ο Τζακ Λόντον. «Το δεύτερο μάλλον» του απάντησα χαμηλόφωνα, ντροπιασμένος. Έβαλα τα κλάματα, έκλεισα τα βιβλία και παράτησα τα μολύβια. Κόλλησα μέσα σε λάσπη αμφιβολίας. Απεγνωσμένα άρχισα να αναζητώ ένα στοιχείο, μια επιβεβαίωση, ένα χαμόγελο, ένα χέρι που θα με έκανε να συνεχίσω.

Ευτυχώς εκείνη τη στιγμή έτυχε να περνάει ο Τζορτζ Στάινερ. Με είδε σε κακή κατάσταση, με λυπήθηκε και αποφάσισε να με ενθαρρύνει: «Δεν μπορούμε να διαπραγματευόμαστε ένα πάθος. Γιατί, αν αρχίσουμε να το διαπραγματευόμαστε, χανόμαστε μέσα στον συμβιβασμό και καταλήγουμε στην επαιτεία. Το να έχει κανείς μια κλίση, ένα πάθος, είναι μια ευτυχία επικίνδυνη αλλά απέραντη».

Για κακή σας τύχη λοιπόν συνεχίζω. Ξανασηκώνομαι. Πρέπει να γίνω πιο τολμηρός αν θέλω να επιζήσω. Θα γράφω εφόσον αντέχω. Θα γράφω όσο υπάρχει φτώχεια, αδικία και εκμετάλλευση. Όσο αθώοι πεθαίνουν γιατί δεν έχουν άλλη επιλογή. Ύστερα από κάθε θάνατο, θα ξεκινάω από την αρχή τον αγώνα. Δεν θα σοκάρομαι από καμία ανθρώπινη απώλεια. Θα με σοκάρει ξανά η ζωή. Ποιος τα παρατάει από τώρα, ποιος κάθεται και κλαίει στην άκρη και λέει δεν παίζω άλλο;

Θα γράφω γιατί αποφάσισα με συνοπτικές διαδικασίες μέσα μου ότι δεν θα κουραστώ να πολεμάω, ότι δεν θα με τρέψει σε φυγή η φρίκη. Θα γράφω μήπως παρ’ελπίδα με διαβάσουν. Θα γράφω για να αναδείξω πάλι τις σκέψεις που το αξίζουν, να τις φέρω στο προσκήνιο και να τις παραθέσω. Θα γράφω μέχρι να γίνουνε σεισμοί, ωσότου πέσουν οριστικά οι μάσκες της ευπρέπειας και του δίκιου, γνωρίζοντας πως αυτό που ελπίζω δε θα γίνει ποτέ.

Να πουληθώ; Δεν καταλάβατε καλά. Προτιμώ να γίνω προφήτης. Θα επαναλάβω τις ουτοπίες καθαρά και ξάστερα, θα συλλαβίσω τους μεγάλους, θα τους βάλω στο στόμα του κόσμου και κυρίως στις ζωές σας. Η όποια αξία μου θα ξεχαστεί μπροστά στη φήμη μου. Θα γίνω αυτό που σιχαίνομαι αλλά θα έχω πετύχει μέρος του σκοπού μου.

Κρίση ανωτερότητας; Προφανώς. Για να παρουσιάζεται όμως, χρήσιμη θα είναι. Κι εγώ έμαθα να μην απορρίπτω κανένα κομμάτι του εαυτού μου. Αναγνωρίζω την αντίφαση σε καθετί ανθρώπινο. Δε θέλω να γίνω σαν τους διανοούμενους του κόσμου που ούτε που διανοούνται αυτά που συμβαίνουν. Στις μέρες μας, μαλώνουν ακόμα αχόρταγα για την πρωτοκαθεδρία και λύνουν ασκήσεις ματαιοδοξίας. Καθρέφτη, καθρεφτάκη μου, ποιος είναι ο εξυπνότερος; Ποιος κατέχει τάχα την απόλυτη αλήθεια αν όχι εγώ; Όσο σκέφτονται πόσο σπουδαίοι είναι, διαπρέποντας σε ένα είδος πνευματικής κερδοσκοπίας, ο κόσμος συνωστίζεται για ένα πιάτο φαί.

Γράφε λοιπόν για να βελτιώνεσαι. Σεβάσου τις λέξεις. Δε σου φταίνε σε τίποτα εκείνες. Πες μια μελωδία της αλήθειας. Γράψε μέχρι να βγάζει το δάκρυ αίμα και το αίμα δάκρυ, μέχρι να σταματήσει να στάζει η αλήθεια σου ψέμα, ευκολία, εγωισμό και λήθη. Παίρνε την άδεια όλων των ανθρώπων του κόσμου και μετά μίλα. Γράφε για να συντάξεις την αθώωση που θα σου προσέφερε απλόχερα ο θάνατος. Γράφε υποκαθιστώντας το θάνατο.

Τι κι αν δεν είναι ενήλικο; Μην περιμένεις να εγκριθεί το όνειρό σου. Οι περισσότεροι θα το χλευάσουν. Το βρίσκουν παιδικό και αστείο. Τους είχες ξεγελάσει όλους γιατί είχες μείνει μέσα σου παιδί. Οι άλλοι σε καλούν για να καλύψεις ανάγκες. Εσύ όμως θέλεις να υπηρετήσεις τον εαυτό σου. Δε δέχεσαι να είσαι ασήμαντος. Ξέρεις ότι μόνο εμείς οι ίδιοι μπορούμε να υποτιμήσουμε τους εαυτούς μας.


Και η συνέχεια...

Στον πλανήτη των ιδεών, οι μνηστήρες του κόσμου έκαναν πάντα ένα βασικό λάθος: θέλησαν να αλλάξουν την Πηνελόπη τους. Εκείνη, απολύτως φυσιολογικά, πείσμωνε γιατί επιθυμούσε να αγαπηθεί γι’αυτό που είναι. Η υπομονή των επαναστατών γρήγορα εξαντλούνταν, ο χρόνος τους πίεζε για μια λύση ώσπου κουρασμένοι κάποια στιγμή από τις εκατοντάδες ιδέες, άρχιζαν να παίζουν με τη σκανδάλη. Εξουθενωμένοι που δεν συμμορφωνόταν ο κόσμος στις υποδείξεις τους, αποφάσιζαν να παραδοθούν στη πιο δραστική σκέψη τους. Ποιος διάολο όμως νομιμοποιείται να μας συνετίσει; Ο μόνος που δε δικαιούται δια να ομιλεί είναι αναμφίβολα ο Θεός, έτσι όπως τα ‘κανε. Οπότε, ποιος μένει; Ο οποιοσδήποτε; Ο πασαένας; Το ΔΝΤ; Κανείς τους. Αλλά σίγουρα ούτε κι εσύ επαναστάτη. Εσύ είσαι προκατειλημμένος ακόμα υπέρ σου.

«Σκέφτηκα να αναζητήσω το μυστικό του αρχαίου παραδείσου, μήπως και ξαναβρώ το κέφι μου. Το μυστικό βρίσκεται στο έλεος… Μη με κοιτάζεις έτσι άγρια καλέ μου σατανά» γράφει ανακαλώντας μέσα στο παραλήρημά του ο επαναστάτης Ρεμπώ. Όταν επομένως καταφέρεις να απενοχοποιηθείς από την αλήθεια σου, θα έχεις θέσει τις βάσεις για την επανάστασή σου. Θες να κάνεις στους άλλους κακό(;) ρωτάει ο ψυχολόγος του στρατού. Κάνε κι εσύ στον εαυτό σου την ερώτηση. Απάντησε κάποτε δυνατά και αποφασιστικά. «Καλό θέλω να κάνω. Καλό. Μου κάνει εντύπωση που δεν το καταλαβαίνεις».

Βρίσκομαι ακόμα στην ευχάριστη θέση να σας ανακοινώσω πως δεν είμαι σε θέση να διδάξω ή να καθοδηγήσω κανέναν. Δεν προλαβαίνω-μην επιμένεις- να γράψω την αλήθεια. Όλο και κάτι μου διαφεύγει από την εξίσωση γιατί τα πράγματα συνεχίζουν να συμβαίνουν και δεν περιμένουν να τελειώσω το κείμενο. Κοινώς χέστηκαν για το κείμενό μου. Εγώ αν θέλω να είμαι ελάχιστα έντιμος, πρέπει πάση θυσία να εξαντλήσω όλα τα δικαιώματά μου στο λάθος, στην αμφιβολία, στην αλλαγή και στην αντίφαση, γιατί έτσι διατηρώ το δικαίωμά μου να σκέφτομαι. Η δουλειά μου είναι να παλέψω ενάντια σε αυτούς που προσπαθούν να δυσκολέψουν την εξίσωση, να προσθέσουν παραμέτρους δυσκολεύοντας τη ζωή.

Στην ουσία, το παιχνίδι θέλεις να παίξεις που ο ίδιος δημιουργείς διαλέγοντας συντρόφους. Μήπως ωστόσο τελικά συνοδοιπόρος δεν είναι αυτός που πιστεύει στα ίδια πράγματα με μένα, αλλά εκείνος που ακούει προσεκτικά τη διαφωνία μου και με τιμά εξαιτίας της; Να κάτι που δεν είχα σκεφτεί.

Κι όσο περισσότερο σκέφτομαι, τόσο λιγότερα ξέρω. Αυτός άλλωστε υπήρξε ανέκαθεν ο φόβος του ανθρώπου μπροστά στη γνώση. Αν και είναι αποδεδειγμένο ότι τα βιβλία δε δαγκώνουν, τους έχουμε γυρίσει προ πολλού την πλάτη. Γιατί να σε νοιάζει ποιος θα σου πει το πιο πειστικό ψέμα;

Και τι θα γίνει επιτέλους με αυτήν την απάντηση; Περιμένεις τις προτάσεις μου; Άκου: περικύκλωσε ξανά το οχυρό της αλήθειας. Αν δεν πέφτει, έχεις την απάντησή σου. Διότι κάθε απάντηση κρύβει έναν δούρειο ίππο. Και το μόνο που σου μένει είναι να βομβαρδίζεις την αλήθεια με ερωτήσεις. Να την κουράσεις μήπως βαρεθεί και σου φανερωθεί. Mην κάνεις το λάθος και ακολουθήσεις εντολές. Βρες τις δικές σου οδηγίες.

Συμμάχησε με τον ήλιο, ζήτα τη βοήθεια του Μάη των εξεγέρσεων, σύνταξε οδηγίες μάχης για μια σιωπηλή επανάσταση μέσα στον καθένα από εμάς που θα συγκλονίσει τον κόσμο. Είναι ώρα να δημιουργήσουμε κάτι ολοκαίνουριο, απλούστερο, που θα ανοίγει τα σπίτια του στους άλλους, υποχρεώνοντάς τους να μη τα κλέβουν. Καιρός να διοργανώσουμε πορείες ψυχικές, διαδηλώσεις ειρηνικές και εξεγέρσεις εσωτερικές. Να βρούμε ιδεολόγους της αγάπης, της ελευθερίας και της ζωής. Διότι μόνο όταν αγαπάς, αποδέχεσαι και αναγνωρίζεις, είσαι επιτυχημένος. Μόνο αν καταφέρεις και αναπτύξεις άμυνες στο μίσος θα γίνεις άνθρωπος. Μην επιτρέψεις, σε καμία περίπτωση, στις κραυγές και στις σιωπές να επικρατήσουν. Μάθε να ακούς πριν χάσεις την ακοή σου, μάθε να βλέπεις πριν χάσεις την όρασή σου. Αν τα ξέρεις όλα, αναρωτήσου γιατί ζεις…

Κι ας είμαστε λιγάκι ειλικρινείς. Δεν θα άντεχε κανείς την ουτοπία ούτε λεπτό. Εκεί θα βλέπαμε να γεννιέται μέσα στα αίματα το νέο μίσος. Δυστυχισμένοι από την πραγματοποίηση του ονείρου τους οι επαναστάτες θα ακόνιζαν τα ξίφη τους για νέες σφαγές και σκληρότερες διώξεις. Η ζωή θα παραμένει μια μάχη με το γκρίζο και το αόρατο, ένα αργόσυρτο παιχνίδι που δε σου βγαίνει τίποτα, ένα κουραστικό 0-0 που δεν θα προσφέρει λύση, λύτρωση ή σωτηρία παρά μόνο στο πακέτο του θανάτου.

Έχω δίκιο; Με τίποτα. Πως μπορώ όμως να είμαι σίγουρος για το άδικο μου; Πόσοι κανόνες κάνουν μια εξαίρεση; Αλλάζει ο κόσμος; Μπορώ να τον σώσω; Προτιμώ να διατηρήσω τις επιφυλάξεις μου παρά να χάσω τη σοβαρότητά μου. Προς το παρόν δεν προτίθεμαι να κλείσω τα βιβλία και να δουλέψω. Κανείς δεν ξέρει να μου υποδείξει μια αίθουσα στον κόσμο όπου οι άνθρωποι σπουδάζουν για να νοιάζονται. Και την επόμενη εβδομάδα θα είμαι ένας ευτυχισμένος άνεργος.

Λέει ο ποιητής της Κρήτης: «Δείξε μου έναν άνθρωπο να τα ‘χει λύσει όλα, γιατί εγώ δεν τα ‘λυσα μα δε με γνοιάζει κιόλα». Η μαντινάδα αυτή με θύμωνε παλιά. Νόμιζα ότι έκρυβε αδιαφορία. Τώρα την εκτιμώ περισσότερο. «Ο κόσμος είναι πλήρης σε κάθε στιγμή» γράφει ο Χέσσε. Τον Σιντάρτα του, δεν τον περίμεναν τελικά οι Θεοί. Στο τέλος αναγνώρισε την αμαρτία σαν αγιότητα και κατάφερε να αγαπάει. «Ο άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση» μας λέει ο Μπρετόν. Η ζωή σε τελική ανάλυση δεν είναι λογιστικά βιβλία όπως διάβασα κάπου. Δεν χρειάζεται να βγάλεις άκρη.

Μεγαλώνοντας αρχίζω και φοβάμαι ότι οι άνθρωποι είναι ικανοί για όλα εκτός από το να αγαπούν. Στο τέλος, όμως, όλα θα κριθούν από αυτήν τους την ικανότητα. Η αγάπη, αυτός ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους όπως έλεγε ο Αναγνωστάκης, συνεχίζει να μας τη δίνει στα νεύρα. Μετά από αμέτρητους πολέμους για τη γη, το μόνο που απέμεινε να χωρίσουμε είναι τα εδάφη της μοναξιάς μας. Τη μέρα που θα σκεφτούμε σοβαρά να τα ενώσουμε, θα γίνουμε ανίκητοι.

«Όποιος σκέφτεται πολύ, σφάλλει και πολύ» έλεγε ο Χάιντεγκερ. Δεν υπάρχει συνεπώς κανένα δίλημμα. Σταματήστε να ανησυχείτε για μένα. Τι πάει να πει ή Ρεμπώ ή παστίτσιο. Και Ρεμπώ και παστίτσιο. Θέλω να μάθω ότι δεν ξέρω τίποτα. Θέλω να μοιρολογώ το ανύπαρκτο μυστικό. Να πω: «Είναι παρήγορο ότι δεν υπάρχει παράδεισος». Το όνειρο θα υπάρχει για να το ονειρεύομαι. Όλα θα είναι για πρώτη φορά στη θέση τους.

Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Η ελπίδα γέννησε απελπισία


Μέσα στη δίνη της χρεοκοπίας, μια ευχάριστη έκπληξη περίμενε τον πρόεδρο της Βουλής Φίλιππο Πετσάλνικο την περασμένη εβδομάδα. Δύο λιλιπούτειοι υπαίτιοι της οικονομικής κρίσης και μεγαλοστελέχη της Goldman Sachs, ο αετονύχης Νικόλας κι ο κερδοσκόπος Γιώργος, τον επισκέφτηκαν εκφράζοντας την ειλικρινή μεταμέλειά τους για το βρόμικο παρελθόν τους, ζητώντας συγχώρεση.

Ο διστακτικός στην αρχή πρόεδρος, συγκινήθηκε όταν πρόσεξε τα εκφραστικά ματάκια των παιδιών και τα άφησε να περάσουν. Με τη σειρά τους εκείνα, ως ένδειξη καλής θέλησης, παρέδωσαν στην είσοδο όλα τα αυτοκινητάκια που είχαν αγοράσει χάρη στα μπόνους που εισέπρατταν από τους γονείς τους τα τελευταία χρόνια. Ιδιαίτερα συγκινητική ήταν η στιγμή που ο μικρός Νικόλας έπρεπε να αποχωριστεί για πάντα τη μία και μοναδική μπάλα που είχε καταφέρει να αποκτήσει μετά από πολλά χρόνια καριέρας σε πάρκα και παιδικές χαρές. Ο Φίλιππος Πετσάλνικος όταν αντιλήφθηκε την απροθυμία του μπόμπιρα που συνέχιζε τα τσιλικάκια να του την παραδώσει, χρησιμοποιώντας έναν έξυπνο ελιγμό σε συνδυασμό με μια επιδέξια τρικλοποδιά, κατόρθωσε να του την αποσπάσει. Ο μικρός Γιώργος προσέφερε εκτός από τα 10 ευρώ, ένα κουτί μακαρόνια, μια κουβέρτα και μία σαλιάρα που δεν χρησιμοποιεί πια για να βγει σε πλειστηριασμό.

Ο Πετσάλνικος, αν και έσπευσε να ειδοποιήσει τον πρωθυπουργό για τη θετική αυτή εξέλιξη, γρήγορα έμαθε πως οι ξένοι επενδυτές ασυγκίνητοι συνέχισαν να σφυροκοπούν τα ελληνικά ομόλογα. Το ποσό που μαζεύτηκε τελικά ούτε έφτασε ούτε περίσσεψε. Ο πρόεδρος, εκνευρισμένος από την νέα άνοδο των σπρεντ και τα αρνητικά μηνύματα από τις αγορές, ανάγκασε τα παιδιά να γυρίσουν ανάποδα τις τσέπες τους εξασφαλίζοντας άλλα 2,35 ευρώ για την απόσβεση του χρέους. Αηδιασμένος από την έλλειψη αυτοθυσίας τους, έδωσε εντολή στον θυρωρό να τα πετάξει έξω με τις κλωτσιές.

Η είδηση σχολιάστηκε κάπως έτσι από τις εφημερίδες:«Η κίνησή τους φανερώνει πολλά. Αρχικά ελπίδα. Αυτή η κοινωνία ίσως κάποτε αποβάλει τη βαλκανική μενταλιτέ του ωχαδερφισμού και της ιδιοτέλειας. Μετά, τη δυσκολία να γίνει πραγματικότητα αυτή η ελπίδα. Τα παιδιά ίσως έχουν συναισθανθεί περισσότερο από μας πού βρισκόμαστε. Μπορεί να κατανοούν ότι τους περιμένουν δύσκολα χρόνια».

Ένα πράγμα μόνο δεν κατάλαβα. Γιατί δε τα συνέλαβαν κατευθείαν; Κάποιοι πρέπει να μπουν φυλακή, σωστά; Χωρίς αποδιοπομπαίους τράγους θα τη βγάλουμε; Δεν είναι ώρα για υπερβάσεις τώρα. Διψάμε για αίμα. Συγγνώμη μικρέ Νικόλα αλλά κάπου πρέπει να ξεσπάσει κι ο κοιμώμενος λαός. Τι άλλο είσαι διατεθειμένος να παραχωρήσεις;

Το χαρτζιλίκι μου για ένα άλογο

Το έγκλημα έγινε.
Έσπασες του παιδιού τον κουμπαρά.
Χύθηκαν κάτω τα νομίσματα
Παλιές δεκάρες τρυπημένες στη μέση
και μεγάλα στιλπνά κέρματα
Όχι, τίποτα δεν μπορείς πια ν' αγοράσεις
Τόσα πολλά νομίσματα κι όλα άχρηστα
Τίποτα δεν μπορείς πια ν'αγοράσεις
Και το παιδί κλαίει
Κι εσύ τίποτα δεν μπορείς πια ν'αγοράσεις
Και το παιδί να κλαίει και να ζητά

Τίποτα τίποτα πια.


Μανόλης Αναγνωστάκης

Παρασκευή 9 Απριλίου 2010

Ντροπή σας κύριε Ρίτσο

Είναι κρίμα που ο χυδαίος ποιητής δεν ζει για να φάει πρόστιμο από το ΕΣΡ, να ψεκαστεί από κάποιο δακρυγόνο ή το πιο επαναστατικό σπρέι, να καεί στην πυρά. Επί χούντας τη γλίτωσε φτηνά στην εξορία. Ακούστε τι λέει και φρίξτε ελεύθερα νοικοκυραίοι. Στείλτε μας τα mails σας με νέες καταγγελίες. Πρέπει να συνεχίσουμε μέχρι να καταγγείλουμε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Έτσι μόνο θα πεθάνουμε έντιμοι. Το έργο μας είναι θεάρεστο. Τούτο μας αποκάλυψε ο δικός μας Θεός τουλάχιστον. Η ενημέρωση, η ηθική και η υποκρισία.

Έθνος τεμπέληδων

Το χέρι που γράφει αξίζει όσο το χέρι που οργώνει! Τι αιώνας χεριών! Ποτέ δεν θα σηκώσω το χέρι μου! Αρθούρος Ρεμπώ.

Δεν ζεις, βγάζεις λεφτά. Δουλεύεις και δεν το θεωρείς απαραίτητα ντροπή. Δε θέλεις να σε πουν άχρηστο. Σταδιακά κάνεις δικό σου το κύρος που σου υποσχέθηκαν. Δε σε νοιάζει αν θα είσαι κάτι πια. Γιατί έχεις γίνει κάποιος.

Τι; Τι να σου κάνω εγώ που νιώθεις εγκλωβισμένος; Δέχτηκες να κάνεις κάτι που στην ουσία σιχαίνεσαι. Κάπου που δεν προσφέρεις τίποτα. Να ‘ναι καλά το κόμμα και οι διασυνδέσεις της θείας σου της Μαρίας που σου εξασφάλισαν μια θέση στο αιώνιο βασανιστήριο. Και σα να μη σου έφταναν αυτά, οι Γερμανοί και οι Γερμανόφιλοι αρθρογράφοι σου, ήρθαν να σε αποτελειώσουν. Σου είπαν αυτό που φοβόσουν. Σε είπαν τεμπέλη. Και δεν ξέρεις τι να πεις για να απολογηθείς.

Αφού δεν διάβασες ποτέ σου τους αρχιτεμπελχανάδες Ντεμπόρ και Βάνεγκεμ, απάντησέ τους με Ρεμπώ. Και πάρε και καμιά άδεια. Αρκετά δούλεψες για σήμερα, δε νομίζεις;

Ακριβολογώντας


Η ιστορία γράφεται από τους νικητές και τους ισχυρούς. Και ενίοτε διορθώνεται. Ο εικονιζόμενος δεν είναι πια ο νέος Μαραντόνα. Ο Μαραντόνα ήταν ο παλιός Μέσι. Αύριο τον περιμένει το Clasico.

Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

Ο Μικρός Πρίγκιπας


Του την είχαν στημένη από παντού. Ο κλοιός είχε αρχίσει να σφίγγει ασφυκτικά γύρω από τον Χαμί. Για πόσο καιρό θα διέφευγε το θάνατο; Η τύχη του, παρόλες τις κακουχίες, δεν φαινόταν ωστόσο να τον εγκαταλείπει. Ήταν αυτή που τον είχε φέρει μέχρι το κτίριο της Ελληνικής Εταιρείας Διοίκησης Επιχειρήσεων. Ας το παραδεχτούμε. Θα μπορούσε να είχε πεθάνει πολύ νωρίτερα.

Οι γονείς του παιδιού βρήκαν το θράσος να έρθουν από το Αφγανιστάν στην Ελλάδα πριν από μερικούς μήνες, μέσα σε μια βάρκα, για να διεκδικήσουν την ελπίδα. Παρανομώντας ουσιαστικά απέναντι στη μοίρα τους, είχαν κατά νου ένα σατανικό σχέδιο: να καταχραστούν τα σκουπίδια μας. Σε μια χώρα που ήθελαν να ζήσουν όπως είπε ο πατέρας του Χαμί, επειδή θαύμαζαν τον πολιτισμό της. Το αίτημά τους όμως δεν ικανοποιήθηκε. Ο 15χρονος βρήκε το δώρο του θανάτου του στο δρόμο, σταλμένο κατευθείαν από την πατρίδα του όπου εδρεύει σε μόνιμη βάση η δικτατορία της φτώχειας και του πολέμου. Η αδερφή του, η μικρή Φερστέ, σκέφτηκε πως μπορεί κάποια κούκλα να βρίσκεται στη σακούλα, σαν κι εκείνες που ανακάλυπτε πεταμένες κάτω και στη συνέχεια τις έπλενε και τις χτένιζε. Τώρα κινδυνεύει να μείνει τυφλή.

Στο μέτωπο του αίματος, παρατηρούμε πια μια συνεργασία αστυνομίας και τρομοκρατίας, που συναντιέται τυχαία σε ένα νέο στόχο: να βγάλει τους ξένους από τη μέση. Οι σφαίρες και οι βόμβες έχουν συνάψει συμφωνία τιμής και αφαιρούν ζωές για να αποδώσουν δικαιοσύνη. Τα όπλα είναι εξάλλου φτιαγμένα για αυτό το σκοπό. Για να συνεργάζονται. Οι τρομοκράτες μπορούν κάλλιστα να αρχίσουν να σκοτώνουν ακόμα πιο αθώους, τροποποιώντας λιγάκι τις θεωρίες τους, τοποθετώντας βόμβες σε παιδικά πάρτυ και χαρές, σε ίντερνετ καφέ, μαιευτήρια, κατασκηνώσεις, σχολεία, νηπιαγωγεία και σταθμούς. Συμβολικά μπορούν να χτυπούν τα φροντιστήρια για να συντρίψουν την παραπαιδεία ή τις βάρκες που μαζεύουν ψυχές σα σκουπίδια και τις πετούν απέναντι σαν πυρηνικά απόβλητα. Συμβολικά θα μπορούσαν να χτυπούν παντού, γιατί όχι; Οπουδήποτε μπορεί να βρίσκονται οι πιο αθώοι. Χωρίς φυσικά να προηγείται τηλεφώνημα. Δίχως καμία προειδοποίηση. Ο αιφνιδιασμός θα είναι το νέο όπλο στη φαρέτρα των «επαναστατών». Και την ευθύνη θα την αναλαμβάνει η μάνα που είχε δώσει στο νεκρό ζωή.

Το αποτέλεσμα, που προκύπτει από την αντίσταση των πόλεων, είναι ένα ακόμη νεκρό παιδί. Και αυτό το ακόμη φοβάμαι ότι αφαιρεί από το γεγονός τη σημασία του. Ένα ακόμη παιδί που δεν το γνωρίσαμε ως παιδί αλλά σαν νεκρό παιδί. Ένα παιδί που δεν μπορούμε να το φανταστούμε να παίζει. Και λες και δε συνέβη τίποτα, η ζωή συνεχίζεται, παρέα με το μακάβριο ανθρωποκυνηγητό εναντίον της, δίχως καμία υποψία πλήξης. Αυτή είναι που καταζητείται και διώκεται, διότι αδυνατούμε να επινοήσουμε τρόπους για να αγαπάμε τους ανθρώπους που μας κάνουν να θυμώνουμε, τους άλλους γύρω μας που μόνο εύκολη τη ζωή δεν μας κάνουν.

Η ευαισθησία των λέξεων, που κάποτε οφείλει να γίνει ευαισθησία των πράξεών, δεν προέρχεται από κάποιον ελιτίστικο φιλοτομαρισμό. Δε φοβάμαι μήπως πεθάνω για το τίποτα. Φοβάμαι όμως μη ζήσω για το τίποτα. Γιατί το μόνο σίγουρο είναι η ζωή -ο θάνατος αμφισβητείται. Και οι μετανάστες στον κόσμο των τραπεζιτών, των κερδοσκόπων και των εκλεγμένων κυβερνήσεών τους, γι’αυτό τιμωρούνται. Επειδή υπάρχουν. Η ύπαρξη αθώων ανθρώπων και κυρίως παιδιών είναι αυτή που καταφέρνει να ενοχοποιεί ακόμα τον κόσμο μας.

Ένας κόσμος που πολύ γρηγορότερα απ’ό,τι θα περιμέναμε θα γεμίσει με τυφλούς και νεκρούς. Από κοντά θα παρακολουθούμε κι εμείς που θα προσπαθούμε να τους μοιάσουμε με την αδιαφορία μας και τις ασήμαντες υπάρξεις μας. Την επόμενη φορά που κάποιος Χαμί θα σκαλίζει τα σκουπίδια ας τον ρωτήσουμε μήπως θέλει να τον βοηθήσουμε. Είναι σίγουρο ότι ψάχνει και για εμάς εκεί μέσα.

Ούτε δίδακτρα, ούτε εγγραφές, ούτε τετράδια, ούτε βιβλία λοιπόν, γιε μου. Τώρα θα εξερευνείς τα όρια της σάτιρας στα κακόγουστα αστεία των Χαχανούληδων των τρομοκρατικών οργανώσεων που γνωρίζουν πρωτόγνωρη άνθηση. Σε μια από αυτές θα σε γράψω να τελειώνουμε.

Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο γράφει στους «Καθρέφτες» του: «Η πείνα που σκοτώνει σιωπηλά, σκοτώνει όσους δεν έχουν φωνή. Οι ειδικοί, οι πτωχολόγοι, μιλούν αντί γι’ αυτούς, για να μας ενημερώσουν πού δεν δουλεύουν, τι δεν τρώνε, πόσο δεν ζυγίζουν, πόσο ψηλοί δεν είναι, τι δεν έχουν, τι δεν σκέφτονται, τι δεν ψηφίζουν, τι δεν πιστεύουν. Μας απομένει μόνο να μάθουμε για ποιον λόγο οι φτωχοί είναι φτωχοί. Μήπως γιατί η πείνα τους μας θρέφει και η γύμνια τους μας ντύνει;».

Στη Βιρμανία, μετά τον πόλεμο, οι γυναίκες ξεκίνησαν να περπατούν μπροστά από τους άντρες. Για να σκοτώνονται εκείνες από τις νάρκες. Λέω να κάνουμε το ίδιο με τους μετανάστες. Φαίνεται να τα καταφέρνουν σε αυτό το ρόλο. Αλήθεια, δε σε ρώτησα γιε μου. Εσύ σε ποιανού 15χρονου νεκρού το φαν κλαμπ είσαι μέλος; Στου Έλληνα ή στου ξένου;